Από πολύ μικρός έπιασα τη λύρα στα χέρια μου αν και εξασκούσα παράλληλα την τέχνη του ράφτη. Απ΄ ότι έδειχναν όμως τα πράγματα πρέπει να ήμουν γεννημένος ταλέντο αφού να σκεφτείτε έπιανα ένα χοχλιό, του άνοιγα μια τρύπα, έβανα μια σκέπη από τη ρογαλίδα κι έκανα μπουκόλυρα μιας κι έβγαζε τόσο ωραίο ήχο που μου δημιουργούσε την επιθυμία να παίζω.
Έπαιζα, λοιπόν, όλους τους σκοπούς με τη βουκόλυρα από το χοχλιό στα παρτάκια που έκαναν οι νεαροί και οι κοπελιές του χωριού μου, πότε στο ένα σπίτι, πότε στο άλλο. Ήμουν, λοιπόν, ο λυράρης με τη μπουκόλυρα.
Έτσι με φώναζαν… Παράλληλα όμως μ΄ αυτή την ιδιόρρυθμη λύρα έκανα προσπάθειες να μάθω και την κανονική λύρα. 'Ήταν η εποχή που είχε κυκλοφορήσει το «Μόνο εκείνος π΄ αγαπά μπορεί να το πιστέψει» του Σκορδαλού. Μόλις το άκουσα, τρελάθηκα... "
Aφήγηση του Ροδάμανθου Ανδρουλάκη στο περιοδικό ΣΤΙΓΜΕΣ
Η Λύρα του ροδάμανθου σώπασε αλλά η μεγάλη του μουσική κληρονομιά θα μείνει εις τους αιώνες ..
Σε μια αφήγηση μαντινάδων ο Γιώργης Σαρρής και η Μαρία Καλογεράκη αφηγούνται αντικριστές μαντινάδες πάνω σε Κρητική Μουσική από τους Άξεγνιους Περάτες, Μανώλη Μουλακάκη, Κώστα Καλλέργη, Δημήτρη Κουνάλη. Ένα πρωτότυπο έργο και γνήσια Κρητικό έρχεται να επισφραγίσει την μεγάλη παράδοση της μαντινάδας που υπάρχει ζωντανή εδώ και αιώνες στη Κρήτη. Μαντινάδες που καλύπτουν και προτείνουν σε όλη την απλή και καθημερινή ζωή που είναι σημαντική και καθοριστική για την εξέλιξη της ανθρωπότητας και της οικονομίας που ζούμε.
Η Μαρία Καλογεράκη γεννήθηκε στο Ορθούνι του Δήμου Μουσούρων, στην καρδιά του Ριζίτικου. Ο πατέρας της Γιώργης Καλογεράκης ή Τεκλίφης όπως τον έλεγαν που σημαίνει μεράκλης ήταν το αηδόνι του ριζίτικου και της μαντινάδας.
«…Θυμάμαι στο σπίτι μας που πάντα η πόρτα ήταν ανοιχτή και φιλοξενούσε κόσμο. Στο φιλόξενο αυτό σπίτι οι χαρές και οι λύπες μας πάντα συνοδευόταν από στίχους ανάλογους με την περίσταση. Μαντινάδες, ριζίτικα, μοιρολόγια, όλα με τραγούδια.
Ο παππούς μου Μανώλης Πεντάρης έπαιζε λαγούτο και κάποτε σ΄ένα γάμο σήκωσαν και τη γιαγιά μου που είχε μάθει από αυτόν και έπαιζε και κείνη λαγούτο. Από πολύ μικρή έμαθα τους σκοπούς του Γιώργη Κουτσουρέλη που τους σιγοτραγουδούσε η γιαγιά μου κάνοντας τις δουλειές της.
Η μητέρα μου Ειρήνη Καλογεράκη από τα τέσσερα μου χρόνια μου μάθαινε τους Κρητικούς χορούς και χορεύαμε χωρίς μουσική στο σπίτι μας.
Πολλές φορές σε Κρητικά γλέντια μέχρι να σηκωθεί ο πατέρας μου να χορέψει έβλεπα την μητέρα μου να χορεύει με τα πόδια της κάτω από το τραπέζι. Με την πρώτη κοντυλιά γύριζε και με κοίταζε και γελούσαν και τα μάτια της που θα χόρευε σε λίγο. Έβγαζε φτερά η έκφραση της.
Ποτέ δε μου μίλησαν για την αξία της Κρητικής μαντινάδας και του ριζίτικου ή της μουσικής μας. Όμως αυτή την αξία την εισέπραττα από τον τρόπο που την εκφράζανε και από τον τρόπο που ζούσαν. Στην γειτονιά που έμεινα αργότερα στο Λαγγό Ορθουνίου στα πεντακόσια μέτρα έμενε ένας γέροντας που με τα χρόνια είχε τυφλωθεί από καταρράκτη.
Τότε δεν εγχειρίζονταν οι άνθρωποι. Ιωάννης Στρατινάκης λεγόταν. Αυτός λοιπόν ο γέροντας γνώριζε όλο τον Ερωτόκριτο απέξω. Μια μέρα που πήγα σπίτι του τον είδα να προσπαθεί να φάει το φαγητό του. Πλησίασα και άρχισα να τον ταΐζω. Εκείνος για να με ευχαριστήσει μου έλεγε τον Ερωτόκριτο. Έτσι κάθε μέρα μου έλεγε στίχους όση ώρα διαρκούσε το φαγητό.
Κι εγώ φυσικά καθυστερούσα να τον ταΐζω για να ακούω περισσότερους στίχους. Κάποια στιγμή όμως πέθανε και δεν πρόλαβε να μου τον ολοκληρώσει…Φανταστείτε ότι κάθε φορά που πιάνω τον Ερωτόκριτο πάντα θυμάμαι τον γέροντα αυτό.
Την γνήσια Κρητικιά γλώσσα την έμαθα από την γιαγιά μου που στάθηκε σταθμός στη ζωή μου για ότι έκανα και κάνω. Η γιαγιά αυτή κεντούσε, ύφαινε, έπλεκε, ξέραινε σύκα, έφτιαχνε μούστο και μουσταλευριά, έφτιαχνε χόντρο, σαπούνι στην αυλή του σπιτιού μας, έραβε ρούχα, έφτιαχνε παπούτσια, φύτευε κήπους, λουλούδια, μεγάλωνε ζώα, έβρισκε χόρτα και όταν με έπαιρνε μαζί της μου έδειχνε τα πουλιά που κελαηδούσαν και μου περίγραφε τα χαρακτηριστικά τους και μου έλεγε τα ονόματα τους, όπως και πότε ερχόταν και πότε έφευγαν από τον τόπο που ζούσαμε.
Αυτά και πολλά άλλα ζούσα δίπλα σ΄αυτούς τους ανθρώπους που δεν ήξεραν πολλά γράμματα αλλά γνώριζαν τα πάντα στην καθημερινή ζωή και ήξεραν τι θα πει ζωή.
Όλα αυτά ζούσαν μαζί με μένα όλα αυτά τα χρόνια. Ποτέ δεν τα ξέχασα και πατούσα πάνω σ΄αυτά σε κάθε περπάτημα μου. Έτσι έφτασα σ΄αυτόν το δίσκο σήμερα και φυσικά και χρόνια πριν, όταν η μαντινάδα είχε παραγκωνιστεί από πολλούς, που έγραψα το πρώτο μου βιβλίο με μαντινάδες με τον τίτλο «χθες και σήμερα με μια μαντινάδα».
Σε μια εποχή που δεν υπήρχαν ούτε εκπομπές στην τηλεόραση, ούτε βιβλία για την Κρητική παράδοση παρά ελάχιστα το επιχείρησα τότε …»
Η Γεωργία Νταγάκη γεννήθηκε στην Αθήνα όπου κατοικεί μέχρι σήμερα. Η καταγωγή της είναι από την Κρήτη και γι αυτό από πολύ μικρή αγάπησε την Κρητική μουσική. Από την ηλικία των 12 ετών ξεκίνησε μαθήματα λύρας με τον Μανώλη Πυροβολάκη, ενώ παράλληλα ξεκίνησε φωνητική και αρμονία στο ωδείο Αθηνών. Φοίτησε στο μουσικό γυμνάσιο Ιλίου.
Οι σπουδές της στο Εθνικό ωδείο εμπλουτίστηκαν με μαθήματα ιστορίας της μουσικής και οργανογνωσίας. Με την αποφοίτησή της από το Λύκειο, εγγράφηκε στο Τμήμα Φωτογραφίας του ΤΕΙ Αθήνας. Από την ηλικία των 16 ετών ασχολείται επαγγελματικά με τη μουσική. Από τότε έχει πραγματοποιήσει πολλές εμφανίσεις είτε μόνη της, είτε πλάι σε γνωστά ονόματα της Κρητικής μουσικής και όχι μόνο.
Το ρεπερτόριό της δεν περιορίζεται στην παραδοσιακή μουσική της Κρήτης, αλλά επεκτείνεται και στη λεγόμενη έντεχνη ελληνική μουσική. Το 2002 πραγματοποιεί την είσοδό της στη δισκογραφία με το CD-single που περιέχει συνθέσεις και διασκευές του Μάνου Πυροβολάκη, και το 2006 κυκλοφορεί το πολύ επιτυχιμένο CD. «Στην άκρη αυτού του κόσμου», σε μουσική επιμέλεια του Μάνου Πυροβολάκη. Κορυφαίες στιγμές στην καριέρα της είναι οι συνεργασίες της με τον Γιάννη Μαρκόπουλο, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου και πρόσφατα με τον Eric Burdon.
«Πώς χαθήκαμε μέσα στην υπερβολή και τα επίθετά της! Οι τεχνίτες των λέξεων αφού τις σμίλεψαν, τις παρέδωσαν στα χείλη. Ο ήχος, αρμονικός πρέπει, και με σωστή ανάσα και δοσολογία. Δεν μας είπαν για τις γειτονιές των λέξεων, ποιες αγαπιούνται μεταξύ τους, ποιες όχι. Ας πούμε η λέξη «καλά», έχει το λάμδα να ενυδατώνει τα δύο ανοιχτόκαρδα άλφα. Ωστόσο το αναγκάσαμε να συνοδεύει την επιτυχία, μια καθόλου «επιτυχή» συναλλαγή. Τι δουλειά έχει το «καλή» με την επιτυχία; Υπάρχει κακή επιτυχία; Η λέξη «αγάπη» θα έπρεπε να κατοικεί στην ανάσα, στο βλέμμα και στη σιωπή. Εμείς φροντίσαμε να την ενισχύσουμε με το «πολύ» και το «πάρα πολύ». Όταν λέμε «Σ' αγαπώ πάρα πολύ» φωτίζουμε την απουσία και τη φτώχεια της. Όσο πιο πολλά επίθετα, τόσο πιο μικρό το περιεχόμενο της αγάπης. Αλλωστε η περιγραφή των αισθημάτων δεν ανήκει σ' εκείνους που τα δηλώνουν αλλά σε κείνους που τα λαμβάνουν. Λες πως μ' αγαπάς αλλά μετράει τι φτάνει σε μένα!»
Ο Λουδοβίκος των Ανωγείων έχει τέτοιες ιστορίες να μας διηγηθεί πολλές. Αλλοτε τις ανιστορεί με λόγια κι άλλοτε τις πλέκει με στίχους λυρικούς και με τον δικό του απαλό ήχο.