Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αποψεις ζωης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αποψεις ζωης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010
Απ' τον Μαθιό... στον Καλλικράτη
- Η βάφτιση του Μαθιού ήταν η καλύτερη "προσγείωση" στην Αθήνα μετά τις καλοκαιρινές διακοπές.
- Ωραία όμως ήταν και η ιδέα να δεξιωθεί τους καλεσμένους ο Αρης στην πλατεία πάνω από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου του Ραγκαβά στους πρόποδες του βράχου της Ακρόπολης.Την διαμόρφωσε πολύ όμορφα εκεί που ήταν στέκι αστέγων και μέσα στο σκουπίδι.
- Εκανε την αρχή λέω εγώ,και θα δεις ο δήμος αθηναίων να διοργανώνει στο εξής γάμους και βαφτίσια.Μέχρι και χημικές τουαλέτες εβαλε. Η αρχιτεκτονική πινελιά του Αρη μέτρησε και με το στεφάνι με τους ηλίανθους και το κόκκινο σχοινί,που το είχε έξω από την εκκλησία και μετά το έβαλε σ ενα δέντρο στο πάρκο.
- Πω...πω....από το Ρέθυμνο στην Αθήνα και στα θολά νερά των ειδήσεων γύρω από τις νομαρχιακές εκλογές και τη βάφτιση του Καλλικράτη.Και κανένας δε λέει το αυτονόητο.Που είναι βρε η αποκέντρωση που θα έπρεπε να ήταν σημαία σας με τον Καλλικράτη;
- Όπου και να πας εκτός Αθήνας αντιλαμβάνεσαι την αναγκαιότητα να στηριχτεί η περιφέρεια,να καταλήξουν εκεί και να δημιουργήσουν οι νέοι που δε μπορούν άλλο τους απάνθρωπους ρυθμούς των μεγαλουπόλεων,μόνο η κυβέρνηση δεν το αντιλαμβάνεται και αδυνατεί να σχηματίσει ικανές δομές στην περιφέρεια για την περίφημη αποκέντρωση.
- Εδώ όπου φύγει φύγει είναι οι έλληνες μετά τις σπουδές τους.Στο Βέλγιο η βιολόγος,στο Λονδίνο η Ελλη η γεωπόνος και ο Μπάμπης που τελείωσε πληροφορική.Μόνο ένα πράγμα τους στεναχωρεί και ίσως μετρήσει για την επιστροφή τους κάποτε στην Ελλάδα.Το ότι εκεί δε μπορείς να αποκτήσεις σπίτι δικό σου,δεν είναι όπως στην Ελλάδα λέει ( η νέα γενιά στην ελλάδα έχει στο DNA της το ιδιοκτησιακό). Βέβαια παίρνουν τα διπλάσια απότι εδώ, όμως τα πάντα είναι ακριβά.Το νοίκι σε καλή περιοχή στο Λονδίνο κάτι σαν Φιλοθέη φτάνει τα 1.700 ευρώ.Δε ρισκάρουν άλλη περιοχή γιατί η εγκληματικότητα είναι στα ύψη.
- Από την άλλη όμως άκουσες πως περιέγραψαν τις κοινωνικές δομές.Δεν υπάρχει περίπτωση γιατρός να σου γράψει χαριστικά αναρρωτική άδεια,δεν υπάρχει περίπτωση να δουλέψεις μια ώρα παραπάνω και να μην στη δώσει ο εργοδότης.Ρεπό και άδεια δε χάνονται με τίποτα.Ο βρετανός δεν ξεπερνά τις 7 με 8 ώρες δουλειάς την ημέρα.Δεν είναι όπως εδώ που από το πρωί μέχρι το βράδι εργάζεσαι για τα απαραίτητα.
- Η ανεργία μαστίζει ήταν η πρώτη κουβέντα της μητέρας μου μόλις πάτησα το πόδι μου στην Αθήνα.
Απέναντι από το σπίτι στην οδό Ανδριτσαίνης έκλεισαν τα πέντε από τα δέκα μαγαζιά.Επαθα πλάκα όταν γύρισα από τις διακοπές και έψαχνα να βρω ένα δωράκι για το Μαθιό.
- Κλείνουν μαγαζιά στην Αθήνα και στο μυαλό τους να πετύχει ο Καλλικράτης.
- Όχι ότι δε τον συζητούσαν και στα χωριά του Ρεθύμνου.Οι συνενώσεις όμως δεν αλλάζουν την καθημερινότητά τους.Μου άρεσε που είδα την ανηψιά μου χαρούμενη λίγες μέρες πριν ξεκινήσει το νηπιαγωγείο που φέτος είναι και διευθύντρια.Γεμάτη ιδέες για τα παιδιά τι θέμα θα συζητήσουν την πρώτη μέρα αλλά και γεμάτη προβληματισμούς αφού ήδη δύο γονείς δε θέλουν να ακούσουν τα παιδιά τους τίποτα περί θρησκευτικών.Μα δεν τους κάνω προσυλητισμό απαντά εκείνη.Γενικά περί θρησκείας λέμε στο νήπιο.
- Το ποιο ωραίο που άκουσα ήταν οι αφηγήσεις των μικρών μαθητών της πέρυσι όταν γύρισαν από τις διακοπές.Ενα κοριτσάκι της περιέγραψε με αθωότητα το ταξίδι με τη μητέρα του στην Αθήνα σε μια περιοχή που την λένε Κορυδαλλό όπου στη φυλακή είναι ο θείος της.Πήγε εκεί μετά από τις φυλακές Αλικαρνασσού.
Τσιρία τσιρία της είπε.Ξέρετε γιατί ο θείος μου είναι στη φυλακή;Γιατί είπε ψέματα στη μαμά του.
- Αμ και το άλλο στο μάθημα γεωπονικής που φυτεύανε κάτι σπόρους.Τελειώσαμε τους είπε μετά από κάποια ώρα,καθαρίστε τα χεράκια σας από το χώμα,αλλά ένα αγοράκι συνέχιζε να φυτεύεει με μεγάλη επιμέλεια.Τελειώσαμε Μανωλάκη του λέει.Οχι κυρια απαντά εκείνο,πρέπει να φυτέψουμε όλους τους σπόρους χασίσι.
- Και η πιο ωραία φωτογραφία που πήρα από πανηγύρι στα Αγκουσελιανά Ρεθύμνου ήταν οι πινακίδες στα πλατάνια.Παρακαλούμε διασκεδάστε χωρίς πυροβολισμούς.
Της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ
Τρίτη 29 Ιουνίου 2010
Κουζουλάθηκε η γριά;
Δεν είναι πολύς καιρός που κατέβηκα στην Κρήτη κι έκανα μια σαββατιάτικη πρωινή βόλτα στα δρομάκια του χωριού μου. Ήθελα να ξαναβρώ τις γνώριμες εικόνες τής ζωής μου, αλλά κυρίως για να μυρίσω καλοκαιρινή μαντζουράνα και βασιλικό. Βρήκα την κυρία Ηρακλεία στην αυλή της, γιαγιούλα ογδόντα χρονών και βάλε, διπλωμένη στα δύο να σαρώνει το σκασμένο τσιμέντο με μια από κείνες τις παλαιικές κίτρινες σκούπες που πίστευα ότι έχουν εξαφανιστεί από χρόνια. (Αλήθεια, που τις πουλάνε;) Αφού μιλήσαμε για τα παιδιά και τα εγγόνια της και έλυσα αντίστοιχες απορίες της, (αυτή στην πάνω γειτονιά, εγώ στην κάτω, δυο άλλοι κόσμοι) τη ρώτησα μισοαστεία μισοσοβαρά πως τα πάει με την οικονομική κρίση και πως βλέπει την Τρόϊκα και το ΔΝΤ. Δεν ήμουν διόλου σίγουρος ότι καταλάβαινε τι σήμαιναν οι όροι αυτοί, όμως η γριούλα ήξερε καλά διότι μού απάντησε ακαριαία: «Δε τσοι φοβούμαι εγώ παιδί μου, γιατί έκαμα ευχέλαιο στο σπίτι.»
Δεν πρόλαβα να γελάσω, διότι κάτι από την κουβέντα της με άφησε άναυδο. Τόσο απλά λοιπόν θα μπορούσαν να ήταν όλα; Δέκα λέξεις όλες κι όλες κολλημένες η μια δίπλα στην άλλη, περιέγραψαν με θαυμαστή ακρίβεια τον δήθεν περίπλοκο κόσμο μας και τη θέση μας μέσα σ’ αυτόν. Ήταν μια φράση χωρίς ίχνος περιττολογίας, χωρίς πολιτικά, ιδεολογικά ή οικονομοτεχνικά φτιασιδώματα. Μια απλή, μικρή, φαινομενικά αφελής κουβέντα κάποιας γιαγιάς ενός χωριού, που όμως καθόριζε αφοπλιστικά τα όρια του καλού και του κακού, του διαβολικού και του θεϊκού. Κι αφού περίγραψε τον κόσμο, κατάταξε αμετάκλητα στο στρατόπεδο τού Διαβόλου αυτούς που (σε τελευταία ανάλυση, όπως λέγαμε τον καιρό της Μαρξιστικής μας θητείας) ανήκουν πράγματι εκεί. Με την ίδια λιτή φράση καθόρισε παράλληλα τα μέσα και τα όρια της δικής της άμυνας.
Η κυρία Ηρακλεία δεν έχει τη γνώση κάποιου υπουργού, την επιστημονική επάρκεια ενός οικονομολόγου ή το εύρος της πληροφόρησης κάποιου δημοσιογράφου. Έχει όμως κάτι άλλο, πολύ σοβαρότερο από όλα τούτα τα βαρύγδουπα μαζί. Το σοφό ένστικτο τού απλού βασανισμένου ανθρώπου, που πατά σε στέρεες βάσεις ζωής. Κι αυτό το ένστικτο τη βοηθά να διαθέτει το δυσκολότερο όλων. Καθαρή εικόνα του κόσμου. Πόσες χιλιάδες ώρες έχουμε καταναλώσει ακούγοντας και διαβάζοντας εμβριθείς αναλύσεις για την παγκόσμια και την ελληνική κρίση, για να καταλήξουμε ότι στην πραγματικότητα δεν ξέρει κανένας τίποτα; Ε λοιπόν, η κυρία Ηρακλεία ξέρει το βασικότερο. Ξέρει τον εχθρό. Όλοι εμείς οι υπόλοιποι, μέσα από τους δαιδάλους της γνώσης και της πληροφόρησης ακόμα τον ψάχνουμε, αν υποτεθεί ότι θέλουμε πραγματικά να τον βρούμε.
Θα ρωτήσετε τώρα: «Κι αν δεχτούμε ότι η γριά ξέρει τον εχθρό, σημαίνει πως κατέχει και τον τρόπο να τον αντιμετωπίσει;» Απαντώ όχι, αλλά προχωρώ τον ίδιο συλλογισμό: «Μπορούν όμως να τον αντιμετωπίσουν αυτοί που δεν τον ξέρουν καν;» Βεβαίως, κανένας μας δεν είναι τόσο υπερβατικός ώστε να πιστεύει ότι η οικονομική κρίση δεν θα αντιμετωπιστεί με αγιασμούς και ευχέλαια. Είδατε όμως πως κι η γριούλα, παρά την αναμφισβήτητη πίστη της, είχε επίγνωση των περιορισμών. Ευχέλαιο για τη χώρα δεν ζήτησε, μόνο για το σπίτι της. Ίσως γιατί η έσχατη γραμμή άμυνας δεν είναι η εθνική οικονομία (χαμένη μάχη αυτή), αλλά η ψυχή μας που βρίσκει στερνό καταφύγιο κάτω απ’ τη στέγη της εστίας. Κι αν κάποιοι υποστηρίξουν ότι στην οικονομία δεν χωρούν θεωρίες συνομωσίας με εχθρούς, φίλους, αγίους και διαβόλους, δεν δέχομαι την παραμικρή συζήτηση για το γεγονός ότι αυτή η κρίση έχει στείλει στρατιές δαιμόνων εναντίον της ψυχής και της ανθρώπινης συνείδησης μας. Κοιτάξτε γύρω σας…
Έφυγα από την αυλή της κυρίας Ηρακλείας σκεπτικός. Και προχωρώντας στα σοκάκια του χωριού, μού ήρθε στο νου ένα δειλινό του Ιούλη του 1968 στον ίδιο ακριβώς τόπο, με μια αντίστοιχη γριούλα. Ήμουν μόλις επτά χρονών και κείνο το βράδυ έφτασε στο χωριό μας το ρεύμα. Δε θυμάμαι μεγαλύτερη γιορτή στην παιδική μου ηλικία. Ήταν η στιγμή που καταργήσαμε το λύχνο με το λάδι, τη λάμπα με το πετρέλαιο και το λουξ στο καφενείο με τα οποία είχαμε γεννηθεί. Οι ηλεκτρολόγοι είχαν περάσει από καιρό, είχαν βάλει λάμπες στα δωμάτια και τις αυλές, ενώ από την απέναντι πλαγιά όλο και πλησίαζε η ευλογημένη γραμμή των ξύλινων στύλων της ΔΕΗ που θα μάς έφερνε τη νέα ζωή. Εκείνο το βράδυ, όλοι οι διακόπτες ήταν ανοιχτοί. Και στις 8.30 ακριβώς, το χωριό μας άστραψε όπως δεν είχε αστράψει ποτέ από γεννήσεως κόσμου. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Χειροκροτήματα, φωνές, σφυρίγματα, γέλια, πυροβολισμοί, ουρλιαχτά γέμισαν την ατμόσφαιρα. Γιορτάζαμε την είσοδο μας σ’ έναν νέο κόσμο, πιο εύκολο, πιο ξεκούραστο. Γιορτάζαμε την ένταξη μας στον πολιτισμό. Καταλήξαμε όλοι μέσα σ’ ένα παραλήρημα ευτυχίας στην πλατεία όπου στήθηκε γλέντι τρικούβερτο. Μεζέδες, τσικουδιές, κρασιά, χοροί, τραγούδια…χαμός.
Και τότε ξαφνικά, είδαμε μια γριά που το σπιτάκι της είχε πρόσοψη στην πλατεία, να βγαίνει έξω κουκουλωμένη με το τσεμπέρι της, κρατώντας ένα μικρό θυμιατήρι που σκόρπιζε παντού την ευωδιά του λιβανιού. Άρχισε να μάς λιβανίζει ψέλνοντας δυνατά. Ήταν τόσο παράταιρη η εικόνα μιας γερόντισσας να θυμιατίζει ανάμεσα σε εκατό μεθυσμένους, που έγινε χαμός κυρίως απ’ τους νεότερους και τα παιδιά που δεν διακρίνονται για το σέβας τους. «Κουζουλάθηκε η Αντωνάκενα!» φωνάζαμε. «Θαρρεί πως είναι σε κηδεία». Κάποιες γυναίκες την σταματήσανε και τη ρωτήσανε γιατί το κάνει αυτό:
- «Αυτός ο διάολος ήρθε απ’ έξω και τον βάλαμε μέσα στα σπίτια μας» απάντησε η γριά. «Που ξέρω εγώ τι είναι; Γι’ αυτό θυμιάζω».
- «Δεν είναι διάολος» της απάντησαν γελώντας. «Το ρεύμα είναι. Είναι καλό. Μην το φοβάσαι. Θα βλέπουμε τα βράδια. Θα πάρουμε και ψυγεία να μη χαλάνε τα φαγητά.»
- «Αν είναι καλό, ένα λιβάνισμα δεν το βλάφτει» απάντησε αυτή στωικά. «Αλλά τόσο φως, δε κάνει καλό. Διώχνει τις ψυχές απ’ τις γωνιές του σπιτιού. Που θα πάνε τώρα αυτές;»
Γελάσαμε άλλη μια φορά και τη βάλαμε στο σπιτάκι της. Τι ψυχές και αηδίες τώρα, μέσα στη μεγάλη γιορτή της προόδου…
Όμως η γριά Αντωνάκενα, μέσα από την απλότητα του μυαλού της είχε δει και τότε τον εχθρό. Του κόσμου της ίσως, αλλά τον είχε δει. Και μη σπεύσετε να πείτε ότι είμαι εναντίον του ηλεκτρισμού ή της προόδου.
Τα ξέρω όλα. Και τα δεδομένα της παγκοσμιοποίησης, και τα διεθνή εμπόρια, και τις μετακινήσεις κεφαλαίων, και το αναπόφευκτο της επιβίωσης μας μαζί τους. Τον εχθρό ψάχνω κι εγώ, μήπως στη συνέχεια (δια της ατόπου) αντιληφθώ και κανέναν φίλο…
Tου Δημήτρη Καμπουράκη
Τρίτη 16 Μαρτίου 2010
Το παραμύθι με το σκιάχτρο
Φωτογραφίζω τα σκιάχτρα με συμπάθεια. Και για τα ίδια και για τους ανθρώπους που τα φτιάχνουν. Και για τα πουλιά που άλλοτε ξεγελιούνται κι άλλοτε όχι. Με συμπάθεια και κατανόηση. Χιλιάδες χρόνια πριν κάποιος μακρινός πρόγονος μπλεγμένος στο παιγνίδι του ανταγωνισμού των όντων σκέφτηκε ότι πρέπει να κοροϊδέψει τα πουλιά.
Συμπαθώ τα σκιάχτρα. Προσπαθώ να μαντέψω τα μυστικά τους, να συμμεριστώ την οδύνη τους. Χορταίνουν το λιοπύρι και παίζουν με το χρόνο φορώντας κουρελιασμένα ρούχα. Μερικές φορές έρχεται κι ο άνεμος για να παίξει μαζί τους, μερικές φορές αντιστέκονται, κι είναι τότε που τα αναρριχητικά φυτά σκαρφαλώνουν στα άδεια κορμιά τους.
Κάποτε στον κόσμο των παραμυθιών μπορεί ένα σκιάχτρο να ζωντανέψει, να αρχίσει να κουνά τα ισχνά μέλη του, κάποτε… Θυμάμαι ακόμη έναν παλιό παραμυθά. Τον είχα ακούσει ένα προχωρημένο απόγευμα, λίγο πριν νυχτώσει, στα παιδικά μου χρόνια. Έλεγε μια ιστορία για μια βασιλοπούλα· δεν θυμάμαι το παραμύθι. Όταν τέλειωσε, κοίταξε κάπου στο βάθος, είδε ένα άδειο ρούχο να κρέμεται και να πηγαίνει πέρα – δώθε στο φύσημα του ανέμου. Αυτό ήταν.
Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα σας. Κι άρχισε να λέει για ένα σκιάχτρο στο μποστάνι, σε χρόνο μακρινό κι απροσδιόριστο.
Μια φορά κι έναν καιρό. Το μποστάνι είχε απ’ όλα τα καλά. Πεπόνια, καρπούζια, κηπικά· παράδεισος. Πουλί πετούμενο δεν πλησίαζε. Και μια μέρα φάνηκε στο χωριό μια γριούλα με κουρελιασμένα ρούχα. Κλαδάκια από φασολιές κρέμονταν στα μανίκια της κι ένα καπέλο, δηλαδή τι καπέλο – πάτος από ένα σαπισμένο παλιό καλάθι ήταν, σκέπαζε το κεφάλι της. Δίπλα στα χέρια της κρεμόταν ένα παλιό ξεραμένο καλάμι. Και κρατούσε μιαν αρμαθιά με άδεια κουτάκια, τσίγκινα.
- Να σαν αυτά που κρατά το σκιάχτρο και χτυπούν όταν φυσά ο άνεμος.
Ήταν το σκιάχτρο που είχε γίνει άνθρωπος.
Ποτέ δεν κατάλαβα αν ήταν παραμύθι ή επινόηση της στιγμής. Είχε πετύχει όμως το σκοπό του. Σε μια γωνιά του δρόμου είμασταν καθισμένα πέντε – έξι παιδιά. Καθώς τον ακούγαμε φέρναμε στο νου μας όλα τα σκιάχτρα που είχαμε δει μέχρι τότε, προσπαθώντας να εντάξομε στο δικό μας χώρο και χρόνο το παραμύθι. Δε μπορεί, με κάποιο θα μοιάζει…
Δεν έμοιαζε με κανένα. Κάθε που πλησίαζα σε μια γνώριμη εικόνα ο παραμυθάς λες και το καταλάβαινε. Έβαζε κάτι καινούργιο στο παραμύθι και μου χαλούσε την εικόνα. Στο τέλος έβαλε κι ένα παράξενο φυτό να έχει φυτρώσει κάπου εκεί δίπλα. Έκανε φρούτα ροδοκόκκινα σαν το βερίκοκο, μεγάλα σαν καρπούζι και νόστιμα σαν όλα τα φρούτα μαζί. Άντε τώρα να καταλάβεις. Αυτό το φρούτο δεν το δοκίμασα ποτέ. Και πολύ φοβάμαι πως δεν θα το δοκιμάσω.
Παρακολουθώ από τότε τη γριούλα να περιφέρεται σαν αερικό στους δρόμους του χωριού και να κλείνουν οι πόρτες. Ακούγονται ακόμη σαν απόηχος μιας αδιερεύνητης μαγείας οι τρομαγμένες φωνές των παιδιών. Κανείς δεν την ανοίγει την πόρτα. Ποιος μπορεί να αντέξει ένα τέτοιο θέαμα;
Δεν ξέρω γιατί δεν μπορώ να φανταστώ τη γριά, δηλαδή το σκιάχτρο που ζωντάνεψε κι έγινε γριά, να καταλαγιάζει σε μια γωνιά. Ίσως επειδή κι εγώ, τώρα μεγάλος, αμφιβάλλω αν θα μπορούσα να τη δεχτώ, να την πάρω από τον κόσμο των φόβητρων και να την εντάξω στον κόσμο αυτών που φοβούνται, δηλαδή των ανθρώπων. Τελικά νομίζω πως οι άνθρωποι επινόησαν το σκιάχτρο με βάση την αρχή της ομοιότητας: Αφού φοβούνται οι ίδιοι θα φοβούνται και τα πουλιά.
Όσο κι αν οι άνθρωποι σήμερα γίνονται όλο και συχνότερα σκιάχτρα του άλλου εαυτού τους, δεν μπορώ να φανταστώ τη γριά του παραμυθιού να κάθεται σε τραπέζι, να πίνει καφέ δίπλα στους κανονικούς ανθρώπους. Αρκούμαι να παρακολουθώ το παραμύθι, να βλέπω τους πιο ψύχραιμους να ψάχνουν τρόπο να ξορκίσουν το κακό, τα μεγαλύτερα παιδιά να αρχίζουν πρώτα να πετροβολούν, τον παραμυθά να κάνει χειρονομίες – σα να πετά κι ο ίδιος πέτρες. Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω γιατί να είναι τόσο κακό η μεταμόρφωση ενός σκιάχτρου.
Ο παραμυθάς, που ήξερε τι σκεφτόμουν, τι σκεφτόμασταν όλοι, συνεχίζει. Κι όσο τα απορημένα μάτια μας τον κοιτάζουν, τόσο ζωντανεύει το λόγο του. Όταν μιλά για πετροβόλημα σκύβει και παίρνει μια πέτρα. Κι εγώ στοιχηματίζω αν ξεχαστεί και την πετάξει συνεπαρμένος από το λόγο του. Ο παραμυθάς μοιάζει πια με αλλοπαρμένο θεατρίνο που γοητεύεται από την αντίδραση του κοινού του. Οι διάλογοι ζωντανοί, οι χειρονομίες, τα χέρια που ανεβοκατεβαίνουν, ο λόγος, ο μύθος.
Το παραμύθι σταματά απότομα το ταξίδι μου:
Αφού είδε κι απόειδε η γριά έγινε πάλι σκιάχτρο. Διωγμένο από τους ανθρώπους ξαναπήγε στο περβόλι, οι φασολιές ξαναφύτρωσαν στη γη. Το φυτό με τα μεγάλα φρούτα, ροδοκόκκινα σαν βερίκοκο, ήταν εκεί. Μόνο που τώρα ήρθε η σειρά των άλλων σκιάχτρων να ξεσηκωθούν για να διώξουν τον άνθρωπο.
Πέρασαν χρόνια, λοιπόν, από τότε. Ακόμη και σήμερα όταν βλέπω σκιάχτρο προσπαθώ να μαντέψω αν είναι αληθινό ή αν είναι η γριά του παραμυθιού, εκείνη που προκαλούσε φόβο στους ανθρώπους και αισθήματα απέχθειας στα άλλα σκιάχτρα. Είναι αληθινά σκιάχτρα ή μήπως είναι ο φόβος που παίρνει ζωή και σχήμα; Τα φτιάχνομε επειδή φοβούμαστε τα πουλιά. Κι ύστερα τα βλέπουν τα πουλιά και φοβούνται με τη σειρά τους. Ο ένας φόβος φέρνει τον άλλο.
Το αιώνιο παιγνίδι της φύσης. Ο ανταγωνισμός. Η μάχη για την τροφή.
Η αιώνια γοητεία του προφορικού πολιτισμού. Της ανθρώπινης ευρηματικότητας. Και του παραμυθιού. Εκείνος ο παλιός παραμυθάς τα έλεγε όμορφα, έλεγε πως το σκιάχτρο γίνεται άνθρωπος. Σκέφτομαι, λοιπόν, πως το σκιάχτρο του παραμυθιού γίνεται άνθρωπος για να επιστρέψει πίσω το φόβο. Και προκαλεί φόβο στους ίδιους που το είχαν φτιάξει. Ένα παιγνίδι που δεν έχει τέλος.
Κι αν δεν είναι παραμύθι, τι πειράζει; Ο παλιός παραμυθάς ήξερε να δένει το λόγο, να ταξιδεύει με το νου, να παίρνει κι εμάς στα ταξίδια του.
Δεν θυμάμαι το τέλος. Ίσως και να μην είχε τέλος. Όταν έβλεπε ο παραμυθάς πως είχε κουραστεί το ακροατήριο, έκοβε την κουβέντα στη μέση:
- Αύριο το υπόλοιπο.
Τώρα το παραμύθι έχει τελειώσει. Τον παραμυθά έχω χρόνια να τον δω. Το δικό μας αύριο δεν έχει τέτοια παραμύθια.
Και τα σκιάχτρα λιγοστεύουν.
Έγραψε ο Νίκος Ψιλάκης
Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2009
Ο άγιος, οι κλήσεις και οι εκλογές

Η στενή, γερασμένη εθνική οδός που διατρέχει τη βόρεια ακτή της Κρήτης έχει πήξει πλέον. Λίγες είναι οι ώρες που τα αυτοκίνητα, φορτηγά και πούλμαν, δεν σχηματίζουν ατελείωτα κονβόι και στις δύο κατευθύνσεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι τοπικές αρχές βοηθούν στο να μην επιδεινωθεί η κατάσταση ή ότι οι ίδιοι οι οδηγοί προσέχουν για να αποφύγουν ατυχήματα. Πριν από λίγες μέρες, οδηγώντας από τα Χανιά προς Ρέθυμνο, λίγο μετά τη δύση του ήλιου, τρόμαξα βλέποντας ξαφνικά μια παρέα ανθρώπων να περπατάει στην άκρη του δρόμου, μέσα στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης, η οποία λειτουργεί ουσιαστικά ως δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας. Τα αυτοκίνητα περνούσαν ξυστά από τους πεζούς. Λίγο πιο κάτω είδαμε κι άλλους, και μετά κι άλλους. «Θα ’ναι τουρίστες που χάλασε το λεωφορείο τους ή τους κορόιδεψαν και τους άφησαν μακριά από τον προορισμό τους» είπα, αναζητώντας μια λογική εξήγηση.
Πολλά χιλιόμετρα μακρύτερα, κατάλαβα τι γινόταν. Ξαφνικά βρεθήκαμε σταματημένοι σε μια ουρά χιλιομέτρων κάπου στη μέση της διαδρομής. Ηταν η παραμονή του Αγίου Φανουρίου, ο οποίος εορτάζεται σε ένα εκκλησάκι κοντά στη Γεωργιούπολη. Στις άκρες του δρόμου -για χιλιόμετρα- ήταν σταθμευμένα αυτοκίνητα. Οικογένειες πιστών περπατούσαν με φανουρόπιτες, με λαμπάδες ψηλότερες από το μπόι τους, με καροτσάκια (μωρών και αναπήρων), με την ελπίδα ότι ο άγιος θα τους δώσει αυτό που ζητούν, θα φανερώσει αυτό που χάθηκε. Γι’ αυτό τόσοι είχαν ξεκινήσει από μακριά, θέτοντας σε κίνδυνο τους εαυτούς τους και τα παιδιά τους, για να πάνε περπατώντας στον μεγαλομάρτυρα τον θαυματουργό.
Γύρω από το εκκλησάκι είχε στηθεί πανηγύρι με παγκάκια μικροπωλητών (με σουβλάκια, αφρικανική τέχνη, λοταρία για μια μοτοσικλέτα, παιχνίδια, κουρτίνες κ. λπ.). Η εθνική οδός η ίδια ήταν ο χώρος του πανηγυριού. Συμφιλιωθήκαμε με το γεγονός ότι θα καθυστερούσαμε και χαρήκαμε το θέαμα. Σαν να ’μαστε πρωταγωνιστές σε ταινία του Φελίνι. Είτε ξυπόλυτοι με πρησμένα πόδια (με τα ψηλοτάκουνα πέδιλα στο χέρι) είτε με λουξ τζιπ, οι πιστοί έφθαναν να τιμήσουν τον άγιό τους - δίνοντας και περιμένοντας να λάβουν.
Λίγο αργότερα, αφού το κονβόι είχε περάσει τον Άγιο Φανούριο και κοντεύαμε στο Ρέθυμνο, σε μια κλειστή στροφή με διπλή διαχωριστική γραμμή, με έναν άγριο ελιγμό και εκκωφαντικό μαρσάρισμα, ένα μαύρο αυτοκίνητο χώθηκε μπροστά μας. «Τι ήταν αυτό;». ρώτησε ο γιος μου. «Αυτός είναι ο ήχος ενός ηλίθιου», απάντησα. «Οταν ακούς αυτόν τον ήχο θα ξέρεις ότι βρίσκεσαι κοντά σε έναν βλάκα». «Και η αστυνομία, βέβαια, δεν κάνει τίποτα», πρόσθεσε η μεγάλη κόρη. «Γιατί; Πού είδες αστυνομία;». «Απέναντι. Ένα περιπολικό σταματημένο». «Καλά», απάντησα. «Αυτοί βαριούνται που ζουν. Σιγά μην ασχοληθούν».
Συνεχίσαμε, βλέποντας τα φώτα του μαύρου κουπέ να σφηνώνεται επιθετικά ανάμεσα στα αυτοκίνητα μπροστά μας. Ξαφνικά, είδαμε να μας προσπερνάει ένα περιπολικό, με τα φώτα -κόκκινα και γαλάζια- αναμμένα. «Δεν το πιστεύω!», φώναξα. «Αν κυνηγάει τον βλάκα θα ανακτήσω την εμπιστοσύνη μου στην αστυνομία, στο κράτος. Τόσα χρόνια που οδηγώ δεν έχω δει ποτέ να σταματούν κάποιον για επικίνδυνη οδήγηση». Και όμως, λίγο πιο πέρα, είδαμε το περιπολικό να σταματάει πίσω από το μαύρο αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου. Φωνές, χαρά μέσα στο αμάξι. Σηκώσαμε γροθιές, σαν να είχε βάλει το νικητήριο γκολ η ομάδα στον τελικό, σαν να είχαμε πετύχει μια μεγάλη προσωπική νίκη...
Λίγη ώρα αργότερα, αφού τους είχαμε αφήσει πίσω, σκεφτόμουν σιωπηλά. Μάλλον θα βρουν τον μπελά τους οι αστυνομικοί... Ρέθυμνο είναι, θα πάει ο καπάτσος ο οδηγός στον βουλευτή και θα σβήσει η κλήση.
Προχθές, στην Αθήνα πλέον, άλλη μια επιβεβαίωση ότι και στα μεγάλα θέματα το «σύστημα» συγκάλυψης ανομιών λειτουργεί άψογα. Ο Μιχάλης Χριστοφοράκος, ο πρώην διευθυντής της Siemens στην Ελλάδα, δεν θα εκδοθεί από τη Γερμανία. Έτσι, μάλλον σβήνει και η δική του «κλήση» και όλων αυτών που έμπλεξαν στη μεγαλύτερη γνωστή υπόθεση μαύρου πολιτικού χρήματος. Έτσι οδεύουμε προς τις εθνικές εκλογές της 4ης Οκτωβρίου, με το 42% των ερωτηθέντων σε πανελλαδική δημοσκόπηση να λέει ότι δεν εμπιστεύεται ούτε το ένα κόμμα ούτε το άλλο για να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση.
Θα περιμένουμε από τον Άγιο Φανούριο το θαύμα...
Tου Νίκου Κωνσταντάρα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)