Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρητη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρητη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

Oι Σελλιανοί



Το βιβλίο του Κώστα Ανδρεδάκη "Οι Σελλιανοί", το οποίο έχει σαν θέμα τα γενεαλογικά δένδρα όλων των οικογενειών του χωριού του, γράφτηκε μετά από κόπο 7 χρόνων και ατελείωτων ωρών, από την αγάπη του προς όλους τους συγχωριανούς, τους συγγενείς και κάθε τι που έχει σχέση με τα Σελλιά.

Γεννήθηκε από την αγωνία του συγγραφέα, να μην χαθούν στον ίλιγγο των σημερινών κοινωνικών εξελίξεων,οι ρίζες τους.Ο Κώστας Ανδρεδάκης γράφει στον πρόλογο του βιβλίου του:

"Δεν μπορώ να βλέπω τους νέους να αδιαφορούν για τους προγόνους τους, τους συγγενείς τους. Επαναστατώ και μόνο στη σκέψη πως τα παιδιά μας θα ξεχάσουν την καταγωγή τους. Δεν μπορώ να δεχτώ αυτό που είναι ορατό από τώρα, πως σε λίγα χρόνια θα σβήσουν από το λεξιλόγιο των νεοελλήνων οι λέξεις συγγενής, θείος, ανηψιός, ξάδερφος, συμπέθερος, ακόμη και παππούς και γιαγιά. Ίσως το βιβλίο αυτό να σταθεί ένα μικρό εμπόδιο για όλα αυτά που φοβάμαι πως έρχονται".

Ο Κώστας Ανδρεδάκης άρχισε την καταγραφή των λαογραφικών στοιχείων των Σελλιών το 1993. Ασχολήθηκε περισσότερο με την καταγραφή των γενεαλογικών δένδρων επειδή πολλοί συγχωριανοί του τον παρακίνησαν προς την κατεύθυνση αυτή. Βιάζονταν να δουν το βιβλίο με "τα σόγια", όπως έλεγαν.

Το μέρος της ζωής των Σελλιανών το άφησε μισοτελειωμένο και θα αποτελέσει το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο "Από τη ζωή των Σελλιανών", που θα καταγίνεται με τη λαική λογοτεχνία, με μαντινάδες, ποιήματα και τραγούδια από τα Σελλιά, με παλιές ρίμες και παιχνίδια που έπαιζαν όταν ήταν παιδιά καθώς και τα τραγούδια που συνόδευαν τα παιχνίδια τους εκείνα. Θα εξιστορεί παραμύθια και ιστορίες που έλεγαν οι γονείς και οι παππούδες όχι από βιβλία. Θα μιλά για τη λαική ιατρική και τα γιατροσόφια, για αινίγματα, γλωσσοδέτες, ευχές και κατάρες, θιαρμούς, γηθειές κλπ. Τέλος θα αναφέρεται στην πνευματική, κοινωνική και οικονομική ζωή των Σελλιανών.

Το βιβλίο του Κώστα Ανδρεδάκη γράφτηκε για να το έχουν να το διαβάζουν σχεδόν αποκλειστικά οι Σελλιανοί. Να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι. Γράφτηκε επίσης για τους Σελλιανούς που ζουν μακρυά από το χωριό.

Ακουμπισμένες θυμήσεις σε ένα εξαιρετικό βιβλίο που κρατά δεμένο ένα χωριό ολόκληρο.

Οι χωριανοί

Όλοι μας γνωριζόμαστε από ανήλικα παιδιά.
Με το μικρό του τ΄όνομα ο ένας τον άλλον κράζει.
Στα μυστικά μας δεν μπορεί να βάλομε κλειδιά.
ξέρει καθένας τ΄αλλουνού τα μάτια να διαβάζει.

Σαν όπως τα τρεχούμενα μοιράζομε νερά
και τα σπαρτά ποτίζουμε καθείς με την αράδα,
έτσι τη μοιραζόμαστε τη λύπη τη χαρά,
για βρέχει σ΄όλο το χωριό, για σ΄όλο είναι λιακάδα.

Γάμος; Αστράφτει από χαρά και γέλια το χωριό
κι αντιλαλεί το νυφικό τραγούδι πέρα ως πέρα.
Θάνατος; Όλοι θλιβεροί κι απ΄το καμπαναριό
κατάμαυρο η καμπάνα μας τον βάφει τον αέρα.

Διάπλατα τις εξώπορτες η καλοσύνη ανεί
και στο παλάτι του φτωχού και στου τρανού την τρούπα.
Κι όποιος περάσει κι όποιος μπει, γιορτή καθημερνή,
θα βρει στρωμένον καναπέ, θα βρει γλυκό στην κούπα.

Πέρα απ΄τις έγνοιες της ζωής, τους χάρους τους πικρούς,
μες στις καρδιές μας έχομε παντοτινόν Απρίλη.
Κι όσες τσουκνίδες βγαίνουνε μονάχες στους αγρούς,
εκεί ξεμοναχιάζονται πνιχτές στο χαμομήλι.

Του Γ. Αθάνα

Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010

Παραδοσιακό... του παντρέματος



Η μάνα μου με πολεμά γυναίκα να μου δώση,
Και τον παπά εκάλεσε να μάσε στεφανώση.
Μιαν όμορφη μιάν νόστιμη εις ούλαν τση τα κάλλη,
‘Σ τη γειτονειά μου κοπελιά δεν ήτον τέθοια άλλη.
Κι’ όντεν μου τη βλογούσανε καλόγνωμη μου φάνη,
Δε μου μιλεί κ’εθάρρεψα την ταπεινή μου κάνει.
Κ’εγώ την εμπιστεύτηκα νοικοκερά ‘ς το στάρι
Κ’εκείνη μου το ξόδιασε και το’φαε ‘ς το ψάρι.
‘Ρωτώ τηνε αν έβγαλε στάρ’απ’την κοφινίδα
Κ’εκείνη μ’αποκρίνεται, «Καθόλου δεν το είδα».
‘Ρωτώ τηνε τι γείνηκε το λάδι και δεν έχει;
Κ’εκείνη μ’αποκρίνεται καθόλου δεν κατέχει.
Με μάνιτα τήνε ρωτώ τι γείνη το κριθάρι
Και η περυσινή φακή απού ’χα ‘ς το πιθάρι;
Και το κρασ’ απού το βουτσί, το ξείδ’ απ’ τη λαήνα
Κι’ απού τη μπότσα τη ρακή, τι τά ’καμες κ’εκείνα;
Τα χοντροκούκκια και τσ’εληαίς πού’χα ‘πού τον κουμπάρο,
Για πέ μου τίνος τά’δωκες να πάω να τα πάρω;
Τη γλίνα και το βότυρο τσ’εληαίς τσή τσακισμέναις,
Τσή πιπεριαίς πού’χα τουρσί, τίνος τσή’χεις δοσμέναις;
Και το μπαμπάκι τ’άκλωστο και τ’άλλο το κλωσμένο,
Λινάρι πού’χα άστριφτο και τ’άλλο το στριμμένο,
Μαλλιά ξασμένα μιάν οκκά, ομορφοχτενισμένα
Για πέ μου ίντα τά’καμες; Τίνος τά’χεις δοσμένα;
‘Ρωτώ τηνε τι τά ’καμε κ’εκείνη μου θυμόνει
και κάνει μου την ταμπεινή ογιά να με βουλονη.
Δεν έχασα κ’εγώ καιρό και πιάνω ‘να στελιάρι
Και τάκα ξύλο ‘ς τα πλευρά, ώστε να μαϊνάρη.
Έφαε ξύλο περισσό κ’εχόρτασε τ’ασκίν τση
Κ’ είπέ μου τα μαρτύριαν τση που να κα’ η ψυχήν τση.
-Το στάρι άντρα μού’στειλα ‘ς του μυλωνά τη νύχτα
Και τ’άλεσε και το ’καμε αλεύρ’ απού δεν είχα.
Κι’ άλλό ‘φαγα κι’ αλλό ‘δωκα πού ’ρχεται ένας κι’ άλλος.
Κι’ άλλό ‘χυσα του χοίρου μου για να γενή μεγάλος.
Το λάδι πάλι το’βανα ‘ς το λύχνο το μεγάλο
Κ’εκείνος το κατάλυσε, τ’αμμάθια θα του βγάλω.
-Το στάρι λές πώς το’δωκες πού’ρχεται ένας κι’ άλλος
Και πώς το λάδι το ’φαε ο λύχνος ο μεγάλος,
Μα το κρασί απ’το βουτσί το ξείδ’ απ ’ τη λαήνα
Κι’απού την μπότσα τη ρακή, τι τά ‘καμες εκείνα;
-Άντρα μου, πόνος μ’έπιασε κ’ένας θεός το ξέρει
Για να τελιώσω ήμουνε μα συ δεν το πιστεύγεις-.
Κ’ήρθ’η κεραγειτόνισσα δεν είχα τι τσή κάμω-
Και μου ’καμ’ ένα γιατρικό, που ‘μουνε ν’ αποθάνω.
Και το κρασί μου το’βραζε μαζί με το κριθάρι
Και το’θετε ‘ς τον πόνο μου αντίς ογιά λινάρι.
Τσή πιπεριαίς μου τσή ‘βανε για γιατρικό μεγάλο
Κι’απού την μπότσα τη ρακή, δεν είχα ίντα κάμω.
-Και το μπαμπάκι τ’άβγαρτο και τ’άλλο το βγαρμένο
Πώς δε μου λές τι το’καμες; Τίνος το’χεις δοσμένο;

Αναδημοσίευση από τον Κίσσαμο

Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010

O Νεραϊδόσπηλιος



Πηγαίνοντας στο Νεραϊδόσπηλιο, στους Αστρακούς Πεδιάδος, είχε ξυπνήσει μέσα μου μια μικρή, πολύ μικρή κρυφή ελπίδα, ότι θα δω επιτέλους τις Νεράιδες ή έστω απ' αυτές, ένα σημάδι τους, ας πούμε. Κι ότι θα εκπληρωθεί έτσι ένα παιδικό μου όνειρο, που μου είχε στοιχίσει πολλούς κόπους, ξενύχτια και περπάτημα στο παρελθόν। Μια ελπίδα σαν κι αυτή που έχουν όλοι οι μεγάλοι, που δεν έχουν σκοτώσει ακόμα το μικρό παιδί μέσα τους, ότι ο Άγιος Βασίλης θα ’ρθει αυτή την Πρωτοχρονιά και θα τους φέρει το δώρο τους. Ότι όλα αυτά τα ωραία και αγνά (παραμύθια;) που πιστέψαμε ως παιδιά, δε μπορεί να ’ναι ολότελα ψέματα. Κάπου πρέπει να υπάρχει μια δόση αλήθειας, ή έστω αληθοφάνειας.

"Ας ήταν να δω έστω και μια απ' αυτές" σκεφτόμουν, καθώς κατηφόριζα το μονοπάτι, "κι ας είναι μόνο για μια στιγμή, όσο διαρκεί ένα ανοιγόκλεισμα ματιών". Κι ας ήξερα ότι θα διαψευστώ για άλλη μια φορά, δε μπορούσα (ή μάλλον δεν ήθελα) να σκοτώσω αυτή τη μικρή ελπίδα μέσα μου. "Δε βαριέσαι" σκεφτόμουν, "έχω διαψευστεί και έχω απογοητευτεί τόσες φορές στο παρελθόν αναζητώντας τις, που μια φορά πάνω ή κάτω δεν έχει πια καμιά ιδιαίτερη σημασία".

Τις Νεράιδες αναζητούσα λοιπόν στο Νεραϊδόσπηλιο των Αστρακών, έναν απ’ τους πολλούς Νεραϊδόσπηλιους της Κρήτης και ένα από τα πολλά μέρη που αναφέρονται ως τόποι εμφάνισής τους.

Οι θυγατέρες του Νηρέα στην αρχαιότητα, οι νύμφες των νερών, μετονομάστηκαν σε Νεράιδες και με το όνομα αυτό πέρασαν στη Νεοελληνική λαϊκή μας παράδοση. Ο λαός μας τις θεωρεί ως γυναίκες εξαίρετου κάλλους και ομορφιάς, με μακριά μαλλιά, με κάτασπρη σάρκα που φεγγοβολά στο σκοτάδι και το διασπά, ντυμένες με άσπρο αραχνοΰφαντο πέπλο. Η όψη τους είναι γλυκιά, οι κινήσεις τους αέρινες και το τραγούδι κι ο χορός τους σαγηνεύουν τους ανθρώπους. Δεν είναι ορατές όμως απ’ όλους τους ανθρώπους, παρά μόνον απ' τους "αλαφροΐσκιωτους" και τους "Σαββατογεννημένους".

Ζουν κοντά στη φύση, ιδιαίτερα όμως τους αρέσουν τα μέρη με πολλά νερά, δροσιά, δέντρα και λουλούδια. Οι τόποι εμφάνισής τους σχετίζονται άμεσα με τους τόπους λατρείας των αρχαίων νυμφών, των Νηρηίδων, που γινόταν σε τρίστρατα, σε δισταύρια, σε σπηλιές, σε πηγές, σε ποτάμια ή κοντά στη θάλασσα. Αγαπούν ιδιαίτερα το χορό, τη μουσική και τα τραγούδια και είναι ιδιαίτερα προκλητικές την ώρα του χορού τους. Κυριολεκτικά, εκείνη την ώρα, μαγεύουν τους (τυχόν) περαστικούς, μαγνητίζοντας τα βλέμματα και το μυαλό τους.



Αυτά είναι σε γενικές γραμμές τα γενικά χαρακτηριστικά των Νεράιδων, όπως εξελίχθηκαν και διαμορφώθηκαν από την αρχαιότητα (Νηρηίδες) ως τις μέρες μας(Νεράιδες). Από ’κει και πέρα όμως, οι παραδόσεις και οι θρύλοι που σχετίζονται μ’ αυτές είναι τόσο πολλοί, με τόσες παραλλαγές από τόπο σε τόπο (καθώς η μυθοπλαστική φαντασία του λαού μας είναι τεράστια και δεν μπορεί ν’ αφήσει τίποτα στην τύχη, τίποτα να γίνει μόνο του), ώστε κάθε μέρος που αναφέρεται ως τόπος εμφάνισής τους να έχει τη δική του μοναδική, ξεχωριστή, διαφορετική ιστορία. Τη δική του ιδιαιτερότητα.

Ας αφήσουμε όμως το θρύλο του Νεραϊδόσπηλιου των Αστρακών να ξετυλιχθεί μπρος τα μάτια μας, μεταφέροντάς μας συγχρόνως σε μια άλλη εποχή, στην εποχή που "υπήρχαν" οι Νεράιδες και οι άνθρωποι (ιδίως οι άντρες), τις έβλεπαν, τις ερωτεύονταν ή τις φοβόταν κι ας προσπαθήσουμε μετά μαζί να καταλάβουμε γιατί σήμερα δεν υπάρχουν πια. Εξαφανίστηκαν όπως και τόσα άλλα είδη από τούτο τον πλανήτη ή εμείς χάσαμε τη δυνατότητα να τις βλέπουμε; Να "βλέπουμε" και "κάτι" παραπέρα από το τυπικό είδωλο που αποτυπώνεται στον αμφιβληστροειδή του ματιού μας;

Λέει λοιπόν ο θρύλος, όπως τον κατέγραψε ο Βασίλης Γ. Χαρωνίτης στο βιβλίο του "Η Κρήτη των Θρύλων" (τόμος Β') ότι στο Νεραϊδόσπηλιο των Αστρακών που βρίσκεται μέσα στο φαράγγι του Καρτερού, πήγαιναν οι Νεράιδες και χόρευαν.

Αυτή την υποβλητική σπηλιά, με τις πολλές πηγές, τα κρύα νερά, τα δέντρα και τα πλατάνια γύρω γύρω, που είναι κάπως αποκομμένη από τη γύρω περιοχή. εξαιτίας του ότι βρίσκεται μέσα στο φαράγγι, είχαν διαλέξει για τόπο τους οι Νεράιδες! Ώσπου μια νύχτα, ένας νέος, καλός λυράρης, άκουσε το τραγούδι τους και από περιέργεια μπήκε στη σπηλιά. Κι εκεί τις είδε! Οι Νεράιδες, με ξέπλεκα μαλλιά, πεπλοντυμένες, λουσμένες στο φως μιας αιώνιας άνοιξης, χόρευαν! Η λάμψη τους διασπούσε το σκοτάδι, το τραγούδι τους του χάιδευε τ’ αυτιά και τα μάτια του δεν χόρταιναν να βλέπουν τον "αέρινο" χορό τους.

Συνεπαρμένος απ’ όλα τούτα τα πρωτόγνωρα που ξετυλίγονταν μπροστά στα μάτια του, έπιασε χωρίς να το καταλάβει τη λύρα του και τις συνόδεψε στο χορό. Οι Νεράιδες ακολούθησαν το παίξιμό του και ξετρελάθηκε ο νέος από τα όσα γίνηκαν μπροστά του. Την αυγή, άμα χάθηκαν οι Νεράιδες, ο λυράρης δεν ήξερε αν έζησε ένα όνειρο ή αν πραγματικά συνόδεψε τις Νεράιδες στο χορό τους με τη λύρα του. Μα το επόμενο και το μεθεπόμενο βράδυ, οδηγημένος από κάποια αόρατη δύναμη, βρέθηκε πάλι στη σπηλιά και με τη λύρα του έπαιζε ασταμάτητα για τις Νεράιδες που χόρευαν. Σιγά σιγά, η ματιά του σταμάτησε πάνω σε μια απ’ αυτές και δεν χόρταινε να την κοιτάζει! Ήταν ερωτευμένος μαζί της!

Όταν το συνειδητοποίησε, πήγε σε μια γριά πολύξερη και ζήτησε τη βοήθειά της. Η γριά, αφού τον άκουσε με προσοχή, του είπε πως άμα πλησιάζει η ώρα να λαλήσουν οι πετεινοί (οπότε χάνονται οι Νεράιδες), ν’ αρπάξει από τα μαλλιά εκείνη που αγαπούσε και να μην την αφήσει με κανέναν τρόπο. Ήρθε το βράδυ και ο νέος πήρε τη λύρα του και πήγε στη σπηλιά, όπου άρχισε να παίζει όσο γλυκύτερα μπορούσε, χορευτικούς σκοπούς. Σε λίγο, παρουσιάστηκαν οι Νεράιδες και πιάστηκαν στο χορό.

Λίγο προτού λαλήσουν οι πετεινοί, ο νέος άφησε τη λύρα του και έκαμε όπως τον είχε συμβουλέψει η γριά. Η Νεράιδα αντιστάθηκε με λύσσα, αγρίεψε, έβαλε τις φωνές, μα τίποτα! Ο νέος την κρατούσε γερά! Άρχισε τότε να μεταμορφώνεται πότε σε σκύλο, πότε σε φωτιά, πότε σε φίδι, πότε σε καμήλα, αλλά ο λυράρης την κρατούσε γερά από τα μαλλιά και δεν την άφηνε. Ξαφνικά, λάλησαν οι πετεινοί κι οι άλλες Νεράιδες εξαφανίστηκαν. Τότε εκείνη που κρατούσε ο νέος ξανάγινε πανέμορφη, όπως ήταν πριν και τον ακολούθησε στο σπίτι του. Έζησε μαζί του ένα χρόνο, του γέννησε ένα γιο, αλλά τη μιλιά της δεν την άκουσε ποτέ!



Δυστυχισμένος καθώς ήταν ο νέος λυράρης με τη βουβαμάρα της Νεράιδας - γυναίκας του, μεταχειρίστηκε όλα τα μέσα για να την κάνει να μιλήσει, χωρίς αποτέλεσμα όμως. Ξαναπήγε λοιπόν στη γριά και της ζήτησε τη συμβουλή της. Εκείνη του ορμήνεψε να πυρώσει καλά το φούρνο κι ύστερα να πάρει το παιδί από τα χέρια της γυναίκας του, να κάνει πως θα το πετάξει μέσα στο φούρνο και να πει: "Δε μου μιλείς; Τότε ρίχνω κι εγώ το παιδί σου στο φούρνο". Ακολούθησε πιστά τη συμβουλή της, μα τη στιγμή που έκανε ότι θα έριχνε το παιδί στη φωτιά, η Νεράιδα χίμηξε πάνω του σέρνοντας φωνή: "Μη σκύλε το παιδί μου!". Του τ’ άρπαξε από τα χέρια και έγιναν άφαντοι, μάνα και παιδί μαζί.

Απελπισμένος τους αναζήτησε με φωνές, παρακάλια και κλάματα, αλλά μάταια. Η Νεράιδα - μάνα και το παιδί, δεν ξαναφάνηκαν πια. Πήγε λένε στις αδελφές της, αλλά αυτές δεν τη δέχτηκαν. Δεν της συχώρεσαν το ότι άφησε άνθρωπο και την άγγιξε και τη μόλυνε. Γι’ αυτό αναγκάστηκε και πήγε λίγο πιο πέρα σε μια βρύση που τη λένε Λούτρα. Εκεί τη βλέπουν δυο - τρεις φορές το χρόνο να κρατεί το παιδί στην αγκαλιά της και να κλαίει. Οι άλλες εξακολουθούν να χορεύουν και να τραγουδούν, χωρίς όμως να έχουν πια λύρα να τις συνοδεύει και χωρίς την αδελφή τους. Η Νεράιδα - μάνα κάθεται λυπημένη παραπέρα και κλαίει. Τα δάκρυά της πέφτουν πάνω στο νερό και το θολώνουν, γι’ αυτό τα νερά του Νεραϊδόσπηλιου εμφανίζονται θολά πότε - πότε.

Αυτά λοιπόν, λέει ο θρύλος. Γύρω από το Νεραϊδόσπηλιο των Αστρακών υπάρχουν πολλές πηγές και σχισμές από τις οποίες βγαίνει νερό, συνοδευόμενο από ένα ελαφρύ θόρυβο, κάτι σαν κλάμα. Και μετά από κάθε νεροποντή στη γύρω περιοχή, τα νερά των πηγών θολώνουν. Τούτα τα απλά φαινόμενα πυροδότησαν τη φαντασία του λαού μας και τον οδήγησαν στην κατασκευή του μύθου για τη Νεράιδα που κλαίει.

Φαινόμενα που παρατηρούνται και σήμερα. Γιατί και σήμερα τα "δάκρυα της Νεράιδας" εξακολουθούν να θολώνουν τα νερά του ποταμού. Τόσα χρόνια δε στερέψανε. Τρέχουν ακόμα απ' τα μάτια της. Μόνο που τα τελευταία χρόνια τρέχουν μερικές φορές, κυριολεκτικά "μαύρα δάκρυα". Και τα νερά του ποταμού δε θολώνουν απλά, αλλά παίρνουν ένα σκούρο καφέ ως μαύρο χρώμα, αναδίδοντας μια έντονη δυσοσμία. Όχι, δεν άλλαξε η χημική σύσταση των δακρύων της Νεράιδας. Για κατσίγαρο πρόκειται! Για κατσίγαρο που ρίχνουν (άθελα θέλω να πιστεύω), τα ελαιουργεία της περιοχής, ανεξέλεγκτα, σε κάποιους χώρους στην ευρύτερη περιοχή του Νεραϊδόσπηλιου, λερώνοντας έτσι τη φύση, τα υπόγεια νερά και την ψυχή μου (πιστεύω και τη δική σας, αγαπητοί αναγνώστες).

Τα πετρώματα της γύρω περιοχής, εξαιτίας της μεγάλης τους υδροπερατότητας δεν μπορούν να συγκρατήσουν μέσα τους τα νερά και να τα "φιλτράρουν", όπως κάνουν άλλου είδους πετρώματα, αλλά τα απελευθερώνουν άμεσα, οδηγώντας τα στις σπηλιές του Νεραϊδόσπηλιου, μέσα από "δρόμους" που έχει χαράξει εδώ και αιώνες με το αλάθευτο "χέρι" της η φύση.

Αυτά σχετικά με τα "δάκρυα" της Νεράιδας. Αλλά με τις ίδιες τις Νεράιδες τι γίνεται; Υπήρξαν ή όχι; Κι αν ναι, γιατί δεν τις βλέπουμε σήμερα; Γιατί εγώ, αν και Σαββατογεννημένος, δεν τις έχω δει ποτέ κι ας τις έχω αναζητήσει τόσο πολύ; Γιατί κατέληξα μάταιος αναζητητής τους, εγώ, που ούτε με τη φαντασία μου δεν μπορούσα να τις πλάσω, αφού τόσα πολλά είχα ακούσει γι' αυτές (ας όψεται η γιαγιά μου και οι άλλες γυναίκες της γειτονιάς του χωριού μου), για την εξωτική ομορφιά του χορού και της θωριάς τους, για την αιώνια νιότη τους και για τα βάσανα που περίμεναν οποιονδήποτε προσπαθούσε να τις κάνει "δικές του";

Μάταια τις αναζήτησα σε σπηλιές, σε ρεματιές (κυρίως), σε τρίστρατα, σε δισταύρια, σε πανσεληνόφωτες, φεγγαρόφωτες ή αφέγγαρες νύχτες, μεσάνυχτα, μεσημέρια, δειλινά και αυγές. Τίποτα, Νεράιδες πουθενά!

Ώσπου κατάλαβα! Κατάλαβα τη δυνατότητα που είχαν "τα μάτια" των παλιών αντρών που τις έβλεπαν (γιατί κυρίως οι άντρες είχαν αυτό το προνόμιο) και την αδυναμία των δικών μου. Ας όψεται η σεξουαλική απελευθέρωση, η χειραφέτηση της γυναίκας, οι φεμινίστριες, το πλησίασμα των δυο φύλων, η άρση του ενδυματολογικού καθωσπρεπισμού των περασμένων ετών και το ... πλυντήριο (κι αυτό άντρας το ανακάλυψε).



Πήγαιναν οι γυναίκες παλιά (που δεν υπήρχαν ούτε πλυντήρια ούτε σκάφες ούτε νερό στα σπίτια) να πλύνουν τα ρούχα στους ποταμούς, στα ρέματα και στα ρυάκια, ξεκινώντας πολύ πρωί, αξημέρωτα ακόμα και πολλές φορές έμεναν εκεί όλη μέρα, μέχρι το βράδυ, ακόμα κι όταν η νύχτα είχε αρκετά προχωρήσει. Άλλωστε είχαν να κάνουν τόσες δουλειές: να βράσουν νερό, να πλύνουν τα ρούχα, να τα ξεπλύνουν, να τα στραγγίξουν, να τα απλώσουν στον ήλιο να στεγνώσουν, να τα μαζέψουν και να φύγουν. Έβγαζαν τα "περιττά" ρούχα τους, μένοντας με τα εσώρουχα (μεσοφόρι) και μέσα στα νερά έπλεναν. Πολλές φορές, καθώς περίμεναν τα απλωμένα ρούχα να στεγνώσουν, εκμεταλλεύονταν την ευκαιρία για ένα μπάνιο στα καθαρά νερά του ποταμού.

Όλοι οι ποταμοί είχαν καθαρά νερά τότε κι ας μη ξεχνάμε ότι ο κόσμος δεν πήγαινε καλοκαιρινές διακοπές εκείνες τις εποχές. Περνούσαν λοιπόν (τυχαία;) οι καημένοι οι άντρες, μόνιμα "πεινασμένοι" για γυναικείο σώμα, χάδι, τρυφερότητα και ομορφιά, μονίμως ακόρεστοι, έβλεπαν αυτό το πρωτοφανές γι’ αυτούς θέαμα και έμεναν έκθαμβοι. Έβλεπαν τα απόκρυφα γυναικεία μέλη (χέρια, πόδια, καμιά φορά και κάτι παραπάνω), κάτασπρα, με τις σταγόνες του νερού να στραφταλίζουν στον ήλιο, τα μακριά μαλλιά ξέπλεκα και ... "έχαναν τη λαλιά τους" (αρκετές φορές και κυριολεκτικά).

Έτσι δημιούργησαν το μύθο σχετικά με τις Νεράιδες, για το χορό τους και την ομορφιά τους. Οι πιο πεζοί και συνάμα ρεαλιστές (οι "χορτάτοι";) το εκμεταλλεύονταν ανάλογα (οι "ματάκηδες" της εποχής). Οι άλλοι, οι πιο αλλοπαρμένοι και ίσως πιο "πεινασμένοι σεξουαλικά", έβλεπαν ... Νεράιδες! Έτσι δημιουργήθηκαν κατά τη γνώμη μου οι διάφοροι μύθοι σχετικά με τις Νεράιδες. Το στηρίζω ακόμη στο ότι κανείς δε μου διηγήθηκε ποτέ ότι τις είδε χειμώνα, με βροχή, με κρύο ή με χιόνι. Άνοιξη, καλοκαίρι και φθινόπωρο τις έβλεπαν. Επίσης δεν αναφέρονται σε Βόρειες χώρες, αλλά μόνο σε Μεσογειακές.

Και σήμερα δεν υπάρχουν Νεράιδες; Υπάρχουν, είναι η απάντηση. Μόνο που έχουν αλλάξει χώρο και χορό. Υπάρχουν στα μπαράκια, στα κέντρα, στα clubs, στις pubs, στις καφετέριες, στους δρόμους, στις πλατείες. Δίπλα μας είναι. Και δε χορεύουν πια στους ρυθμούς της λύρας, αλλά της τζαζ, της ροκ, της ποπ, της τέκνο, της ραπ, της χέβυ μέταλ μουσικής. Ενδυματολογικά, μοιάζουν πολύ με τις Νεράιδες, αλλά εκεί που σίγουρα τις ξεπερνούν είναι στο ότι εξακολουθούν να "παίρνουν" σε μεγαλύτερο βαθμό τα μυαλά και τη λαλιά εμάς των αντρών.

Αλήθεια, έχετε παρατηρήσει πόσο όμορφες είναι σχεδόν όλες οι κοπέλες τα τελευταία χρόνια;

Πηγή: "ΣΤΙΓΜΕΣ", το Κρητικό περιοδικό

Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

Αγιομονιώτισσα



Ο Αύγουστος επάτησε, η άκρα του χειμώνα, λέει ο λαός μας. Μα στα κρητικά χώματα είναι τριπλά τα καλοκαίρια και λιγοστός ο χειμώνας.Οι αυγουστιάτικες μέρες ολόζεστες ξημερώνουν και βραδιάζουν. Είναι οι μέρες της γλυκιάς νοσταλγίας με τα δεκαπεντίσματα, τις νηστείες για τη Λαμπρή του καλοκαιριού η γιορτή της μάνας Παναγίας και τις χαρές του γαλανού γιαλού μας.

Τα σοκάκια του χωριού μοιραζότανε τη χαρά της αθωότητας, είχανε πανεγύρι από τον γιαγερμό των αλαργοξορισμένων, μεθούσανε από τα μύρα των βασιλικών,μοσχοβολούσανε μυρωδιές νιοφούρνιστου φτάζυμου ψωμιού, μα και ξυνόχοντρου, που σε τάβλες, σε πινακωτές των φούρνων, σε τεψά και σε δίσκους ξεραίνανε στα χωματένια δώματα οι γυναίκες, για να πορέψουν τις μεγάλες φαμελιές τους, τις χειμωνιάτικες φαγώμερες.

Η τριανταπεντάχρονη Μαρία του Κωνσταντή, με τα μακρά κουρλιά, το είχε τάξιμο κάθε Δεκαπεντάρη να φορεί τα μαύρα και ήταν από κλωστής ντυμένη σαν καλογρά, γαλατερή κι όμορφη έμοιαζε με την Παναγία. Νήστευε Δευτέρες και τετραδοπάρασκα το λάδι, νήστευε ακόμα και τα τέσσερα μικρά κοπέλια της και τως επαράγγελνε:

-Να μη φάτε πουθενά πράμα ελεργιά και μαγαρίσετε.

Συντροφιαστή με τις σκουροφορεμένες γυναίκες της δικολογιάς και με τις γειτόνισσες βαστούσανε από τα σπίτια τους τα κεριά στο μοναστήρι να τα ανάψουν, δυο γράμματα της λειτρουγιάς ν’ ακούσουνε, να μερώσει ο νους τους.

Ο άντρας της ο Κωσταντής βαθιά θρήσκος κι εκείνος είχε μάθει από τους σοφούς γεροντήδες του χωριού να μηνολογιάζει. Εξέταζε τα παρατηρήματα τις έξε πρώτες μέρες του Αυγούστου και τις έξε ύστερες για να μαντέψει τον καιρό.Καλές βεντέμες ανέ ’ρθουνε ή δυστυχισμένες κακοχρονιές ανέν πλακώσουνε.

Με εκείνα, τα λίγα που γατέχανε, πορευόντανε, ήταν ευχαριστημένοι και δοξολογούσανε το Θεό. Σήμερα έχομε πολλά, θέμε και πιο πολλά και το θέλω τελειωμό δεν έχει και λίγοι είναι οι ευχαριστημένοι και ευτυχισμένοι.

Το γλυκό λάλος της καμπάνας νύχτα βαθιά καλούσε τους χωριανούς για το δεκαπεντίσματα.Ω! πόση μαγεία είχανε αυτές οι ταχινιάτικες λειτουργίες του Δεκαπεντάρη.Μέσα στο μισοσκόταδο της εκκλησιάς μονάχα με φως των καντηλιών και των κεριών φέγγανε οι ψαλτάδες να διαβάζουνε τα άγια χαρτιά, που ήτανε γεμάτα σταξίματα κεριού.

Σεμνά εδιάβαζε κι ο παπάς το ευαγγέλιο με το λίγο φως της λαμπάδας.Το γυναικομάνι βαθιά συγκινιόταν, σταυροκοπιόταν, έκανε μετάνοιες κι όταν ψάλλανε την παράκληση, πολλά τροπάρια που τα γατέχανε ξεστήθου,τα σιγοψάλλανε με βαθιά συγκίνηση και παρηγοριά αυτές οι αγνές ψυχές των χωριανών, που έβρισκαν ανακούφιση, παρηγοριά και καταφύγιο στα βάσανα της τυραννισμένης τους ζωής.

«Από των πολλών μου αμαρτιών, ασθενεί το σώμα και η ψυχή …προς σε καταφεύγω… και τα σπερνά με τα τροπάρια, Απόστολοι εκ περάτων» και τόσα άλλα χάριζαν ψυχική ανακούφιση στις αγνές ψυχές της αγροτιάς, που σεβόταν την πίστη και και τις παράδοσεις τους.

Ήτανε από τα λίγα αγαπημένα αντρόϋνα στο χωριό, που δεν εμαλώνανε, η Μαρία με τον Κωνσταντή. Αγαπούσε πολύ και σεβότανε τον άντρα της η Μαρία. Μα κι ο Κωνσταντής χατίρι δεν της χαλούσε. Είχε δυο μακρά κουρλιά ομορφοπλεμένα και χαιρόσουνα να την απαντήξεις στη στράτα, να την καμαρώσεις, σαν ερχότανε φορτωμένη από την εξοχή αυγουστιανά κατάκαλα, χοντράπιδα, μηλάπιδα, βασιλικάπιδα και στραβόρια. Εγέμιζε το κόσκινο, έδιδε σε δικούς και στη γειτονιά.

Και έλεγε και ξανάλεγε, για να μαθαίνουν οι νεότερες πώς του Πρόφητη Ηλία παίρνουνε τα αμύγδαλα και τα καρύδια, το λάδι τους, μα και οι ελιές κι ανέν τύχει και είναι λίγωση, το λάδι είναι λίγο κι ανέν τύχει και είναι γέμιση κατεβαίνει καλή χρονιά λαδερή.

Έφερνε ακόμη καλαθιές τα γλυκόρωγα σταφύλια από του Διάκου τον κάμπο. Πολλές φορές από το μεσοστράτι ξαναγιάγερνε, να ξαναγεμίσει το καλάθι, να βαστά των κοπελιών της μια ρόγα, γιατί, όποιον απάντηχε, κατέβαζε το καλάθι από τον ώμο να του δώσει ένα τζαμπί σταφύλι, να ξεκολιτσανιάσουνε τα χείλια τους.

Μεγάλο δώρο λογότανε εκείνη την εποχή ένα τζαμπί σταφύλι στον αλωνάρη, στο λυχνιστή και στης νηστείας την ώρα. Τα πράματα εκείνη την επόχη ήταν λίγα, μα σ’ εχόρταινε το ήθος των ανθρώπων, που όσο περνούνε οι καιροί, τόσο ποιο σπάνιο γίνεται. Μάζωνε το γάλα από τις μαρταρές στα μολυβωτά θραψανιώτικα κουρούπια για ξυνόγαλο. Στον αυλόγυρο του σπιτιού της, το πατρικό του άντρα της το στολίζανε βασιλικά και μεσημεράκια και κάτω από τον ήσκιο της κρεβατίνας άπλωνε μια παλέτσα, από πάνω ένα σεντόνι και έβαζε το χερόμυλο και άλεθε στάρι για τον ξινόχοντρο. Άναβε το καντήλι κάθε βράδυ, θυμιάτιζε, προσευχόταν, δεν έλειπε από την εκκλησά και καταλούσε τη ζωή της στο γνώριμο κύκλο του χρόνου των τεσσάρων εποχών και η ζωή της κυλούσε ευτυχισμένη στη μικρή κοινωνία.

Χίλιες δόξες στο όνομά σου, Παρθένα Παναγία μου, που γκαρδιώνεσαι τα πρικιά του κόσμου, παραστέκεσαι, παρηγορείς και σκουπίζεις τα δάκρυα.

Ο φετινός Αλωνάρης τη Μαρία και τον Κωσταντή τους βρίσκει στα βιαστικά τους, τα σπαρτά τους γενήκανε, παπούρια στέσανε τις θεμωνιές στ’ αλώνι τους, τα λινάρια ντως πετύχανε. Φορτώναν γομάρια μάτσους λινάρι και το πετρώνανε στους κολύμπους για να ’φάνει δύο τρία φύλλα παλέτσας για τα λιομαζώματα μα και να σκεπάζονται καθ’ αργά.

Κάθε χρόνο τα σπερνά του Δεκαπεντάρη από νωρίς ξεζευλώνανε τα βούγια από το αλωνικό τους, να τα ποτίσουν στον ποταμό, να τα δέσουν στην καλαμιά και γρηγορωπά να πεταχτεί στο σπίτι, ν’ αλλάξει το φυστάνι της να πάει στο σπερνό. Με χαρά και θρησκευτική συγγκίνηση περίμενε κάθε χρόνο τις όμορφες και άγιες μέρες του Δεκαπεντάρη.

Μα άξαφνα τη βρήκε μεγάλο κακό.Κάρφωσε μια βελόνα στο ζερβό βυζί της.Εμαζώχτηκε η δικολογιά στο σπίτι της και καθένας έλεγε το δικό του:

-Να την πας, Κωσταντή ,ντελόγο στη Χώρα ή στην Αθήνα, ανέ θες να ’χεις γυναίκα, γιατί κακορίζικο η βελόνα, μόλις θα μπεί στο αίμα ,γλακά να φτάξει στην καρδιά και ποθαίνει ο άθρωπος.

-Να κάμετε μια λειτρουγιά και να τηνε τάξεις στσ’ αγίους και να πέσετε με την Παναγία.

-Κακή ώρα κακορίζικο σας ήλαχε, τα δρίματα φταίνε, που γυρίζουνε σταύρωμα της μεσημεράς οι ανεράϊδες και πατάσσουνε τσ’ ανθρώπους. Και λαθρακιούνε τα ξύλα, κόβανε γουλιές και κομμάτια τα απλωμένα ρούχα καταμεσήμερα, να κάμεις διαβαστικά και ένα φυλαχτό να κρεμάσεις στο λαιμό σου, είπε η γρα -Νταντάλα, μα οι άντρες είχανε άλλη γνώμη:

-Μην αφουκράστε των γυναικών, καλά ’ναι και τα διαβαστικά, μα να πάτε τη γυναίκα στου γιατρού, ανέ θέτε να γενεί καλά, είπε ένας της θείος.Ο κύρης της Μαρίας, ένας σεμνός και καλοσυνάτος και θρησκευόμενος γεροντής είπε.

-Παναγία μου, βοήθησε τη Μαρία μου, φώτισέ μας είντα θα γενούμε και πώς θα λαληθούμε στο ξαφνικό κακό, που μας βρήκε.

Ο αγροτικός γιατρός της Βιάννου κατά τύχη, μόλις είχε φτάξει με την κόκκινη φοράδα του στο χωριό, είδε τη φαμελίτισσα και είπε να πάνε στη Χώρα να της κάμουνε εγχείρηση, να γενεί καλά.

-Ωφου κακό που με βρήκε, να βάλω τη γυναίκα μου στο μαχαίρι, έλεγε και ξανάλεγε ο Κωσταντής και μεγαλοποιούσε τα πράματα με τη φαντασία του.

-Ανέν πάθει η γυναίκα μου πράμα, θα πα σκοτωθώ.

-Μη στενοχωράσαι, Κωσταντή, μα θα μου περάσει.Και έκανε κουράγιο στον άντρα της να μη στενοχωράται και ας στενοχωριούντανε εκείνη κατάβαθα.

Αν και είχανε καρπούς και ζυμώνανε ολοχρονίς του χρόνου, είχανε λάδι, τα κρασοπύθαρά τους ήτανε γεμάτα γλυκόπιοτο κρασί. Το μέσα σπίτι τους ήταν καράβι να κινήσει. Στις κουρούπες είχανε τα φαγώσιμα, στις νταμουτζάνες τη ρακή , τα τυριά του βοσκού στο λάδι, ξίδι δραπέτι στο πιθάρι, στις καλαμωτές τα τυροζούλια είχανε του κόσμου τ’ αγαθόκαλα, μα παράδες δεν είχανε κι ας λογούτανε ο Κωσταντής ένας από τους ρούκουνες του χωριού. Εκείνη την εποχή ήτανε λίγα τα λεφτά και λιγοστοί τα είχανε.Έκοψε δυο χρισμένα διακοσάρικα πιθάρια λιόλαδο, πήρε τους παράδες και κίνησε για να γιατρικουλέψει τη γυναίκα του. Την αγαπούσε πολύ και φοβότανε μη πάθει κακό και κλείσει η πόρτα του σπιτιού του και είντα θελα γενεί.

Η Μαρία δεν εσυβάστηκε να την εγχειρήσει ο γιατρός ντελόγο.

-Γιατρέ, θα πάω στο χωριό μου, να κάμω το τάσιμό μου και θα ξαναγείρω. Άντρα μου ανε μ’ αγαπάς, μη μου χαλάσεις το χατίρι.

-Γατές, Μαρία, πώς αμνώνω στ’ όνομά σου και δεν θα σου χαλάσω ποτές το χατίρι σου.

-Ετούτηνε τη δύσκολη ώρα έχω την ανάγκη να με βοηθήσουνε όχι μόνο οι άνθρωποι, μα και ο Θεός, η Παναγία μας η Παρηγορήτρα.

Όλα τα παραιτήσανε με τον άντρα της τον Κωνσταντή λυτά δεμένα. Σκεπάσανε το μάλαμα στ’ αλώνι. Αφήσανε τα ζούμπερα του κύρη της να τα μεταδένει στις καλαμιές και να τα ποτίζει και το κλειδί του σπιτιού τους στη μάνα της και ετοιμαστήκανε μαζί με τα τέσσερα κοπέλια τους να πάνε στο κοντινό μοναστήρι της Αγίας Μονής, που γιορτάζει την Κοίμηση της Παναγίας να δεκαπαντίσουν.

Γέμισε ένα τσουβάλι άχερα ο Κωσταντής για το χτήμα. Βάλανε σ’ ένα φάρδο το γάστρινο μουζωμένο τσικάλι και στο ντρουβά τα μαγεροψήματα πήρα και το σταμνί να το γεμίζουνε νερό από το Καβούσι του μοναστηριού. Όσο και αν παρακάλιενε ο Κωσταντής τη γυναίκα του να καβαλικέψει, αυτή προπαταρά κίνησε για το μοναστήρι της Αγιάς Μονής. Οι άλλοι δεκαπεντιστάδες, από την παρέα της λέγανε:

-Έλα, μπρε Μαρία, να καβαλικέψεις μιαολιά κι εμείς δεν το λέμε τση Παναγίας.

-Όι, θα κάμω σωστό το τάμα μου. Θα πάω αξυπόλυτη να προσκυνήσω τη χάρη της.

Πρωί και βράδυ έκανε μετάνοιες, μαυροφορεμένη και από το καντήλι της Παναγίας λάδωνε το πονεμένο στήθος της. Και σαν περνούσε ο Δεκαπεντάρης, θα ξαναπήγαινε στους γιατρούς.

Αγαπούσε τόσο πολύ αυτό το μικρό μοναστήρι και της Παναγίας το θαματουργό εικόνισμα της ψυχοσώστρας. Αν και μικρό μοναστήρι, εκείνο μονάχα είχε το ξεχωριστό όνομα της Αγιάς Μονής. Ποιος ξέρει, αν κάποιος από τους πρώτους καλόγερους ήταν και ποιητής και χάρισε ένα τόσο μεγάλο και μοναδικό όνομα σ’ ένα μικρό μοναστήρι.

Ολημερίς σύντρεμε με άλλες δεκαπεντούσες κι ασβεστώνανε το μοναστήρι. Τρατέρνανε καφέ τους περαστικούς προσκυνητάδες και διαρμιζόνταν μέσα κι όξω την εκκλησιά, παρασύρνανε το μικρό αυλόγυρο του μοναστηριού από τις πευκοβελόνες και ασβεστώνανε και τα πετροπέζουλα.

Σ’ εκείνον το μικρό αυλόγυρο του μοναστηριού είναι οι τάφοι των καλογέρων, που όσοι τους γνωρίσανε, αναζητούν το χαμένο ήθος τους, που στόλιζε το ιδιόρρυθμο αντρικό μοναστήρι και έφεγγε και στα Βιαννίτικα χωριά.

Στον αυλόγυρο του μοναστηριού είναι ο τάφος του Παπαμαστοράκη, του πρωθυπουργού της Κρητικής Πολιτείας, που υπέγραψε την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, ο τάφος του γιατρού, βουλευτή της Βιάννου Παπαμαστοράκη και ο δεσποτικός τάφος του στερνού δεσπότη της Βιάννου της τότε επισκοπής Αρκαδίας, Νικοδήμου Κατσαράκη, μια εποχή, που η Βιάννος είχε τη φήμη μεγάλης πολιτείας.

Ξεχώριζε για το ήθος και την πίστη της η Μαρία του Κωσταντή.Με βαθιά πίστη παρακαλούσε την Παναγία την Αγιομονιώτισσα όπως την έλεγε να τη συντράμει στο κακό που την βρήκε. Φοβότανε να μην αφήσει τα κοπέλια της αρφανά.

Οι γονέοι της αναλάβανε να ποτίζουν το περβόλι της και τις βιόλες της αυλής, για να μην ξεραθούνε. Εξεκρομμυδιάσανε, επλέξανε όμορφες κρομμυδοπλεχτές και τις κρεμάσανε στα τζένια.

Και σαν εσιγανέψαν οι αέρηδες και έκαμε καλό καιρό για λίχνισμα, ελιχνίσαν και κουβαλίσαν τους καρπούς στο σπίτι τους.

-Η Παναγία να βοηθήσει τη θυγατέρα μας και οι δουλειές της όλες θα γενούνε, ελέγανε οι γονέοι της Μαρίας. Ο μπαρμπα-Δημητρός με τη θεια Ζωή, από το πρωί της παραμονής του Δεκαπεντάρη σύντραμε με άλλες δεκαπεντούσες γυναίκες και στολίσανε τον επιτάφιο, διαρμιστήκανε τον αυλόγυρο κι ασβεστώσανε τα σκαλοπάτια και τα πεζούλια, για να δώσουνε πανεγυργιώτικο χρώμα στο μοναστήρι,για το χατίρι της αγίας μάνας, της παρηγορήτρας Παναγιάς.

Της Παναγίας το σπερνό χαρούμενα ελάλησε το καμπαναριό, διαβάσανε την ενάτη, σπερνιάσανε γιορταστικά, βλογήσανε τους άρτους. Στο πρώτο απόστιχο βγάλανε το σώμα της Παναγίας. Θύμιαζε, ροδοστάμνισε ο ηγούμενος. Κατανυχτική συγκίνηση απλώθηκε στις πιστές ψυχές, όταν κίνησαν να ψάλλουν τα εγκώμια.« Η αγνή εν τάφω κατετέθης…» έγινε η περιφορά του επιταφίου. Από τα γυροχώρια κύματα κύματα ερχόντανε οι προσκυνητάδες. Αμαρθαλιές, κλωνάρια των βασιλικών φέρνανε γομάρια τους άρτους στους ντουβάδες, οκάδες τα κεριά και το λιόλαδο, ταξίματα και λιβάνι.

Είχε πια τελειώσει ο κατανυχτικός σπερνός με τα εγκώμια και οι πανεγυργιώτες άλλοι στα κελιά, άλλοι στα δώματα των κελιών, άλλοι στον αυλόγυρο και άλλοι σε καλύβες κάτω από τα λιόδενδρα ξεκουράζονταν. Μονάχα η τριανταπεντάχρονη Μαρία του Κωσταντή δεν επήε να ξαπλώσει. Γονάτισε σιμά στα τέμπλα κάτω από την εικόνα της Ψυχοσώστρας Παναγίας στο λιγοστό φως του καντηλιού, που ’φεγγε στο μικρό μοναστήρι. Ζερβά από το εικόνισμα του Αφέντη Χριστού, περίφημο έργο του Αγγέλου στα μέσα του 15ου αιώνα.

Κάτω από τα ξύλινα τριγωνοτά τέμπλα παρακαλούσε την Παναγία να τη γιατρέψει. Κι άθελά της ανεστορήθηκε τα λόγια της γιαγιάς για το χτίσιμο του μοναστηρίου, πώς το ’χτισαν δυο Κύπριες καλογρές και πως είναι μετόχι της Μονής Αγίου Αντωνίου της Άρβης και μονολόγησε:

-Πριχού γνωρίσω τον κόσμο, εμετάνιωνα, που δεν εκαλογέρεψα. Μα και παντρεμένη θα λατρεύω το θεό μου και στα κοπέλια μου θα παραδώσω την πίστη μου σε σένα Χριστέ μου, Παναγία μου, ξεμίστεψέ με από το κακό, που με βρήκε. Να γενώ καλά, να μην πάθω κακό και τα κοπέλια μου να πέσουνε σε ξένα χέρια και γεμίσανε τα μάτια της δάκρυα.

Ύστερα από πολύ αποκοιμήθηκε και βλέπει όνειρο, πως πέρασε μια γυναίκα με τα μαύρα, την ακούμπησε στο στήθος της και εκείνη της είπε παρακαλετά: Μη με αγγίζεις στο στήθος, γιατί πονώ. Και ξύπνησε φοβισμένη.

Είχε πια πάρει να χαράζει η μέρα κι ένιωσε ογρασάδα στον μπέτη της. Ξεκούμπωσε το φουστάνι της, σήκωσε το μεσοφόρι της και είδε ότι είχε ανοίξει το στήθος της και είχε βγει η βελόνα.

Άρχιξε να κλαίει τώρα πια από χαρά και να ευχαριστεί την Παναγία και ταχινιάτικα σ’ όσους ερχότανε στη λειτρουγιά να διηγείται το θαύμα.

Σαν εγροίκησε τα γενόμενα, ο καλόγερος ο Ανανίας ταχινιάτικα έπαιζε την καμπάνα απανωτά, ανεμαζωχτήκανε οι πανεγυργιώτες και η πιστή φαμελίτισσα διηγότανε το θαύμα, κλαημένη από χαρά και δοξολογούσε την Παναγία.

Μα κι όπου στεκότανε σε γειτονιά, σ’ αποσπερίδα, στη βρύση να γεμίσει το σταμνί της νερό ή στην εξοχή, όπου συναπάντηχνε γυναικομάνι, διηγότανε το θαύμα, σταυροκοπιότανε και συνέχεια έλεγε: Μεγάλη η χάρη της Παναγίας μας της Αγιομονιώτισσας, όπως εκείνη μόνο συνήθιζε να ονομάζει την Παναγία, από τις πολλές φορές που έλεγε και ξανάλεγε για την Αγιομονιώτισσα και οι χωριανοί την ονομάτισαν Αγιομονιώτισσα.

(Από το βιβλίο «Σ’ ένα παλιο χωριό» του Δ. Θεοδοσάκη. Η φωτογραφία είναι από το εξαιρετικό αρχείο του Ονειροθέρη. Στην Παναγιά τη Χρυσοσκαλίτισσα το 1960 )

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Ριζωμένα βράχια



Ξόδεψα τις προσδοκίες μου από τους ανθρώπους. Έτρεξα όμως στην ανεξάντλητη πηγή της φύσης να ρουφήξω όχι μόνο τις μυρουδιές της, αλλά και τους ήχους, τις εικόνες της, τα σιωπηλά της λόγια, την αέναη δύναμή της. Διψώ για τα μυστικά της.

Θέλω να τη ρωτήσω πως βγαίνει πάντα δυνατή από το χειμώνα, που αποθηκεύει την περισσευούμενη δύναμη της και την ξεφανερώνει το καλοκαίρι.



Οι θάμνοι* ριζωμένοι στη σκιά μιας πέτρας ή στο χείλος του γκρεμού αναρωτήθηκαν ποτέ για την τύχη τους να είναι αμετακίνητοι;

Έψαξαν να βρουν τον ατέλειωτο κόσμο που υπάρχει γύρω τους; Δίψασαν για μια βουτιά στην κοντινή θάλασσα;

Ονειρεύτηκαν ταξίδια πέρα από τη γραμμή του ορίζοντα; Μίσησαν το χώμα και τα βράχια που τους κρατούν καθηλωμένους;

Δες με .. ψάξε με …βρες με ..η σιωπηλή περήφανη απάντηση.




* Το Androcymbium rechingeri φύεται σε μικρές περιοχές στις παραλίες της Δυτικής Κρήτης (Νησίδα Ήμερη Γραμβούσα, Φαλάσσαρνα, Ελαφονήσι) και πουθενά αλλού στον πλανήτη. Περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1967 από τον Ελβετό βοτανικό Werner Greuter.
Είναι μικρό βολβώδες πολυετές φυτό, ύψους μόνο μέχρι 7 cm σπάνια 10 cm και τα φύλλα του έχουν μήκος μέχρι 15 cm. Ανθίζει από το Δεκέμβριο έως το Φεβρουάριο. Κάθε φυτό έχει περισσότερα από 4 άνθη τα οποία είναι λευκά και συνήθως με επιμήκεις μωβ λεπτές ρίγες. Τα σπέρματα ωριμάζουν μέσα στις κάψες και τα υπέργεια μέρη του φυτού ξεραίνονται τέλη Μαΐου προς αρχές Ιουνίου.
Προστατεύεται από το Π.Δ.67/81, από τη Συνθήκη της Βέρνης, περιλαμβάνεται στα παραρτήματα ΙΙ* και IV της Οδηγίας των Οικοτόπων. Κινδυνεύει με άμεση εξαφάνιση σύμφωνα με το Κόκκινο Βιβλίο των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας, διότι οι πληθυσμοί του δέχονται μεγάλες πιέσεις κυρίως από την τουριστική ανάπτυξη.
Στα πλαίσια του προγράμματος CRETAPLANT, το Μικρο- Απόθεμα του φυτού ορίστηκε σε μια έκταση 20 στρεμ. στη νησίδα Ελαφονήσι.

Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Ο χορός του κόσμου


Κάθε χρόνο, την τελευταία εβδομάδα του Ιουλίου, στα Ανώγεια της Κρήτης διοργανώνονται τα Υακίνθεια, πολιτιστικές γιορτές που υμνούν τον έρωτα, την αγάπη, την ζωή και τα πολλαπλά της νοήματα, ό,τι ψιθυρίζουν η φύση και οι πέτρες του βουνού.

Σε μια εποχή όπου όλα υπακούουν στους αριθμούς και δοκιμάζεται η αξιοπρέπεια μας, τα Υακίνθεια έρχονται να υψώσουν ανάστημα. Βάζοντας τον πολιτισμό να πει τον δικό του λόγο με τον χορό του κόσμου.


Κλικάρετε στην εικόνα για να διαβάσετε το φετινό πρόγραμμα των Υακινθείων

Η γιορτή των "Υακινθείων εκδηλώσεων Πολιτισμού" έχει γίνει πλέον σημείο αναφοράς πολιτισμικών ανταλλαγών. Φέτος, τα Υακίνθεια πετούν πέρα από την μικρή μεσόγειο και καλούν χορευτές από 3 ηπείρους. Βραζιλιάνους, Αιγύπτιους, Ιταλούς. Μια προσέγγιση για αντίσταση σε μια εποχή που μας εκβιάζει να είμαστε θλιμμένοι με το χορό των χρωμάτων, διότι ο πολιτισμός οφείλει πάντα να σηκώνει ανάστημα.

Μια ιδέα που πηγάζει από την πιεστική πλέον ανάγκη να γίνουν αντιληπτά και να εκτιμηθούν στη σωστή τους αξία, η ζωή, το έργο, ο πολιτισμός και η σημασία της τέχνης.



Μια παλιά κουβέντα λέει:

"Mέρα που δεν εγέλασες, είναι χαμένη μέρα".

Το μήνυμα που στέλνουν τα φετινά Υακίνθεια είναι να ξαναθυμηθούμε το χτες. Τις σχέσεις των ανθρώπων παλιά, που αν και έζησαν σε δύσκολες εποχές ήταν πιο ευτυχισμένοι. Να ξορκίσουμε το κακό και να προχωρήσουμε στη σωστή βάση. Να ξαναγυρίσουμε στη φύση που μας δίδαξε το απαραίτητο και να ξεφύγουμε από το περιττό, από τα πλαστά διλήμματα.
Να σταματήσουμε να σκορπάμε τους εαυτούς μας. Να ξανακοιταχτούμε στα μάτια.

Να αγωνιστούμε για να ξανακερδίσουμε την χαμένη μας ζωή.

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Ο βράχος με τους αχινούς



Για αχινούς, πηγαίναμε με τον πατέρα μου τα Σάββατα του Ιουλίου. Ο Αύγουστος στο Κρητικό πέλαγος έχει μελτέμι, άρα τρικυμία, άρα θολό βυθό, ενώ το ψάρεμα του αχινού χρειάζεται καθάρια νερά.

Τις Κυριακές πάλι, το οικογενειακό τελετουργικό περιλάμβανε και τη μητέρα μου, συνεπώς η συγκομιδή των αχινών αποκλειόταν καθότι αμιγώς ανδρική δουλειά. Τα Σάββατα όμως που η μάνα μου καθάριζε το σπίτι κι έπλενε τα ρούχα στη σκάφη, οι άνδρες παίρναμε τα σύνεργα και φεύγαμε πρωί-πρωί για τη θάλασσα.

Μάσκες, αναπνευστήρες, τρίαινες, ένα ξύλινο τελάρο, κάμποσα μέτρα λεπτό σκοινί, ένα μακρόστενο γυάλινο ποτήρι της μουστάρδας ΕΚΜΑ που πουλιόταν με τάπωμα, ψαλίδι, κουταλάκι, λίγο λάδι και μια βελόνα καρφιτσωμένη πάνω σ’ ένα κομματάκι ύφασμα για να διακρίνεται.

Δεν πηγαίναμε σε παραλία, αλλά σε κάποιο βραχώδες σημείο όπου τα νερά ήταν βαθιά. Αρκεί ο βράχος να είχε κάποιο φυσικό σκαλοπάτι για να μπορούμε να σκαρφαλώνουμε στην έξοδο. Τα απόκρημνα αυτά μέρη ήταν συνήθως μακριά απ’ τον δρόμο και η πορεία δυο φορτωμένων ανθρώπων ως εκεί, ήταν από μόνη της μια μικρή περιπέτεια. Πολλές φορές, η BMW (R52, με καλάθι στο πλάι και τον υπέροχο ίσιο διακόπτη στην κορυφή του χοντρού μπροστινού φαναριού) έμενε παρκαρισμένη ως και ένα χιλιόμετρο μακριά. Όσο πιο απομακρυσμένο και δυσπρόσιτο ήταν το σημείο, τόσο μεγαλύτερη θα ήταν η συγκομιδή, αφού στα κοντινά και εύκολα οι δεκάδες ερασιτέχνες αχινοψαράδες θα είχαν ήδη βγάλει τους καλύτερους.



Θυμάμαι τον Μανόλη (σα να τον βλέπω τώρα μπροστά μου) να βγάζει και να διπλώνει προσεκτικά πάνω στον βράχο το λευκό του πουκάμισο και το μακρύ γκρι παντελόνι του. Σαν βέρος παραδοσιακός Κρητικός που ήταν, ουδέποτε διανοήθηκε να φορέσει κοντομάνικο στενό μπλουζάκι ή κοντό παντελονάκι, ούτε καν μέσα στο σπίτι μας. Το θεωρούσε ξεγιβεντισμό, δηλαδή ντροπή, εξευτελισμό. Ούτε αντηλιακό βάζαμε κι ας μέναμε με τις ώρες κάτω απ’ τον ήλιο. Τα μαγιό τα λέγαμε τότε "μπανιερό" και ο πατέρας μου φορούσε ένα μπανιερό με ζώνη. Έδενε τη μια άκρη του σκοινιού στη ζώνη και την άλλη στο τελάρο για να μην το πάρει η θάλασσα. Μπαίναμε και αρχίζαμε τις βουτιές προς τον βυθό ψάχνοντας τη λεία μας. Εγώ έμενα κοντά στον βράχο, αυτός έφευγε προς τα βαθιά με το τελάρο να τον ακολουθεί. Όταν έβγαζα αχινό, τον πέταγα πάνω στον βράχο και μάλιστα μέσα-μέσα διότι με το παραμικρό κυματάκι θα μπορούσαν να «περπατήσουν» και να ξαναπέσουν στη θάλασσα. Ο πατέρας μου τους έβαζε στο τελάρο.

Ο βρώσιμος αχινός δεν βρίσκεται έξω-έξω που σκάει το κύμα, ούτε σε ρωγμές του βράχου κοντά στην επιφάνεια. Ο καλός αχινός πρέπει να έχει δύο με τρία μέτρα θάλασσα από πάνω του, είναι μεγάλος, κατάμαυρος, με αγκάθια χοντρά, ολοζώντανα, γεμάτα υγεία. Ζει στις υπόγειες χαραμάδες των βράχων ή δίπλα στις πέτρες του βυθού και οι μεγαλύτεροι δύσκολα χωράνε στην παλάμη ενός ενήλικου άνδρα. Δύο μεσαίοι χωράνε με το ζόρι και μόνο αν καρφώσουμε τον έναν μέσα στον άλλον.

Οι μικροί αχινοί που ζουν κατά εκατοντάδες σε βραχάκια στα ρηχά, αυτοί οι καφετιοί με τα μικρά ανεμικά αγκαθάκια, δεν τρώγονται. Εμείς τους λέγαμε «Οβραίους». Τότε δεν ήξερα γιατί, αργότερα κατάλαβα ότι ο χαζός αντισημιτισμός επιβίωνε με χίλιους τρόπους. Ο καλός αχινός δεν είναι ξέμπαρκος στον βυθό, είναι κάπου σκαλωμένος. Σε πέτρα, σε βράχο, σε φύκι. Γι’ αυτό χρειάζεται η τρίαινα, για να τον ξεσκαλώσεις. Αν προσπαθήσεις να το κάνεις με το χέρι, υποχρεωτικά θα πιέσεις τα αγκάθια του με τα δάχτυλα σου.

Αυτά όμως, ως γνωστόν έχουν την ακόλουθη ιδιότητα: Το τελευταίο χιλιοστό τους είναι τόσο εύθραυστο, που μόλις χωθεί κάπου σπάει. Αν σου καρφωθεί ένα μακρύ αγκάθι αχινού, δεν μπορείς να το τραβήξεις σαν βελόνα προς τα πίσω και να απαλλαχτείς. Η άκρη σπάει και μένει μέσα στο κρέας, όχι από την πλαϊνή κίνηση, αλλά από την ίδια την πρόσκρουση.



Εγώ μάζευα όσους αχινούς μπορούσα μέχρι βάθος δύο άντε δυόμισι μέτρα (πιτσιρίκι ήμουν, πόσο βαθιά να πήγαινα;) κι έπειτα ανέβαινα στα βράχια και περίμενα τον πατέρα μου να τελειώσει. Το τελάρο που επέπλεε ήταν η σημαδούρα της θέσης του. Τον έβλεπα να κάνει κάθετη κατάδυση και καταλάβαινα την άνοδο του στην επιφάνεια από τον πίδακα του νερού που ξερνούσε ο αναπνευστήρας του. Έκανε μερικές απλωτές για να φθάσει στο τελάρο κι έριχνε μέσα την ψαριά του. Για να βγει έξω, έπρεπε το τελάρο να ξεχειλίσει από αχινούς. Άλλωστε ήταν μετρημένο. Ένα γεμάτο τελάρο, οκτώ με δέκα μερίδες αχινοσαλάτα στο τραπέζι. Η τρίαινα τον δυσκόλευε στην κίνηση, την προτιμούσε όμως από το μαχαίρι για λόγους αισθητικής. Αντιπαθούσε σφόδρα τους "φιγουρατζήδες" που έδεναν στη γάμπα τους θήκες με οδοντωτές γυαλιστερές λάμες, λες και στις ειρηνικές μας θάλασσες θα αντιμετώπιζαν όλα τα θηριώδη χταπόδια και τα θωρακισμένα καλαμάρια-γίγαντες του Ιουλίου Βερν.

Βατραχοπέδιλα δεν καταδέχτηκε ποτέ να βάλει στα πόδια του, αν και θα τον διευκόλυναν στις καταδύσεις του. Τα θεωρούσε «αηδίες των Αμερικάνων τουριστών» και κατέτασσε αμέσως όσους τα φορούσαν στην κατηγορία των ανθρώπων που δεν ήξεραν κολύμπι και φοβόντουσαν τη θάλασσα.



Κατά τη γνώμη του, ήταν έγκλημα καθοσιώσεως να ξεκινήσει ένα παιδί τη μαθητεία του στο κολύμπι φορώντας «αυτά τα νάιλον βατραχοπόδαρα». Πίστευε ότι ποτέ στη ζωή του δεν θα ήταν αυτάρκης μέσα στη θάλασσα. Στις επίμονες πιέσεις μου ν’ αποκτήσω κι εγώ ένα ζευγάρι όπως οι φίλοι μου, το επιχείρημα του ήταν απλοϊκά αφοπλιστικό: «Όταν βουλιάξει το καράβι και πέσεις στη θάλασσα μέσα στη νύχτα, θα έχεις πέδιλα μαζί σου για να φορέσεις; Όχι. Και τότε, τι θα κάνεις; Θα πνιγείς.» Αν και κάτι δε μου πήγαινε καλά στη δομή του ζοφερού αυτού επιχειρήματος, ομολογώ ότι ουδέποτε κατάφερα να αρθρώσω έναν πειστικό αντίλογο, ικανό να αντιπαρατεθεί στην τραγωδία ενός μεταμεσονύχτιου Τιτανικού μεσοπέλαγα.

Όταν γέμιζε το τελάρο με αχινούς, το ανεβάζαμε πάνω και αρχίζαμε αμέσως να τους καθαρίζουμε, εκεί κάτω απ’ τον ήλιο. Στο σπίτι ήταν αδύνατο να γίνει αυτή η δουλειά. Θα μας πλάκωνε η μάνα μου. Σ’ αυτό το περίεργο θαλασσινό, ο όγκος των αγκαθωτών απορριμμάτων είναι ακριβώς ίδιος με τον όγκο της πρώτης ύλης.

Ο Μανόλης καθάριζε με το ψαλίδι τα αγκάθια κάθε αχινού σε μια πλευρά, έκανε μια τομή στο εύθραυστο κέλυφος, το έκοβε κυκλικά και μου τον έδινε. Εγώ έβγαζα το κομμένο μέρος και με το κουταλάκι έριχνα προσεκτικά το ισχνό περιεχόμενο του νερουλού κορμιού του μέσα στο ποτήρι, προσέχοντας να μην πέφτουν σπασμένα αγκάθια. Τρώγαμε κατ’ ευθείαν δυο τρεις στην αρχή, αλλά οι υπόλοιποι πήγαιναν για το σπίτι. Όση ώρα καθαρίζαμε, ο πατέρας μου μιλούσε. Ιστορίες, απόψεις, αποφθέγματα… Είχε πράγματα να πει ο Μανόλης. Οκτώ χρόνια φυλακή είχε καταδικαστεί ως έφηβος από τους Γερμανούς (έκανε τον έναν στην Αγιά, μετά φύγανε) κι είχε μια αναπηρία στο αριστερό αυτί από έκρηξη νάρκης έξω απ’ το Βογατσικό στον εμφύλιο.

Ήταν ο πιο καθαρός άνθρωπος που γνώρισα ποτέ. Καθαρόαιμος κεντρώος Βενιζελικός, αντιπαθούσε στην ίδια αναλογία δεξιούς και κομμουνιστές, αντιμιλιταριστής αν και ήταν άσσος στο σημάδι, σταθερός υπερασπιστής αδύναμων και κατατρεγμένων, περήφανος και αξιοπρεπής, θεωρούσε τη φτώχεια του απόδειξη της εντιμότητας του. Ο πλούτος ήταν γι’ αυτόν συνώνυμο ύποπτων δραστηριοτήτων και επ’ ουδενί λόγω προϋπόθεση ευτυχίας. Αν υπήρχε κάτι με αξία σ’ αυτή τη ζωή, ήταν η τιμή. Στέρεα προσωπικότητα μιας άλλης εποχής…



Όταν τελειώναμε το καθάρισμα των αχινών, ταπώναμε το ποτήρι με το πολύτιμο υλικό και πετούσαμε τ’ απομεινάρια σε κάποια βαθιά ρωγμή του βράχου για να μην τα πατήσει ο επόμενος ξυπόλητος ψαράς που θα απόσωνε ως εκεί. Πριν φύγουμε, βγάζαμε τ’ αγκάθια που σίγουρα είχαν καρφωθεί στα δάχτυλα μας. Γι’ αυτό είχαμε μαζί μας λάδι και βελόνα. Σκάβαμε με τη βελόνα προσεκτικά ο ένας το δέρμα του άλλου, στο σημείο που φαινόταν το μαύρο στίγμα. Του βάζαμε λάδι που διευκόλυνε την «εγχείρηση». Αυτό θα μπορούσε να γίνει στο σπίτι, όμως η εξόρυξη είναι ευκολότερη όταν τα ακροδάχτυλα έχουν μουλιάσει από τη μακρά παραμονή στο αλμυρό νερό (είχαν παππουδιάσει, λέγαμε εμείς). Μετά μαζεύαμε τον εξοπλισμό και παίρναμε τον δρόμο του γυρισμού. Ήταν πια μεσημέρι και μας περίμενε η μάνα μου να φάμε. Τα Σάββατα είχαμε πάντα τηγανητό ψάρι (γαύρο ή γόπα) και χόρτα, οπότε η αχινοσαλάτα ήταν αναπόσπαστο μέρος του μενού. Κρέας τρώγαμε Πέμπτη και Κυριακή, τις Πέμπτες μαγειρευτό, την Κυριακή στον φούρνο.

Θα αναρωτηθείτε, ίσως, γιατί έκανα όλη αυτή τη μεγάλη περιγραφή.

Ίσως διότι είναι καλοκαίρι και οι αχινοί είναι καλοκαιρινό θέμα. Ίσως πάλι να με οδήγησε σ’ αυτό το κείμενο η απρόσμενη έλευση δύο εικόνων. Θυμάμαι πριν σαράντα χρόνια εκεί στον βράχο των αχινών, τον Μανόλη να βγαίνει από τη θάλασσα με τα νερά να τρέχουν από πάνω του και εμένα (τον μικρούλη) να τον κοιτάζω με δέος. Πόσο πελώριος και μεγαλόπρεπος φάνταζε στα παιδικά μάτια μου καθώς ορθωνόταν μπροστά μου! Πόση περηφάνια και ασφάλεια ένιωθα δίπλα σ’ αυτόν τον γίγαντα που μ’ αγαπούσε και μαζεύαμε μαζί αχινούς!

Κι έπειτα ήρθε η δεύτερη εικόνα, πάλι αρχές Ιουλίου πριν λίγα χρόνια. Να περπατώ στον διάδρομο του Ευαγγελισμού, με τον Μανόλη δίπλα μου να σέρνει τα πόδια του, τραβώντας έναν ορό κρεμασμένο σ’ ένα σίδερο με ροδάκια. Δεν μιλούσαμε, αλλά καθώς τον κρατούσα απ’ τον αγκώνα, διαπίστωσα ότι αυτός ο πελώριος άνθρωπος ήταν πλέον πιο κοντός από μένα και στα μισά μου κιλά. Σαν παιδάκι που δεν είχε μεγαλώσει ακόμα. Όπως ήμουν εγώ τότε, πάνω στον βράχο μας. Τα γεράματα και οι χημειοθεραπείες τον είχαν λιώσει. Είναι τόσο άδικο, να γίνεται έτσι ο άνθρωπος. Τέτοιες μέρες τον είχα βάλει στο νοσοκομείο χτυπημένο από τη λευχαιμία και έφυγε δίχως να προλάβω να του ανταποδώσω τις ιστορίες του…

Έγραψε ο Δημήτρης Καμπουράκης

Σάββατο 3 Ιουλίου 2010

Ταξιδεύοντας στο «χωριό» του Καζαντζάκη



Μάθημα για την εφαρμογή των επιταγών της σύγχρονης μουσειολογίας στην πράξη, και μάλιστα σε περιοχή μακριά από το εθνικό κέντρο, δίνει το Νέο Μουσείο Καζαντζάκη, που εγκαινιάζεται σήμερα στις 19।00 στη Μυρτιά Ηρακλείου Κρήτης. Το πρώτο σύγχρονο μουσείο συγγραφέα στη χώρα μας ανατρέπει την παρωχημένη άποψη ότι μουσείο μπορεί να αποκαλείται το πατρικό σπίτι ενός συγγραφέα στη γενέθλια γη ή στον τόπο διαμονής του, όπου φιλοξενούνται σκόρπια οικογενειακά και προσωπικά αντικείμενα, εκδόσεις έργων που κυκλοφορούν στο εμπόριο, φωτογραφίες και φύλλα χειρογράφων, σε χώρους όπου συνήθως δεν υπάρχει η δυνατότητα οργανωμένης έκθεσης αλλά και εύκολης πρόσβασης και επίσκεψης.

Το Μουσείο Καζαντζάκη, που κλείνει ήδη 27 χρόνια ζωής, εγκαινιάστηκε το 1983 από την τότε υπουργό Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη . Η δημιουργία του οφείλεται στη δωρεά και στις φροντίδες του σκηνογράφου και ενδυματολόγου Γιώργου Ανεμογιάννη, ο οποίος είχε συγγένεια με την οικογένεια του Νίκου Καζαντζάκη. Ο Γ. Ανεμογιάννης δώρισε το αρχικό οίκημα όπου στεγάστηκε το μουσείο και ανέλαβε την αναζήτηση υλικού για τη ζωή και το έργο του συγγραφέα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με τη συμπαράσταση της Ελένης Καζαντζάκη, η οποία προσέφερε αρχειακό υλικό. Οι ανάγκες για έναν νέο χώρο που θα στέγαζε τον όγκο του υλικού- το οποίο με τα χρόνια είχε πολλαπλασιαστεί- και τη δυνατότητα αξιοποίησης, έκθεσης και μελέτης του σύμφωνα με τα νέα δεδομένα της μουσειολογικής επιστήμης κατέληξαν στη δημιουργία του Νέου Μουσείου Καζαντζάκη.



Στο Μουσείο, που αποτελείται από ένα σύνολο κτιρίων στην κεντρική πλατεία της Μυρτιάς, βρίσκονται Επιστολικό Αρχείο με δείγματα αλληλογραφίας του Καζαντζάκη με μεγάλους στοχαστές, πολιτικούς και λογοτέχνες της εποχής του, Ολόγραφα-Αυτόγραφα, ΕκδόσειςΑρθρα και Μελέτες στα ελληνικά και σε άλλες γλώσσες, Αρχείο Τύπου, Φωτογραφικό Αρχείο, Αρχείο Ηχου, Αρχείο Κινούμενης Εικόνας, Θεατρικό Αρχείο με μακέτες, κοστούμια και υλικό από θεατρικές παραστάσεις έργων του, Εργα Τέχνης (πορτρέτα και γλυπτά με τη μορφή του) και Προσωπικά Αντικείμενα του συγγραφέα. Το μουσείο έχει προχωρήσει στην ψηφιοποίηση των συλλογών του και έχει αξιοποιήσει το υλικό τους με έντυπες, ηλεκτρονικές, πολυμεσικές εκδόσεις. Προσφέρει επίσης εκπαιδευτικά προγράμματα σε μαθητές, ενώ διαχρονικοί στόχοι του παραμένουν η διοργάνωση συνεδρίων, η διευκόλυνση ερευνητών και η προβολή και μελέτη του έργου του Καζαντζάκη.



Το μουσείο υλοποιήθηκε με τη συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του υπουργείου Πολιτισμού και φέρει τη σφραγίδα των αρχιτεκτόνων κ. Γιώργου Ψωμαδάκη και κυρίας Μαρίας Μαρίνου, στους οποίους ανήκει ο σχεδιασμός του νέου μουσείου, του συγγραφέα και γραφίστα κ. Δημήτρη Καλοκύρη , ο οποίος ανέλαβε την καλλιτεχνική επιμέλεια, και της κυρίας Λίτσας Χατζοπούλου, η οποία έγραψε και επιμελήθηκε τα κείμενα.

Στην αποψινή τελετή εγκαινίων, στην οποία την κυβέρνηση θα εκπροσωπήσει ο υπουργός Εθνικής Αμυνας κ. Ευάγγελος Βενιζέλος, θα μιλήσουν ο καθηγητής κ. Γιώργος Γραμματικάκης, πρόεδρος του Δ.Σ. του μουσείου, ο κ. Κωνσταντίνος Αλαβάνος, διευθυντής του τηλεοπτικού σταθμού της Βουλής, ο κ. Αγγελος Δεληβορριάς, διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη, και η ποιήτρια και βαφτισιμιά του Καζαντζάκη κυρία Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ . Τραγούδια εμπνευσμένα από το έργο του Νίκου Καζαντζάκη- από τον κύκλο «Καπετάν Μιχάλη» του Μάνου Χατζιδάκι και από τον «Ζορμπά» του Μίκη Θεοδωράκη - θα ερμηνεύσει η Μαρία Φαραντούρη, σε μια συναυλία ανοιχτή στο κοινό.



Εν αναμονή του Μουσείου Σικελιανού στη Λευκάδα και του Μουσείου Καβάφη στην Πλάκα, το Νέο Μουσείο Καζαντζάκη θέτει ψηλά τον πήχη των απαιτήσεων επισκεπτών και μελετητών.

«Σπουδαίο για την ίδια την Κρήτη»

Ο Νίκος Καζαντζάκης απέκτησε ένα μουσείο-υπόδειγμα για τα ελληνικά δεδομένα «Το Νέο Μουσείο Καζαντζάκη είναι σπουδαίο όχι μόνο για τη συντήρηση της μνήμης ενός μεγάλου συγγραφέα αλλά και για την ίδια την Κρήτη και τον πολιτισμό» είπε στο «Βήμα» ο κ. Γιώργος Γραμματικάκης, που συμπλήρωσε ότι «το Νέο Μουσείο Καζαντζάκη αφομοίωσε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις αλλά και την αντίληψη που δεσπόζει στα σύγχρονα μουσεία». Καθώς ευρίσκεται κοντά σε χώρους ευρύτερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος, μόλις 15 χλμ. από το Ηράκλειο και 11 χλμ. από τον αρχαιολογικό χώρο της Κνωσού, ελπίδα του ΔΣ είναι το Νέο Μουσείο να αποτελέσει πόλο ευρύτερων πολιτιστικών δραστηριοτήτων.

«Εχουμε αρκετές ιδέες. Δεν θέλω να πω μεγάλα λόγια, θα τις ανακοινώσουμε μόλις είμαστε έτοιμοι» υπόσχεται ο κ. Γραμματικάκης.

Πηγή: To Bήμα

Σάββατο 19 Ιουνίου 2010

Τα ξεντοματιάσματα



Πριν από πολλά χρόνια στον οικισμό Γρα Λυγιά της Ιεράπετρας, η ολοκλήρωση της περιόδου καλλιέργειας της ντομάτας, στην καρδιά του καλοκαιριού, σηματοδοτούσε την έναρξη ενός ιδιότυπου εθίμου με περιπαικτική διάθεση και έντονο χρώμα. Οι παραγωγοί που είχαν πουλήσει ήδη τις περισσότερες ντομάτες τους, κρατούσαν εκείνες που περίσσευαν και όταν τύχαινε να περάσει κάποιος από την περιοχή εξαπέλυαν εναντίον του τα «κόκκινα» πυρά τους.

Το έθιμο του ντοματοπόλεμου ατόνησε, η καλλιέργεια της ντομάτας μετατοπίστηκε νωρίτερα χρονικά λόγω των θερμοκηπίων, όμως οι αγρότες της περιοχής δεν το λησμόνησαν, και φέτος σε συνεργασία με τον Δήμο Ιεράπετρας, αποφάσισαν να το αναβιώσουν. Όπως έγινε γνωστό, μετά από σύσκεψη που είχαν οι αρμόδιοι του Δήμου, ο ντοματοπόλεμος θα γίνει φέτος στις 20 Ιουνίου, για πρώτη φορά μετά από σαράντα χρόνια.



Μία μέρα νωρίτερα, δηλαδή σήμερα Σάββατο 19 Ιουνίου θα παρασκευαστεί μία ντοματοσαλάτα - γίγας, που θα ξεπερνά σε βάρος τους 11 τόνους, με στόχο να υπερνικήσει τη ντοματοσαλάτα που κατασκευάστηκε στο Ισραήλ και να μπει στο βιβλίο Γκίνες. «Για την παρασκευή της σαλάτας θα χρειαστούμε τόνους ντομάτας, αγγουριού, πιπεριάς, εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου, κρητικής φέτας και μυρωδάτης ρίγανης» λέει στο ΑΠΕ - ΜΠΕ ο αντιδήμαρχος Πολιτιστικών του Δήμου Ιεράπετρας Σπύρος Τσικαλουδάκης, και τονίζει ότι ήδη η επιτροπή που ανέλαβε την διοργάνωση έχει έρθει σε επικοινωνία με τους αρμόδιους του βιβλίου Γκίνες για τους όρους και τις προϋποθέσεις του διαγωνισμού.

«Το εγχείρημα είναι μεγάλο, όχι όμως ακατόρθωτο για μια περιοχή που κατέχει τα σκήπτρα σε πανελλαδικό επίπεδο στην παραγωγή πρώιμων κηπευτικών. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα θερμοκήπια στην Ιεράπετρα καλύπτουν έκταση 13.000 στρεμμάτων, από τα οποία τα μισά φιλοξενούν καλλιέργειες ντομάτας και τα υπόλοιπα καλλιέργειες πιπεριάς, μελιτζάνας και αγγουριού» σημειώνει ο αντιδήμαρχος και υπογραμμίζει ότι η παραγωγή κατευθύνεται τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό και κυρίως στη Γερμανία και τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης.



Διοργανωτές, ντοματοπαραγωγοί και κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής της Ιεράπετρας αναμένουν με ανυπομονησία τον ντοματοπόλεμο και την γιγαντιαία ντοματοσαλάτα ενώ πριν από την έναρξη των εκδηλώσεων, στις 18 Ιουνίου θα πραγματοποιηθεί συνέδριο για την ντοματοκαλλιέργεια με επίσημη προσκεκλημένη την υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης Κατερίνα Μπατζελή.

Σε περίοδο που οι άσχημες ειδήσεις μας βομβαρδίζουν καθημερινά, αφού πολλοί «αρμόδιοι» τα έχουν κάνει «σαλάτα» και το «λάδωμα» για κάποιους ακούγεται πολύ συχνά, στην Ιεράπετρα, απαντούνε, ακριβώς, με σαλάτα και λάδι:

«Σαλάτα φτιαγμένη από τα πεντα-νόστιμα κηπευτικά μας και με λάδι εξαιρετικό, Γεραπετρίτικο!!

Και τι σαλάτα!!
Τη μεγαλύτερη που έχει γίνει ποτέ στον κόσμο!!!»



Η Κοινωφελής Δημοτική Επιχείρηση, Αγροτικοί και Πολιτιστικοί Σύλλογοι, ευγενικοί Χορηγοί και, βέβαια, πάρα πολλοί Συντοπίτες Εθελοντές, προθυμοποιήθηκαν να υλοποιήσουν μια ιδέα μερικών μερακλήδων αγροτών, που βλέπουν πιο πέρα από το …θερμοκήπιό τους, και να διαφημίσουν με χιούμορ τον Τόπο μας και τα προϊόντα του, κατακτώντας το παγκόσμιο ρεκόρ Guinness.

Έτσι, με φρέσκα κηπευτικά που θα προσφέρουν οι αγρότες της Ιεράπετρας από το Βάτο και το Μύρτος δυτικά μέχρι το Μακρύ Γιαλό και τη Λαγκάδα ανατολικά και με παρθένο λάδι από τους ελαιώνες τους, στην παραλιακή πλατεία της Ιεράπετρας, σήμερα Σάββατο 19 Ιουνίου το απόγευμα, ελπίζουνε πως θα χαρούνε πανηγυρίζοντας…
Αύριο, στην παραλία της Γρα-Λυγιά, όσοι είστε στρεσαρισμένοι αλλά σας αρέσει και η «πλάκα», μπορείτε να εκτονωθείτε με ντοματοπόλεμο!!

Επτά (7) τόνοι ντομάτας, τρεις (3) τόνοι αγγούρια, δυο τόνοι πιπεριάς, 1000 κιλά κρεμμύδια, 800 κιλά φέτα, 500 κιλά παρθένο ελαιόλαδο θα χρειαστούν και μαζί το κέφι και το μεράκι εκατοντάδων εθελοντών για να παρασκευαστεί η μεγαλύτερη σαλάτα του κόσμου βάρους πάνω από 12 τόνους σε σαλατιέρα (!!!) 100 τετραγωνικών μέτρων.

Στη νοτιότερη πόλη της Ευρώπης, την Ιεράπετρα, δίπλα στη θάλασσα με θεά το απέραντο γαλάζιο του Λιβυκού πελάγους δήμος, αγροτικοί και πολιτιστικοί φορείς , πολίτες και επισκέπτες με κέφι τραγούδι χορό θα επιχειρήσουν να καταρρίψουν το ρεκόρ Γκίνες, για τη μεγαλύτερη σαλάτα (προηγούμενο ρεκόρ 10.200 κιλά-Ισραήλ).



Με προϊόντα της Κρητικής γης, καλλιεργημένα με σύγχρονους τρόπους, πιστοποιημένα και υγειονομικά ελεγμένα, γευστικά και ολόφρεσκα, τεμαχισμένα από τις ξακουστές κρητικιές νοικοκυρές, φιλοδοξούν να αναδείξουν ότι σ’ αυτόν το τόπο υπάρχουν και άνθρωποι που με κόπο και ιδρώτα παράγουν «καθαρά» ποιοτικά προϊόντα και τροφοδοτούν με αυτά τις αγορές όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και της Ευρώπης.

Σήμερα τα καραβάκια που πάνε στη Χρυσή θα προσφέρουν, μετά τις 5 το απόγευμα, δωρεάν βόλτες στους παρευρισκόμενους στην εκδήλωση για τη σαλάτα. Επίσης εθελόντριες νηπιαγωγοί από το Κέντρο Δημιουργικής Απασχόλησης, θα περιμένουν τα μικρά παιδιά σε ένα ειδικά διαμορφωμένο χώρο, για να ζωγραφίσουν θέματα σχετικά με τη σαλάτα και την πόλη μας. Η προσπάθεια για την κατασκευή της σαλάτας θα μεταδοθεί ζωντανα και μέσω ιντερνετ με 4 κάμερες που θα στηθούν για το σκοπό αυτό.

Δείτε το στο Salata Web TV.



Την Κυριακή στην παραλία της Γρά Λυγιάς οι ομάδες «ΚΟΚΚΙΚΟΙ» και «ΠΡΑΣΙΝΟΙ» θα αναμετρηθούν στον τοματοπόλεμο. Μετά τον τοματοπόλεμο θα ακολουθήσει Κρητικό γλέντι στο Δημοτικό Σχολείο της Γρα Λυγιάς με το Μανώλη Αλεξάκη.

Η όμορφη Ιεράπετρα στο νότο της Ευρώπης, ντυμένη στα «καλά της» περιμένει όλους, να γευματίσουν με τη μεγαλύτερη σαλάτα, να απολαύσουν την ομορφιά του τοπίου, και ιδιαίτερα να γευτούν τη φιλοξενία ενός τόπου που θεωρεί τον επισκέπτη φίλο και όχι πελάτη.

Όση από τη σαλάτα δε καταναλωθεί από τους παρευρισκόμενους θα διατεθεί σε ιδρύματα και απόρους.

Μια όμορφη γιορτή , στη Γρα Λυγιά, που θα αναβιώσει το παραδοσιακό έθιμο «τα ξεντοματιάσματα», ένα «ντοματοπόλεμο» με τρελό κέφι για τις αντίπαλες ομάδες, με μοναδικό όπλο τις άφθονες ντομάτες (μη εμπορεύσιμες και μη βρώσιμες), να συναγωνίζονται στην όμορφη τρέλα, αυτό που στη Κρήτη το λένε «κουζουλάδα».



ΥΓ. Αφιερωμένη η ανάρτηση. Για να μην νομίζεις ότι δεν ακούω και ξεχνάω όσα μου μαθαίνεις...

Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010

Η Κρήτη του Ρούντο Σβάρτς



Ο Ρούντο Σβαρτς έφτασε στην Κρήτη στις 30 Ιανουαρίου του 1943. Το νησί δεν υπήρξε γι’ αυτόν μόνο, ή κυρίως, μια κατεχόμενη περιοχή και ένα από τα πολλά πεδία του πολέμου. Ο Σβαρτς εξοικειώθηκε με τον τόπο, αγάπησε τους ανθρώπους, τη φύση και τα μνημεία. Ακούμπησε τη ζεστή ματιά του στους ανθρώπους και τα πράγματα, αποτύπωσε και κατέγραψε εικόνες με ενδιαφέρον ερασιτέχνη αρχαιολόγου, λαογράφου και φυσιοδίφη.

«4 Ιουνίου 1943»

Ιδιαίτερα το σούρουπο η εικόνα είναι ωραία, όταν πολλοί άνθρωποι που βρίσκονται γύρω από τους πάγκους αυτή την ώρα, πίνουν καφέ, ρακί ή κρασί και κουβεντιάζουν. Ξεχωρίζουν σαν σιλουέτες στην ανοιχτόχρωμη έξοδο, ενώ από τα μαγαζιά η σκιά του φωτός από τις λάμπες λαδιού γλιστρά στο δρόμο. Η εικόνα αυτή μου θύμισε στην επίδραση του φωτός σε αρκετά έργα του Ρέμπραντ», σημειώνει στις 4 Ιουνίου 1943 στο ημερολόγιο του καθώς περιδιαβαίνει στους δρόμους των Αρχανών ο στρατιώτης της Βέρμαχτ Ρούντο Σβαρτς, ζωγράφος στο επάγγελμα στην πολιτική του ζωή.

«13 Φεβρουαρίου 1944»

Σήμερα είναι Κυριακή πρωί. Ο ήλιος λάμπει και με δελεάζει για οδοιπορικό και έτσι αρπάζω το μπλοκ ζωγραφικής μου και περπατώ στα Μάλια και το χώρο ανασκαφής του τότε μινωικού πολιτισμού. Ο δρόμος με οδηγεί κατά μήκος της παραλίας και έχω πάντα το γραφικό ελκυστικό πανόραμα του κόλπου των Μαλίων.



Πορτρέτο του Rudo στην Κνωσό. Βρέθηκε στην Κρήτη, στρατιώτης της Wermacht. Δεν έριξε ούτε μια τουφεκιά. Ζωγράφιζε και φωτογράφιζε.



Κρατούσε ημερολόγιο...



Η μάτια περιπλανιέται στη μαύρη αίθουσα. Πέφτει στην προθήκη με τα προσωπικά του αντικείμενα...



Και τα ημερολόγια του...



Δίπλα η φωτεινή αίθουσα με τα λάδια, τα παστέλ, τις ακουαρέλες και τα μολύβια.



Τη ζωγράφισε και την έβαλε να προσθέσει το όνομά της [κάρβουνο σε χαρτί]



Πιθάρια στη Φαιστό [ακουαρέλα]



Βοσκός στα Κεράσα [κόκκινο μολύβι]



Κνωσός, ξανά [ακουαρέλα]



Ο κόλπος της Μεσαράς, στο βάθος το όρος Κέδρος [κόκκινο μολύβι]



Οι παρυφές της Αυγενικής, στο βάθος ο Ψηλορείτης [Φωτογραφία]



[Φωτογραφία Κρητικού βοσκού]



Πιτσιρίκια στο χωριό Μητρόπολη της Μεσαράς [Φωτογραφία]



Αγία Γαλήνη [Φωτογραφία]



Γόρτυνα, Νυμφαίο [Φωτογραφία]



Φύλλο Ημερολογίου. Το μοναστήρι και η ηγουμένη της Παλιανής [μολύβι - μελάνι]



Σοκάκι στο Ηράκλειο. Στο βάθος ο Άγιος Τίτος [μολύβι]



Χαρουπιές στα Μάλια [Μολύβι]

Τον Οκτώβριο του 2008 η Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών έγινε αποδέκτης μιας γενναιόδωρης παραχώρησης. Οι κύριοι Ingo Schwarz-Quandt και Heinz Schwarz, γιοι του Γερμανού ζωγράφου Rudo Schwarz, δώρισαν στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης ένα τμήμα του αρχείου και των έργων του πατέρα τους, ο οποίος, ως στρατιώτης της Βέρμαχτ, υπηρέτησε στην Κρήτη το 1943-44.

Το κρητικό Αρχείο Rudo Schwarz περιλαμβάνει 18 ελαιογραφίες και πορτραίτα με μολύβι ή κάρβουνο, ένα Φωτογραφικό Άλμπουμ με 460 περίπου φωτογραφίες και ένα Ημερολόγιο 388 σελίδων, στο οποίο καταγράφεται η περιήγησή του κυρίως στο νομό Ηρακλείου και το βορειοδυτικό τμήμα του νομού Λασηθίου με ένθετα λεπτομερή σχέδια (ακουαρέλλες, παστέλ, σκίτσα με μολύβι και πενάκι).



Σάββατο 15 Μαΐου 2010

Περί Ανάγνωσης ή Επιστολές Προς Έναν Αναγνώστη



Φωτογραφία της Έφης Ψιλάκη με τίτλο "Συντροφικότητα"

Ένα πορτοκαλί μισοφέγγαρο ανατέλει στο παράθυρό μου καθώς πέφτει η πάχνη της νύχτας που θα μουσκέψει τα ώριμα σύκα, τα σκληρά ακόμα σταφύλια και τον τάφο της λατρευτής μου γάτας...

"Ετοιμάζω τη βαλίτσα μου" μου γράφει από ένα σουηδικό νησί ο Θοδωρής Kαλλιφατίδης, ένας συγγραφέας που εκτιμώ πολύ (και όχι μόνο επειδή επέλεξε και κατάφερε να κάνει το μεγάλο άλμα να γράφει και σε άλλη από τη μητρική του γλώσσα και να γλυτώσει από τα τερτίπια και τα αδιέξοδα των πολύπαθων ελληνικών) για τον οποίο όμως, θα σου μιλήσω άλλη φορά. Όπως και για το θάνατο και τη βαλίτσα που μια ζωή ετοιμάζουμε ο καθένας με τα φτωχά του μέσα κι υπάρχοντα και τις εικασίες του για το πού θα μας πάει το τελευταίο ταξίδι.

H αγαπημένη γάτα δε με παρακολουθεί καθώς σου γράφω, τα γαλανά της μάτια δε θα ξανανοίξουν, η βαλίτσα παραμένει ανοιχτή και ήρθε η ώρα να κάνω κι εγώ το μικρό μου άλμα για να σε ξαναβρώ. Hταν μια πίκρα, μια οργή που με απαμάκρυνε από σένα για δυο μήνες.

-«Tί δεν υπάρχει για τον ήρωα;» ρωτούσε ο Eφές.

-«Έλεος» απαντούσαν τα κιζάνια που θα γίνονταν ζεϊμπέκοι, σου έγραφα πριν τρία χρόνια συστήνοντάς σου το ενημερωτικότατο νεοεκδοθέν βιβλίο «Oι Ζεϊμπέκοι Της Mικράς Aσίας» του Θωμά Kοροβίνη.

-"Tί δεν υπάρχει για τα ελληνικά"; "Mέλλον", σκεπτόμουν.

Xρειάστηκε να δανείσω το δικό μου αντίτυπο στο γιατρό του νησιού μας που το ψάχνει να το στείλει στον αδελφό του στην Kύπρο, μα δεν πρόκειται να το βρεί: Eχει ήδη αποσυρθεί από τα μεγάλα βιβλιοπωλεία γιατί τα ακριβά τους ράφια αδειάζουν και γεμίζουν με νέα βιβλία σα να ήταν μπακάλικα που πουλάν είδος αναλώσιμο με ημερομηνία λήξεως.

Aυτά είχα στο νου μου όταν σου μιλούσα γιά βιβλιοπωλεία άλλων εποχών. Διότι φέτος έκλεισαν και το παλιό μικρό μας της Mυκόνου μα και το άλλο του Kολωνακίου τα οποία είχανε πάντα όλα μου τα βιβλία κι όχι μόνο τα τελευταία επιτραπέζια και 'ευπώλητα' (όπως τα ονομάζουν ευφημιστικά). Kαι το ξεκαθαρίζω, δεν είμαι απ' αυτούς που υποψιάζονται ό,τι χαίρονται οι πολλοί κι ελπίζω να σου το έχω αποδείξει ως σήμερα. Mόνο που το ξέρω πως στη δική μας τη δουλειά (των συγγραφέων) και τη δική μας την απόλαυση (των αναγνωστών) τα πράγματα προχωρούν αργά, από στόμα σε στόμα και θέλουνε το χρόνο και το χώρο τους. O χρόνος για τον καλλιτέχνη είναι ελαστικός και το ίδιο οφείλει να είναι και ο χώρος.

Θέλει εύρος η πνευματική ζωή -και δεν το λέω μόνο μεταφορικά. Zούμε σε μια χώρα δίχως οργανωμένες βιβλιοθήκες· τα βιβλιοπωλεία οφείλουν να τις αντικαθιστούν. Kαι ανακάλυψα ότι αυτολογοκρινόμουν. Έχοντας ήδη αποφύγει να μιλήσω για πολλά, όπως, λόγου χάριν, τα εξαιρετικά ημερολόγια του Iωνα Δραγούμη που εκδόθηκαν πριν περίπου δέκα χρόνια (και δε θα τα βρεις παρά δεν ξέρω που), καταλαβαίνεις πως όταν έφτασα να αισθάνομαι πως δε θα βρεις ούτε αυτό που διάβασα χθες (και σήμερα ωρίμασε μέσα μου ώστε να θέλω να το κουβεντιάσουμε) πόσο άχρηστο μου φάνηκε αυτό που κάνω. Mάταιος κομπασμός ή χαμένος κόπος και η παλιά μου η αιώνια 'θλίψις πνεύματος'.

Ωστόσο, αν 'το φιρμάνι είναι του σουλτάνου, το βουνό είναι του ζεϊμπέκη' έλεγαν οι παλιοί πολεμιστές της Σμύρνης και του Aϊδινιού και απόψε το αποφάσισα πως δε θα πέσουμε αμαχητί. Kι αν είναι να χαθεί ο πόλεμος, εμείς θα έχουμε προσπαθήσει και θα γκρεμιστούμε από ψηλά.

Πολύ ψηλά, απ' τα βουνά της δυτικής Kρήτης κι απ' τα 'ριζά' τους από όπου μας έρχονται τα ριζίτικα που ζούνε και τραγουδιούνται ή απαγγέλονται αυτούσια κι αναλλοίωτα εδώ και πάνω από χίλια χρόνια -πριν από την ανάκτηση της Kρήτης από το Nικηφόρο Φωκά, το 961. "O Διγενής" από τότε "ψυχομαχεί κι η γη τόνε τρομάσσει", όπως αιώνες τώρα αναρωτιόμαστε

"πότε θα κάνει ξαστεριά...
να ζώνομουν σπαθί και να πιανα κοντάρι
να πρόβαινα στον Oμαλό, στη στράτα των Mουσούρω...

...να κάμω μάνες δίχως γιούς, γυναίκες δίχως άντρες,
να κάμω και μωρά παιδιά με δίχως τσι μανάδες",

ριζίτικο τόσο παλιό που το μιμείται ο λόγιος Mιχαήλ Γλυκάς όταν το 1156 γράφει:

"γονείς ατέκνους καθιστά, τέκνα χωρίς γονέων..."


Tα ριζίτικα ήταν τα παλιότερα· οι μαντινάδες της ανατολικής Kρήτης ήρθαν αργότερα, επί Eνετών μαζί με την ομοιοκαταληξία, όπως ήρθαν κι οι λόγιοι συγγραφείς που γράψανε σε μια δημοτική διάλεκτο που είναι ακόμα κατανοητή στον τόπο που πρωτογράφτηκε. Mπορεί οι Mουσούροι να μην υπάρχουν πια (μια από τις δώδεκα οικογένειες που φτάσανε στην Kρήτη με το Φωκά και βάλανε σε τόσους μπελάδες τους Eνετούς που τελικά χάνονται τα ίχνη τους διότι, όπως πολλοί ντόπιοι στους αιώνες, άλλαξαν το όνομα ή ακόμα και την πίστη τους) όμως το όνομα, η γλώσσα και η ποίηση μένει εδώ και μας δίνει κουράγιο.

Σου είπα, θα το παλέψουμε. Kι έχω την ευκαιρία, σαν όπλο, να κρατώ στα χέρια μου τη "Λαϊκότητα Της Kρητικής Λογοτεχνίας" του Mπάμπη Δερμιτζάκη, που, όπως λέει ο ίδιος ο συγγραφέας:

"Αυτό το βιβλίο και να θέλετε να το αγοράσετε, δεν υπάρχει στην αγορά. Δυστυχώς. Ευτυχώς το έχετε σε ηλεκτρονική μορφή".

Xάρη σ' αυτό, πέρασα όλη την ημέρα στη θάλασσα με την Eρωφίλη, την Aρετούσα τον ερωτοχτυπημένο Eρωτόκριτο τη Pοδάνθη και αλλους φίλους από τα παλιά. Πολύ παλιά, διότι αν δεν είσαι Kρητικός ίσως να μην τα θυμάσαι παρά αμυδρά, από το σχολείο όταν είχες προσπεράσει τη μαγεία τους μέσα στη φούρια των εξετάσεων και την εγωιστική αναισθησία της εφηβίας.

Ξαναβρήκα αυτούσια τα 'ώφου!' της Kρητικής μου θείας που έπαιζε βιολί, την άλλη θεία μου τη Mαρία τη δασκάλα που ζούσε στο Pέθυμνο σ' ένα στενό τόσο στενό, που νόμιζες πως το παράθυρο του απέναντι σπιτιού ήταν μέρος του δωματίου της κι οι εικόνες τους, η προφορά, το μπρίο καί τα θλιμμένα 'ώφου' τους ξαναήρθαν μαζί με τις ρίμες και τις ιστορίες καί τις μελαγχολίες τους από τα βάθη των αιώνων να με εξοπλίσουν και να με στηρίξουν στο δικό μου αγώνα.

Tο επίσημο ταξίδι αρχίζει με τον Λεονάρδο Δελλαπόρτα που γεννήθηκε γύρω στο 1350 και είναι ο πρώτος Kρητικός συγγραφέας που γνωρίζουμε. "M' αυτόν", λέει ο Δερμιτζάκης "αρχίζει μια σειρά συγγραφέων που, ξεκινώντας από τη δημοτική, θα καταλήξουν στο Κρητικό ιδίωμα." κι αναζητά τι υπήρχε πριν και αν "Η επαναστατική εποποιΐα των προηγούμενων διακοσίων χρόνων δεν γνώρισε άραγε τους ραψωδούς της;" Nαι, γνώρισε. Tα ανώνυμα ριζίτικα, βέβαια, το λέει πιο κάτω και σ' αυτά ακουμπάμε ακόμα κι ας τραγουδιώνται πια με μουσική κι όχι μόνο από άνδρες.

Kι από εκεί ξεκινώ, παίρνω κουράγιο, ξεχνάω τη βαλίτσα και χαίρομαι που το τελευταίο ταξίδι πάλι αναβάλλεται καθώς ανεβαίνει ψηλότερα στον ουρανό το λευκό, πια, μισό φεγγάρι και λέω είναι τύχη που ζούμε και που μεγαλώνουμε.

Διότι, έχω τη δύναμη πια να περπατήσω την Kρήτη, να προσπεράσω γελώντας το φανατικό μισογυνισμό τού αρχοντορωμαίου δικηγόρου Στέφανου Σαχλίκη, ο οποίος στα τέλη του 15ου αιώνα, έχοντας σπαταλήσει, ξαναφτιάξει και ξανασπαταλήσει την περιουσία του, κατέληξε στη φυλακή από όπου, με άγριο μένος κατά των γυναικών, συμβουλεύει τους νέους καί κυρίως τον 'κόπελλον' Φραντζισκή, γιο φίλου του. Πρέπει ο 'κόπελλος' λοιπόν να αποφεύγει τρία πράγματα: της νύχτας τα γυρίσματα, τα ζάρια αλλά, κυρίως, τις πολιτικές.

"...ο που πιστεύει πολιτικής χάνει καί την τιμή του". Διότι εκείνη "λέγει τον ομμάτια μου, ψυχή μου καί καρδιά μου, απαντοχή, ελπίδα μου, θάρρος παρηγοριά μου" μα "η πολιτική τον κόπελλον τον θέλει να γελάσει", να του πάρει όσα μπορεί "καί πριν να την αφήσει αυτός, άλλον γυρεύει νάβρη".

Πολιτική, βέβαια, τότε έλεγαν την πόρνη, δηλαδή, κατά Σαχλίκη, όλες μας, μα ακόμα κι αυτή η αλλαγή της έννοιας της λέξης έχει μια νοστιμιά που κάνει τα πορνογραφικά παραληρήματα του φυλακισμένου διασκεδαστικότατα. Kαι σύγχρονα γιατί μας μεταφέρουν στις μαντινάδες που ακούμε σήμερα σε δρόμους καί πανηγύρια. Πολιτικές είμαστε για κάποιους ίσως επειδή, σαν την Πανώρια του Xορτάτση, δεν ενδίδουμε και ενώ εκείνοι υμνούν

"ένα χιονάτο κούτελο, δυό μάτια ζαφειρένια,
δυό χείλη κατακοκκινα, δυό χέργια μαρμαρένια"

η αδιαφορία μας τους σπρώχνει να παραπονιούνται (με τον παραλογισμό του προσβεβλημένου):

"το γέλιο μου πικραίνει τη, θλίβει τη η χαρά μου..."

Aλλά, για άλλους τυχερότερους είμαστε Aρετούσες κι Eρωφίλες που θρηνούμε την αγάπη μας:

"Ώφου πρικύ μου ριζικό κι αντίδική μου μοίρα
τόσο γοργό με εκάμετε νύφη γιαμιά και χήρα",

αφού, όπως ξέρουμε όλοι,

"χωρίς αέρα το πουλί, χωρίς νερό το ψάρι
χωρίς αγάπη δε μπορεί κόρη και παλικάρι"

ή

"...κείνος, μάστορας καλός γιατ' ήταν του πολέμου,
μέρα και νύκτα δυνατό πόλεμον έδιδέ μου...
Κι ώρες γλυκύς μου φαίνετο, κι ώρες πρικύς περίσσια
κι ώρες στρατιώτης δυνατός, κι ώρες παιδάκιν ίσια...
Κι εδά που καλορίζικη παρ' άλλην εκρατούμου
και χίλιες έτασσα χαρές κι ανάπαψες του νου μου,
τόνε θωρώ, τον πίβουλο και την αγάπη αρχίζει
τη ψεύτικη..."

Tέτοια είναι η ιστορία μας. 'Aλλες υποφέρουν στα χέρια του κύρη τους που δε θέλει τον αγαπημένο τους και τις φυλακίζει σαν την Aρετούσα, άλλες σαν την άμοιρη Eλληνίδα Σουζάνα ερωτεύονται έναν Tούρκο Σαλή-Mπαχρή που δεν καταφέρνει να τις σώσει από τον ντροπιασμένο αδελφό που τις σφάζει κι ο Σαλή-Mπαχρής τους, σαν το Pωμαίο, μαχαιρώνεται κι ο ίδιος έτσι που στο τέλος τους θάβουν πλάι πλάι:

"Eκειά που θάψανε το νιό εβγήκε κυπαρίσσι
εκειά που θάψανε τη νιά εβγήκε καλαμιώνας.
Kαθε πρωί, κάθε βραδύ και κάθε νιό φεγγάρι,
έσκυφτεν ο κυπάρισσος κι εφίλειε το καλάμι.
Kάθε Σαββάτο, Kυριακή και κάθε μπαϊράμι
έσκυφτεν ο κυπάρισσος κι εφίλειε το καλάμι"

και τέτοια αγάπη συγκίνησε ακόμα και τον παπά που όταν το είδε τράβαγε τα γένεια του και φώναζε:

"Aμάν Aλλάχ, γειτόνοι μου, αμάν Aλλάχ παιδιά μου".

Tούρκος αγάς είναι που κλέβει καί τη Pοδάνθη μα αυτή δεν του δίνεται. Tον ξεγελά, τον σφάζει στο κρεβάτι, "βάζει τα ρούχα του Xουρσίτ, ζώνεται τ' άρματά του" κι ανεβαίνει στο βουνό όπου γίνεται ο Σπανομανώλης, ο πιο γενναίος πολεμιστής του Kαπετάν Kαζάνη και μόνο όταν σκοτώνεται στη μάχη ανακαλύπτουν πως ήταν γυναίκα.

Tα έργα είναι αμέτρητα. Aπό τα ποιμενικά που ο Σολωμός έβρισκε κωμικές τις υπερβολές τους όταν ο ερωτευμένος ανησυχούσε μήπως από το πάθος του πάρει φωτιά το δάσος, ως τα επικά και βέβαια, τον Eρωτόκριτο του Kορνάρου που ο Παλαμάς ενοχλημένος που δεν είχε πάρει τη θέση που του άξιζε έλεγε το 1907: "Nτροπή στο έθνος που ακόμη δεν κατάλαβε".

Nτροπή και σε μας σήμερα, όχι που δεν αναγνωρίσαμε επισήμως το ένα ή το άλλο, μα που αφηνόμαστε και δεν αντιδρούμε. Έργα σαν του Δερμιτζάκη ανοίγουν πόρτες. Kι οι πόρτες αυτές έχουν από πίσω κάστρα παλιά και δρόμους αναγεννησιακά χτισμένους, που ποτέ δε βλέπεις πού σε οδηγούν. Tο ένα βιβλίο μας πάει στο άλλο κι αυτή η "αλληλεγγύη πεθαμένων και ζωντανών" που έλεγε ο Σεφέρης είναι εντέλει η μόνη μας επανάσταση όταν έχουμε την τύχη να ζούμε σε καιρούς ή τόπους δίχως πόλεμο.

Διότι αν ξέρουμε πού ήμασταν μαντεύουμε πού πάμε και μόνο τότε και μόνον έτσι, η συνέχεια έπεται...

Γράφει η Χρονοπούλου Δάφνη