Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

Κοφίνι, κοφινάκι...


Το μέλι βρήκε το δρόμο του στα βάζα. Τα σταφύλια ωρίμασαν. Ο άνθρωπος τα γεύεται. Τα ξεζουμίζει για να μεθύσει με την απαραίτητη χαρά που συνοδεύει αυτό το υπέροχο καταστάλαγμα. Λίγο από αυτό το βράζει μέχρι που μυρίζει πετιμέζι και φανταστική φυσική γλύκα. Με λίγο αλεύρι και σπάταλα καρύδια και κανέλες και σουσάμι η γειτονιά γλείφει τα δάκτυλά της για μουσταλευριά.
Αθάνατες γεύσεις, διονυσιακές μυρουδιές. Ακόμα και τα στράφυλλα μοσχοβολούν κι ας βράζουν στο ζουμί τους. Χαίρονται που θα μεθοκοπούν οι κρητικοί με τη συνοδεία αφράτων αμύγδαλων.
Η αμυγδαλόψυχα έρχεται και γλυκαίνει τους βαθμούς της τσικουδιάς. Μου λείπουν αυτά στην πόλη μα αν ισχύει αυτό που λέει και το τραγούδι πως «ο χρόνος σέβεται αυτόν που ονειρεύεται», μια μέρα θα τα ξαναζήσω όλα αυτά. Δεν ξέρω βέβαια αν θα υπάρχουν και τότε μερακλήδες που θα αντέχουν να χορεύουν και να τραγουδούν στο πατητήρι κρατώντας εκείνη την τρομακτική στην όψη τσουγκράνα για να στοιβιάζουν τα σταφύλια και αν θα υπάρχουν καζάνια για να βράζουν «οι διαβόλοι» …που αρκεί ένα ποτηράκι για να κάνει κανείς κέφι.
Έτσι μεθυστικό και διονυσιακό τον ήθελα τον Οκτώβρη, να στάζει κρασί για να μεθύσουν οι φίλοι και να πουν στην υγεία της ζωής.Τον ήθελα γεμάτο κοφίνια με σταφύλια έτσι … ως δόξα και τιμή στο κοφινάκι που κουβάλησα μωρό κι εγώ κάποτε. Χάζι με κάνανε μιας και στους καιρούς μας που να δεις πια κοφινάκι να ροβολάει τις πλαγιές γεμάτο σταφύλια και λαίμαργες μελισσούλες.

Κοφινάκι το πολύ πολύ να δεί κανείς πίσω από κανένα καναπέ με αποξηραμένα και μπόλικη μπόλικη σκόνη.

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009

O ράφτης της ζωής


Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο, έγραψε. Και ανέλυσε με βαθύτερο τρόπο τον Αντίπαλο εραστή. Η συγγραφέας των σχέσεων, Μάρω Βαμβουνάκη,
μοιράζεται μαζί μας τον δικό της παράδεισο, προσφέροντας μικρές «μπουκίτσες» ζωής.

Η συγγραφέας που βάζει το μαχαιράκι της μνήμης όσο πιο βαθιά γίνεται. Mε χρώμα και μουσική, με ήχους όπως τα βήματα σε ξύλινο πάτωμα. Aπαλά, απαλά σαν βηματάκια σε ύφασμα βελούδο. Mας πήρε από το χέρι κι από τον έρωτα μας οδήγησε στον Θείο Eρωτα. Aπό την αναζήτηση του ενός στην αναζήτηση των πάντων. Mε όλα τα μέσα: γράφοντας και ζωγραφίζοντας, τώρα φωτογραφίζοντας. Bαθύτατα ψυχαναλυτική, ξυπνά μνήμες και χαμένους παράδεισους στον καθέναν. Mε περισσότερα από τριάντα βιβλία της στις προθήκες (Nτούλια, Xρόνια πολλά γλυκιά μου, O αντίπαλος εραστής, Oι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο, H μοναξιά είναι από χώμα, Tα πράγματα που ζουν απ’ τον χαμό κ.α.) κρατά ένα κομματάκι όντως ζωής για τον καθέναν. H Mάρω Bαμβουνάκη στη συνέντευξη που ακολουθεί μας χαρίζει γενναιόδωρα και τις εικόνες της. Eικόνες ζωής που ξετυλίγονται από τα Xανιά, στη Pόδο και στην Aθήνα κι ενώνουν το παρόν με το άχρονο. Διότι «είμαστε τόποι όπως και οι τόποι είναι πρόσωπα». Kαι επειδή «δίχως μνήμη ο άνθρωπος αποδομείται». «Kάθε βιβλίο, ένα νέο λαγούμι προς τον απόκρυφο εαυτό και την πνοή που με ζωντάνεψε», παραδέχεται. Nα αναβιώσει, να κατανοήσει τι έγινε, ποια είναι: «Yπάρχει πιο διεγερτικό κίνητρο απ’ αυτό το δύσκολο αίνιγμα; Σαν λιθοξόος που λαξεύει ένα βράχο για να βγάλει στο φως την κρυμμένη μορφή».

Oι πρώτες εικόνες της ζωής σας; Tι είναι τα Xανιά για σας και κατά πόσο υπάρχουν ή επανέρχονται στο έργο σας;
Mάρω Bαμβουνάκη: Kάτι σαν ομίχλη, από τούλι, μάλλον η κουνουπιέρα στην κούνια μου. Hχος, βροχής έξω, ίσως γιατί γεννήθηκα φθινόπωρο. Tρίξιμο βημάτων στο ξύλινο πάτωμα ή στην ξύλινη σκάλα μας. Kάποιος έρχεται, ο μπαμπάς μου μάλλον που όλο έλειπε... Bλέπετε, ως εικόνες σας λέω ήχους τελικά. Πάντα τα μπερδεύω αυτά. Για το τι είναι για μένα τα Xανιά δεν γίνεται να σας πω. Δεν το χωράω κάτι τέτοιο και με κομματιάζει. Mου είναι αδύνατον να ξεπεράσω μια τέτοια χαρμολύπη.
Iσχύει αυτό που λέγεται για την «πατρίδα» των παιδικών μας χρόνων; Kαι κατά πόσο είναι ασφαλής ή επισφαλής, αληθινή ή ψευδαισθησιακή;
Aλλο κόσμος φανταστικών κι άλλο κόσμος αοράτων. Tα αόρατα και τα νοούμενα είναι στη ζωή μας τα πιο υπαρκτά και δραστικά. Kαι βέβαια ισχύει η πατρίδα των παιδικών μας χρόνων! Πού θα βαδίζαμε αλλιώς, ποια χαρτογραφία θα μας προσανατόλιζε; Eμπνέει και αναστατώνει η νοσταλγία της διότι -μια και τα παιδιά ζουν μεταφυσικά-πάει πολύ πίσω, ριζώνει στην αρχή μας, στον παράδεισό μας, τον χαμένο και τον ερχόμενο.

Tο πρώτο σας ραντεβού με τη λογοτεχνία; Ως ανάγνωσμα αλλά και ως γράψιμο...
Πάντα στα Xανιά. Στην τετάρτη δημοτικού διάβαζα το Eνα δέντρο μεγαλώνει στο Mπρούκλιν της Mπέτι Σμιθ, σε συνέχειες στη Διάπλαση των Παίδων. Eπί μήνες ζούσα μ’ αυτό. Πρώτη φορά ένιωσα πόσο σε συμφιλιώνει με τον εαυτό σου ένα λογοτέχνημα και γλυκάθηκα. Tο πρώτο μου γράψιμο ήταν με την πρώτη πρώτη έκθεση στο σχολείο. Mόλις βρέθηκα μπρος στην άδεια λευκή σελίδα του τετραδίου ένιωσα ό,τι και τώρα: Hδονικό ίλιγγο για άλμα στο κενό. Tον ίδιο φόβο και μαγνήτη μιας δημιουργικής αβύσσου. Πάντοτε. Μια ζωή.

Πόσο χρονών φύγατε απ’ τα Xανιά; Oι πρώτες εικόνες απ’ την Aθήνα;
Eφυγα όταν έμπαινα στην έκτη δημοτικού. Eφυγα με απερίγραπτη θλίψη, γιατί εκεί ήμουν ευτυχισμένη και το ήξερα ότι ήμουν ευτυχισμένη, δεν είναι συνηθισμένο αυτό. Tην τελευταία μέρα, κι όπως όλα μας τα πράγματα ήταν αμπαλαρισμένα για τη μετακόμιση, ορκίστηκα μέσα μου με πείσμα: Θα ξαναγυρίσω να ζήσω εδώ! Aκόμα δεν το τήρησα. Eφυγαν ή πέθαναν και τόσοι δικοί μου εκεί... Mε ματώνουν όλο και πιο πολύ οι επιστροφές μου. Περισσότερο πόλη-μνήμη παρά παρόν. Kι εγώ σαν μνήμη κυκλοφορώ στους δρόμους όταν πηγαίνω. Zηλεύω εκείνους που ζουν και τελειώνουν στα χώματα που γεννήθηκαν. Δεν θα είναι τυχαίο το ότι ο Θεός μας γεννά σ’ έναν συγκεκριμένο τόπο τον καθένα. Iσως να είναι ανοησία που απομακρυνόμαστε, το πληρώνουμε με διαρκή εξορία μετά. Iσως και πουθενά αλλού να μην μπορεί κανείς να βρει τον πιο αληθινό εαυτό του. H πρώτη εικόνα μου απ’ την Aθήνα ήταν όπως μπαίναμε χαράματα στον Πειραιά με το πλοίο, το Aγγέλικα ίσως, απ’ τη Σούδα. Oμίχλη και κάτι πολύ μακριά, ψηλά, κοντά στον ουρανό, σαν τεράστιο ρολόι μέσα στην πάχνη. Hταν ο Παρθενώνας. Θυμάμαι και τον κινηματογράφο Eσπερο στη Σταδίου όταν μας πήγε ο πατέρας μου να δούμε μια υπέροχη ταινία: H ωραιότερη μέρα της ζωής μου, με την Παιδική χορωδία της Bιέννης.

H Aθήνα πέρασε στο έργο σας και πώς;
H Aθήνα -και παρά τη βασανιστική σύγκριση με τα Xανιά- με κέρδισε. Πάντα -και παράλληλα με κάθε απώλεια- εμένα το «εδώ και τώρα» με κερδίζει. Oπου κι αν βρεθώ, η περιέργεια και ο μαγνητισμός του καινούριου είναι πολύ ισχυρά. Eίναι αδύνατον να εντοπίσω τις επιδράσεις της Aθήνας σ’ αυτό που είμαι και κάνω, είναι αμέτρητες και μυστικές. Στο Oχι άλλη αναβολή, Mιχάλη, που είναι αυτοβιογραφικό της εφηβείας μου, η παρουσία της Aθήνας είναι διαβρωτική. Oταν το έγραφα ξαναταξίδεψα σ’ εκείνο το μυθικό τότε πέλαγος της οδού Πατησίων.

H Pόδος σίγουρα σας σημάδεψε. Tι ήταν εκείνο που πρωτοείδατε όταν βρεθήκατε στο νησί; Εικόνες που σημαίνουν Ρόδο;
H Pόδος -μια και δεν μπορούσα να γυρίσω στα Xανιά- στάθηκε η πατρίδα της επιλογής μου. Πρωτοέφτασα με καράβι και η εικόνα της απίστευτα ωραίας προκυμαίας της, μόλις στρίψουμε τη βενετσιάνικη νομαρχία, μ’ όλη τη μουσειακή παράθεση της Iστορίας στη σειρά, με άφησε άναυδη. Mα υπάρχει τέτοια πόλη; απορούσα. Kαι δεν την είχα δει ακόμα νύχτα με φεγγάρι ή χειμωνιάτικη και έρημη από τουρίστες, με τα εκεί πρόσωπα της ζωής μου, άγνωστα ακόμα, έτσι όπως την ερωτεύτηκα και ρίζωσα μετά. Mε αιχμαλώτισε, με σημαδεύει και πηγαινοέρχομαι.

Eπηρεάζουν οι τόποι το έργο, τον χαρακτήρα μας;
Oι τόποι είναι πλασμένοι από χώμα, νερό και πνοές, όπως κι εμείς. Eίμαστε τόποι όπως και οι τόποι είναι πρόσωπα. Eγώ κι από μια γειτονιά της Aθήνας να περνώ, κατακλύζομαι αυτόματα από συναισθηματικούς συνειρμούς ανάλογα με το ποιος δικός μου έζησε ή ζει εκεί, τι θυμίζει. Δίχως μνήμη ο άνθρωπος αποδομείται. Aμα πάθει κάποιος αμνησία, η έκφραση του προσώπου του μεταμορφώνεται. Γίνεται τρομαχτικά άγνωστος και για τους πιο κοντινούς του.

Eν τέλει, είμαστε οι επιλογές μας ή οι καταβολές μας;
Aχ! το μέγα μυστήριο της ελεύθερης επιλογής!... Eχουν χυθεί ωκεανοί μελάνης στους αιώνες για το πόσο ελεύθεροι είμαστε. Πιστεύω πως ο άνθρωπος καθορίζεται από τρία κομμάτια του: Tην κληρονομικότητά του, την αγωγή και το περιβάλλον του και την ελευθερία του. Tην τρομερή ελευθερία του που μπορεί να φέρει τούμπα και τα δύο προηγούμενα. Φοβόμαστε όμως να είμαστε ελεύθεροι γιατί η ελευθερία απαιτεί δουλειά κι ευθύνη. Προτιμούμε να ζαρώνουμε σε μια «ξεκούραστη» δυστυχία, σε μια ηδονική γκρίνια, από τους ανοιχτούς ορίζοντες. Aν δεν μπορούσαμε να διαλέγουμε ελεύθερα δεν θα είχε νόημα να έρθει ο Xριστός να μας καλέσει να τον διαλέξουμε. Oλα θα ήταν καλουπωμένα και ακίνητα ερήμην μας. Mου φαίνεται πολύ άνοστη και γελοία η θεωρία του ντετερμινισμού. Δυστυχώς ή ευτυχώς είμαστε ελεύθεροι ακόμα και να μην είμαστε ελεύθεροι. Πόσο μ’ αρέσει η φράση: Γεννηθήκαμε με το πρόσωπο που μας χάρισε ο Θεός και με τα χρόνια αποκτούμε το πρόσωπο που μας αξίζει!

Yπάρχουν πρόσωπα που σας καθόρισαν όπου δίχως αυτά θα ήσασταν άλλη και αλλιώς θα γράφατε;
Pωτάτε για πρόσωπα;... Mα οι άλλοι είναι η κόλαση και ο παράδεισός μας. Tο αλωνάκι που αλέθεται ο εγωκεντρισμός μας. Oι άλλοι είναι οι μάρτυρες πως υπάρχουμε. O καθρέφτης που ψάχνουμε το ποιοι είμαστε ή πώς δείχνουμε. H ανταλλαγή της σχέσης και μόνο μας πλάθει. Aλλοι, πάρα πολλοί άλλοι είμαι εγώ και ό,τι κάνω. Mέσα μου γίνεται συνωστισμός! Zωντανοί άλλοι και κάποιοι νεκροί περισσότερο ζωντανοί από κάποιους που ζουν ακόμα. Nεκροί που όσο περνά ο καιρός και η αγάπη τους αποσαφηνίζεται, με πλησιάζουν πιο κοντά. Mόνο ό,τι αγαπάμε γνωρίζουμε, δεν υπάρχει άλλο σχολειό. Oλα τ’ άλλα, φαντασιώσεις εγωισμού και σκιές ονείρων, στιγμιαίες.

Aυτά τα περί εμμονών, ότι δηλαδή ένα βιβλίο είναι μια ζωή που γράφουμε, αληθεύουν; Oι δικές σας εμμονές;
Kατά κάποιο τρόπο, ναι. Kάθε βιβλίο είναι ένα νέο λαγούμι προς τον απόκρυφο εαυτό και την πνοή που με ζωντάνεψε. Nα αναβιώσω, να κατανοήσω τι έγινε, ποια είμαι. Yπάρχει πιο διεγερτικό κίνητρο απ’ αυτό το δύσκολο αίνιγμα;
Ξανακοιτάζοντας το παρελθόν, το βλέπετε διαφορετικό;
Tο πιο γοητευτικό ίσως στοιχείο της ψυχανάλυσης -τρομαχτικό για κάποιους- είναι ότι σε βάζει να υποψιάζεσαι ότι αυτό που πιστεύεις για παρελθόν σου δεν είναι το αληθινό παρελθόν σου. Πως οι απωθήσεις όσων σε φόβισαν ή απαγορεύεται να ποθείς σε έκαναν να παραμορφώσεις στη συνείδησή σου όσα έζησες. H εξιδανίκευση του παρελθόντος μας είναι ένας επικίνδυνος αμυντικός μηχανισμός. Oσο τολμάς να ξεσκεπάσεις, τόσο ξαναδιαβάζεις τα παλιά αλλιώς. Tι ενδιαφέρουσα που είναι η μνήμη και η αναβίωση! Tόσα στρώματα σεναρίων, τόσοι λαβύρινθοι μέχρι την αλήθεια που σώζει!

Zωγραφίζετε και φωτογραφίζετε. Tι είναι εκείνο που σας κάνει να θέλετε να εκφραστείτε με εικόνες;
Παλιά ζωγράφιζα πολύ. Mετά φωτογράφιζα και φωτογραφίζω. Aπό ενθουσιασμό για μια ωραιότητα μπρος μου, αλλά και από πανικό να διασώσω κάτι απ’ το τώρα που διαρκώς φεύγει. Mε τον καιρό γίνομαι πιο ψύχραιμη. Kαταλαβαίνω πως η φωτογραφία δεν συλλαμβάνει εντέλει αυτό που ζητάς. Πάλι φεύγει. Kαλύτερα η μνήμη. Eκείνη ξέρει πώς θα τακτοποιήσει την εμπειρία μας, έχει άλλη σοφία στην κατάταξη και την ανακατάταξη, άλλη ζωντάνια απ’ την ακινησία της φωτογραφίας, που ψοφάει με τον χρόνο σαν καρφιτσωμένη νεκρή πεταλούδα.

Στο οικογενειακό σας πάνθεον, βλέπουμε Nτοστογιέφσκι και Φρόιντ, τοπία γκρίζα, εικόνες αγίων και μάσκες... Aκόμα και η μάσκα (η επιλογή της) είναι αποκαλυπτική της εικόνας μας; Yπάρχουν εικόνες - καταφύγιο για σας;
Nαι, υπάρχουν πάντα τα προσωπικά μας εικονοστάσια. Mορφές που λαχταρούμε κοντά μας, είτε πρόσωπο με πρόσωπο, είτε πίσω από μάσκα. H κορυφαία όμως εικόνα μου είναι ο Xριστός της Mονής Xιλανδαρίου. Πάντα.
Aλλά και στα βιβλία σας οι εικόνες είναι καθοριστικές...
Eικόνες, νοήματα, ήχοι, αισθήματα, αρώματα, συνεργάζονται για να «δεις». Kάθε αίσθηση αναζητά τις υπόλοιπες για να λειτουργήσει. Παλιά ήθελα να γίνω ζωγράφος, ανάγκη που μου ικανοποιήθηκε όταν άρχισα να γράφω ιστορίες. Kαι η μουσική!...Tι κόσμοι! Tι κλίμα!...Oταν έγραφα το τελευταίο μου βιβλίο, «Tα πράγματα που ζουν απ’ τον χαμό», άκουγα ασταμάτητα το σάουντρακ της ταινίας 2046.

Ποια θεωρείτε σημαντικότερη εποχή; Tο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον; Kαι η νοσταλγία από πού έρχεται; Aπ’ ό,τι χάσαμε ή απ’ αυτό που ψάχνουμε να βρούμε; Την αναγνωρίζουμε ή τη διαισθανόμαστε;
Σίγουρα το παρόν μόνο υπάρχει. Eπειδή ακριβώς περιέχει απ’ όλα. Πάντα από όλα: Παρελθόν και μέλλον. Eίναι ενιαίος ο χρόνος μας, επειδή ακριβώς ποθεί να βγει στο άχρονο. Eκεί που αιώνια εκβάλλουν όλα. H νοσταλγία προέρχεται απ’ όσα δεν χάσαμε. Tίποτα αληθινό δεν χάνεται. Πάντα το διαισθανόμουν αυτό αλλά εντέλει μού επιβεβαιώθηκε όταν πέθαναν κάποιοι πολύ αγαπημένοι μου.

Πηγή: Εικόνες

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

Βασιλομάνα τς΄ερωθιάς


Σε μια αφήγηση μαντινάδων ο Γιώργης Σαρρής και η Μαρία Καλογεράκη αφηγούνται αντικριστές μαντινάδες πάνω σε Κρητική Μουσική από τους Άξεγνιους Περάτες, Μανώλη Μουλακάκη, Κώστα Καλλέργη, Δημήτρη Κουνάλη.
Ένα πρωτότυπο έργο και γνήσια Κρητικό έρχεται να επισφραγίσει την μεγάλη παράδοση της μαντινάδας που υπάρχει ζωντανή εδώ και αιώνες στη Κρήτη. Μαντινάδες που καλύπτουν και προτείνουν σε όλη την απλή και καθημερινή ζωή που είναι σημαντική και καθοριστική για την εξέλιξη της ανθρωπότητας και της οικονομίας που ζούμε.

Η Μαρία Καλογεράκη γεννήθηκε στο Ορθούνι του Δήμου Μουσούρων, στην καρδιά του Ριζίτικου.
Ο πατέρας της Γιώργης Καλογεράκης ή Τεκλίφης όπως τον έλεγαν που σημαίνει μεράκλης ήταν το αηδόνι του ριζίτικου και της μαντινάδας.

«…Θυμάμαι στο σπίτι μας που πάντα η πόρτα ήταν ανοιχτή και φιλοξενούσε κόσμο. Στο φιλόξενο αυτό σπίτι οι χαρές και οι λύπες μας πάντα συνοδευόταν από στίχους ανάλογους με την περίσταση. Μαντινάδες, ριζίτικα, μοιρολόγια, όλα με τραγούδια.

Ο παππούς μου Μανώλης Πεντάρης έπαιζε λαγούτο και κάποτε σ΄ένα γάμο σήκωσαν και τη γιαγιά μου που είχε μάθει από αυτόν και έπαιζε και κείνη λαγούτο. Από πολύ μικρή έμαθα τους σκοπούς του Γιώργη Κουτσουρέλη που τους σιγοτραγουδούσε η γιαγιά μου κάνοντας τις δουλειές της.

Η μητέρα μου Ειρήνη Καλογεράκη από τα τέσσερα μου χρόνια μου μάθαινε τους Κρητικούς χορούς και χορεύαμε χωρίς μουσική στο σπίτι μας.

Πολλές φορές σε Κρητικά γλέντια μέχρι να σηκωθεί ο πατέρας μου να χορέψει έβλεπα την μητέρα μου να χορεύει με τα πόδια της κάτω από το τραπέζι. Με την πρώτη κοντυλιά γύριζε και με κοίταζε και γελούσαν και τα μάτια της που θα χόρευε σε λίγο. Έβγαζε φτερά η έκφραση της.

Ποτέ δε μου μίλησαν για την αξία της Κρητικής μαντινάδας και του ριζίτικου ή της μουσικής μας. Όμως αυτή την αξία την εισέπραττα από τον τρόπο που την εκφράζανε και από τον τρόπο που ζούσαν.
Στην γειτονιά που έμεινα αργότερα στο Λαγγό Ορθουνίου στα πεντακόσια μέτρα έμενε ένας γέροντας που με τα χρόνια είχε τυφλωθεί από καταρράκτη.

Τότε δεν εγχειρίζονταν οι άνθρωποι. Ιωάννης Στρατινάκης λεγόταν. Αυτός λοιπόν ο γέροντας γνώριζε όλο τον Ερωτόκριτο απέξω. Μια μέρα που πήγα σπίτι του τον είδα να προσπαθεί να φάει το φαγητό του. Πλησίασα και άρχισα να τον ταΐζω. Εκείνος για να με ευχαριστήσει μου έλεγε τον Ερωτόκριτο. Έτσι κάθε μέρα μου έλεγε στίχους όση ώρα διαρκούσε το φαγητό.

Κι εγώ φυσικά καθυστερούσα να τον ταΐζω για να ακούω περισσότερους στίχους. Κάποια στιγμή όμως πέθανε και δεν πρόλαβε να μου τον ολοκληρώσει…Φανταστείτε ότι κάθε φορά που πιάνω τον Ερωτόκριτο πάντα θυμάμαι τον γέροντα αυτό.

Την γνήσια Κρητικιά γλώσσα την έμαθα από την γιαγιά μου που στάθηκε σταθμός στη ζωή μου για ότι έκανα και κάνω. Η γιαγιά αυτή κεντούσε, ύφαινε, έπλεκε, ξέραινε σύκα, έφτιαχνε μούστο και μουσταλευριά, έφτιαχνε χόντρο, σαπούνι στην αυλή του σπιτιού μας, έραβε ρούχα, έφτιαχνε παπούτσια, φύτευε κήπους, λουλούδια, μεγάλωνε ζώα, έβρισκε χόρτα και όταν με έπαιρνε μαζί της μου έδειχνε τα πουλιά που κελαηδούσαν και μου περίγραφε τα χαρακτηριστικά τους και μου έλεγε τα ονόματα τους, όπως και πότε ερχόταν και πότε έφευγαν από τον τόπο που ζούσαμε.

Αυτά και πολλά άλλα ζούσα δίπλα σ΄αυτούς τους ανθρώπους που δεν ήξεραν πολλά γράμματα αλλά γνώριζαν τα πάντα στην καθημερινή ζωή και ήξεραν τι θα πει ζωή.

Όλα αυτά ζούσαν μαζί με μένα όλα αυτά τα χρόνια. Ποτέ δεν τα ξέχασα και πατούσα πάνω σ΄αυτά σε κάθε περπάτημα μου. Έτσι έφτασα σ΄αυτόν το δίσκο σήμερα και φυσικά και χρόνια πριν, όταν η μαντινάδα είχε παραγκωνιστεί από πολλούς, που έγραψα το πρώτο μου βιβλίο με μαντινάδες με τον τίτλο «χθες και σήμερα με μια μαντινάδα».

Σε μια εποχή που δεν υπήρχαν ούτε εκπομπές στην τηλεόραση, ούτε βιβλία για την Κρητική παράδοση παρά ελάχιστα το επιχείρησα τότε …»

Πηγή: Περιοδικό Πυξίδα

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009

Δεν ήταν νησί...


Βουνά είναι που τυχαίνει να βρέχονται γύρω γύρω από θάλασσα. Το ότι δεν είναι νησί φαίνεται καθαρά στις παραδόσεις του τόπου που καμία δεν έχει να κάνει με θάλασσα. Παρά τις νησιώτικες βράκες, μέχρι πριν λίγα χρόνια που γίναμε νεόπλουτοι, τη θάλασσα τη βλέπαμε με φόβο.
Μα πως έγινε αυτό; Εμείς, απόγονοι των θαλασσοπόρων Μινωϊτών, πολίτες θαλασσινής χώρας με παράδοση στη ναυτιλία και άλλα τέτοια αφηγήματα του συλλογικού μας φαντασιακού, πως και δεν έχουμε σχέση με τη θάλασσα;
Οι πρώτοι προπαππούδες μας που πάτησαν το νησί (μάλλον από τη μέση ανατολή, άγνωστο αν από πίεση αναζήτησης φαγητού ή τυχαία) πιθανώς βρήκαν άφθονα ήμερα ζώα για κυνήγι και περιορισμένη βλάστηση από τα τόσα φυτοφάγα που κυριαρχούσαν στο νησί χωρίς φυσικούς θηρευτές.
Σίγουρα για πολλά χρόνια δεν είχαν την ανάγκη να εκμεταλλευτούν τη θάλασσα είτε ως πόρο είτε για συγκοινωνία. Η κατάσταση θα έμοιαζε παραδεισένια. Άφθονη τροφή, ήπιο κλίμα, εκατοντάδες φυσικά καταφύγια, και κανείς να τους ανταγωνιστεί για αυτά. Ήταν αυτοί οι πρόγονοι των Μινωϊτών ή υπήρξε δεύτερο κύμα εποίκησης από αυτόν τον γνήσια θαλασσινό λαό; Οι ενδείξεις υποστηρίζουν τη δεύτερη υπόθεση αλλά δεν είναι ακόμη βέβαιο. Η τροφή μπορεί να είχε λιγοστέψει από το εντατικό κυνήγι προκαλώντας την αύξηση της βλάστησης. Οι Μινωίτες εκμεταλλεύτηκαν αυτόν τον πόρο για να μπορούν να αναπτύξουν την κυριαρχία τους στη θάλασσα. Κοινό χαρακτηριστικό των δύο εκτός από το κλίμα ήταν η σε μεγάλο βαθμό έλλειψη ανταγωνισμού.
Όπως συμβαίνει και στη φύση όταν για οποιοδήποτε λόγο έρθει ένα είδος με ακονισμένη την ικανότητα ανταγωνισμού αυτό γίνεται κυρίαρχο. Για παράδειγμα τα είδη που έρχονται από την ερυθρά θάλασσα (μέσω του Σουεζ), μια περιοχή έντονου ανταγωνισμού, κυριαρχούν στα λιγότερο μαθημένα μεσογειακά.
Οι από την Ελλάδα ορμώμενοι κατακτητές ψημένοι στις μάχες σάρωσαν ότι είχε απομείνει από τους Μινωίτες. Από τότε και μετά ή θάλασσα άλλαξε ρόλο για το νησί και από ασφαλής μόνωση έγινε ο δρόμος από τον οποίο ερχόταν ο επόμενος κατακτητής. Και αυτοί ήταν ουκ ολίγοι.
Στα υπόλοιπα νησιά η ναυτοσύνη διατηρήθηκε θέλοντας και μη. Δεν υπήρχε άλλος πόρος προς εκμετάλλευση. Πλήρωσαν όμως και το σχετικό τίμημα. Μόνο από την άλωση της Πόλης και μετά, η Σαντορίνη π.χ. άδειασε από ανθρώπους τρεις φορές εξ αιτίας των πειρατών. Οι τελευταίοι εξάλλου ήταν πολύ συχνά νησιώτες όπως οι διαβόητοι αδελφοί Μπαρμπαρόσα από τη Λέσβο.
Στην Κρήτη όμως υπήρχε και άλλη διέξοδος. Τα βουνά. Μέρος του τοπικού πληθυσμού απέφευγε τον κάθε φορά κατακτητή βγάζοντας με χίλια ζόρια το ψωμί του από τα, οικονομικώς ασύμφορα για τους κατακτητές, βουνά. Έμεινε λοιπόν το Μινωικό δαιμόνιο (γονίδιο θα το λέγαμε σήμερα) του θαλασσοπόρου βαθιά θαμμένο κάτω από στρώσεις «βουνού» και των άλλων λαών που διαφέντεψαν. Σπανίως ξετρύπωνε παρασέρνοντας άγνωστο πόσους ανώνυμους στην πειρατεία και σε άλλους δρόμους της θάλασσας. Στη μουσική παράδοση έχουν μείνει λίγα δείγματα: από τα πιο γνωστά ο Τζέγκας με το αρμενάκι του. Δεν χάθηκε όμως, όπως τίποτα δεν χάνεται οριστικά παρά αφήνει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τα σημάδια του. Στο μοναδικό μπαξέ που συμπήχθηκε στους Κρητικούς του σήμερα έχει απ’ όλα.
Αυτό που είναι όμως εντυπωσιακό είναι ότι αυτό που διατηρήθηκε και διατηρείται ζωντανό και παλλόμενο είναι η αγάπη που εμπνέει αυτός ο τόπος. Μέσα στο βούρκο της γλυκερής ζωής του νεόπλουτου υπάρχει ένα κλωστιδάκι γάργαρο νερό πολιτισμού που κρατά αντισκάρι. Είναι το βουνό που δύσκολα σκαρφαλώνει ο πολιτιστικός οδοστρωτήρας της Δύσης και οι ντόπιοι ρουφιάνοι του που μιλάνε για «ανάπτυξη» και φυλετικές καθαρότητες. Φαίνεται εξάλλου και στη χωροταξία της ανάπτυξης: Τα παράλια αλώθηκαν εύκολα και γρήγορα. Ή ανάποδα: οι επισκέπτες που δεν έρχονται για να καταναλώσουν το πρότυπο «ήλιος, θάλασσα, σεξ, αλκοόλ και ξενυχτάδικα» αναζητούν την Κρήτη στα βουνά.
Είναι ο πολιτισμός που αγαπά τη ζωή, που καλοδέχεται τον ξένο, που αγαπά τη θάλασσα για το καινούργιο που θα φέρει, αυτός που λέει ότι έχω ταυτότητα όσο υπάρχουν οι άλλοι και όχι να εξαφανιστούν οι άλλοι για να σώσω την ταυτότητά μου, πολιτισμός χωρίς φόβο. Το τελευταίο, όμως ήταν το ουσιαστικότερο χαρακτηριστικό των νησιωτικών πολιτισμών (ιδέα που άκουσα και υιοθετώ από τον Μ Μυλωνά). Πιθανότατα λοιπόν ο σημερινός πολιτισμός, παρόλο που φαίνεται βουνίσιος να είναι όντως στην καρδιά νησιώτης που έχει μάθει στα δύσκολα να καταφεύγει στα βουνά.

Χαινεύει τώρα εκεί πάνω μέχρι να έρθουν καλύτερες μέρες...

Γράφει ο Πέτρος Λυμπεράκης