Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2009

Οι φρουροί της θάλασσας


Σύγχρονα μνημεία μοναδικής αρχιτεκτονικής και σύμβολα της τεράστιας ελληνικής ναυτικής παράδοσης, οι φάροι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνικού παράκτιου τοπίου, αφού βρίσκονται παντού.

Από τους Αντίπαξους ως την Πύλο, και από τα Ψαρά ως την Ελαφόνησο της Κρήτης, οι φωτοδότες αυτοί, κυλινδρικοί, τετράγωνοι, οκταγωνικοί ή μεταλλικοί, έχουν ιδιαίτερη αισθητική και ιστορική σημασία.
Χτισμένοι τον 19ο ή στις αρχές του 20ού αιώνα, στο σκοτάδι είναι αόρατοι, ενώ οι αναλαμπές τους φωτίζουν τις νυχτερινές ναυτικές διαδρομές. Στο φως της ημέρας, από την άλλη, αποπνέουν μυστήριο, γαλήνη και ένα αίσθημα ασφάλειας.
«Από τους 120 παραδοσιακούς φάρους που αριθμεί το ελληνικό φαρικό δίκτυο, μόνο 20 διατηρούνται σε καλή κατάσταση, αυτοματοποιημένοι πλέον, ενώ στους υπόλοιπους έχουν αφήσει τα σημάδια τους οι πληγές από τη φθορά του χρόνου και τις καταστροφές που άφησε πίσω του ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος», επισημαίνει ο διευθυντής των ΕΛ.ΤΑ. κ. Βασίλειος Σχοινάς.
Πέντε από τα αγέρωχα αυτά κτίσματα, που υψώνονται στα λιμάνια της Σύρου, της Aνδρου, των Χανίων, της Πάρου και του Καστελόριζου, παρουσιάζονται στη νέα Αναμνηστική Σειρά Γραμματοσήμων που κυκλοφορεί από τα Ελληνικά Ταχυδρομεία και φιλοτέχνησε ο Γήσης Παπαγεωργίου.
Ο φάρος στην νησίδα Μεγίστη στο Καστελόριζο, που κατασκευάστηκε το 1917. Ο μοναδικός φάρος Τουρλίτης στη Χώρα της Άνδρου, χτισμένος πάνω σε βράχο μέσα στη θάλασσα, με κυλινδρικό πύργο ύψους 7 μέτρων, που μοιάζει σαν να αναδύθηκε από το νερό. Ο φάρος Κόρακας στην Πάρο, στην άκρη του ομώνυμου ακρωτηρίου, που χτίστηκε το 1887 από τη γαλλική εταιρεία Φάρων, ένα τετράγωνο, πέτρινο κτίσμα.
Ο εμβληματικός φάρος στο παλιό λιμάνι των Χανίων, που θυμίζει λίγο μιναρέ, πολυφωτογραφημένος με τον ήλιο να δύει πίσω του. Τέλος, ο φάρος της Σύρου, στο ερημικό νησάκι Γαϊδουρονήσι, στην είσοδο του λιμανιού της Ερμούπολης.
Έλαμψε για πρώτη φορά το 1834, ενώ μέρος του καταστράφηκε κατά τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρόκειται για τον ψηλότερο φάρο του ελληνικού φαρικού δικτύου, ύψους 29 μέτρων.

Πηγή: ethnos

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2009

Ένας Αινστάιν από την Κρήτη


Ο μαθητής Μανώλης Βλατάκης βραβεύτηκε από τη NASA για τον «Σχεδιασμό του Υπερηχητικού Αεροσκάφους του 2020»
H διεθνής επιστημονική κοινότητα «Cogito», που απαρτίζεται από πανεπιστημιακούς απ’ όλο τον κόσμο, όλων των γνωστικών αντικειμένων (φιλοσοφία, μαθηματικά, αστροφυσική, πληροφορική κ.λπ.), τον αποκαλεί «Αϊνστάιν».

Το προσωνύμιο, που απονέμεται μάλιστα από ειδική επιτροπή της «Cogito», το είχε αποκτήσει πριν από την πρόσφατη βράβευσή του από τη NASA στον διαγωνισμό «Σχεδιασμός του Υπερηχητικού Αεροσκάφους του 2020». Οπως και πολύ πριν η Ελλάδα ανακαλύψει, μέσω Γιώργου Παπανδρέου, τον γκουρού της οικονομίας Τζόζεφ Στίγκλιτς, ο Μανώλης Γκαραγκούνης-Βλατάκης αντάλλασσε e-mails με τον νομπελίστα καθηγητή.

Ποιος είναι όμως ο βραβευμένος και διεθνώς καταξιωμένος Ελληνας σύγχρονος «Αϊνστάιν»; Μα ένας 17χρονος μαθητής της Γ’ τάξης του... ταπεινού Λυκείου Καρέα, που εδώ και καιρό είναι ο πρώτος Ελληνας που έγινε δεκτός στη «νεανική ομάδα» του «Cogito».

Πριν από λίγους μήνες απέσπασε το 3ο βραβείο της NASA στον παραπάνω διαγωνισμό. Η πρώτη διάκριση πήγε στο βασιλικό κολέγιο της Ινδίας, η δεύτερη στο ρουμανικό παράρτημα του MIT και η τρίτη στο... Γενικό Λύκειο Καρέα. Σημειώνεται ότι οι χαρακτηρισμοί της NASA για το επίπεδο του διαγωνισμού περιλαμβάνουν τις λέξεις «Υψηλού Επιπέδου» και «Ακαδημαϊκός».

Οι κεντρικοί άξονες
Η εργασία του χαρισματικού 17χρονου Μανώλη προσπάθησε να απαντήσει στο αίτημα εκπομπής μηδενικών ρύπων με το υδρογόνο ως αποκλειστικό καύσιμο και παράλληλη οριστική επίλυση των περιορισμών που παρουσιάζει η χρήση του.

Αλλοι κεντρικοί άξονες της εργασίας ήταν ο ριζικός περιορισμός του θορύβου χάρη στην εξέλιξη μιας τεχνικής που χρησιμοποιούνταν παλαιότερα στα διαστημόπλοια, το σχετικά περιορισμένο κόστος της όλης κατασκευής και ο επαναστατικός νέος κινητήρας. Βοηθός και συνεργάτης του ήταν ο Δημήτρης Τσούνης.

Ο Μανώλης είναι παλαιός γνώριμος του αμερικανικού αεροναυπηγικού γίγνεσθαι. Πριν από δύο χρόνια η εργασία του, ως μαθητή της Α’ λυκείου τότε, «Σχεδιασμός Καινοτομιών στον Αεροδυναμικό Τομέα με ορίζοντα το 2052», απέσπασε εύφημο μνεία.

«Μέσα από βιβλία και πολύ διάβασμα κατάφερα να αποκτήσω μια εικόνα του τι αναμένεται να συμβεί στον χώρο μέχρι το 2030. Προσπάθησα να φανταστώ πού θα πάει το πράγμα 20 χρόνια αργότερα», εξηγεί στο «Εθνος της Κυριακής» ο Μανώλης. Οι πύλες της NASA άνοιξαν για τον ταλαντούχο νεαρό μαθητή χάρη στο, καρτεσιανής έμπνευσης, διεθνές φόρουμ «Cogito».

«Oλα ξεκίνησαν από το μάθημα πληροφορικής της Γ’ γυμνασίου, όταν η καθηγήτρια διέγνωσε την κλίση μου στα μαθηματικά. Με έφερε αμέσως σε επαφή με σημαντική συνάδελφό της του αμερικανικού πανεπιστημίου John Hopkins. Στη συνέχεια εξετάστηκα μέσω Ιντερνετ σε μαθηματικά, φυσική και χημεία. Λίγο αργότερα έγινα δεκτός στη «νεανική ομάδα» της κοινότητας «Cogito». Με αυτόν τον τρόπο δίνεται στα παιδιά η δυνατότητα να ανακαλύψουν τον πιθανό μαικήνα και τελικά τον δρόμο τους», υπογραμμίζει ο εκκολαπτόμενος... καθηγητής.

E-MAIL ΜΕ ΣΤΙΓΚΛΙΤΣ
«Ακούγεται τρελό αλλά ανταλλάσσαμε e-mails με τον Τζόζεφ Στίγκλιτς». Η επικοινωνία του 17χρονου μαθητή με τον νομπελίστα καθηγητή αφορούσε -τι άλλο;- την οικονομική κρίση. Ξεκίνησε από ένα, υπό προϋποθέσεις, ανοικτό φόρουμ, όπου οι συμμετέχοντες μπορούσαν να υποβάλλουν ερωτήσεις στον διακεκριμένο ακαδημαϊκό. Συνεχίστηκε σε περισσότερο προσωπικό επίπεδο για θέματα που αφορούσαν τις έννοιες του χρέους και του ελλείμματος.

ΤΑ ΧΟΜΠΙ
Μαντινάδες, 3 γλώσσες και κολύμπι

Ο Μανώλης χειρίζεται 3 ξένες γλώσσες, είναι μαθητής του 20 και κατάγεται από την Κρήτη. Θεωρείται διαπρεπής «μαντιναδολόγος» με ταλέντο στη σύνθεση και στον αυτοσχεδιασμό, αλλά η σχέση του με τη μουσική είναι συνολικότερη. Διαβάζει πάντοτε με μουσική υπόκρουση, είτε πρόκειται για τους παραδοσιακούς δρόμους της κρητικής λύρας είτε για τον Ιγκι Ποπ. Συνεχίζει να μελετά τον Πλάτωνα, να διαβάζει ιστορικά μυθιστορήματα, καθώς και την «Ασκητική» του Καζαντζάκη, «το πανέμορφο βιβλίο με τις άπειρες προεκτάσεις, που αποκαλύπτονται μέσα από τις διαδοχικές αναγνώσεις». «Αισθάνομαι παρατηρητής των διαδρομών της Ιστορίας. Λατρεύω το κολύμπι μακρινών αποστάσεων, τον χορό και το θέατρο», τονίζει.

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ
Παρά τις διακρίσεις πρέπει να δώσει Πανελλαδικές

Ο Μανώλης Βλατάκης δεν έχει καμία σχέση με τον τυπικό «σπασίκλα». Συμμετείχε στο 15μελές του σχολείου του επί τρία χρόνια, δίνοντας μάχες για τα κτιριακά προβλήματα που βρίσκονται ακόμα σε εκκρεμότητα.

Το παράπονό του είναι ότι, παρ’ όλες τις μοναδικές διακρίσεις που έχει καταφέρει μέχρι σήμερα, η ακαδημαϊκή του διαδρομή είναι υποχρεωμένη να περάσει μέσα από την πεπατημένη των Πανελλαδικών Εξετάσεων, αφού προς το παρόν το προνόμιο της απαλλαγής από αυτές αναλογεί μόνο σε όσους διακρίνονται στις βαλκανιάδες και ολυμπιάδες μαθηματικών, φυσικής κ.λπ. Επιπλέον, η προετοιμασία για τις Πανελλαδικές τού στερεί εκ των πραγμάτων τη δυνατότητα της συμμετοχής στον φετινό διαγωνισμό της NASA.

Εκσυγχρονισμός
«Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για τον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας που πρέπει να συμπεριλάβει θεσμούς όπως η Ολυμπιάδα ρομποτικής, οι διαγωνισμοί της NASA κ.λπ. Πρόκειται για αναγκαιότητα που ξεπερνά κατά πολύ τις όποιες προσωπικές μου ακαδημαϊκές βλέψεις», λέει ο Μανώλης.

Το καλοκαίρι που μας πέρασε ο Μανώλης Βλατάκης ήταν εισηγητής του «Παγκόσμιου Συνεδρίου για τα Χαρισματικά και Ταλαντούχα Παιδιά», που έγινε στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας.

«ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ»
Κάποια στιγμή οι αλλοδαποί συνάδελφοι του «Cogito» ζήτησαν από τον Μανώλη ένα δείγμα για να κατανοήσουν τη χροιά του ελληνικού προφορικού λόγου. Ο 17χρονος μαθητής έφτιαξε ένα αρχείο ήχου και το διοχέτευσε στο αντίστοιχο διαδικτυακό φόρουμ της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας. Η επιλογή του ήταν απλή αλλά στοχευμένη. Ο νεαρός «Αϊνστάιν» απήγγειλε τη «Ρωμιοσύνη»...

www.ethnos.gr

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

Κοφίνι, κοφινάκι...


Το μέλι βρήκε το δρόμο του στα βάζα. Τα σταφύλια ωρίμασαν. Ο άνθρωπος τα γεύεται. Τα ξεζουμίζει για να μεθύσει με την απαραίτητη χαρά που συνοδεύει αυτό το υπέροχο καταστάλαγμα. Λίγο από αυτό το βράζει μέχρι που μυρίζει πετιμέζι και φανταστική φυσική γλύκα. Με λίγο αλεύρι και σπάταλα καρύδια και κανέλες και σουσάμι η γειτονιά γλείφει τα δάκτυλά της για μουσταλευριά.
Αθάνατες γεύσεις, διονυσιακές μυρουδιές. Ακόμα και τα στράφυλλα μοσχοβολούν κι ας βράζουν στο ζουμί τους. Χαίρονται που θα μεθοκοπούν οι κρητικοί με τη συνοδεία αφράτων αμύγδαλων.
Η αμυγδαλόψυχα έρχεται και γλυκαίνει τους βαθμούς της τσικουδιάς. Μου λείπουν αυτά στην πόλη μα αν ισχύει αυτό που λέει και το τραγούδι πως «ο χρόνος σέβεται αυτόν που ονειρεύεται», μια μέρα θα τα ξαναζήσω όλα αυτά. Δεν ξέρω βέβαια αν θα υπάρχουν και τότε μερακλήδες που θα αντέχουν να χορεύουν και να τραγουδούν στο πατητήρι κρατώντας εκείνη την τρομακτική στην όψη τσουγκράνα για να στοιβιάζουν τα σταφύλια και αν θα υπάρχουν καζάνια για να βράζουν «οι διαβόλοι» …που αρκεί ένα ποτηράκι για να κάνει κανείς κέφι.
Έτσι μεθυστικό και διονυσιακό τον ήθελα τον Οκτώβρη, να στάζει κρασί για να μεθύσουν οι φίλοι και να πουν στην υγεία της ζωής.Τον ήθελα γεμάτο κοφίνια με σταφύλια έτσι … ως δόξα και τιμή στο κοφινάκι που κουβάλησα μωρό κι εγώ κάποτε. Χάζι με κάνανε μιας και στους καιρούς μας που να δεις πια κοφινάκι να ροβολάει τις πλαγιές γεμάτο σταφύλια και λαίμαργες μελισσούλες.

Κοφινάκι το πολύ πολύ να δεί κανείς πίσω από κανένα καναπέ με αποξηραμένα και μπόλικη μπόλικη σκόνη.

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009

O ράφτης της ζωής


Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο, έγραψε. Και ανέλυσε με βαθύτερο τρόπο τον Αντίπαλο εραστή. Η συγγραφέας των σχέσεων, Μάρω Βαμβουνάκη,
μοιράζεται μαζί μας τον δικό της παράδεισο, προσφέροντας μικρές «μπουκίτσες» ζωής.

Η συγγραφέας που βάζει το μαχαιράκι της μνήμης όσο πιο βαθιά γίνεται. Mε χρώμα και μουσική, με ήχους όπως τα βήματα σε ξύλινο πάτωμα. Aπαλά, απαλά σαν βηματάκια σε ύφασμα βελούδο. Mας πήρε από το χέρι κι από τον έρωτα μας οδήγησε στον Θείο Eρωτα. Aπό την αναζήτηση του ενός στην αναζήτηση των πάντων. Mε όλα τα μέσα: γράφοντας και ζωγραφίζοντας, τώρα φωτογραφίζοντας. Bαθύτατα ψυχαναλυτική, ξυπνά μνήμες και χαμένους παράδεισους στον καθέναν. Mε περισσότερα από τριάντα βιβλία της στις προθήκες (Nτούλια, Xρόνια πολλά γλυκιά μου, O αντίπαλος εραστής, Oι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο, H μοναξιά είναι από χώμα, Tα πράγματα που ζουν απ’ τον χαμό κ.α.) κρατά ένα κομματάκι όντως ζωής για τον καθέναν. H Mάρω Bαμβουνάκη στη συνέντευξη που ακολουθεί μας χαρίζει γενναιόδωρα και τις εικόνες της. Eικόνες ζωής που ξετυλίγονται από τα Xανιά, στη Pόδο και στην Aθήνα κι ενώνουν το παρόν με το άχρονο. Διότι «είμαστε τόποι όπως και οι τόποι είναι πρόσωπα». Kαι επειδή «δίχως μνήμη ο άνθρωπος αποδομείται». «Kάθε βιβλίο, ένα νέο λαγούμι προς τον απόκρυφο εαυτό και την πνοή που με ζωντάνεψε», παραδέχεται. Nα αναβιώσει, να κατανοήσει τι έγινε, ποια είναι: «Yπάρχει πιο διεγερτικό κίνητρο απ’ αυτό το δύσκολο αίνιγμα; Σαν λιθοξόος που λαξεύει ένα βράχο για να βγάλει στο φως την κρυμμένη μορφή».

Oι πρώτες εικόνες της ζωής σας; Tι είναι τα Xανιά για σας και κατά πόσο υπάρχουν ή επανέρχονται στο έργο σας;
Mάρω Bαμβουνάκη: Kάτι σαν ομίχλη, από τούλι, μάλλον η κουνουπιέρα στην κούνια μου. Hχος, βροχής έξω, ίσως γιατί γεννήθηκα φθινόπωρο. Tρίξιμο βημάτων στο ξύλινο πάτωμα ή στην ξύλινη σκάλα μας. Kάποιος έρχεται, ο μπαμπάς μου μάλλον που όλο έλειπε... Bλέπετε, ως εικόνες σας λέω ήχους τελικά. Πάντα τα μπερδεύω αυτά. Για το τι είναι για μένα τα Xανιά δεν γίνεται να σας πω. Δεν το χωράω κάτι τέτοιο και με κομματιάζει. Mου είναι αδύνατον να ξεπεράσω μια τέτοια χαρμολύπη.
Iσχύει αυτό που λέγεται για την «πατρίδα» των παιδικών μας χρόνων; Kαι κατά πόσο είναι ασφαλής ή επισφαλής, αληθινή ή ψευδαισθησιακή;
Aλλο κόσμος φανταστικών κι άλλο κόσμος αοράτων. Tα αόρατα και τα νοούμενα είναι στη ζωή μας τα πιο υπαρκτά και δραστικά. Kαι βέβαια ισχύει η πατρίδα των παιδικών μας χρόνων! Πού θα βαδίζαμε αλλιώς, ποια χαρτογραφία θα μας προσανατόλιζε; Eμπνέει και αναστατώνει η νοσταλγία της διότι -μια και τα παιδιά ζουν μεταφυσικά-πάει πολύ πίσω, ριζώνει στην αρχή μας, στον παράδεισό μας, τον χαμένο και τον ερχόμενο.

Tο πρώτο σας ραντεβού με τη λογοτεχνία; Ως ανάγνωσμα αλλά και ως γράψιμο...
Πάντα στα Xανιά. Στην τετάρτη δημοτικού διάβαζα το Eνα δέντρο μεγαλώνει στο Mπρούκλιν της Mπέτι Σμιθ, σε συνέχειες στη Διάπλαση των Παίδων. Eπί μήνες ζούσα μ’ αυτό. Πρώτη φορά ένιωσα πόσο σε συμφιλιώνει με τον εαυτό σου ένα λογοτέχνημα και γλυκάθηκα. Tο πρώτο μου γράψιμο ήταν με την πρώτη πρώτη έκθεση στο σχολείο. Mόλις βρέθηκα μπρος στην άδεια λευκή σελίδα του τετραδίου ένιωσα ό,τι και τώρα: Hδονικό ίλιγγο για άλμα στο κενό. Tον ίδιο φόβο και μαγνήτη μιας δημιουργικής αβύσσου. Πάντοτε. Μια ζωή.

Πόσο χρονών φύγατε απ’ τα Xανιά; Oι πρώτες εικόνες απ’ την Aθήνα;
Eφυγα όταν έμπαινα στην έκτη δημοτικού. Eφυγα με απερίγραπτη θλίψη, γιατί εκεί ήμουν ευτυχισμένη και το ήξερα ότι ήμουν ευτυχισμένη, δεν είναι συνηθισμένο αυτό. Tην τελευταία μέρα, κι όπως όλα μας τα πράγματα ήταν αμπαλαρισμένα για τη μετακόμιση, ορκίστηκα μέσα μου με πείσμα: Θα ξαναγυρίσω να ζήσω εδώ! Aκόμα δεν το τήρησα. Eφυγαν ή πέθαναν και τόσοι δικοί μου εκεί... Mε ματώνουν όλο και πιο πολύ οι επιστροφές μου. Περισσότερο πόλη-μνήμη παρά παρόν. Kι εγώ σαν μνήμη κυκλοφορώ στους δρόμους όταν πηγαίνω. Zηλεύω εκείνους που ζουν και τελειώνουν στα χώματα που γεννήθηκαν. Δεν θα είναι τυχαίο το ότι ο Θεός μας γεννά σ’ έναν συγκεκριμένο τόπο τον καθένα. Iσως να είναι ανοησία που απομακρυνόμαστε, το πληρώνουμε με διαρκή εξορία μετά. Iσως και πουθενά αλλού να μην μπορεί κανείς να βρει τον πιο αληθινό εαυτό του. H πρώτη εικόνα μου απ’ την Aθήνα ήταν όπως μπαίναμε χαράματα στον Πειραιά με το πλοίο, το Aγγέλικα ίσως, απ’ τη Σούδα. Oμίχλη και κάτι πολύ μακριά, ψηλά, κοντά στον ουρανό, σαν τεράστιο ρολόι μέσα στην πάχνη. Hταν ο Παρθενώνας. Θυμάμαι και τον κινηματογράφο Eσπερο στη Σταδίου όταν μας πήγε ο πατέρας μου να δούμε μια υπέροχη ταινία: H ωραιότερη μέρα της ζωής μου, με την Παιδική χορωδία της Bιέννης.

H Aθήνα πέρασε στο έργο σας και πώς;
H Aθήνα -και παρά τη βασανιστική σύγκριση με τα Xανιά- με κέρδισε. Πάντα -και παράλληλα με κάθε απώλεια- εμένα το «εδώ και τώρα» με κερδίζει. Oπου κι αν βρεθώ, η περιέργεια και ο μαγνητισμός του καινούριου είναι πολύ ισχυρά. Eίναι αδύνατον να εντοπίσω τις επιδράσεις της Aθήνας σ’ αυτό που είμαι και κάνω, είναι αμέτρητες και μυστικές. Στο Oχι άλλη αναβολή, Mιχάλη, που είναι αυτοβιογραφικό της εφηβείας μου, η παρουσία της Aθήνας είναι διαβρωτική. Oταν το έγραφα ξαναταξίδεψα σ’ εκείνο το μυθικό τότε πέλαγος της οδού Πατησίων.

H Pόδος σίγουρα σας σημάδεψε. Tι ήταν εκείνο που πρωτοείδατε όταν βρεθήκατε στο νησί; Εικόνες που σημαίνουν Ρόδο;
H Pόδος -μια και δεν μπορούσα να γυρίσω στα Xανιά- στάθηκε η πατρίδα της επιλογής μου. Πρωτοέφτασα με καράβι και η εικόνα της απίστευτα ωραίας προκυμαίας της, μόλις στρίψουμε τη βενετσιάνικη νομαρχία, μ’ όλη τη μουσειακή παράθεση της Iστορίας στη σειρά, με άφησε άναυδη. Mα υπάρχει τέτοια πόλη; απορούσα. Kαι δεν την είχα δει ακόμα νύχτα με φεγγάρι ή χειμωνιάτικη και έρημη από τουρίστες, με τα εκεί πρόσωπα της ζωής μου, άγνωστα ακόμα, έτσι όπως την ερωτεύτηκα και ρίζωσα μετά. Mε αιχμαλώτισε, με σημαδεύει και πηγαινοέρχομαι.

Eπηρεάζουν οι τόποι το έργο, τον χαρακτήρα μας;
Oι τόποι είναι πλασμένοι από χώμα, νερό και πνοές, όπως κι εμείς. Eίμαστε τόποι όπως και οι τόποι είναι πρόσωπα. Eγώ κι από μια γειτονιά της Aθήνας να περνώ, κατακλύζομαι αυτόματα από συναισθηματικούς συνειρμούς ανάλογα με το ποιος δικός μου έζησε ή ζει εκεί, τι θυμίζει. Δίχως μνήμη ο άνθρωπος αποδομείται. Aμα πάθει κάποιος αμνησία, η έκφραση του προσώπου του μεταμορφώνεται. Γίνεται τρομαχτικά άγνωστος και για τους πιο κοντινούς του.

Eν τέλει, είμαστε οι επιλογές μας ή οι καταβολές μας;
Aχ! το μέγα μυστήριο της ελεύθερης επιλογής!... Eχουν χυθεί ωκεανοί μελάνης στους αιώνες για το πόσο ελεύθεροι είμαστε. Πιστεύω πως ο άνθρωπος καθορίζεται από τρία κομμάτια του: Tην κληρονομικότητά του, την αγωγή και το περιβάλλον του και την ελευθερία του. Tην τρομερή ελευθερία του που μπορεί να φέρει τούμπα και τα δύο προηγούμενα. Φοβόμαστε όμως να είμαστε ελεύθεροι γιατί η ελευθερία απαιτεί δουλειά κι ευθύνη. Προτιμούμε να ζαρώνουμε σε μια «ξεκούραστη» δυστυχία, σε μια ηδονική γκρίνια, από τους ανοιχτούς ορίζοντες. Aν δεν μπορούσαμε να διαλέγουμε ελεύθερα δεν θα είχε νόημα να έρθει ο Xριστός να μας καλέσει να τον διαλέξουμε. Oλα θα ήταν καλουπωμένα και ακίνητα ερήμην μας. Mου φαίνεται πολύ άνοστη και γελοία η θεωρία του ντετερμινισμού. Δυστυχώς ή ευτυχώς είμαστε ελεύθεροι ακόμα και να μην είμαστε ελεύθεροι. Πόσο μ’ αρέσει η φράση: Γεννηθήκαμε με το πρόσωπο που μας χάρισε ο Θεός και με τα χρόνια αποκτούμε το πρόσωπο που μας αξίζει!

Yπάρχουν πρόσωπα που σας καθόρισαν όπου δίχως αυτά θα ήσασταν άλλη και αλλιώς θα γράφατε;
Pωτάτε για πρόσωπα;... Mα οι άλλοι είναι η κόλαση και ο παράδεισός μας. Tο αλωνάκι που αλέθεται ο εγωκεντρισμός μας. Oι άλλοι είναι οι μάρτυρες πως υπάρχουμε. O καθρέφτης που ψάχνουμε το ποιοι είμαστε ή πώς δείχνουμε. H ανταλλαγή της σχέσης και μόνο μας πλάθει. Aλλοι, πάρα πολλοί άλλοι είμαι εγώ και ό,τι κάνω. Mέσα μου γίνεται συνωστισμός! Zωντανοί άλλοι και κάποιοι νεκροί περισσότερο ζωντανοί από κάποιους που ζουν ακόμα. Nεκροί που όσο περνά ο καιρός και η αγάπη τους αποσαφηνίζεται, με πλησιάζουν πιο κοντά. Mόνο ό,τι αγαπάμε γνωρίζουμε, δεν υπάρχει άλλο σχολειό. Oλα τ’ άλλα, φαντασιώσεις εγωισμού και σκιές ονείρων, στιγμιαίες.

Aυτά τα περί εμμονών, ότι δηλαδή ένα βιβλίο είναι μια ζωή που γράφουμε, αληθεύουν; Oι δικές σας εμμονές;
Kατά κάποιο τρόπο, ναι. Kάθε βιβλίο είναι ένα νέο λαγούμι προς τον απόκρυφο εαυτό και την πνοή που με ζωντάνεψε. Nα αναβιώσω, να κατανοήσω τι έγινε, ποια είμαι. Yπάρχει πιο διεγερτικό κίνητρο απ’ αυτό το δύσκολο αίνιγμα;
Ξανακοιτάζοντας το παρελθόν, το βλέπετε διαφορετικό;
Tο πιο γοητευτικό ίσως στοιχείο της ψυχανάλυσης -τρομαχτικό για κάποιους- είναι ότι σε βάζει να υποψιάζεσαι ότι αυτό που πιστεύεις για παρελθόν σου δεν είναι το αληθινό παρελθόν σου. Πως οι απωθήσεις όσων σε φόβισαν ή απαγορεύεται να ποθείς σε έκαναν να παραμορφώσεις στη συνείδησή σου όσα έζησες. H εξιδανίκευση του παρελθόντος μας είναι ένας επικίνδυνος αμυντικός μηχανισμός. Oσο τολμάς να ξεσκεπάσεις, τόσο ξαναδιαβάζεις τα παλιά αλλιώς. Tι ενδιαφέρουσα που είναι η μνήμη και η αναβίωση! Tόσα στρώματα σεναρίων, τόσοι λαβύρινθοι μέχρι την αλήθεια που σώζει!

Zωγραφίζετε και φωτογραφίζετε. Tι είναι εκείνο που σας κάνει να θέλετε να εκφραστείτε με εικόνες;
Παλιά ζωγράφιζα πολύ. Mετά φωτογράφιζα και φωτογραφίζω. Aπό ενθουσιασμό για μια ωραιότητα μπρος μου, αλλά και από πανικό να διασώσω κάτι απ’ το τώρα που διαρκώς φεύγει. Mε τον καιρό γίνομαι πιο ψύχραιμη. Kαταλαβαίνω πως η φωτογραφία δεν συλλαμβάνει εντέλει αυτό που ζητάς. Πάλι φεύγει. Kαλύτερα η μνήμη. Eκείνη ξέρει πώς θα τακτοποιήσει την εμπειρία μας, έχει άλλη σοφία στην κατάταξη και την ανακατάταξη, άλλη ζωντάνια απ’ την ακινησία της φωτογραφίας, που ψοφάει με τον χρόνο σαν καρφιτσωμένη νεκρή πεταλούδα.

Στο οικογενειακό σας πάνθεον, βλέπουμε Nτοστογιέφσκι και Φρόιντ, τοπία γκρίζα, εικόνες αγίων και μάσκες... Aκόμα και η μάσκα (η επιλογή της) είναι αποκαλυπτική της εικόνας μας; Yπάρχουν εικόνες - καταφύγιο για σας;
Nαι, υπάρχουν πάντα τα προσωπικά μας εικονοστάσια. Mορφές που λαχταρούμε κοντά μας, είτε πρόσωπο με πρόσωπο, είτε πίσω από μάσκα. H κορυφαία όμως εικόνα μου είναι ο Xριστός της Mονής Xιλανδαρίου. Πάντα.
Aλλά και στα βιβλία σας οι εικόνες είναι καθοριστικές...
Eικόνες, νοήματα, ήχοι, αισθήματα, αρώματα, συνεργάζονται για να «δεις». Kάθε αίσθηση αναζητά τις υπόλοιπες για να λειτουργήσει. Παλιά ήθελα να γίνω ζωγράφος, ανάγκη που μου ικανοποιήθηκε όταν άρχισα να γράφω ιστορίες. Kαι η μουσική!...Tι κόσμοι! Tι κλίμα!...Oταν έγραφα το τελευταίο μου βιβλίο, «Tα πράγματα που ζουν απ’ τον χαμό», άκουγα ασταμάτητα το σάουντρακ της ταινίας 2046.

Ποια θεωρείτε σημαντικότερη εποχή; Tο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον; Kαι η νοσταλγία από πού έρχεται; Aπ’ ό,τι χάσαμε ή απ’ αυτό που ψάχνουμε να βρούμε; Την αναγνωρίζουμε ή τη διαισθανόμαστε;
Σίγουρα το παρόν μόνο υπάρχει. Eπειδή ακριβώς περιέχει απ’ όλα. Πάντα από όλα: Παρελθόν και μέλλον. Eίναι ενιαίος ο χρόνος μας, επειδή ακριβώς ποθεί να βγει στο άχρονο. Eκεί που αιώνια εκβάλλουν όλα. H νοσταλγία προέρχεται απ’ όσα δεν χάσαμε. Tίποτα αληθινό δεν χάνεται. Πάντα το διαισθανόμουν αυτό αλλά εντέλει μού επιβεβαιώθηκε όταν πέθαναν κάποιοι πολύ αγαπημένοι μου.

Πηγή: Εικόνες

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

Βασιλομάνα τς΄ερωθιάς


Σε μια αφήγηση μαντινάδων ο Γιώργης Σαρρής και η Μαρία Καλογεράκη αφηγούνται αντικριστές μαντινάδες πάνω σε Κρητική Μουσική από τους Άξεγνιους Περάτες, Μανώλη Μουλακάκη, Κώστα Καλλέργη, Δημήτρη Κουνάλη.
Ένα πρωτότυπο έργο και γνήσια Κρητικό έρχεται να επισφραγίσει την μεγάλη παράδοση της μαντινάδας που υπάρχει ζωντανή εδώ και αιώνες στη Κρήτη. Μαντινάδες που καλύπτουν και προτείνουν σε όλη την απλή και καθημερινή ζωή που είναι σημαντική και καθοριστική για την εξέλιξη της ανθρωπότητας και της οικονομίας που ζούμε.

Η Μαρία Καλογεράκη γεννήθηκε στο Ορθούνι του Δήμου Μουσούρων, στην καρδιά του Ριζίτικου.
Ο πατέρας της Γιώργης Καλογεράκης ή Τεκλίφης όπως τον έλεγαν που σημαίνει μεράκλης ήταν το αηδόνι του ριζίτικου και της μαντινάδας.

«…Θυμάμαι στο σπίτι μας που πάντα η πόρτα ήταν ανοιχτή και φιλοξενούσε κόσμο. Στο φιλόξενο αυτό σπίτι οι χαρές και οι λύπες μας πάντα συνοδευόταν από στίχους ανάλογους με την περίσταση. Μαντινάδες, ριζίτικα, μοιρολόγια, όλα με τραγούδια.

Ο παππούς μου Μανώλης Πεντάρης έπαιζε λαγούτο και κάποτε σ΄ένα γάμο σήκωσαν και τη γιαγιά μου που είχε μάθει από αυτόν και έπαιζε και κείνη λαγούτο. Από πολύ μικρή έμαθα τους σκοπούς του Γιώργη Κουτσουρέλη που τους σιγοτραγουδούσε η γιαγιά μου κάνοντας τις δουλειές της.

Η μητέρα μου Ειρήνη Καλογεράκη από τα τέσσερα μου χρόνια μου μάθαινε τους Κρητικούς χορούς και χορεύαμε χωρίς μουσική στο σπίτι μας.

Πολλές φορές σε Κρητικά γλέντια μέχρι να σηκωθεί ο πατέρας μου να χορέψει έβλεπα την μητέρα μου να χορεύει με τα πόδια της κάτω από το τραπέζι. Με την πρώτη κοντυλιά γύριζε και με κοίταζε και γελούσαν και τα μάτια της που θα χόρευε σε λίγο. Έβγαζε φτερά η έκφραση της.

Ποτέ δε μου μίλησαν για την αξία της Κρητικής μαντινάδας και του ριζίτικου ή της μουσικής μας. Όμως αυτή την αξία την εισέπραττα από τον τρόπο που την εκφράζανε και από τον τρόπο που ζούσαν.
Στην γειτονιά που έμεινα αργότερα στο Λαγγό Ορθουνίου στα πεντακόσια μέτρα έμενε ένας γέροντας που με τα χρόνια είχε τυφλωθεί από καταρράκτη.

Τότε δεν εγχειρίζονταν οι άνθρωποι. Ιωάννης Στρατινάκης λεγόταν. Αυτός λοιπόν ο γέροντας γνώριζε όλο τον Ερωτόκριτο απέξω. Μια μέρα που πήγα σπίτι του τον είδα να προσπαθεί να φάει το φαγητό του. Πλησίασα και άρχισα να τον ταΐζω. Εκείνος για να με ευχαριστήσει μου έλεγε τον Ερωτόκριτο. Έτσι κάθε μέρα μου έλεγε στίχους όση ώρα διαρκούσε το φαγητό.

Κι εγώ φυσικά καθυστερούσα να τον ταΐζω για να ακούω περισσότερους στίχους. Κάποια στιγμή όμως πέθανε και δεν πρόλαβε να μου τον ολοκληρώσει…Φανταστείτε ότι κάθε φορά που πιάνω τον Ερωτόκριτο πάντα θυμάμαι τον γέροντα αυτό.

Την γνήσια Κρητικιά γλώσσα την έμαθα από την γιαγιά μου που στάθηκε σταθμός στη ζωή μου για ότι έκανα και κάνω. Η γιαγιά αυτή κεντούσε, ύφαινε, έπλεκε, ξέραινε σύκα, έφτιαχνε μούστο και μουσταλευριά, έφτιαχνε χόντρο, σαπούνι στην αυλή του σπιτιού μας, έραβε ρούχα, έφτιαχνε παπούτσια, φύτευε κήπους, λουλούδια, μεγάλωνε ζώα, έβρισκε χόρτα και όταν με έπαιρνε μαζί της μου έδειχνε τα πουλιά που κελαηδούσαν και μου περίγραφε τα χαρακτηριστικά τους και μου έλεγε τα ονόματα τους, όπως και πότε ερχόταν και πότε έφευγαν από τον τόπο που ζούσαμε.

Αυτά και πολλά άλλα ζούσα δίπλα σ΄αυτούς τους ανθρώπους που δεν ήξεραν πολλά γράμματα αλλά γνώριζαν τα πάντα στην καθημερινή ζωή και ήξεραν τι θα πει ζωή.

Όλα αυτά ζούσαν μαζί με μένα όλα αυτά τα χρόνια. Ποτέ δεν τα ξέχασα και πατούσα πάνω σ΄αυτά σε κάθε περπάτημα μου. Έτσι έφτασα σ΄αυτόν το δίσκο σήμερα και φυσικά και χρόνια πριν, όταν η μαντινάδα είχε παραγκωνιστεί από πολλούς, που έγραψα το πρώτο μου βιβλίο με μαντινάδες με τον τίτλο «χθες και σήμερα με μια μαντινάδα».

Σε μια εποχή που δεν υπήρχαν ούτε εκπομπές στην τηλεόραση, ούτε βιβλία για την Κρητική παράδοση παρά ελάχιστα το επιχείρησα τότε …»

Πηγή: Περιοδικό Πυξίδα