Το Μύρτος είναι ένα ήσυχο παραθαλάσσιο χωριουδάκι σε έναν μικρό όρμο της Νότιας Κρήτης, 14 χιλιόμετρα από την Ιεράπετρα. Ο οικισμός εκτείνεται κατά μήκος της θάλασσας και δένει απόλυτα με το περιβάλλον. Η παραλία του είναι από τις καλύτερες της περιοχής, με σταχτιά άμμο και καταγάλανα νερά στα οποία θα απολαύσετε την πεντακάθαρη θάλασσα. Βρίσκεται μπροστά από τις ταβέρνες και τα καφέ και επεκτείνεται προς τα δυτικά, όπου το πλάτος της είναι μεγαλύτερο. Εκεί θα βρείτε οργανωμένες υποδομές με ομπρέλες και ξαπλώστρες, καθώς και θαλάσσια σπορ. Η περιοχή δεν επηρεάζεται από τους δυνατούς βοριάδες και όπως λένε οι ντόπιοι, το Μύρτος είναι το μέρος όπου δεν φυσάει ποτέ.
Δυτικά και σε απόσταση 4 χιλιομέτρων, μέχρι το χωριό Τέρτσα, μπορείτε να βρείτε αρκετές παραλίες στις οποίες θα είσαστε μόνοι σας και θα απολαύσετε τη γαλήνη του τοπίου, τον ήλιο και τα κρυστάλλινα νερά, χωρίς τις ανέσεις μιας οργανωμένης παραλίας όπου μπορείτε να κάνετε και γυμνισμό.
Το χωριό είναι νοικοκυρεμένο και με ωραία ατμόσφαιρα. Στο Μύρτος τις μέρες σας θα τις περάσετε στην παραλία, θα πιείτε τον καφέ σας αγναντεύοντας τη θάλασσα και τα βράδια θα απολαύσετε το φαγητό, το κρασί και τη ρακή στα ταβερνάκια δίπλα στη θάλασσα, στα στενά του χωριού ή στα ξενοδοχεία της περιοχής. Κάνοντας τη βόλτα σας στα στενά σοκάκια του Μύρτου, θα δείτε εικόνες που σε λίγα μέρη μπορεί κάποιος να δει. Τα λευκά σπίτια, τα μπλε παράθυρα, τις ασβεστωμένες μουριές, τις αυλές των σπιτιών με τα κάθε λογής φυτά και λουλούδια φυτεμένα στους κήπους, σε γλάστρες και πιθάρια. Το Μύρτος έχει ιστορία χιλιάδων ετών. Κατοικήθηκε από τους Μινωίτες περίπου το 2800-2000 π.Χ. Κοντά στον Μύρτο έχουν ανασκαφεί δύο σημαντικοί μινωικοί οικισμοί: η Φούρνου Κορυφή που είναι από τους αρχαιότερους οικισμούς της Κρήτης, και ο Πύργος που άκμασε λίγο αργότερα. Για να επισκεφτείτε τον μινωικό οικισμό Πύργο θα πάρετε το μονοπάτι το οποίο ξεκινά δίπλα από τον ποταμό, στην έξοδο προς Ιεράπετρα. Θα χρειαστείτε περίπου 30 λεπτά για να ανεβείτε στην κορυφή του λόφου, εκεί που βρίσκονται τα ερειπωμένα σπίτια των Μινωιτών. Η Φούρνου Κορυφή βρίσκεται 3,5 χιλιόμετρα ανατολικότερα και δεν είναι δυνατή η είσοδος στον αρχαιολογικό χώρο.
Βόλτα στη Χρυσή Αφιερώστε μια μέρα για μια βόλτα στην Ιεράπετρα απ’ όπου θα πάρετε το καραβάκι για το νησί Χρυσή ή Γαϊδουρονήσι, με τους κέδρους και τις τροπικές παραλίες με τη ροζ άμμο.
Κρητικούς μεζέδες θα βρείτε στο «Καραβοστάσι», όπου και θα θαυμάσετε τα γλυπτά από πέτρες που διακοσμούν το κατάστημα. Δοκιμάστε την κρητική κουζίνα της Πόπης και το κρασί του Αλέκου, στις «Εσπερίδες» δίπλα στην πισίνα και σε πολύ καλές τιμές.
Αζίλακας είναι ένα σπάνιο δέντρο, κάτι μεταξύ βελανιδιάς και πρίνου, που συναντάται στα ορεινά της Κρήτης και κάποιων νησιών του Αιγαίου. Στο Βραχάσι, σε μεγάλο σχετικά υψόμετρο στις πρόποδες της Σελένας, υπάρχει ένα από τα ελάχιστα ίσως δάση από Αζιλάκους.Το δάσος είναι πυκνό και παρθένο, ενώ τα δέντρα ξεπερνούν σε ύψος τα 5 μέτρα.
Αζίλακας είναι η κρητική ονομασία του δέντρου Quercus ilex που στην υπόλοιπη Ελλάδα ονομάζεται Αριά ή Άριος Δρυς. Η Αριά (ή Άριος Δρυς - Quercus ilex), είδος βελανιδιάς, έχει δυνατότητα ανάπτυξης σε μεγάλο εύρος τύπου εδαφών και περιστασιακά βρίσκεται υπό μορφή πυκνού δάσους. Πρόκειται για είδος, ανθεκτικό σε ακραίες συνθήκες, με εξαιρετική προσαρμογή στις οικολογικές συνθήκες της Μεσογείου. Σήμερα, παρόλα αυτά, είναι λίγα τα δάση Αριάς που βρίσκονται σε «κλίμαξ βλάστηση», δηλαδή πυκνά δάση ύψους 12 – 15 μέτρα. Σε αυτόν τον τύπο δάσους, η Αριά παίζει κυρίαρχο δομικό ρόλο σε μια σειρά από πλούσιες σε σύνθεση φυτοκοινότητες, καθώς αποτελεί το είδος που μέσω μικροκλιματικών περιορισμών καθορίζει τη δομή και τη σύνθεση του υπορόφου (Arbutus unedo L., Phillyrea sp., Rhamnus sp., Viburnum sp ., Clematis sp., Lonicera sp., Smilax sp., Tamus communis).
Όπως όλα τα είδη βελανιδιάς, η Αριά δεν αντέχει στην σκίαση. Είναι υπεραιωνόβια δέντρα τα οποία μπορούν να κυριαρχούν για εκατοντάδες χρόνια σε ένα αδιατάρακτο δάσος. Ωστόσο, η παρουσία τους είναι πιο συνηθισμένη υπό μορφή διάσπαρτων δέντρων με μια καλά ανεπτυγμένη μακκία βλάστηση (Juniperus sp., Cistus sp., Genista sp., Pistacia lentiscus, Spartium junceum, Rosmarinus officinalis, Lavandula sp.) και σε πιο ανοιχτούς χώρους φρυγανική βλάστηση.
Στην Κρήτη, εκτός από το Βραχάσι, πληθυσμοί αζιλάκων συναντώνναι στο δάσος του Ρούβα και στην περιοχή της Γεωργιούπολης. Δάσος με αριές υπάρχει στην Ικαρία, το δάσος του «Ράντη», ενώ αριές συναντώνται και σε άλλα νησιά του Αιγαίου. Επίσης υπάρχουν και στην προεδρική κατοικία και στον εθνικό κήπο στην Αθήνα.
Είναι άγριοι, όπως και ο τόπος τους, ανυπόταχτοι και χωρισμένοι από άσβεστο μίσος, αλλά με μια ισχυρή συνεκτική αναφορά. Το μένος και, τον επίσης κοινό, γενεαλογικό μύθο. Είναι «αρχοντορωμαίοι» με ρίζες στη χαμένη βασιλεύουσα, την Πόλη, το «κλειδί» της Ρωμανίας. Πρόκειται για τους Σφακιανούς, που συνθέτουν την αντίθετη εικόνα των καθημαγμένων της γης. Φυσικά, δεν έχω την αφελή πρόθεση να συνοψίσω σε λίγες αράδες την ιστορία των Σφακιών και των Σφακιανών. Αν και δεν χρειάζεται, ας ξεκαθαρίσω πως ό,τι θέλω να διηγηθώ είναι μυριόλεκτο, δεν αποτελεί δικό μου εύρημα. Ανήκουν σε μια έκθεση του Γενικού Προβλεπτή του Βασιλείου της Κρήτης Zuane Mocenigo, συνταγμένη το 1589 μετά τη λήξη της θητείας του στο αξίωμα αυτό. Την έκθεση δημοσιεύει με μια μετάφραση σε ακριβόλογη καθαρεύουσα γλώσσα ο γνώστης και επόπτης της Κρητικής Ιστορίας Στέργιος Σπανάκης στον πρώτο τόμο (1940) των πολύτιμών του και πολύτομων Μνημείων της Κρητικής ιστορίας.
Ο Mocenigo θα αφιερώσει μια ενότητα της έκθεσής του στα Σφακιά και στους Σφακιανούς. Οπως ήδη είπαμε είναι χώρα άγρια και άφορη, δηλαδή δεν είναι κάμπος, πεδιάδα. Οι κάτοικοί της διασπαρμένοι σε χωριά, αλλά με συνδετικό κρίκο. Τα γένη είναι δύο, οι Παπαδόπουλοι και οι Πάτεροι, με διαφορετικές, ωστόσο, ενασχολήσεις το καθένα. Τους διοικεί ένας από τους ευγενείς της Αποικίας με διετή θητεία με αυξημένες ποινικές και αστικές αρμοδιότητες. Ο τόπος δεν έχει φρούρια και οχυρά και το μόνο οχυρωμένο οίκημα είναι εκείνο όπου κατοικοεδρεύει ο διοικητής τους, ο Provveditore, που η συγχρονική του ελληνική απόδοση, ειρήσθω εν παρόδω, ήταν Προβεδούρος ή Προβλεπτής και όχι η, επιτυχέστερη ίσως, μεταγενέστερη απόδοση: Προνοητής. Αυτός ο Προβλεπτής ήταν κρατικός λειτουργός, όχι φεουδαλικός κύριος, και οι διοικούμενοι δεν ήταν «κολόνοι» ή «πάροικοι» ούτε αγγαρευόμενοι (angararii), γιατί οι Σφακιανοί δεν υπόκεινταν στην αγγαρεία της γαλέρας, δηλαδή να υπηρετούν ως κωπηλάτες στο βενετικό στόλο, «θεωρούμε σχεδόν όλοι ως προνομιούχοι (privilegiati) αρχοντορωμαίοι».
Ήταν, λοιπόν, περήφανοι άνθρωποι με καταγωγικές περγαμηνές. Άρχοντες που έστειλε η Κωνσταντινούπολη σ’ εκείνους τους τόπους, πάρισα της βενετικής ευγένειας της Αποικίας. Δεν καμπούριαζαν, συνεπώς, όταν πήγαιναν να προσκυνήσουν τον αφέντη τους, γιατί τέτοιον αφέντη δεν είχαν. Πριν προχωρήσω, ας ξομολογηθώ ότι δεν μου αρέσει να επαναλαμβάνω τα γνωστά· κι ακόμη, δεν θεωρώ ότι η ανάλυση, ή η επαναδιατύπωση, ενός κειμένου νομιμοποιεί την απόσβεση από την πραγμάτευση των υπολοίπων: πιστεύω, ωστόσο, ότι κάθε καταγραφή είναι «συστημική», ένα σύνολο που συμπυκνώνει μια γενική αντίληψη (ή πρόσληψη), ένα γενικότερο σύστημα ισορροπίας ή ανισορροπίας (αντιρροπίας θα έλεγε ο Ευγένιος Βούλγαρης), που εκβάλλει σε ομόλογα, παράλληλα ή αντιθετικά σχήματα, διανοητικά και πραγματικά.
Ο Mocenigo μου δίνει την αφορμή για να επισημάνω δύο καταστάσεις:
(α) τον αντίποδα των «καθημαγμένων της γης», για τους οποίους μιλούσαμε στο προηγούμενο σημείωμα και
(β) για το κοινό πρότυπο δύο αντιθετικών καταστάσεων, αλλιώς για τον αντίποδα της τοπικής βενετικής «ευγένειας», την ευγένεια των «ρωμαίων».
Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για ευγένεια, δηλαδή για ομοιοτυπία των αξιολογικών κριτηρίων. Αυτή η ομοιοτυπία είναι διηνεκής. Ας θυμηθούμε τους πρόσφυγες που μιλούν για το τι είχαν και τι έχασαν· ας θυμηθούμε την καταγωγική ευγένεια των Ελλήνων που κορυφώνεται στην έννοια της ελευθερίας και τον αρχόμενο 19ο αιώνα ξεπηδά εκδικήτρια από τα πανάρχαια, επίσης ελληνικά, κόκαλα. Αντιθέσεις, λοιπόν, και αξιολογικές συγκλίσεις. Ας ξαναγυρίσουμε στους Σφακιανούς.
Διαιρούνται σε δύο μεγάλα γένη: τους Πάτερους και τους Παπαδόπουλους. Είναι διάσπαρτοι στον χώρο των Σφακίων, αλληλομισούνται, αλλά όλοι τους αυτοχαρακτηρίζονται ως «αρχοντορωμαίοι», με κοινή κοιτίδα την Κωνσταντινούπολη, είναι «αρχοντόπουλοι», όπως φέρονται σε άλλα κείμενα. Το κάθε γένος έχει συνείδηση της συνοχής του. Δεν είναι γένη, όπως ήδη σημειώσαμε, ομότροπα ως προς τη βιοτή τους, ούτε ενιαία, καθώς το καθένα τους διακρίνεται, σε επί μέρους γένη, στους Σκορδίληδες, λόγου χάρη, ως προς τους Παπαδόπουλους των Σφακιών – γιατί υπάρχουν Παπαδόπουλοι και έξω από τα Σφακιά, όπως ο συγγραφέας του Οccio. Δεν είναι γένη ομότροπα ως προς τη βιοτή τους. Κατά το λέγειν του Mocenigo, οι Πάτεροι αντλούν τα εισοδήματά τους από τα ζώα: είναι συνεπώς κτηνοτρόφοι και τυροκόμοι, έχουν τα «μιτάτα» τους. Δεν θα μιλήσουμε εδώ γι’ αυτή τη βιοτεχνική και πρόσκαιρη, εποχιακή, επιχείρηση. Θα πω μόνο ότι είναι μια πρόσκαιρη αλλά επαναλαμβανόμενη κοινωνική συνάθροιση, όπου αν η τυροκομία είναι το πρώτιστο, εμφιλοχωρούν και άλλες κοινωνικότητες: από το «μιτάτο» βγήκε το τραγούδι του Δασκαλογιάννη.
Ο ποιητάρης υπαγόρευε και ο εγγράμματος κετέγραφε. Η Ελευθερία Ζέη, μια ιστορικός με βαθιά αίσθηση και γνώση της «βιωματικότητας», μου λέει ότι ο άνθρωπος της πόλης ή του γεωργούμενου χώρου δεν μπορεί να ανεχθεί τη «μυρωδιά», την οσμή, του τυροκομιού. Κάποτε οι άνθρωποι ήταν εθισμένοι σε όλες τις οσμές: μην πιάνεις το πουκάμισο του φιδιού και λες στον άλλο να μυρίσει τα δάχτυλά σου, λέει μια παλιά Χρηστοήθεια. Δεν κάνω συνειρμικές μόνο παρεκφράσεις και αυτό θα φανεί. Οι Πάτεροι, λοιπόν, ζουν από τα ζωντανά τους και από τις λείες. Το κλεμμένο σφαχτό είναι πιο νόστιμο και η κλοπή δεν είναι απαξία.
Ο Θουκυδίδης, μιλώντας για περασμένες, ως προς τον χρόνο εποχές, έλεγε ότι η ληστεία ήταν συνηθισμένη στους παλιούς κατάσταση και θεμιτή: γι’ αυτό ρωτούσαν τους νεοεμφανιζόμενους αν ήταν ληστές, για να πει ότι και στους δικούς του χρόνους κάπου η ληστεία κρατούσε την παλιά της σημασία. Το ίδιο συμβαίνει και με τους Πάτερους και πολλούς άλλους σε διαφορετικούς χρόνους. Στην Κρήτη, όπως κι αλλού, η κλοπή των «σφαχτών» δεν θεωρείται απαξία, όταν τα κλεμμένα σφαχτά προορίζονται για τη συλλογική και τελετουργική κατανάλωση και όχι για την εμπορία. Νομίζω ότι σ’ αυτό τον κόσμο ανήκαν οι ζωοκλέπτες Πάτεροι. Οι Παπαδόπουλοι επιδίδονται σε άλλα έργα: είναι ναυτικοί, σιδηρουργοί, μαζεύουν ρετσίνι, κόβουν ξύλα και όλα αυτά τα εμπορεύονται. Δέχονται τις επιθέσεις των Πάτερων και απαντούν σ’ αυτούς.
Για τον Mocenigo, που οι συμπάθειές του είναι προς τους Παπαδόπουλους, γιατί με τις οικονομικές τους δραστηριότητες ωφελούν τα δημόσια οικονομικά, και οι δύο «φατρίες» έχουν ένα κοινό γνώρισμα. Τη συγκάλυψη των «κακοποιών» τους, των «maleficii». Δύο κόσμοι, λοιπόν, σε αντίθεση αλλά με επίκοινα σημεία: εκείνα που ορίζει η σύγκρουση των γενεών.
Δεν νομίζω (εκτός κι αν μου διαφεύγει κάποια βαθυστόχαστη και τεκμηριωμένη ανάλυση) ότι είναι εύκολο να αναγάγουμε τη σύγκρουση σε ένα διαφορετικού τύπου έλεγχο (και κατοχής;) του χώρου. Δεν είναι, άλλωστε, αυτό το ζητούμενο ετούτου του σημειώματος. Πρόθεσή του είναι να δείξει δύο διαφορετικές (και ακραίες) εικόνες των ανθρώπων της γης: των καθημαγμένων «κολόνων» και των ανυπόταχτων του βουνού. Στην ταπεινοσύνη των πρώτων και στην καθυποταγή τους και στην ατίθαση περηφάνια των δεύτερων υπάρχει ένα κοινό σημείο αναγωγής· η αυθεντία. Οι καθημαγμένοι με τις σωματικές εκφράσεις της υποταγής, αναγνωρίζουν μια έξω απ’ αυτούς, μια ξένη αυθεντία. Οι περήφανοι Σφακιανοί αναγνωρίζουν μιαν άλλη, που είναι όμως δική τους: είναι κι αυτοί άρχοντες, αλλά άρχοντες ρωμαίοι, όχι λατίνοι. Δύο κόσμοι, συνεπώς, αποκλίνοντες αλλά και συγκλίνοντες: η ταξικότητα είναι ένα ενδεχόμενο, προφανώς, διαμεσολαβημένο· η «πρωτόγονη» επανάσταση μια επαληθεύσιμη πιθανότητα, αλλά η υπέρβαση με τη βία των όπλων των οικονομικών όρων της ζωής, περισσότερο από μια ενδεχομενικότητα είναι μια πραγματικότητα: κάποια στιγμή θα μιλήσουμε για το τραγούδι του Αληδάκη. Θα χρειαστεί όμως να επανέλθουμε στο Occio του Τζουάνε Παπαντόπολι, δηλαδή Ιωάννη Παπαδόπουλου, εκτός Σφακιών.
Η στενή, γερασμένη εθνική οδός που διατρέχει τη βόρεια ακτή της Κρήτης έχει πήξει πλέον. Λίγες είναι οι ώρες που τα αυτοκίνητα, φορτηγά και πούλμαν, δεν σχηματίζουν ατελείωτα κονβόι και στις δύο κατευθύνσεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι τοπικές αρχές βοηθούν στο να μην επιδεινωθεί η κατάσταση ή ότι οι ίδιοι οι οδηγοί προσέχουν για να αποφύγουν ατυχήματα. Πριν από λίγες μέρες, οδηγώντας από τα Χανιά προς Ρέθυμνο, λίγο μετά τη δύση του ήλιου, τρόμαξα βλέποντας ξαφνικά μια παρέα ανθρώπων να περπατάει στην άκρη του δρόμου, μέσα στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης, η οποία λειτουργεί ουσιαστικά ως δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας. Τα αυτοκίνητα περνούσαν ξυστά από τους πεζούς. Λίγο πιο κάτω είδαμε κι άλλους, και μετά κι άλλους. «Θα ’ναι τουρίστες που χάλασε το λεωφορείο τους ή τους κορόιδεψαν και τους άφησαν μακριά από τον προορισμό τους» είπα, αναζητώντας μια λογική εξήγηση.
Πολλά χιλιόμετρα μακρύτερα, κατάλαβα τι γινόταν. Ξαφνικά βρεθήκαμε σταματημένοι σε μια ουρά χιλιομέτρων κάπου στη μέση της διαδρομής. Ηταν η παραμονή του Αγίου Φανουρίου, ο οποίος εορτάζεται σε ένα εκκλησάκι κοντά στη Γεωργιούπολη. Στις άκρες του δρόμου -για χιλιόμετρα- ήταν σταθμευμένα αυτοκίνητα. Οικογένειες πιστών περπατούσαν με φανουρόπιτες, με λαμπάδες ψηλότερες από το μπόι τους, με καροτσάκια (μωρών και αναπήρων), με την ελπίδα ότι ο άγιος θα τους δώσει αυτό που ζητούν, θα φανερώσει αυτό που χάθηκε. Γι’ αυτό τόσοι είχαν ξεκινήσει από μακριά, θέτοντας σε κίνδυνο τους εαυτούς τους και τα παιδιά τους, για να πάνε περπατώντας στον μεγαλομάρτυρα τον θαυματουργό.
Γύρω από το εκκλησάκι είχε στηθεί πανηγύρι με παγκάκια μικροπωλητών (με σουβλάκια, αφρικανική τέχνη, λοταρία για μια μοτοσικλέτα, παιχνίδια, κουρτίνες κ. λπ.). Η εθνική οδός η ίδια ήταν ο χώρος του πανηγυριού. Συμφιλιωθήκαμε με το γεγονός ότι θα καθυστερούσαμε και χαρήκαμε το θέαμα. Σαν να ’μαστε πρωταγωνιστές σε ταινία του Φελίνι. Είτε ξυπόλυτοι με πρησμένα πόδια (με τα ψηλοτάκουνα πέδιλα στο χέρι) είτε με λουξ τζιπ, οι πιστοί έφθαναν να τιμήσουν τον άγιό τους - δίνοντας και περιμένοντας να λάβουν.
Λίγο αργότερα, αφού το κονβόι είχε περάσει τον Άγιο Φανούριο και κοντεύαμε στο Ρέθυμνο, σε μια κλειστή στροφή με διπλή διαχωριστική γραμμή, με έναν άγριο ελιγμό και εκκωφαντικό μαρσάρισμα, ένα μαύρο αυτοκίνητο χώθηκε μπροστά μας. «Τι ήταν αυτό;». ρώτησε ο γιος μου. «Αυτός είναι ο ήχος ενός ηλίθιου», απάντησα. «Οταν ακούς αυτόν τον ήχο θα ξέρεις ότι βρίσκεσαι κοντά σε έναν βλάκα». «Και η αστυνομία, βέβαια, δεν κάνει τίποτα», πρόσθεσε η μεγάλη κόρη. «Γιατί; Πού είδες αστυνομία;». «Απέναντι. Ένα περιπολικό σταματημένο». «Καλά», απάντησα. «Αυτοί βαριούνται που ζουν. Σιγά μην ασχοληθούν».
Συνεχίσαμε, βλέποντας τα φώτα του μαύρου κουπέ να σφηνώνεται επιθετικά ανάμεσα στα αυτοκίνητα μπροστά μας. Ξαφνικά, είδαμε να μας προσπερνάει ένα περιπολικό, με τα φώτα -κόκκινα και γαλάζια- αναμμένα. «Δεν το πιστεύω!», φώναξα. «Αν κυνηγάει τον βλάκα θα ανακτήσω την εμπιστοσύνη μου στην αστυνομία, στο κράτος. Τόσα χρόνια που οδηγώ δεν έχω δει ποτέ να σταματούν κάποιον για επικίνδυνη οδήγηση». Και όμως, λίγο πιο πέρα, είδαμε το περιπολικό να σταματάει πίσω από το μαύρο αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου. Φωνές, χαρά μέσα στο αμάξι. Σηκώσαμε γροθιές, σαν να είχε βάλει το νικητήριο γκολ η ομάδα στον τελικό, σαν να είχαμε πετύχει μια μεγάλη προσωπική νίκη...
Λίγη ώρα αργότερα, αφού τους είχαμε αφήσει πίσω, σκεφτόμουν σιωπηλά. Μάλλον θα βρουν τον μπελά τους οι αστυνομικοί... Ρέθυμνο είναι, θα πάει ο καπάτσος ο οδηγός στον βουλευτή και θα σβήσει η κλήση.
Προχθές, στην Αθήνα πλέον, άλλη μια επιβεβαίωση ότι και στα μεγάλα θέματα το «σύστημα» συγκάλυψης ανομιών λειτουργεί άψογα. Ο Μιχάλης Χριστοφοράκος, ο πρώην διευθυντής της Siemens στην Ελλάδα, δεν θα εκδοθεί από τη Γερμανία. Έτσι, μάλλον σβήνει και η δική του «κλήση» και όλων αυτών που έμπλεξαν στη μεγαλύτερη γνωστή υπόθεση μαύρου πολιτικού χρήματος. Έτσι οδεύουμε προς τις εθνικές εκλογές της 4ης Οκτωβρίου, με το 42% των ερωτηθέντων σε πανελλαδική δημοσκόπηση να λέει ότι δεν εμπιστεύεται ούτε το ένα κόμμα ούτε το άλλο για να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση.