Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010

Παραδοσιακό... του παντρέματος



Η μάνα μου με πολεμά γυναίκα να μου δώση,
Και τον παπά εκάλεσε να μάσε στεφανώση.
Μιαν όμορφη μιάν νόστιμη εις ούλαν τση τα κάλλη,
‘Σ τη γειτονειά μου κοπελιά δεν ήτον τέθοια άλλη.
Κι’ όντεν μου τη βλογούσανε καλόγνωμη μου φάνη,
Δε μου μιλεί κ’εθάρρεψα την ταπεινή μου κάνει.
Κ’εγώ την εμπιστεύτηκα νοικοκερά ‘ς το στάρι
Κ’εκείνη μου το ξόδιασε και το’φαε ‘ς το ψάρι.
‘Ρωτώ τηνε αν έβγαλε στάρ’απ’την κοφινίδα
Κ’εκείνη μ’αποκρίνεται, «Καθόλου δεν το είδα».
‘Ρωτώ τηνε τι γείνηκε το λάδι και δεν έχει;
Κ’εκείνη μ’αποκρίνεται καθόλου δεν κατέχει.
Με μάνιτα τήνε ρωτώ τι γείνη το κριθάρι
Και η περυσινή φακή απού ’χα ‘ς το πιθάρι;
Και το κρασ’ απού το βουτσί, το ξείδ’ απ’ τη λαήνα
Κι’ απού τη μπότσα τη ρακή, τι τά ’καμες κ’εκείνα;
Τα χοντροκούκκια και τσ’εληαίς πού’χα ‘πού τον κουμπάρο,
Για πέ μου τίνος τά’δωκες να πάω να τα πάρω;
Τη γλίνα και το βότυρο τσ’εληαίς τσή τσακισμέναις,
Τσή πιπεριαίς πού’χα τουρσί, τίνος τσή’χεις δοσμέναις;
Και το μπαμπάκι τ’άκλωστο και τ’άλλο το κλωσμένο,
Λινάρι πού’χα άστριφτο και τ’άλλο το στριμμένο,
Μαλλιά ξασμένα μιάν οκκά, ομορφοχτενισμένα
Για πέ μου ίντα τά’καμες; Τίνος τά’χεις δοσμένα;
‘Ρωτώ τηνε τι τά ’καμε κ’εκείνη μου θυμόνει
και κάνει μου την ταμπεινή ογιά να με βουλονη.
Δεν έχασα κ’εγώ καιρό και πιάνω ‘να στελιάρι
Και τάκα ξύλο ‘ς τα πλευρά, ώστε να μαϊνάρη.
Έφαε ξύλο περισσό κ’εχόρτασε τ’ασκίν τση
Κ’ είπέ μου τα μαρτύριαν τση που να κα’ η ψυχήν τση.
-Το στάρι άντρα μού’στειλα ‘ς του μυλωνά τη νύχτα
Και τ’άλεσε και το ’καμε αλεύρ’ απού δεν είχα.
Κι’ άλλό ‘φαγα κι’ αλλό ‘δωκα πού ’ρχεται ένας κι’ άλλος.
Κι’ άλλό ‘χυσα του χοίρου μου για να γενή μεγάλος.
Το λάδι πάλι το’βανα ‘ς το λύχνο το μεγάλο
Κ’εκείνος το κατάλυσε, τ’αμμάθια θα του βγάλω.
-Το στάρι λές πώς το’δωκες πού’ρχεται ένας κι’ άλλος
Και πώς το λάδι το ’φαε ο λύχνος ο μεγάλος,
Μα το κρασί απ’το βουτσί το ξείδ’ απ ’ τη λαήνα
Κι’απού την μπότσα τη ρακή, τι τά ‘καμες εκείνα;
-Άντρα μου, πόνος μ’έπιασε κ’ένας θεός το ξέρει
Για να τελιώσω ήμουνε μα συ δεν το πιστεύγεις-.
Κ’ήρθ’η κεραγειτόνισσα δεν είχα τι τσή κάμω-
Και μου ’καμ’ ένα γιατρικό, που ‘μουνε ν’ αποθάνω.
Και το κρασί μου το’βραζε μαζί με το κριθάρι
Και το’θετε ‘ς τον πόνο μου αντίς ογιά λινάρι.
Τσή πιπεριαίς μου τσή ‘βανε για γιατρικό μεγάλο
Κι’απού την μπότσα τη ρακή, δεν είχα ίντα κάμω.
-Και το μπαμπάκι τ’άβγαρτο και τ’άλλο το βγαρμένο
Πώς δε μου λές τι το’καμες; Τίνος το’χεις δοσμένο;

Αναδημοσίευση από τον Κίσσαμο

Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

Το Μουσείο της Ελιάς



Η Ελλάδα είναι σπαρμένη με ελαιώνες. To Λιόδενδρο, η "παιδοτρόφος ελαία" κατά Σοφοκλή είναι πρωταγωνιστής της ελληνικής φύσης και ιστορίας, όπως το ελαιόλαδο είναι πρωταγωνιστής της ελληνικής διατροφής.

Αυτοφυές δέντρο (αγριελιά) πρωτοεμφανίστηκε στην ανατολική Mεσόγειο, αλλά ήταν στην Ελλάδα όπου καλλιεργήθηκε για πρώτη φορά. Έκτοτε, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, η παρουσία της ελιάς στον ελληνικό χώρο υπήρξε αδιάλειπτη και άρρηκτα συνυφασμένη με τις παραδόσεις και την κουλτούρα του λαού.

Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση η Ελαϊς, κόρη του Ανίου και της Δωρίππης, ήταν προστάτιδα του ελαιόλαδου. Οι αδελφές της ήταν η Οινώ, που προστάτευε την άμπελο και η Σπερμώ, που προστάτευε το σιτάρι. Λάδι, κρασί και σιτάρι, τα τρία πολύτιμα προϊόντα της ελληνικής γης.



Η ελιά, όπως μαρτυρά η εύρεση φυτικών απολιθωμάτων φύλλων ηλικίας 50.000 - 60.000 χρόνων στα ηφαιστειογενή πετρώματα της Σαντορίνης, ήταν ανέκαθεν στοιχείο της χώρας. H συστηματική καλλιέργειά της είχε ήδη αρχίσει από τις προϊστορικές εποχές του Λίθου και του Χαλκού.

Έρευνες και ευρήματα (πιθάρια, καταγραφές σε πινακίδες, απομεινάρια ελαιοτριβείων) μαρτυρούν ότι οι η παραγωγή ελαιόλαδου κατείχε εξέχουσα θέση στην κοινωνία και οικονομία των Μινωιτών και Μυκηναίων. Ήδη από τα μινωικά χρόνια γινόταν επεξεργασία του καρπού της ελιάς και παραγόταν λάδι που αποθηκευόταν σε πήλινους πίθους και αμφορείς και συχνά εξάγονταν στα νησιά του Αιγαίου και την κεντρική Ελλάδα. Πέρα όμως από τα οικονομικά οφέλη, το δέντρο της ελιάς λατρευόταν ως ιερό και το λάδι εκτός από προσφορά στους Θεούς και στους νεκρούς χρησίμευε ακόμα στην παραγωγή αρωμάτων, στην ιατρική και στην καθημερινή ζωή ως προϊόν βασικό για τη διατροφή, το φωτισμό και τη θέρμανση.



Το λάδι είχε και άμεση σχέση με τις αθλητικές δραστηριότητες. Οι αθλητές των αρχαίων αγώνων είχαν τη συνήθεια να αλείφουν το σώμα τους με λάδι πριν από την άσκηση στα γυμναστήρια για να διατηρήσουν την ελαστικότητα των μυών τους. Το έπαθλο για τους Ολυμπιονίκες ήταν ένα στεφάνι από αγριελιά, ο κότινος. Ποικίλες ήταν όμως και οι θεραπευτικές χρήσεις του λαδιού με τον ιπποκράτειο κώδικα της ιατρικής να αναφέρει περίπου 60 φαρμακευτικές χρήσεις της ελιάς για τη θεραπεία ασθενειών και παθήσεων. Σύμβολο ιερό, το λάδι χρησιμοποιούνταν και για θρησκευτικούς σκοπούς σε διάφορες λατρευτικές εκδηλώσεις. Με λάδι έκαναν οι αρχαίοι Έλληνες σπονδές στους βωμούς, άλειφαν επιτύμβιες στήλες και ιερές πέτρες.



Η αρχαία χρήση του λαδιού στην ταφική τελετουργία έχει διατηρηθεί και στη χριστιανική θρησκεία. Το ελαιόλαδο έχει σφραγίσει τις ελληνικές παραδόσεις με τις οποίες είναι άρρηκτα συνυφασμένο. Ιερό σύμβολο του κύκλου της ζωής χρησιμοποιείται σε όλες τις σημαντικές στιγμές και τελετουργίες, γέννηση, βάπτιση, γάμο και θάνατο. Για τους ορθόδοξους χριστιανούς, το λάδι, όπως και το σιτάρι και το κρασί, έχει τη σημασία θρησκευτικού αγαθού καθώς είναι συνδεδεμένο με τα μυστήρια του Xρίσματος και του Eυχέλαιου. Το αγιασμένο από την εκκλησία λάδι θεωρείται από τους πιστούς φυλαχτό και βοήθεια για κάθε δύσκολη στιγμή. Σύμφωνα με μια άλλη ελληνική παράδοση, τα "λαδαδέλφια", άτομα δηλαδή που έχουν δεχθεί το λάδι της βάπτισης από τον ίδιο νονό, δεν επιτρέπεται να παντρευτούν.

Ανεπηρέαστη όμως από την ισχυρή παρουσία της ελιάς στον ελληνικό χώρο δεν έμεινε ούτε η τέχνη. Η παραδοσιακή εικόνα των ανθρώπων της υπαίθρου που προσεύχονται για καλή συγκομιδή και συγκεντρώνονται στους ελαιώνες για το λιομάζωμα έχει αποτελέσει θέμα λογοτεχνικών έργων, ζωγραφικής και λαογραφικών αντικειμένων.

Δένδρο ιερό, πολύτιμο και αγαπημένο η ελιά έχει σημαδέψει τον ελληνικό πολιτισμό.



Οπως μαρτυρούν τα αρχαιολογικά δεδομένα αλλά και οι ιστορικές πηγές, η ιστορία της Κρήτης είναι στενά συνδεδεμένη με το δέντρο της ελιάς και με το βασικό προϊόν της, το λάδι. Ήδη από τα μινωικά χρόνια, όπως έχει αποδειχθεί από τα αρχαιολογικά ευρήματα της Κνωσού, γινόταν επεξεργασία του καρπού της ελιάς και παραγόταν λάδι που αποθηκευόταν σε πήλινους πίθους και αμφορείς και συχνά εξάγονταν στα νησιά του Αιγαίου και την κεντρική Ελλάδα. Πέρα όμως από τα οικονομικά οφέλη, το δέντρο της ελιάς λατρευόταν ως ιερό και το λάδι εκτός από προσφορά στους Θεούς και στους νεκρούς χρησίμευε ακόμα στην ιατρική, στον αθλητισμό και στην καθημερινή ζωή ως προϊόν βασικό για τη διατροφή, το φωτισμό και τη θέρμανση. Έτσι το δέντρο της ελιάς και ο ευλογημένος καρπός του από το παρελθόν και ως σήμερα εξακολουθούν να είναι σύμβολα της γνώσης της ειρήνης, της υγείας και της δύναμης. Τα τελευταία χρόνια η διεθνής ιατρική και διαιτολογία συστήνουν το ελαιόλαδο ως απαραίτητο προϊόν διατροφής για την εξασφάλιση υγείας και μακροζωίας. Η Κρήτη με το μεσογειακό της κλίμα ευνοεί την ανάπτυξη της ελιάς που φύεται τόσο σε πεδινές όσο και σε ορεινές περιοχές και καρποφορεί το χειμώνα. Στο νησί υπάρχουν εκατομμύρια ελαιόδεντρα και χιλιάδες οικογένειες βασίζουν την οικονομική τους ζωή στην καλλιέργειά τους. Το κλίμα και η σύσταση του εδάφους της Κρήτης εξασφαλίζουν το φίνο άρωμα και την υπέροχη γεύση του κρητικού ελαιολάδου, καθιστώντας το προϊόν υψηλής ποιότητος με διεθνή αναγνώριση.



Ο νομός Ρεθύμνης είναι κατάφυτος από ελιές και η παραγωγή ελαιολάδου αποτελεί μια από τις βασικές ασχολίες των κατοίκων. Τα είδη που καλλιεργούνται είναι κυρίως χοντρολιές, κορωνέικες και λιγότερες τσουνάτες. Από τα δέντρα αυτά παράγεται εκλεκτής ποιότητος ελαιόλαδο καθώς βρώσιμες ελιές εξαιρετικής ποιότητος. Ο περίφημος ελαιώνας της περιοχής Άδελε στο Δήμο Αρκαδίου, σε μια τεράστια πεδινή και ημιορεινή έκταση, θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους της Μεσογείου.



Τη μακροχρόνια και στενή σχέση της περιοχής αυτής αλλά και ολόκληρου του Ρεθύμνου και της Κρήτης με την ελιά και το λάδι αντανακλά η οργάνωση του Μουσείου της Ελιάς στα Καψαλιανά. Πρόκειται για ένα οικισμό που αποτελούσε μετόχι της Ι. Μ. Αρκαδίου. Εκεί βρισκόταν ο ελαιόμυλος του μοναστηριού που μαζί με άλλα κτίσματα οικοδομήθηκε στο τέλος του 16ου και στις αρχές του 17ου αι. Ο οικισμός είναι διατηρητέος και σήμερα έχει αναστηλωθεί και συντηρηθεί σχεδόν εξολοκλήρου.



To Eλληνικό Mουσείο της Ελιάς στα Καψαλιανά Ρεθύμνου Κρήτης, στεγάζεται στους αναστηλωμένους χώρους του ελαιόμυλου της μονής Αρκαδίου, που οικοδομήθηκε το 1763 από τον ηγούμενο Φιλάρετο. Βρίσκεται στο κέντρο ενός οικιστικού συνόλου χαρακτηρισμένου “υψηλής πολιτιστικής αξίας” και του ιστορικού ελαιώνα του. Την επιστημονική επιμέλεια του Μουσείου έχει το Κέντρο Λαογραφίας. Το κτηριακό συγκρότημα, που αποτελεί έκθεμα το ίδιο, περιλαμβάνει το Κελί του μοναχού-οικονόμου, τον χώρο παραγωγής του 1763 που παρέμεινε σε λειτουργία ως τις αρχές του 20ού αιώνα καθώς και τον φρουριακό χώρο αποθήκευσης. Το Μουσείο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του τόπου και στην πολιτιστική κληρονομιά της ελιάς και του ελαιολάδου.

Πηγή: Tσούμπας Γιώργος

Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010

O Νεραϊδόσπηλιος



Πηγαίνοντας στο Νεραϊδόσπηλιο, στους Αστρακούς Πεδιάδος, είχε ξυπνήσει μέσα μου μια μικρή, πολύ μικρή κρυφή ελπίδα, ότι θα δω επιτέλους τις Νεράιδες ή έστω απ' αυτές, ένα σημάδι τους, ας πούμε. Κι ότι θα εκπληρωθεί έτσι ένα παιδικό μου όνειρο, που μου είχε στοιχίσει πολλούς κόπους, ξενύχτια και περπάτημα στο παρελθόν। Μια ελπίδα σαν κι αυτή που έχουν όλοι οι μεγάλοι, που δεν έχουν σκοτώσει ακόμα το μικρό παιδί μέσα τους, ότι ο Άγιος Βασίλης θα ’ρθει αυτή την Πρωτοχρονιά και θα τους φέρει το δώρο τους. Ότι όλα αυτά τα ωραία και αγνά (παραμύθια;) που πιστέψαμε ως παιδιά, δε μπορεί να ’ναι ολότελα ψέματα. Κάπου πρέπει να υπάρχει μια δόση αλήθειας, ή έστω αληθοφάνειας.

"Ας ήταν να δω έστω και μια απ' αυτές" σκεφτόμουν, καθώς κατηφόριζα το μονοπάτι, "κι ας είναι μόνο για μια στιγμή, όσο διαρκεί ένα ανοιγόκλεισμα ματιών". Κι ας ήξερα ότι θα διαψευστώ για άλλη μια φορά, δε μπορούσα (ή μάλλον δεν ήθελα) να σκοτώσω αυτή τη μικρή ελπίδα μέσα μου. "Δε βαριέσαι" σκεφτόμουν, "έχω διαψευστεί και έχω απογοητευτεί τόσες φορές στο παρελθόν αναζητώντας τις, που μια φορά πάνω ή κάτω δεν έχει πια καμιά ιδιαίτερη σημασία".

Τις Νεράιδες αναζητούσα λοιπόν στο Νεραϊδόσπηλιο των Αστρακών, έναν απ’ τους πολλούς Νεραϊδόσπηλιους της Κρήτης και ένα από τα πολλά μέρη που αναφέρονται ως τόποι εμφάνισής τους.

Οι θυγατέρες του Νηρέα στην αρχαιότητα, οι νύμφες των νερών, μετονομάστηκαν σε Νεράιδες και με το όνομα αυτό πέρασαν στη Νεοελληνική λαϊκή μας παράδοση. Ο λαός μας τις θεωρεί ως γυναίκες εξαίρετου κάλλους και ομορφιάς, με μακριά μαλλιά, με κάτασπρη σάρκα που φεγγοβολά στο σκοτάδι και το διασπά, ντυμένες με άσπρο αραχνοΰφαντο πέπλο. Η όψη τους είναι γλυκιά, οι κινήσεις τους αέρινες και το τραγούδι κι ο χορός τους σαγηνεύουν τους ανθρώπους. Δεν είναι ορατές όμως απ’ όλους τους ανθρώπους, παρά μόνον απ' τους "αλαφροΐσκιωτους" και τους "Σαββατογεννημένους".

Ζουν κοντά στη φύση, ιδιαίτερα όμως τους αρέσουν τα μέρη με πολλά νερά, δροσιά, δέντρα και λουλούδια. Οι τόποι εμφάνισής τους σχετίζονται άμεσα με τους τόπους λατρείας των αρχαίων νυμφών, των Νηρηίδων, που γινόταν σε τρίστρατα, σε δισταύρια, σε σπηλιές, σε πηγές, σε ποτάμια ή κοντά στη θάλασσα. Αγαπούν ιδιαίτερα το χορό, τη μουσική και τα τραγούδια και είναι ιδιαίτερα προκλητικές την ώρα του χορού τους. Κυριολεκτικά, εκείνη την ώρα, μαγεύουν τους (τυχόν) περαστικούς, μαγνητίζοντας τα βλέμματα και το μυαλό τους.



Αυτά είναι σε γενικές γραμμές τα γενικά χαρακτηριστικά των Νεράιδων, όπως εξελίχθηκαν και διαμορφώθηκαν από την αρχαιότητα (Νηρηίδες) ως τις μέρες μας(Νεράιδες). Από ’κει και πέρα όμως, οι παραδόσεις και οι θρύλοι που σχετίζονται μ’ αυτές είναι τόσο πολλοί, με τόσες παραλλαγές από τόπο σε τόπο (καθώς η μυθοπλαστική φαντασία του λαού μας είναι τεράστια και δεν μπορεί ν’ αφήσει τίποτα στην τύχη, τίποτα να γίνει μόνο του), ώστε κάθε μέρος που αναφέρεται ως τόπος εμφάνισής τους να έχει τη δική του μοναδική, ξεχωριστή, διαφορετική ιστορία. Τη δική του ιδιαιτερότητα.

Ας αφήσουμε όμως το θρύλο του Νεραϊδόσπηλιου των Αστρακών να ξετυλιχθεί μπρος τα μάτια μας, μεταφέροντάς μας συγχρόνως σε μια άλλη εποχή, στην εποχή που "υπήρχαν" οι Νεράιδες και οι άνθρωποι (ιδίως οι άντρες), τις έβλεπαν, τις ερωτεύονταν ή τις φοβόταν κι ας προσπαθήσουμε μετά μαζί να καταλάβουμε γιατί σήμερα δεν υπάρχουν πια. Εξαφανίστηκαν όπως και τόσα άλλα είδη από τούτο τον πλανήτη ή εμείς χάσαμε τη δυνατότητα να τις βλέπουμε; Να "βλέπουμε" και "κάτι" παραπέρα από το τυπικό είδωλο που αποτυπώνεται στον αμφιβληστροειδή του ματιού μας;

Λέει λοιπόν ο θρύλος, όπως τον κατέγραψε ο Βασίλης Γ. Χαρωνίτης στο βιβλίο του "Η Κρήτη των Θρύλων" (τόμος Β') ότι στο Νεραϊδόσπηλιο των Αστρακών που βρίσκεται μέσα στο φαράγγι του Καρτερού, πήγαιναν οι Νεράιδες και χόρευαν.

Αυτή την υποβλητική σπηλιά, με τις πολλές πηγές, τα κρύα νερά, τα δέντρα και τα πλατάνια γύρω γύρω, που είναι κάπως αποκομμένη από τη γύρω περιοχή. εξαιτίας του ότι βρίσκεται μέσα στο φαράγγι, είχαν διαλέξει για τόπο τους οι Νεράιδες! Ώσπου μια νύχτα, ένας νέος, καλός λυράρης, άκουσε το τραγούδι τους και από περιέργεια μπήκε στη σπηλιά. Κι εκεί τις είδε! Οι Νεράιδες, με ξέπλεκα μαλλιά, πεπλοντυμένες, λουσμένες στο φως μιας αιώνιας άνοιξης, χόρευαν! Η λάμψη τους διασπούσε το σκοτάδι, το τραγούδι τους του χάιδευε τ’ αυτιά και τα μάτια του δεν χόρταιναν να βλέπουν τον "αέρινο" χορό τους.

Συνεπαρμένος απ’ όλα τούτα τα πρωτόγνωρα που ξετυλίγονταν μπροστά στα μάτια του, έπιασε χωρίς να το καταλάβει τη λύρα του και τις συνόδεψε στο χορό. Οι Νεράιδες ακολούθησαν το παίξιμό του και ξετρελάθηκε ο νέος από τα όσα γίνηκαν μπροστά του. Την αυγή, άμα χάθηκαν οι Νεράιδες, ο λυράρης δεν ήξερε αν έζησε ένα όνειρο ή αν πραγματικά συνόδεψε τις Νεράιδες στο χορό τους με τη λύρα του. Μα το επόμενο και το μεθεπόμενο βράδυ, οδηγημένος από κάποια αόρατη δύναμη, βρέθηκε πάλι στη σπηλιά και με τη λύρα του έπαιζε ασταμάτητα για τις Νεράιδες που χόρευαν. Σιγά σιγά, η ματιά του σταμάτησε πάνω σε μια απ’ αυτές και δεν χόρταινε να την κοιτάζει! Ήταν ερωτευμένος μαζί της!

Όταν το συνειδητοποίησε, πήγε σε μια γριά πολύξερη και ζήτησε τη βοήθειά της. Η γριά, αφού τον άκουσε με προσοχή, του είπε πως άμα πλησιάζει η ώρα να λαλήσουν οι πετεινοί (οπότε χάνονται οι Νεράιδες), ν’ αρπάξει από τα μαλλιά εκείνη που αγαπούσε και να μην την αφήσει με κανέναν τρόπο. Ήρθε το βράδυ και ο νέος πήρε τη λύρα του και πήγε στη σπηλιά, όπου άρχισε να παίζει όσο γλυκύτερα μπορούσε, χορευτικούς σκοπούς. Σε λίγο, παρουσιάστηκαν οι Νεράιδες και πιάστηκαν στο χορό.

Λίγο προτού λαλήσουν οι πετεινοί, ο νέος άφησε τη λύρα του και έκαμε όπως τον είχε συμβουλέψει η γριά. Η Νεράιδα αντιστάθηκε με λύσσα, αγρίεψε, έβαλε τις φωνές, μα τίποτα! Ο νέος την κρατούσε γερά! Άρχισε τότε να μεταμορφώνεται πότε σε σκύλο, πότε σε φωτιά, πότε σε φίδι, πότε σε καμήλα, αλλά ο λυράρης την κρατούσε γερά από τα μαλλιά και δεν την άφηνε. Ξαφνικά, λάλησαν οι πετεινοί κι οι άλλες Νεράιδες εξαφανίστηκαν. Τότε εκείνη που κρατούσε ο νέος ξανάγινε πανέμορφη, όπως ήταν πριν και τον ακολούθησε στο σπίτι του. Έζησε μαζί του ένα χρόνο, του γέννησε ένα γιο, αλλά τη μιλιά της δεν την άκουσε ποτέ!



Δυστυχισμένος καθώς ήταν ο νέος λυράρης με τη βουβαμάρα της Νεράιδας - γυναίκας του, μεταχειρίστηκε όλα τα μέσα για να την κάνει να μιλήσει, χωρίς αποτέλεσμα όμως. Ξαναπήγε λοιπόν στη γριά και της ζήτησε τη συμβουλή της. Εκείνη του ορμήνεψε να πυρώσει καλά το φούρνο κι ύστερα να πάρει το παιδί από τα χέρια της γυναίκας του, να κάνει πως θα το πετάξει μέσα στο φούρνο και να πει: "Δε μου μιλείς; Τότε ρίχνω κι εγώ το παιδί σου στο φούρνο". Ακολούθησε πιστά τη συμβουλή της, μα τη στιγμή που έκανε ότι θα έριχνε το παιδί στη φωτιά, η Νεράιδα χίμηξε πάνω του σέρνοντας φωνή: "Μη σκύλε το παιδί μου!". Του τ’ άρπαξε από τα χέρια και έγιναν άφαντοι, μάνα και παιδί μαζί.

Απελπισμένος τους αναζήτησε με φωνές, παρακάλια και κλάματα, αλλά μάταια. Η Νεράιδα - μάνα και το παιδί, δεν ξαναφάνηκαν πια. Πήγε λένε στις αδελφές της, αλλά αυτές δεν τη δέχτηκαν. Δεν της συχώρεσαν το ότι άφησε άνθρωπο και την άγγιξε και τη μόλυνε. Γι’ αυτό αναγκάστηκε και πήγε λίγο πιο πέρα σε μια βρύση που τη λένε Λούτρα. Εκεί τη βλέπουν δυο - τρεις φορές το χρόνο να κρατεί το παιδί στην αγκαλιά της και να κλαίει. Οι άλλες εξακολουθούν να χορεύουν και να τραγουδούν, χωρίς όμως να έχουν πια λύρα να τις συνοδεύει και χωρίς την αδελφή τους. Η Νεράιδα - μάνα κάθεται λυπημένη παραπέρα και κλαίει. Τα δάκρυά της πέφτουν πάνω στο νερό και το θολώνουν, γι’ αυτό τα νερά του Νεραϊδόσπηλιου εμφανίζονται θολά πότε - πότε.

Αυτά λοιπόν, λέει ο θρύλος. Γύρω από το Νεραϊδόσπηλιο των Αστρακών υπάρχουν πολλές πηγές και σχισμές από τις οποίες βγαίνει νερό, συνοδευόμενο από ένα ελαφρύ θόρυβο, κάτι σαν κλάμα. Και μετά από κάθε νεροποντή στη γύρω περιοχή, τα νερά των πηγών θολώνουν. Τούτα τα απλά φαινόμενα πυροδότησαν τη φαντασία του λαού μας και τον οδήγησαν στην κατασκευή του μύθου για τη Νεράιδα που κλαίει.

Φαινόμενα που παρατηρούνται και σήμερα. Γιατί και σήμερα τα "δάκρυα της Νεράιδας" εξακολουθούν να θολώνουν τα νερά του ποταμού. Τόσα χρόνια δε στερέψανε. Τρέχουν ακόμα απ' τα μάτια της. Μόνο που τα τελευταία χρόνια τρέχουν μερικές φορές, κυριολεκτικά "μαύρα δάκρυα". Και τα νερά του ποταμού δε θολώνουν απλά, αλλά παίρνουν ένα σκούρο καφέ ως μαύρο χρώμα, αναδίδοντας μια έντονη δυσοσμία. Όχι, δεν άλλαξε η χημική σύσταση των δακρύων της Νεράιδας. Για κατσίγαρο πρόκειται! Για κατσίγαρο που ρίχνουν (άθελα θέλω να πιστεύω), τα ελαιουργεία της περιοχής, ανεξέλεγκτα, σε κάποιους χώρους στην ευρύτερη περιοχή του Νεραϊδόσπηλιου, λερώνοντας έτσι τη φύση, τα υπόγεια νερά και την ψυχή μου (πιστεύω και τη δική σας, αγαπητοί αναγνώστες).

Τα πετρώματα της γύρω περιοχής, εξαιτίας της μεγάλης τους υδροπερατότητας δεν μπορούν να συγκρατήσουν μέσα τους τα νερά και να τα "φιλτράρουν", όπως κάνουν άλλου είδους πετρώματα, αλλά τα απελευθερώνουν άμεσα, οδηγώντας τα στις σπηλιές του Νεραϊδόσπηλιου, μέσα από "δρόμους" που έχει χαράξει εδώ και αιώνες με το αλάθευτο "χέρι" της η φύση.

Αυτά σχετικά με τα "δάκρυα" της Νεράιδας. Αλλά με τις ίδιες τις Νεράιδες τι γίνεται; Υπήρξαν ή όχι; Κι αν ναι, γιατί δεν τις βλέπουμε σήμερα; Γιατί εγώ, αν και Σαββατογεννημένος, δεν τις έχω δει ποτέ κι ας τις έχω αναζητήσει τόσο πολύ; Γιατί κατέληξα μάταιος αναζητητής τους, εγώ, που ούτε με τη φαντασία μου δεν μπορούσα να τις πλάσω, αφού τόσα πολλά είχα ακούσει γι' αυτές (ας όψεται η γιαγιά μου και οι άλλες γυναίκες της γειτονιάς του χωριού μου), για την εξωτική ομορφιά του χορού και της θωριάς τους, για την αιώνια νιότη τους και για τα βάσανα που περίμεναν οποιονδήποτε προσπαθούσε να τις κάνει "δικές του";

Μάταια τις αναζήτησα σε σπηλιές, σε ρεματιές (κυρίως), σε τρίστρατα, σε δισταύρια, σε πανσεληνόφωτες, φεγγαρόφωτες ή αφέγγαρες νύχτες, μεσάνυχτα, μεσημέρια, δειλινά και αυγές. Τίποτα, Νεράιδες πουθενά!

Ώσπου κατάλαβα! Κατάλαβα τη δυνατότητα που είχαν "τα μάτια" των παλιών αντρών που τις έβλεπαν (γιατί κυρίως οι άντρες είχαν αυτό το προνόμιο) και την αδυναμία των δικών μου. Ας όψεται η σεξουαλική απελευθέρωση, η χειραφέτηση της γυναίκας, οι φεμινίστριες, το πλησίασμα των δυο φύλων, η άρση του ενδυματολογικού καθωσπρεπισμού των περασμένων ετών και το ... πλυντήριο (κι αυτό άντρας το ανακάλυψε).



Πήγαιναν οι γυναίκες παλιά (που δεν υπήρχαν ούτε πλυντήρια ούτε σκάφες ούτε νερό στα σπίτια) να πλύνουν τα ρούχα στους ποταμούς, στα ρέματα και στα ρυάκια, ξεκινώντας πολύ πρωί, αξημέρωτα ακόμα και πολλές φορές έμεναν εκεί όλη μέρα, μέχρι το βράδυ, ακόμα κι όταν η νύχτα είχε αρκετά προχωρήσει. Άλλωστε είχαν να κάνουν τόσες δουλειές: να βράσουν νερό, να πλύνουν τα ρούχα, να τα ξεπλύνουν, να τα στραγγίξουν, να τα απλώσουν στον ήλιο να στεγνώσουν, να τα μαζέψουν και να φύγουν. Έβγαζαν τα "περιττά" ρούχα τους, μένοντας με τα εσώρουχα (μεσοφόρι) και μέσα στα νερά έπλεναν. Πολλές φορές, καθώς περίμεναν τα απλωμένα ρούχα να στεγνώσουν, εκμεταλλεύονταν την ευκαιρία για ένα μπάνιο στα καθαρά νερά του ποταμού.

Όλοι οι ποταμοί είχαν καθαρά νερά τότε κι ας μη ξεχνάμε ότι ο κόσμος δεν πήγαινε καλοκαιρινές διακοπές εκείνες τις εποχές. Περνούσαν λοιπόν (τυχαία;) οι καημένοι οι άντρες, μόνιμα "πεινασμένοι" για γυναικείο σώμα, χάδι, τρυφερότητα και ομορφιά, μονίμως ακόρεστοι, έβλεπαν αυτό το πρωτοφανές γι’ αυτούς θέαμα και έμεναν έκθαμβοι. Έβλεπαν τα απόκρυφα γυναικεία μέλη (χέρια, πόδια, καμιά φορά και κάτι παραπάνω), κάτασπρα, με τις σταγόνες του νερού να στραφταλίζουν στον ήλιο, τα μακριά μαλλιά ξέπλεκα και ... "έχαναν τη λαλιά τους" (αρκετές φορές και κυριολεκτικά).

Έτσι δημιούργησαν το μύθο σχετικά με τις Νεράιδες, για το χορό τους και την ομορφιά τους. Οι πιο πεζοί και συνάμα ρεαλιστές (οι "χορτάτοι";) το εκμεταλλεύονταν ανάλογα (οι "ματάκηδες" της εποχής). Οι άλλοι, οι πιο αλλοπαρμένοι και ίσως πιο "πεινασμένοι σεξουαλικά", έβλεπαν ... Νεράιδες! Έτσι δημιουργήθηκαν κατά τη γνώμη μου οι διάφοροι μύθοι σχετικά με τις Νεράιδες. Το στηρίζω ακόμη στο ότι κανείς δε μου διηγήθηκε ποτέ ότι τις είδε χειμώνα, με βροχή, με κρύο ή με χιόνι. Άνοιξη, καλοκαίρι και φθινόπωρο τις έβλεπαν. Επίσης δεν αναφέρονται σε Βόρειες χώρες, αλλά μόνο σε Μεσογειακές.

Και σήμερα δεν υπάρχουν Νεράιδες; Υπάρχουν, είναι η απάντηση. Μόνο που έχουν αλλάξει χώρο και χορό. Υπάρχουν στα μπαράκια, στα κέντρα, στα clubs, στις pubs, στις καφετέριες, στους δρόμους, στις πλατείες. Δίπλα μας είναι. Και δε χορεύουν πια στους ρυθμούς της λύρας, αλλά της τζαζ, της ροκ, της ποπ, της τέκνο, της ραπ, της χέβυ μέταλ μουσικής. Ενδυματολογικά, μοιάζουν πολύ με τις Νεράιδες, αλλά εκεί που σίγουρα τις ξεπερνούν είναι στο ότι εξακολουθούν να "παίρνουν" σε μεγαλύτερο βαθμό τα μυαλά και τη λαλιά εμάς των αντρών.

Αλήθεια, έχετε παρατηρήσει πόσο όμορφες είναι σχεδόν όλες οι κοπέλες τα τελευταία χρόνια;

Πηγή: "ΣΤΙΓΜΕΣ", το Κρητικό περιοδικό

Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

Αγιομονιώτισσα



Ο Αύγουστος επάτησε, η άκρα του χειμώνα, λέει ο λαός μας. Μα στα κρητικά χώματα είναι τριπλά τα καλοκαίρια και λιγοστός ο χειμώνας.Οι αυγουστιάτικες μέρες ολόζεστες ξημερώνουν και βραδιάζουν. Είναι οι μέρες της γλυκιάς νοσταλγίας με τα δεκαπεντίσματα, τις νηστείες για τη Λαμπρή του καλοκαιριού η γιορτή της μάνας Παναγίας και τις χαρές του γαλανού γιαλού μας.

Τα σοκάκια του χωριού μοιραζότανε τη χαρά της αθωότητας, είχανε πανεγύρι από τον γιαγερμό των αλαργοξορισμένων, μεθούσανε από τα μύρα των βασιλικών,μοσχοβολούσανε μυρωδιές νιοφούρνιστου φτάζυμου ψωμιού, μα και ξυνόχοντρου, που σε τάβλες, σε πινακωτές των φούρνων, σε τεψά και σε δίσκους ξεραίνανε στα χωματένια δώματα οι γυναίκες, για να πορέψουν τις μεγάλες φαμελιές τους, τις χειμωνιάτικες φαγώμερες.

Η τριανταπεντάχρονη Μαρία του Κωνσταντή, με τα μακρά κουρλιά, το είχε τάξιμο κάθε Δεκαπεντάρη να φορεί τα μαύρα και ήταν από κλωστής ντυμένη σαν καλογρά, γαλατερή κι όμορφη έμοιαζε με την Παναγία. Νήστευε Δευτέρες και τετραδοπάρασκα το λάδι, νήστευε ακόμα και τα τέσσερα μικρά κοπέλια της και τως επαράγγελνε:

-Να μη φάτε πουθενά πράμα ελεργιά και μαγαρίσετε.

Συντροφιαστή με τις σκουροφορεμένες γυναίκες της δικολογιάς και με τις γειτόνισσες βαστούσανε από τα σπίτια τους τα κεριά στο μοναστήρι να τα ανάψουν, δυο γράμματα της λειτρουγιάς ν’ ακούσουνε, να μερώσει ο νους τους.

Ο άντρας της ο Κωσταντής βαθιά θρήσκος κι εκείνος είχε μάθει από τους σοφούς γεροντήδες του χωριού να μηνολογιάζει. Εξέταζε τα παρατηρήματα τις έξε πρώτες μέρες του Αυγούστου και τις έξε ύστερες για να μαντέψει τον καιρό.Καλές βεντέμες ανέ ’ρθουνε ή δυστυχισμένες κακοχρονιές ανέν πλακώσουνε.

Με εκείνα, τα λίγα που γατέχανε, πορευόντανε, ήταν ευχαριστημένοι και δοξολογούσανε το Θεό. Σήμερα έχομε πολλά, θέμε και πιο πολλά και το θέλω τελειωμό δεν έχει και λίγοι είναι οι ευχαριστημένοι και ευτυχισμένοι.

Το γλυκό λάλος της καμπάνας νύχτα βαθιά καλούσε τους χωριανούς για το δεκαπεντίσματα.Ω! πόση μαγεία είχανε αυτές οι ταχινιάτικες λειτουργίες του Δεκαπεντάρη.Μέσα στο μισοσκόταδο της εκκλησιάς μονάχα με φως των καντηλιών και των κεριών φέγγανε οι ψαλτάδες να διαβάζουνε τα άγια χαρτιά, που ήτανε γεμάτα σταξίματα κεριού.

Σεμνά εδιάβαζε κι ο παπάς το ευαγγέλιο με το λίγο φως της λαμπάδας.Το γυναικομάνι βαθιά συγκινιόταν, σταυροκοπιόταν, έκανε μετάνοιες κι όταν ψάλλανε την παράκληση, πολλά τροπάρια που τα γατέχανε ξεστήθου,τα σιγοψάλλανε με βαθιά συγκίνηση και παρηγοριά αυτές οι αγνές ψυχές των χωριανών, που έβρισκαν ανακούφιση, παρηγοριά και καταφύγιο στα βάσανα της τυραννισμένης τους ζωής.

«Από των πολλών μου αμαρτιών, ασθενεί το σώμα και η ψυχή …προς σε καταφεύγω… και τα σπερνά με τα τροπάρια, Απόστολοι εκ περάτων» και τόσα άλλα χάριζαν ψυχική ανακούφιση στις αγνές ψυχές της αγροτιάς, που σεβόταν την πίστη και και τις παράδοσεις τους.

Ήτανε από τα λίγα αγαπημένα αντρόϋνα στο χωριό, που δεν εμαλώνανε, η Μαρία με τον Κωνσταντή. Αγαπούσε πολύ και σεβότανε τον άντρα της η Μαρία. Μα κι ο Κωνσταντής χατίρι δεν της χαλούσε. Είχε δυο μακρά κουρλιά ομορφοπλεμένα και χαιρόσουνα να την απαντήξεις στη στράτα, να την καμαρώσεις, σαν ερχότανε φορτωμένη από την εξοχή αυγουστιανά κατάκαλα, χοντράπιδα, μηλάπιδα, βασιλικάπιδα και στραβόρια. Εγέμιζε το κόσκινο, έδιδε σε δικούς και στη γειτονιά.

Και έλεγε και ξανάλεγε, για να μαθαίνουν οι νεότερες πώς του Πρόφητη Ηλία παίρνουνε τα αμύγδαλα και τα καρύδια, το λάδι τους, μα και οι ελιές κι ανέν τύχει και είναι λίγωση, το λάδι είναι λίγο κι ανέν τύχει και είναι γέμιση κατεβαίνει καλή χρονιά λαδερή.

Έφερνε ακόμη καλαθιές τα γλυκόρωγα σταφύλια από του Διάκου τον κάμπο. Πολλές φορές από το μεσοστράτι ξαναγιάγερνε, να ξαναγεμίσει το καλάθι, να βαστά των κοπελιών της μια ρόγα, γιατί, όποιον απάντηχε, κατέβαζε το καλάθι από τον ώμο να του δώσει ένα τζαμπί σταφύλι, να ξεκολιτσανιάσουνε τα χείλια τους.

Μεγάλο δώρο λογότανε εκείνη την εποχή ένα τζαμπί σταφύλι στον αλωνάρη, στο λυχνιστή και στης νηστείας την ώρα. Τα πράματα εκείνη την επόχη ήταν λίγα, μα σ’ εχόρταινε το ήθος των ανθρώπων, που όσο περνούνε οι καιροί, τόσο ποιο σπάνιο γίνεται. Μάζωνε το γάλα από τις μαρταρές στα μολυβωτά θραψανιώτικα κουρούπια για ξυνόγαλο. Στον αυλόγυρο του σπιτιού της, το πατρικό του άντρα της το στολίζανε βασιλικά και μεσημεράκια και κάτω από τον ήσκιο της κρεβατίνας άπλωνε μια παλέτσα, από πάνω ένα σεντόνι και έβαζε το χερόμυλο και άλεθε στάρι για τον ξινόχοντρο. Άναβε το καντήλι κάθε βράδυ, θυμιάτιζε, προσευχόταν, δεν έλειπε από την εκκλησά και καταλούσε τη ζωή της στο γνώριμο κύκλο του χρόνου των τεσσάρων εποχών και η ζωή της κυλούσε ευτυχισμένη στη μικρή κοινωνία.

Χίλιες δόξες στο όνομά σου, Παρθένα Παναγία μου, που γκαρδιώνεσαι τα πρικιά του κόσμου, παραστέκεσαι, παρηγορείς και σκουπίζεις τα δάκρυα.

Ο φετινός Αλωνάρης τη Μαρία και τον Κωσταντή τους βρίσκει στα βιαστικά τους, τα σπαρτά τους γενήκανε, παπούρια στέσανε τις θεμωνιές στ’ αλώνι τους, τα λινάρια ντως πετύχανε. Φορτώναν γομάρια μάτσους λινάρι και το πετρώνανε στους κολύμπους για να ’φάνει δύο τρία φύλλα παλέτσας για τα λιομαζώματα μα και να σκεπάζονται καθ’ αργά.

Κάθε χρόνο τα σπερνά του Δεκαπεντάρη από νωρίς ξεζευλώνανε τα βούγια από το αλωνικό τους, να τα ποτίσουν στον ποταμό, να τα δέσουν στην καλαμιά και γρηγορωπά να πεταχτεί στο σπίτι, ν’ αλλάξει το φυστάνι της να πάει στο σπερνό. Με χαρά και θρησκευτική συγγκίνηση περίμενε κάθε χρόνο τις όμορφες και άγιες μέρες του Δεκαπεντάρη.

Μα άξαφνα τη βρήκε μεγάλο κακό.Κάρφωσε μια βελόνα στο ζερβό βυζί της.Εμαζώχτηκε η δικολογιά στο σπίτι της και καθένας έλεγε το δικό του:

-Να την πας, Κωσταντή ,ντελόγο στη Χώρα ή στην Αθήνα, ανέ θες να ’χεις γυναίκα, γιατί κακορίζικο η βελόνα, μόλις θα μπεί στο αίμα ,γλακά να φτάξει στην καρδιά και ποθαίνει ο άθρωπος.

-Να κάμετε μια λειτρουγιά και να τηνε τάξεις στσ’ αγίους και να πέσετε με την Παναγία.

-Κακή ώρα κακορίζικο σας ήλαχε, τα δρίματα φταίνε, που γυρίζουνε σταύρωμα της μεσημεράς οι ανεράϊδες και πατάσσουνε τσ’ ανθρώπους. Και λαθρακιούνε τα ξύλα, κόβανε γουλιές και κομμάτια τα απλωμένα ρούχα καταμεσήμερα, να κάμεις διαβαστικά και ένα φυλαχτό να κρεμάσεις στο λαιμό σου, είπε η γρα -Νταντάλα, μα οι άντρες είχανε άλλη γνώμη:

-Μην αφουκράστε των γυναικών, καλά ’ναι και τα διαβαστικά, μα να πάτε τη γυναίκα στου γιατρού, ανέ θέτε να γενεί καλά, είπε ένας της θείος.Ο κύρης της Μαρίας, ένας σεμνός και καλοσυνάτος και θρησκευόμενος γεροντής είπε.

-Παναγία μου, βοήθησε τη Μαρία μου, φώτισέ μας είντα θα γενούμε και πώς θα λαληθούμε στο ξαφνικό κακό, που μας βρήκε.

Ο αγροτικός γιατρός της Βιάννου κατά τύχη, μόλις είχε φτάξει με την κόκκινη φοράδα του στο χωριό, είδε τη φαμελίτισσα και είπε να πάνε στη Χώρα να της κάμουνε εγχείρηση, να γενεί καλά.

-Ωφου κακό που με βρήκε, να βάλω τη γυναίκα μου στο μαχαίρι, έλεγε και ξανάλεγε ο Κωσταντής και μεγαλοποιούσε τα πράματα με τη φαντασία του.

-Ανέν πάθει η γυναίκα μου πράμα, θα πα σκοτωθώ.

-Μη στενοχωράσαι, Κωσταντή, μα θα μου περάσει.Και έκανε κουράγιο στον άντρα της να μη στενοχωράται και ας στενοχωριούντανε εκείνη κατάβαθα.

Αν και είχανε καρπούς και ζυμώνανε ολοχρονίς του χρόνου, είχανε λάδι, τα κρασοπύθαρά τους ήτανε γεμάτα γλυκόπιοτο κρασί. Το μέσα σπίτι τους ήταν καράβι να κινήσει. Στις κουρούπες είχανε τα φαγώσιμα, στις νταμουτζάνες τη ρακή , τα τυριά του βοσκού στο λάδι, ξίδι δραπέτι στο πιθάρι, στις καλαμωτές τα τυροζούλια είχανε του κόσμου τ’ αγαθόκαλα, μα παράδες δεν είχανε κι ας λογούτανε ο Κωσταντής ένας από τους ρούκουνες του χωριού. Εκείνη την εποχή ήτανε λίγα τα λεφτά και λιγοστοί τα είχανε.Έκοψε δυο χρισμένα διακοσάρικα πιθάρια λιόλαδο, πήρε τους παράδες και κίνησε για να γιατρικουλέψει τη γυναίκα του. Την αγαπούσε πολύ και φοβότανε μη πάθει κακό και κλείσει η πόρτα του σπιτιού του και είντα θελα γενεί.

Η Μαρία δεν εσυβάστηκε να την εγχειρήσει ο γιατρός ντελόγο.

-Γιατρέ, θα πάω στο χωριό μου, να κάμω το τάσιμό μου και θα ξαναγείρω. Άντρα μου ανε μ’ αγαπάς, μη μου χαλάσεις το χατίρι.

-Γατές, Μαρία, πώς αμνώνω στ’ όνομά σου και δεν θα σου χαλάσω ποτές το χατίρι σου.

-Ετούτηνε τη δύσκολη ώρα έχω την ανάγκη να με βοηθήσουνε όχι μόνο οι άνθρωποι, μα και ο Θεός, η Παναγία μας η Παρηγορήτρα.

Όλα τα παραιτήσανε με τον άντρα της τον Κωνσταντή λυτά δεμένα. Σκεπάσανε το μάλαμα στ’ αλώνι. Αφήσανε τα ζούμπερα του κύρη της να τα μεταδένει στις καλαμιές και να τα ποτίζει και το κλειδί του σπιτιού τους στη μάνα της και ετοιμαστήκανε μαζί με τα τέσσερα κοπέλια τους να πάνε στο κοντινό μοναστήρι της Αγίας Μονής, που γιορτάζει την Κοίμηση της Παναγίας να δεκαπαντίσουν.

Γέμισε ένα τσουβάλι άχερα ο Κωσταντής για το χτήμα. Βάλανε σ’ ένα φάρδο το γάστρινο μουζωμένο τσικάλι και στο ντρουβά τα μαγεροψήματα πήρα και το σταμνί να το γεμίζουνε νερό από το Καβούσι του μοναστηριού. Όσο και αν παρακάλιενε ο Κωσταντής τη γυναίκα του να καβαλικέψει, αυτή προπαταρά κίνησε για το μοναστήρι της Αγιάς Μονής. Οι άλλοι δεκαπεντιστάδες, από την παρέα της λέγανε:

-Έλα, μπρε Μαρία, να καβαλικέψεις μιαολιά κι εμείς δεν το λέμε τση Παναγίας.

-Όι, θα κάμω σωστό το τάμα μου. Θα πάω αξυπόλυτη να προσκυνήσω τη χάρη της.

Πρωί και βράδυ έκανε μετάνοιες, μαυροφορεμένη και από το καντήλι της Παναγίας λάδωνε το πονεμένο στήθος της. Και σαν περνούσε ο Δεκαπεντάρης, θα ξαναπήγαινε στους γιατρούς.

Αγαπούσε τόσο πολύ αυτό το μικρό μοναστήρι και της Παναγίας το θαματουργό εικόνισμα της ψυχοσώστρας. Αν και μικρό μοναστήρι, εκείνο μονάχα είχε το ξεχωριστό όνομα της Αγιάς Μονής. Ποιος ξέρει, αν κάποιος από τους πρώτους καλόγερους ήταν και ποιητής και χάρισε ένα τόσο μεγάλο και μοναδικό όνομα σ’ ένα μικρό μοναστήρι.

Ολημερίς σύντρεμε με άλλες δεκαπεντούσες κι ασβεστώνανε το μοναστήρι. Τρατέρνανε καφέ τους περαστικούς προσκυνητάδες και διαρμιζόνταν μέσα κι όξω την εκκλησιά, παρασύρνανε το μικρό αυλόγυρο του μοναστηριού από τις πευκοβελόνες και ασβεστώνανε και τα πετροπέζουλα.

Σ’ εκείνον το μικρό αυλόγυρο του μοναστηριού είναι οι τάφοι των καλογέρων, που όσοι τους γνωρίσανε, αναζητούν το χαμένο ήθος τους, που στόλιζε το ιδιόρρυθμο αντρικό μοναστήρι και έφεγγε και στα Βιαννίτικα χωριά.

Στον αυλόγυρο του μοναστηριού είναι ο τάφος του Παπαμαστοράκη, του πρωθυπουργού της Κρητικής Πολιτείας, που υπέγραψε την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, ο τάφος του γιατρού, βουλευτή της Βιάννου Παπαμαστοράκη και ο δεσποτικός τάφος του στερνού δεσπότη της Βιάννου της τότε επισκοπής Αρκαδίας, Νικοδήμου Κατσαράκη, μια εποχή, που η Βιάννος είχε τη φήμη μεγάλης πολιτείας.

Ξεχώριζε για το ήθος και την πίστη της η Μαρία του Κωσταντή.Με βαθιά πίστη παρακαλούσε την Παναγία την Αγιομονιώτισσα όπως την έλεγε να τη συντράμει στο κακό που την βρήκε. Φοβότανε να μην αφήσει τα κοπέλια της αρφανά.

Οι γονέοι της αναλάβανε να ποτίζουν το περβόλι της και τις βιόλες της αυλής, για να μην ξεραθούνε. Εξεκρομμυδιάσανε, επλέξανε όμορφες κρομμυδοπλεχτές και τις κρεμάσανε στα τζένια.

Και σαν εσιγανέψαν οι αέρηδες και έκαμε καλό καιρό για λίχνισμα, ελιχνίσαν και κουβαλίσαν τους καρπούς στο σπίτι τους.

-Η Παναγία να βοηθήσει τη θυγατέρα μας και οι δουλειές της όλες θα γενούνε, ελέγανε οι γονέοι της Μαρίας. Ο μπαρμπα-Δημητρός με τη θεια Ζωή, από το πρωί της παραμονής του Δεκαπεντάρη σύντραμε με άλλες δεκαπεντούσες γυναίκες και στολίσανε τον επιτάφιο, διαρμιστήκανε τον αυλόγυρο κι ασβεστώσανε τα σκαλοπάτια και τα πεζούλια, για να δώσουνε πανεγυργιώτικο χρώμα στο μοναστήρι,για το χατίρι της αγίας μάνας, της παρηγορήτρας Παναγιάς.

Της Παναγίας το σπερνό χαρούμενα ελάλησε το καμπαναριό, διαβάσανε την ενάτη, σπερνιάσανε γιορταστικά, βλογήσανε τους άρτους. Στο πρώτο απόστιχο βγάλανε το σώμα της Παναγίας. Θύμιαζε, ροδοστάμνισε ο ηγούμενος. Κατανυχτική συγκίνηση απλώθηκε στις πιστές ψυχές, όταν κίνησαν να ψάλλουν τα εγκώμια.« Η αγνή εν τάφω κατετέθης…» έγινε η περιφορά του επιταφίου. Από τα γυροχώρια κύματα κύματα ερχόντανε οι προσκυνητάδες. Αμαρθαλιές, κλωνάρια των βασιλικών φέρνανε γομάρια τους άρτους στους ντουβάδες, οκάδες τα κεριά και το λιόλαδο, ταξίματα και λιβάνι.

Είχε πια τελειώσει ο κατανυχτικός σπερνός με τα εγκώμια και οι πανεγυργιώτες άλλοι στα κελιά, άλλοι στα δώματα των κελιών, άλλοι στον αυλόγυρο και άλλοι σε καλύβες κάτω από τα λιόδενδρα ξεκουράζονταν. Μονάχα η τριανταπεντάχρονη Μαρία του Κωσταντή δεν επήε να ξαπλώσει. Γονάτισε σιμά στα τέμπλα κάτω από την εικόνα της Ψυχοσώστρας Παναγίας στο λιγοστό φως του καντηλιού, που ’φεγγε στο μικρό μοναστήρι. Ζερβά από το εικόνισμα του Αφέντη Χριστού, περίφημο έργο του Αγγέλου στα μέσα του 15ου αιώνα.

Κάτω από τα ξύλινα τριγωνοτά τέμπλα παρακαλούσε την Παναγία να τη γιατρέψει. Κι άθελά της ανεστορήθηκε τα λόγια της γιαγιάς για το χτίσιμο του μοναστηρίου, πώς το ’χτισαν δυο Κύπριες καλογρές και πως είναι μετόχι της Μονής Αγίου Αντωνίου της Άρβης και μονολόγησε:

-Πριχού γνωρίσω τον κόσμο, εμετάνιωνα, που δεν εκαλογέρεψα. Μα και παντρεμένη θα λατρεύω το θεό μου και στα κοπέλια μου θα παραδώσω την πίστη μου σε σένα Χριστέ μου, Παναγία μου, ξεμίστεψέ με από το κακό, που με βρήκε. Να γενώ καλά, να μην πάθω κακό και τα κοπέλια μου να πέσουνε σε ξένα χέρια και γεμίσανε τα μάτια της δάκρυα.

Ύστερα από πολύ αποκοιμήθηκε και βλέπει όνειρο, πως πέρασε μια γυναίκα με τα μαύρα, την ακούμπησε στο στήθος της και εκείνη της είπε παρακαλετά: Μη με αγγίζεις στο στήθος, γιατί πονώ. Και ξύπνησε φοβισμένη.

Είχε πια πάρει να χαράζει η μέρα κι ένιωσε ογρασάδα στον μπέτη της. Ξεκούμπωσε το φουστάνι της, σήκωσε το μεσοφόρι της και είδε ότι είχε ανοίξει το στήθος της και είχε βγει η βελόνα.

Άρχιξε να κλαίει τώρα πια από χαρά και να ευχαριστεί την Παναγία και ταχινιάτικα σ’ όσους ερχότανε στη λειτρουγιά να διηγείται το θαύμα.

Σαν εγροίκησε τα γενόμενα, ο καλόγερος ο Ανανίας ταχινιάτικα έπαιζε την καμπάνα απανωτά, ανεμαζωχτήκανε οι πανεγυργιώτες και η πιστή φαμελίτισσα διηγότανε το θαύμα, κλαημένη από χαρά και δοξολογούσε την Παναγία.

Μα κι όπου στεκότανε σε γειτονιά, σ’ αποσπερίδα, στη βρύση να γεμίσει το σταμνί της νερό ή στην εξοχή, όπου συναπάντηχνε γυναικομάνι, διηγότανε το θαύμα, σταυροκοπιότανε και συνέχεια έλεγε: Μεγάλη η χάρη της Παναγίας μας της Αγιομονιώτισσας, όπως εκείνη μόνο συνήθιζε να ονομάζει την Παναγία, από τις πολλές φορές που έλεγε και ξανάλεγε για την Αγιομονιώτισσα και οι χωριανοί την ονομάτισαν Αγιομονιώτισσα.

(Από το βιβλίο «Σ’ ένα παλιο χωριό» του Δ. Θεοδοσάκη. Η φωτογραφία είναι από το εξαιρετικό αρχείο του Ονειροθέρη. Στην Παναγιά τη Χρυσοσκαλίτισσα το 1960 )

Σάββατο 7 Αυγούστου 2010

Όλος ο κόσμος ένας πεντοζάλης


Από τα Χανιά μέχρι το Λασίθι, σε μήκος 200 χιλιομέτρων, άντρες και γυναίκες από την Κρήτη -και όχι μόνο- θα ενώσουν τα χέρια και θα χορέψουν ένα συμβολικό πεντοζάλη που θα έχει στόχο τη συναδέλφωση των λαών του πλανήτη.

Η προσπάθεια αυτή, που αναμένεται να έχει παγκόσμια προβολή, θα πραγματοποιηθεί στις 7 Αυγούστου, ενώ δεν αποκλείεται να κερδίσει και μια θέση στο βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες.

Όπως δήλωσε ο πρόεδρος του Σωματείου «Πλανήτης Γη» (στο οποίο ανήκει η πρωτοβουλία) Σπύρος Πρεβεζάνος:

«Θα χορέψουμε έναν αργό πεντοζάλη, συμβολικά, που θα έχει διάρκεια 15-20 λεπτών, στέλνοντας μηνύματα συναδέλφωσης των λαών της Γης και καλώντας τους να γίνουμε ένα. Μετά τον χορό στις τέσσερις πρωτεύουσες των νομών της Κρήτης θα συνεχιστεί η εκδήλωση με τραγούδια και παραδοσιακούς χορούς”.

Ο κ. Πρεβεζάνος σημείωσε ότι επειδή θα είναι η μοναδική πλανητική εκδήλωση, θα έχει διεθνή κάλυψη. Αναφορικά με την ημερομηνία που επιλέχθηκε για την εκδήλωση, ο ίδιος τόνισε:

«Η 7η Αυγούστου δεν επιλέχθηκε τυχαία. Στις 6 Αυγούστου είναι η επέτειος της πτώσης της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα. Εμείς διαλέγουμε την επομένη ως ημέρα για τη συναδέλφωση των λαών του κόσμου. Αυτή την εκδήλωση, η οποία θα πραγματοποιηθεί με την υποστήριξη των νομαρχιών και των δήμων της Κρήτης, θα την επαναλαμβάνουμε κάθε χρόνο, ούτως ώστε να γίνει θεσμός».

Μάλιστα, αν και εφόσον το βραβείο Γκίνες φτάσει στην Κρήτη, όλοι όσοι έλαβαν μέρος στην εκδήλωση θα λάβουν αντίγραφό του στο όνομά τους. Οσοι ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν μπορούν να δηλώσουν συμμετοχή στην ιστοσελίδα www.200000.gr.

Ο πρόεδρος του σωματείου «Πλανήτης Γη» επισήμανε, τέλος, ότι ο βόρειος οδικός άξονας της Κρήτης, όπου θα λάβει χώρα η εκδήλωση, θα προταθεί να ονομαστεί «Οδός των λαών της Γης»: «Επίσης θα χωριστεί σε ίσα τμήματα, όσες είναι οι χώρες τις οποίες αναγνωρίζει ο ΟΗΕ, και σε κάθε τμήμα αυτού θα δοθεί με αλφαβητική σειρά το όνομα της κάθε χώρας».



Κρήτη τση συναδέρφωσης

Τα πρώτα ζάλα του χορού στη Γκρήτη θα γενούνε.
Τάφοι πολλοί θα τρίξουνε, κι’ όσες ψυχές θα βγούνε
θα πχιάσουνε μπροστάρηδες για χάρη του Πλανήτη,
να’ χει κι’ η συναδέρφωση πατρίδα τζη τη Γκρήτη.

Σειρά - σειρά θα πχαίνουνε -πάν’ από τα κροσσάτα-
σα γκαντινέλλες οι ψυχές · να οδηγού ντα νειάτα.

Κι’ είναι πολλές. Κι’ α μπάει μπρός αυτή του Βενιζέλου,
του Καζαντζάκη τσ’ακλουθεί, του Γκρέκο. Κι’ όσοι θέλου
να νοιώσουνε το πέταγμα...,το Γκώστα το Μουντάκη
και του Ξυλούρη τη φωνή ας θυμηθού λιγάκι.
Κι’ως έρθει λιοβασίλεμα φεγγάρι θ’ ανατείλει
ολόγιομο, πανσέληνο , το μήνυμα να στείλει .
Και όπου γης οι Κρητικοί τη λύρα ντως θα πχιάσου,
τα τέλια - για τη λευτεργιά του κόσμου - να τα σπάσου.

Στο σπάσιμον... ας ακουστεί σ’ ούλης τση γης τα μέρη :
« Αγκαλιαστά τη Λευτεργιά ο κάθα είς θα φέρει
σα θα μικράν’ η απόσταση με τση καρδιάς το μέτρο
κι’ απλώσει ρίζες η ελιά, που ’ναι τσ’ Ειρήνης δέντρο».

Εύα Νικ. Χαλκιαδάκη – Παπαδημητρίου (8-5-2010)


Κι όταν τα κοπέλια χορεύουν πεντοζάλη η λύρα παίζει δυνατά να μην ακούγονται οι μπαλωθιές!

Αντιλαλούνε τα βουνά , φωνάζει ο Ψειλορήτης. "Η λεβεντιά γεννήθηκε εις το νησί τσι Κρήτης", λέει η μαντινάδα.



ΥΓ. Πήρε το όνομα του από τα πέντε ζάλα του (βήματα) και αποτελεί μέρος της κρητικής λεβεντιάς και αρετής. Τα ήρεμα, καθοριστικά βήματα ακολουθούνται από θυμωμένα, γρήγορα, πηδηχτά.
Καθαρά πολεμικός χορός διαδηλώνει τον ξεσηκωμό, τον ηρωισμό και την ελπίδα. Το μαύρο κρουσάτο μαντήλι που φορά στο κεφάλι ο χορευτής μαρτυρά τις θυσίες του κρητικού λαού.

Τρίτη 18 Μαΐου 2010

Η λαλιά της Κρήτης | Μέρος 3ο



Ο γέρος κι αν ατζοπατεί κρυγιόρεμα τονε κρατεί

Νομίζω πως έχει ενδιαφέρον να ασχοληθούμε στο σημερινό δημοσίευμα, με τις λαϊκές ονομασίες των διαφόρων ασθενειών στην παλιά κρητική διάλεκτο, τότε που οι περισσότεροι, για να τις αντιμετωπίσουν, κατέφευγαν στους πρακτικούς γιατρούς, και πολύ συχνά σε διάφορα γιατροσόφια, αλλά και στις γνωστές γηθειές (αρχ। γοητείαι ).

Ας αρχίσουμε λοιπόν από τα κρυγιορέματα (κρυγιός + ρεύμα), όπως έλεγαν τους ρευματισμούς, από τους οποίους συχνά υποφέρουν οι ηλικιωμένοι, που θέλουν πολλές φορές να δείχνουν πως έχουν ακόμη δυνάμεις , αλλά μάταια αφού, όπως λέει και η παροιμία που αναφέραμε, οι πόνοι των αρθρώσεων τους επαναφέρουν στη σκληρή πραγματικότητα.

«Ο γέρος κι αν ατζοπατεί (κάνει πως χοροπηδά ) κρυγιόρεμα τονε κρατεί. Πότε πονεί η κουτάλα ντου (η ωμοπλάτη του), πότε ο κόκαλος (ο γοφός) και πότε τα νεφρά ντου».

Αλλά, όπως για τις περισσότερες αρρώστιες, είχαν και για τα ρεματικά (ρευματισμούς ), τη σχετική γηθειά.

« …Ω Παναγία μου και δεν εβρέθηκε κιανείς άθρωπος βαφτισμένος, μυρωμένος , τση μεγάλης Πέφτης να’χει αντίντερο(αντίδωρο) φαωμένο, να τα θερίσει, να τα φλοϊσει (φλογίσει, κάψει), στη μαδάρα να τα ξορίσει, σε πέτρα ριζιμιά, να φάνε και να πιούνε και να κατοικυριέψουνε κι απού το δούλο σου τούτο να μσέψουνε (να φύγουν».

Αν, τώρα οι ρευματισμοί, μόλις άκουγαν αυτά τα λόγια, αποχαιρετούσαν τον ασθενή κι έφευγαν «να κατοικυριέψουνε» στη μαδάρα, δεν μπορούμε να το ξέρουμε.

Άλλες ασθένειες που έχουν σχέση με μυοσκελετικά προβλήματα ήταν το λόστρεμα = εξάρθρωση, διάστρεμμα (λοστρεύγω < διαστρέφω και ξεσρταμπουλίζω), το στραβολαίμιασμα, ο πόνος στα κουτρούκια. «Επιαστήκανε τα κουτρούκια μου» (πιάστηκε ο αυχένας μου. Κουτρούκια ίσως από την κούτρα = κεφαλή). Όταν ο πόνος ήταν πολύ οξύς τον έλεγαν σουβλιά, από τη λέξη σουβλί ,ένα εργαλείο που είχαν οι τσαγκάρηδες, για να τρυπούν το σκληρό δέρμα. «Παναγία μου, μια σουβλιά που με κρατεί στη γ-κατίνα» (αισθάνομαι έντονο πόνο στην πλάτη). Όμως , όταν έλεγαν «πόνος με κρατεί», αναφέρονταν μόνο στον πόνο της κοιλιάς, που, όταν ήταν ξαφνικός και έντονος χρησιμοποιούσαν τη λέξη σφαγή. «Παρά να’ χεις τη σφαγή καλλιά να’ χεις το μ-πόνο». Είναι η αντίστοιχη της αρχ. παροιμίας «δυοίν κακοίν το μη χείρον βέλτιστον». Η κεφαλαργιά (κεφαλαλγία) ήταν ο πονοκέφαλος. Αλλά η φράση «το ψυχό μου πονεί» σήμαινε πως πονούσε το στομάχι. Ξενέφρισμα έλεγαν τον πόνο στα νεφρά από θλάση ή υπερδιάταση. «Μπορεί να ξενεφρίστηκε το κοπέλι για κειονά κλαίει». Τον ήκοψε πόντα (από το ιταλ. punta ) ή επόνθιασε έλεγαν για όποιον πάθαινε βαρύ κρυολόγημα και το συνηθισμένο φάρμακο ήταν οι κοφτές βεντόζες. Δηλαδή χάραζαν το δέρμα της πλάτης κι έπειτα με τις βεντούζες αφαιρούσαν το αίμα που έτρεχε. Οδυνηρός τρόπος αλλά πολύ αποτελεσματικός όπως έλεγαν. Τα συνώνυμα με τινάσσει, με συρριγώνει(αρχ. ριγόω-ώ) , μ’ έπιασε ρίγος , κεντώ(ιταλ. < incendiare =" καίω)" carbone =" άνθραξ)," risipola =" ερυσίπελας">βλοητός >βλοητό, ίσως κατ’ ευφημισμόν).

Αν τώρα το σπυρί είχε και πύο λεγόταν όμπιος ( <έμπυος> ) και κουφός, η φλεγμονή με διαπύηση του δαχτύλου κάτω από το νύχι. Δεν είχε βέβαια καμιά σχέση με την κώφωση, αλλά με το αρχ. κούφος = κοίλος. Η λούβα (αρχ. λώβη) ήταν η λέπρα και λουβιάρης ή μεσκίνης, ο λεπρός. «Αχι που να σε φέρουνε στη μεσκινιά μεσκίνη και να σου δίδου το νερό με μια οργιά σιτζίμι (σκοινί)».

Οι γνωστές μας μυρμηγκιές λέγονταν αγκουτσάκοι από τον αγκούτσακα (αγριαχλαδιά), ίσως, γιατί προεξέχουν πάνω στο δέρμα, όπως τ’ αγκάθια πάνω στα κλαδιά αυτού του δέντρου. Από τις παιδικές ασθένειες να θυμηθούμε την κατσίβερη , που την έλεγαν και λίνερη ή λίλερη κυρίως στη δυτική Κρήτη, από το μσν. ίλαρη < αρχ ιλαρά.

Για την επιληψία χρησιμοποιούσαν το επίθετο γλυκύ. «Τον ήπιασε το γλυκύ ντου». Η λέξη κατ’ ευφημισμόν, δηλαδή για να ξορκίσουν, όπως νόμιζαν το κακό, χρησιμοποιούσαν λέξεις με αντίθετη ή άλλη σημασία. Π.χ. Εύξεινος πόντος(αντί άξενος πόντος), οξαποδώ ή οξαποπά ( αντί διάβολος).

Για τις ενοχλήσεις του στομάχου, έχουμε το γνωστό ρήμα ανεγουλιώ ή ανεγουλιάζω ( < αναγούλα < ανά + λατ. gula = φάρυγγας ) και ανακερώνομαι, επειδή , όταν έχει κανείς τάση για εμετό κιτρινίζει σαν το κερί. Και «μ’ έπιασε μια νεκροψυχιά», δηλαδή σκοτοδίνη, τάση για λιποθυμία. Αλλά για τον πόνο στο στομάχι χρησιμοποιούσαν τη φράση « το ψυχό μου πονεί». Περισσότερο γνωστή είναι η φράση « του ’ρθε κόλπος» (έπαθε ανακοπή, πέθανε από ασθένεια της καρδιάς). Κόλπος από το ιταλ. colpo.

Στα μεσαιωνικά χρόνια η λέξη σήμαινε το χτύπημα και τον πόνο που προκαλούσε το χτύπημα, όπως παρατηρούμε στο στίχο « είτινος κόλπον έδιδε Ακρίτας ανδρειωμένος…». Αλλά τι σχέση μπορεί να έχουν οι πεταλούδες, με τις διαταραχές της όρασης; Ας το δούμε. Απ’ ότι ξέρω, στην Πεδιάδα, τις πεταλούδες, τις έλεγαν παπαδούλες. Όταν έβλεπαν λοιπόν μαύρα στίγματα, σαν μικρά έντομα, έλεγαν πως «παπαδουλίζουνε τα μάθια ντως». Πολλές φορές, όμως θεωρούσαν το γεγονός, αποτέλεσμα της πείνας. «Παπαδουλίζουνε τα μάθια μου απού τη μ-πείνα». Παπαδούλες έλεγαν και τα κομμάτια (σκελίδες) του ροδιού, ανάμεσα στις κίτρινες μεμβράνες στο εσωτερικό του. Η λέξη ίσως να έχει σχέση με την παπούλα (είδος οσπρίου), από το αρχ. πάππος = σπόρος. (Πβ. και τα παπούδια).

Το ορνιθοτυφλιάζω είχε τη σημασία του τυφλώνομαι, δε βλέπω κυρίως τη νύχτα όπως οι όρνιθες (οι κότες). Πίστευαν ακόμα πως πολλές αρρώστιες προέρχονταν από επίδραση δαιμονικών πλασμάτων. Αυτή η κακοποίηση ήταν η βιστιρά και το ρήμα βιστιρίζω (μσν. βιστιρίζω < ιταλ. investire = χτυπώ, επιτίθεμαι). Κι άλλοτε θεωρούσαν υπεύθυνη τη βασκανία (το φταρμό), όπως και σήμερα άλλωστε, ή τη γλωσσοφαγιά. Να θυμηθούμε και το καλικότριμμα, την πληγή που προκαλούν στα πόδια τα στενά παπούτσια. Η λέξη προέρχεται από το καλίκι + τρίμμα. Από το καλίκι έχουμε και το καλικώνω , αλλά και την καλίκωση. Το παπούτσι λοιπόν ήταν το καλίκι από το μσν.καλίγιον, υποκοριστικό του καλίγα ή καλίγη < λατ. caliga = υπόδημα.

Έτσι λοιπόν η γνωστή παροιμία « τον ψύλλο καλιγώνει», αναφέρεται στους πολύ έξυπνους ή τους πονηρούς , που καταφέρνουν τα πάντα. Λέξεις λησμονημένες κι άλλες που ανασαίνουν ακόμα. Και πίσω απ’ τις λέξεις αμέτρητος ο ανθρώπινος πόνος. Πόνος και φόβος που τον ξορκίζουμε καλύπτοντάς τον με τις φιλικές προσωπίδες των φράσεων και των ονομάτων. Ευώνυμος, Εύξεινος, Ευμενίδες…γλυκύ, βλοητό, αθός τση νιότης… Κι έτσι πορευόμαστε πάντα ανά τους αιώνες.

Πηγή:
Πατρίς

Πέμπτη 15 Απριλίου 2010

Η λαλιά της Κρήτης | Μέρος 2ο



Η μέρα ανοιξιάτικη. Η εξοχή στο χωριό υπέροχη. Ένα ελαφρό αεράκι σκορπούσε δωρεάν γύρη κι αρώματα χαϊδεύοντας απαλά δέντρα , θάμνους και ταπεινά αγριόχορτα. Κοίταζα με θαυμασμό την τόσο πλούσια χλωρίδα του τόπου μας και σκεφτόμουν πως οι ίδιες λέξεις, τα ίδια ονόματα πολλών φυτών ακούγονται εδώ και χιλιάδες χρόνια αυτούσια ή λίγο μόνο φθαρμένα από τη χρήση τόσων αιώνων.



Μια συστάδα από αγγελάμους που έσκυβαν υποτακτικά το κεφάλι σαν να γύριζαν από μάχη χαμένη, μ’ έκανε να θυμηθώ πως αυτή η λέξη αγγέλαμος μας παραπέμπει στους αρχαίους Δωριείς προγόνους μας, αφού προέρχεται από το δωρικό τύπο αγελαμαίος (αττ. αγελημαίος = αυτός που ανήκει στην αγέλη, στην ομάδα).

Σε μια επιγραφή που βρέθηκε στην αρχαία πόλη της Κρήτης, Δρήρο, υπάρχει η λέξη αγέλαοι = τα μέλη της αγέλης των νέων που έπαιρναν μέρος σε εκστρατεία. Έτσι λοιπόν ονομάστηκαν αγγέλαμοι τα ζιζάνια , που μοιάζουν με το δημητριακό βρόμη, επειδή φυτρώνουν πολλοί μαζί ως ομάδα, ως αγέλη. Αυτό λοιπόν το ζιζάνιο μου έδωσε την αφορμή να ασχοληθώ περισσότερο με τα ονόματα της κρητικής χλωρίδας.



Όπως είναι γνωστό, η κρητική διάλεκτος διέσωσε πολλά συντακτικά και γραμματικά στοιχεία της αρχαίας και βυζαντινής περιόδου, αλλά και πολλούς τύπους λέξεων, οι οποίοι ήταν σε χρήση ακόμη και στα ομηρικά χρόνια, κυρίως λόγω της γεωγραφικής θέσης του νησιού, που ήταν απόμακρο και αποκομμένο από τον υπόλοιπο κορμό της χώρας μας. Έτσι η δυσκολία της επικοινωνίας με άλλες περιοχές συνέβαλε στο να διατηρηθούν αλώβητα, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 20ου αι , ο τρόπος ζωής, τα ήθη και έθιμα, αλλά και η γλώσσα με τα επιμέρους ιδιώματά της..

Ενδεικτικά θα αναφέρω στο σημερινό δημοσίευμα κάποιες λέξεις αρχαιοπινείς (αυτούσιες ή καταγόμενες από την αρχαία Ελληνική), οι οποίες έχουν σχέση με τη χλωρίδα της Κρήτης।



Η αβρωνιά π. χ. , είναι η βρυωνία ή βρυωνίς των Αρχαίων (βρυωνία >βρωνία >βρωνιά >αβρωνιά ).



Η αγκάραθος ή αγκαραθιά, ένας θάμνος παρόμοιος με τη φασκομηλιά. Στις κορφές των κλαδιών του αναπτύσσονται οι καρποί του, που μοιάζουν με μικρές κεφαλές. Από την αρχ. ελληνική λέξη κάρα =κεφαλή ,το προθετικό α και την κατάληξη -θος έχουμε τον τύπο α-καρα-θος > αγκάραθος. Και βέβαια το γνωστό μοναστήρι της Αγκαράθου.



Ο Άγγρουστας ή αγγρουστος, το ζιζάνιο αγριάδα, η αρχ. άγρωστις, που έδωσε το όνομά της σε όλα τα όμοιά της αγρωστώδη φυτά. Από τα αρχαία χρόνια θεωρείται διουρητικό, κατάλληλο βότανο για τους πάσχοντες από πέτρα στα νεφρά ή στη χολή, όπως αναφέρει ο Διοσκορίδης, ο οποίος θεωρείται πατέρας της φαρμακολογίας.



Ο αδύσκυαμος είναι ο υοσκύαμος ή Διός κύαμος, ένα δηλητηριώδες φυτό, που όπως πίστευαν οι παλιότεροι, είχε την ιδιότητα «να παγουδιάζει τσι πόνους στα ντόδια». Και κατά το Διοσκορίδη, η ρίζα του υοσκύαμου «μετ’ όξους εψηθείσα οδονταλγίας εστί διάκλυσμα». (Περί ύλης ιατρικής, 4,68,5)



Οι αρχαίες λέξεις στύραξ, σφένδαμνος, τρίβολος διατηρήθηκαν στην κρητική διάλεκτο σχεδόν αμετάβλητες, ως αστύρακας, ασφένταμος, ατρίβολος.



Ο άρτηκας είναι ο αρχαίος νάρθηξ, από την αιτιατική του οποίου, προήλθε : τον νάρθηκα > τον άρθηκα > τον άρτηκα. Όπως μαθαίνουμε από τον Ιπποκράτη με κομμάτια από νάρθηκα ( άρτηκα), στερέωναν και έδεναν τα κατάγματα. Αλλά και ο Προμηθέας μέσα σε ένα κομμάτι από το στέλεχος αυτού του ταπεινού θάμνου έκρυψε τη φωτιά για να τη φέρει στους ανθρώπους, «εν κοίλω νάρθηκι».



Ο απούρανος είναι ένα μικρό αγκαθωτό φυτό, που αρέσει στις κατσίκες. Απούρανος από το αρχ. απύρηνος. Εδώ συναντούμε την προφορά ου αντί του υ και το δωρικό α αντί του η. ( Θεοφράστου, Φυτών Ιστορία, 4, 13, 2 ).

Η ατσουμαλιά, θάμνος με γαλακτώδη και δηλητηριωδη χυμό είναι ο αρχ. τιθύμαλος > τιθυμαλέα > τσουμαλέα > τσουμαλιά. Σύμφωνα με το λεξικό Σουϊδα, διαβόητος ήταν ο λακωνικός τιθύμαλος, που τον χρησιμοποιούσαν ως φάρμακο για τις τσίμπλες των ματιών. Το φυτό αναφέρεται και από το Διοσκορίδη ( Περί ύλ. ιατρ., 4, 64 ).

Η ασφεντιλιά είναι ο αρχ. ασφόδελος, φυτό της Περσεφόνης και των θεών του Άδη. Οι ψυχές των ηρώων σύμφωνα με τον Όμηρο ησύχαζαν σε « ασφοδελόν λειμώνα», (λιβάδι με ασφοδέλους, στην Κρήτη λέγεται ασφεντιλιάς ) Οδυσσ. Λ, 539. Επειδή το στέλεχος της ασφεντιλιάς είναι λεπτό και εύθραυστο έλεγαν την παροιμία «με τσ’ ασφεντιλιές δε γ-κάνουν μεσοδόκια», γι’ αυτούς που δεν είναι κατάλληλοι λόγω ανικανότητας ή άγνοιας για κάποια δουλειά.



Τα ωραία χορταρικά τσόχος αρχάτζικας, σταφυλίνακας ασκόλυμπρος, σειρίδα ή γλκοσειρίδα, λάπαθο, κουρνοπόδι ή κουρνόποδας ήταν γνωστά και στους αρχαίους Έλληνες. Είναι αντίστοιχα ο σόγχος ή σόγκος, ο σκάνδιξ, ο σταφυλίνος, το σκόλυμον, η σέρις, το λάπαθον και ο κορωνόπους, δηλαδή το πόδι της κουρούνας (κορώνης ). Αυτό το χορταρικό, που γίνεται συνήθως τσιγαριστό μαζί με άλλα χόρτα, που εδώ στην Κρήτη τα λέμε γιαχνερά, μοιάζει πράγματι (τα φύλλα του) με το πόδι πτηνού, (κουρούνας), εξού και κορωνόπους. Υπήρχε όμως και το υποκοριστικό κορωνοπόδιον. (Αέτιος, 11, 54 ). Μ’ αρέσει να φαντάζομαι πως σ’ αυτόν τον τόπο μια γιαγιά, όπως η δική μου, πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια μάθαινε στην εγγονή της να μαζεύει τα ίδια χόρτα, σόγχους, σκολύμους, κορωνοπόδια και τόσα άλλα πολύτιμα δώρα της φύσης.

Αλλά, αφού αναφερθήκαμε στους ασκολύμπρους, ας προσθέσουμε και κάτι άλλο, κατά τη γνώμη μου, ενδιαφέρον. Το ξέρατε πως και οι αρχ. Έλληνες είχαν τα αποσμητικά τους; Μας το βεβαιώνει και ο Αέτιος και ο Διοσκορίδης. Ο ασκόλυμπρος, λένε και οι δύο, είναι πολύ καλό αποσμητικό. «Σκολύμου η ρίζα…ει αφεψήσας αυτήν τις εν οίνω πίνοι και δια τούτο τας των μασχαλών και όλου του σώματος ιάται δυσωδίας» (Αέτιος, 1, 363). «Ποιεί δε προς τους έχοντας τας μασχάλας και το λοιπόν σώμα δυσώδες εψηθείσα εν οίνω και πινομένη»(Διοσκ., Περί ύλης, ιατρ. 3,14).



Στην αρχ. ελληνική γλώσσα μας παραπέμπουν και τα ονόματα μικρών και μεγαλύτερων θάμνων, που φυτρώνουν σ’ ολόκληρη την Κρήτη, όπως π.χ. ο θύμος (αρχ. θύμος ), η αστοιβίδα (αρχ. στοιβή), η αλαδανιά (αρχ. λάδανον ή λήδανον ), το αχινοπόδι (αρχ. εχινόπους ), η θρύμπα (αρχ. θύμβρα), το ρουκάλι (η αρχ. ερείκη ), και τα χρησιμοποιούσαν κυρίως ως προσανάμματα , αλλά και η ακονυζά (αρχ. κόνυζα ), «η υπερέχουσα τω θάμνω και τοις φύλλοις πλατυτέρα και βαρύοσμος», εντομοαπωθητικό σύμφωνα με τον Διοσκορίδη, ο οποίος προσθέτει «και κώνωπας απελαύνει, κτείνει δε και ψύλλους» (μήπως πρέπει κι εμείς να ξαναγυρίσουμε σ’ αυτούς τους απλούς και οικολογικούς τρόπους και ο αζόγυρος (αρχ. οζόγυρος, με το πρώτο συνθετικό από τα ρήμα όζω = μυρίζω, επειδή τα φύλλα του αναδίδουν μια άσχημη μυρωδιά).

Το φλησκούνι, από το μσν. φλησκούνιν ή βλησκούνιν, υποκοριστικό του αρχ. βλήχων. Φυτρώνει σε υγρά μέρη, συνήθως δίπλα σε ρυάκια και χρησιμοποιείται ως αφέψημα ήδη από τα αρχαία χρόνια. Έχει ανοιχτό πράσινο χρώμα και ίσως γι’ αυτό τον καχεκτικό, τον ωχροκίτρινο, τον έλεγαν φλησκουνιάρη.

Η φινοκακαλιά, φυτό από τα στελέχη του οποίου φτιάχνουν σκούπες, είναι το φιλόκαλιν των Βυζαντινών, από το γνωστό από το Θουκυδίδη αρχ. ρήμα φιλοκαλώ = είμαι φίλος του καλού, του ωραίου (φιλοκαλούμεν μετ’ ευτελείας…). Η φιλοκαλία, δηλαδή, η αγάπη για το ωραίο κατέληξε να σημαίνει και την αγάπη για την καθαριότητα, αφού συνήθως το καθαρό είναι ωραίο και αρέσει σ’ όλους μας. Έτσι λοιπόν το μέσο, το όργανο, με το οποίο σκουπίζουμε και κάνουμε ωραίο το σπίτι μας ονομάστηκε φινοκαλιά. Θυμάμαι πολύ καλά πως η γιαγιά μου έλεγε τα σκουπίδια φινοκαλίδια.



Δεν είναι συναρπαστικό το ταξίδι των λέξεων ανά τους αιώνες ; Έχουν βέβαια κι αυτές, όπως όλοι οι ταξιδιώτες τις περιπέτειές τους, που μπορεί να είναι ενδιαφέρουσες, αλλά συχνά συνοδεύονται από μικρές ή μεγάλες απώλειες. Όμως είναι γεγονός πως σε σύγκριση με μας, οι λέξεις τα καταφέρνουν πολύ καλύτερα στην πάλη τους με το χρόνο. Χάνουν κάποια μέλη, αλλάζουν μορφή ή φωνή, αλλά επιβιώνουν. Ακόμη και ως δάνεια σε άλλες ξένες γλώσσες. Μεγάλη τελικά η τέχνη της προσαρμογής.

Πηγή: Πατρίς Της Ευαγγελίας Πετρουγάκη