Αζίλακας είναι ένα σπάνιο δέντρο, κάτι μεταξύ βελανιδιάς και πρίνου, που συναντάται στα ορεινά της Κρήτης και κάποιων νησιών του Αιγαίου. Στο Βραχάσι, σε μεγάλο σχετικά υψόμετρο στις πρόποδες της Σελένας, υπάρχει ένα από τα ελάχιστα ίσως δάση από Αζιλάκους.Το δάσος είναι πυκνό και παρθένο, ενώ τα δέντρα ξεπερνούν σε ύψος τα 5 μέτρα.
Αζίλακας είναι η κρητική ονομασία του δέντρου Quercus ilex που στην υπόλοιπη Ελλάδα ονομάζεται Αριά ή Άριος Δρυς. Η Αριά (ή Άριος Δρυς - Quercus ilex), είδος βελανιδιάς, έχει δυνατότητα ανάπτυξης σε μεγάλο εύρος τύπου εδαφών και περιστασιακά βρίσκεται υπό μορφή πυκνού δάσους. Πρόκειται για είδος, ανθεκτικό σε ακραίες συνθήκες, με εξαιρετική προσαρμογή στις οικολογικές συνθήκες της Μεσογείου. Σήμερα, παρόλα αυτά, είναι λίγα τα δάση Αριάς που βρίσκονται σε «κλίμαξ βλάστηση», δηλαδή πυκνά δάση ύψους 12 – 15 μέτρα. Σε αυτόν τον τύπο δάσους, η Αριά παίζει κυρίαρχο δομικό ρόλο σε μια σειρά από πλούσιες σε σύνθεση φυτοκοινότητες, καθώς αποτελεί το είδος που μέσω μικροκλιματικών περιορισμών καθορίζει τη δομή και τη σύνθεση του υπορόφου (Arbutus unedo L., Phillyrea sp., Rhamnus sp., Viburnum sp ., Clematis sp., Lonicera sp., Smilax sp., Tamus communis).
Όπως όλα τα είδη βελανιδιάς, η Αριά δεν αντέχει στην σκίαση. Είναι υπεραιωνόβια δέντρα τα οποία μπορούν να κυριαρχούν για εκατοντάδες χρόνια σε ένα αδιατάρακτο δάσος. Ωστόσο, η παρουσία τους είναι πιο συνηθισμένη υπό μορφή διάσπαρτων δέντρων με μια καλά ανεπτυγμένη μακκία βλάστηση (Juniperus sp., Cistus sp., Genista sp., Pistacia lentiscus, Spartium junceum, Rosmarinus officinalis, Lavandula sp.) και σε πιο ανοιχτούς χώρους φρυγανική βλάστηση.
Στην Κρήτη, εκτός από το Βραχάσι, πληθυσμοί αζιλάκων συναντώνναι στο δάσος του Ρούβα και στην περιοχή της Γεωργιούπολης. Δάσος με αριές υπάρχει στην Ικαρία, το δάσος του «Ράντη», ενώ αριές συναντώνται και σε άλλα νησιά του Αιγαίου. Επίσης υπάρχουν και στην προεδρική κατοικία και στον εθνικό κήπο στην Αθήνα.
Είναι άγριοι, όπως και ο τόπος τους, ανυπόταχτοι και χωρισμένοι από άσβεστο μίσος, αλλά με μια ισχυρή συνεκτική αναφορά. Το μένος και, τον επίσης κοινό, γενεαλογικό μύθο. Είναι «αρχοντορωμαίοι» με ρίζες στη χαμένη βασιλεύουσα, την Πόλη, το «κλειδί» της Ρωμανίας. Πρόκειται για τους Σφακιανούς, που συνθέτουν την αντίθετη εικόνα των καθημαγμένων της γης. Φυσικά, δεν έχω την αφελή πρόθεση να συνοψίσω σε λίγες αράδες την ιστορία των Σφακιών και των Σφακιανών. Αν και δεν χρειάζεται, ας ξεκαθαρίσω πως ό,τι θέλω να διηγηθώ είναι μυριόλεκτο, δεν αποτελεί δικό μου εύρημα. Ανήκουν σε μια έκθεση του Γενικού Προβλεπτή του Βασιλείου της Κρήτης Zuane Mocenigo, συνταγμένη το 1589 μετά τη λήξη της θητείας του στο αξίωμα αυτό. Την έκθεση δημοσιεύει με μια μετάφραση σε ακριβόλογη καθαρεύουσα γλώσσα ο γνώστης και επόπτης της Κρητικής Ιστορίας Στέργιος Σπανάκης στον πρώτο τόμο (1940) των πολύτιμών του και πολύτομων Μνημείων της Κρητικής ιστορίας.
Ο Mocenigo θα αφιερώσει μια ενότητα της έκθεσής του στα Σφακιά και στους Σφακιανούς. Οπως ήδη είπαμε είναι χώρα άγρια και άφορη, δηλαδή δεν είναι κάμπος, πεδιάδα. Οι κάτοικοί της διασπαρμένοι σε χωριά, αλλά με συνδετικό κρίκο. Τα γένη είναι δύο, οι Παπαδόπουλοι και οι Πάτεροι, με διαφορετικές, ωστόσο, ενασχολήσεις το καθένα. Τους διοικεί ένας από τους ευγενείς της Αποικίας με διετή θητεία με αυξημένες ποινικές και αστικές αρμοδιότητες. Ο τόπος δεν έχει φρούρια και οχυρά και το μόνο οχυρωμένο οίκημα είναι εκείνο όπου κατοικοεδρεύει ο διοικητής τους, ο Provveditore, που η συγχρονική του ελληνική απόδοση, ειρήσθω εν παρόδω, ήταν Προβεδούρος ή Προβλεπτής και όχι η, επιτυχέστερη ίσως, μεταγενέστερη απόδοση: Προνοητής. Αυτός ο Προβλεπτής ήταν κρατικός λειτουργός, όχι φεουδαλικός κύριος, και οι διοικούμενοι δεν ήταν «κολόνοι» ή «πάροικοι» ούτε αγγαρευόμενοι (angararii), γιατί οι Σφακιανοί δεν υπόκεινταν στην αγγαρεία της γαλέρας, δηλαδή να υπηρετούν ως κωπηλάτες στο βενετικό στόλο, «θεωρούμε σχεδόν όλοι ως προνομιούχοι (privilegiati) αρχοντορωμαίοι».
Ήταν, λοιπόν, περήφανοι άνθρωποι με καταγωγικές περγαμηνές. Άρχοντες που έστειλε η Κωνσταντινούπολη σ’ εκείνους τους τόπους, πάρισα της βενετικής ευγένειας της Αποικίας. Δεν καμπούριαζαν, συνεπώς, όταν πήγαιναν να προσκυνήσουν τον αφέντη τους, γιατί τέτοιον αφέντη δεν είχαν. Πριν προχωρήσω, ας ξομολογηθώ ότι δεν μου αρέσει να επαναλαμβάνω τα γνωστά· κι ακόμη, δεν θεωρώ ότι η ανάλυση, ή η επαναδιατύπωση, ενός κειμένου νομιμοποιεί την απόσβεση από την πραγμάτευση των υπολοίπων: πιστεύω, ωστόσο, ότι κάθε καταγραφή είναι «συστημική», ένα σύνολο που συμπυκνώνει μια γενική αντίληψη (ή πρόσληψη), ένα γενικότερο σύστημα ισορροπίας ή ανισορροπίας (αντιρροπίας θα έλεγε ο Ευγένιος Βούλγαρης), που εκβάλλει σε ομόλογα, παράλληλα ή αντιθετικά σχήματα, διανοητικά και πραγματικά.
Ο Mocenigo μου δίνει την αφορμή για να επισημάνω δύο καταστάσεις:
(α) τον αντίποδα των «καθημαγμένων της γης», για τους οποίους μιλούσαμε στο προηγούμενο σημείωμα και
(β) για το κοινό πρότυπο δύο αντιθετικών καταστάσεων, αλλιώς για τον αντίποδα της τοπικής βενετικής «ευγένειας», την ευγένεια των «ρωμαίων».
Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για ευγένεια, δηλαδή για ομοιοτυπία των αξιολογικών κριτηρίων. Αυτή η ομοιοτυπία είναι διηνεκής. Ας θυμηθούμε τους πρόσφυγες που μιλούν για το τι είχαν και τι έχασαν· ας θυμηθούμε την καταγωγική ευγένεια των Ελλήνων που κορυφώνεται στην έννοια της ελευθερίας και τον αρχόμενο 19ο αιώνα ξεπηδά εκδικήτρια από τα πανάρχαια, επίσης ελληνικά, κόκαλα. Αντιθέσεις, λοιπόν, και αξιολογικές συγκλίσεις. Ας ξαναγυρίσουμε στους Σφακιανούς.
Διαιρούνται σε δύο μεγάλα γένη: τους Πάτερους και τους Παπαδόπουλους. Είναι διάσπαρτοι στον χώρο των Σφακίων, αλληλομισούνται, αλλά όλοι τους αυτοχαρακτηρίζονται ως «αρχοντορωμαίοι», με κοινή κοιτίδα την Κωνσταντινούπολη, είναι «αρχοντόπουλοι», όπως φέρονται σε άλλα κείμενα. Το κάθε γένος έχει συνείδηση της συνοχής του. Δεν είναι γένη, όπως ήδη σημειώσαμε, ομότροπα ως προς τη βιοτή τους, ούτε ενιαία, καθώς το καθένα τους διακρίνεται, σε επί μέρους γένη, στους Σκορδίληδες, λόγου χάρη, ως προς τους Παπαδόπουλους των Σφακιών – γιατί υπάρχουν Παπαδόπουλοι και έξω από τα Σφακιά, όπως ο συγγραφέας του Οccio. Δεν είναι γένη ομότροπα ως προς τη βιοτή τους. Κατά το λέγειν του Mocenigo, οι Πάτεροι αντλούν τα εισοδήματά τους από τα ζώα: είναι συνεπώς κτηνοτρόφοι και τυροκόμοι, έχουν τα «μιτάτα» τους. Δεν θα μιλήσουμε εδώ γι’ αυτή τη βιοτεχνική και πρόσκαιρη, εποχιακή, επιχείρηση. Θα πω μόνο ότι είναι μια πρόσκαιρη αλλά επαναλαμβανόμενη κοινωνική συνάθροιση, όπου αν η τυροκομία είναι το πρώτιστο, εμφιλοχωρούν και άλλες κοινωνικότητες: από το «μιτάτο» βγήκε το τραγούδι του Δασκαλογιάννη.
Ο ποιητάρης υπαγόρευε και ο εγγράμματος κετέγραφε. Η Ελευθερία Ζέη, μια ιστορικός με βαθιά αίσθηση και γνώση της «βιωματικότητας», μου λέει ότι ο άνθρωπος της πόλης ή του γεωργούμενου χώρου δεν μπορεί να ανεχθεί τη «μυρωδιά», την οσμή, του τυροκομιού. Κάποτε οι άνθρωποι ήταν εθισμένοι σε όλες τις οσμές: μην πιάνεις το πουκάμισο του φιδιού και λες στον άλλο να μυρίσει τα δάχτυλά σου, λέει μια παλιά Χρηστοήθεια. Δεν κάνω συνειρμικές μόνο παρεκφράσεις και αυτό θα φανεί. Οι Πάτεροι, λοιπόν, ζουν από τα ζωντανά τους και από τις λείες. Το κλεμμένο σφαχτό είναι πιο νόστιμο και η κλοπή δεν είναι απαξία.
Ο Θουκυδίδης, μιλώντας για περασμένες, ως προς τον χρόνο εποχές, έλεγε ότι η ληστεία ήταν συνηθισμένη στους παλιούς κατάσταση και θεμιτή: γι’ αυτό ρωτούσαν τους νεοεμφανιζόμενους αν ήταν ληστές, για να πει ότι και στους δικούς του χρόνους κάπου η ληστεία κρατούσε την παλιά της σημασία. Το ίδιο συμβαίνει και με τους Πάτερους και πολλούς άλλους σε διαφορετικούς χρόνους. Στην Κρήτη, όπως κι αλλού, η κλοπή των «σφαχτών» δεν θεωρείται απαξία, όταν τα κλεμμένα σφαχτά προορίζονται για τη συλλογική και τελετουργική κατανάλωση και όχι για την εμπορία. Νομίζω ότι σ’ αυτό τον κόσμο ανήκαν οι ζωοκλέπτες Πάτεροι. Οι Παπαδόπουλοι επιδίδονται σε άλλα έργα: είναι ναυτικοί, σιδηρουργοί, μαζεύουν ρετσίνι, κόβουν ξύλα και όλα αυτά τα εμπορεύονται. Δέχονται τις επιθέσεις των Πάτερων και απαντούν σ’ αυτούς.
Για τον Mocenigo, που οι συμπάθειές του είναι προς τους Παπαδόπουλους, γιατί με τις οικονομικές τους δραστηριότητες ωφελούν τα δημόσια οικονομικά, και οι δύο «φατρίες» έχουν ένα κοινό γνώρισμα. Τη συγκάλυψη των «κακοποιών» τους, των «maleficii». Δύο κόσμοι, λοιπόν, σε αντίθεση αλλά με επίκοινα σημεία: εκείνα που ορίζει η σύγκρουση των γενεών.
Δεν νομίζω (εκτός κι αν μου διαφεύγει κάποια βαθυστόχαστη και τεκμηριωμένη ανάλυση) ότι είναι εύκολο να αναγάγουμε τη σύγκρουση σε ένα διαφορετικού τύπου έλεγχο (και κατοχής;) του χώρου. Δεν είναι, άλλωστε, αυτό το ζητούμενο ετούτου του σημειώματος. Πρόθεσή του είναι να δείξει δύο διαφορετικές (και ακραίες) εικόνες των ανθρώπων της γης: των καθημαγμένων «κολόνων» και των ανυπόταχτων του βουνού. Στην ταπεινοσύνη των πρώτων και στην καθυποταγή τους και στην ατίθαση περηφάνια των δεύτερων υπάρχει ένα κοινό σημείο αναγωγής· η αυθεντία. Οι καθημαγμένοι με τις σωματικές εκφράσεις της υποταγής, αναγνωρίζουν μια έξω απ’ αυτούς, μια ξένη αυθεντία. Οι περήφανοι Σφακιανοί αναγνωρίζουν μιαν άλλη, που είναι όμως δική τους: είναι κι αυτοί άρχοντες, αλλά άρχοντες ρωμαίοι, όχι λατίνοι. Δύο κόσμοι, συνεπώς, αποκλίνοντες αλλά και συγκλίνοντες: η ταξικότητα είναι ένα ενδεχόμενο, προφανώς, διαμεσολαβημένο· η «πρωτόγονη» επανάσταση μια επαληθεύσιμη πιθανότητα, αλλά η υπέρβαση με τη βία των όπλων των οικονομικών όρων της ζωής, περισσότερο από μια ενδεχομενικότητα είναι μια πραγματικότητα: κάποια στιγμή θα μιλήσουμε για το τραγούδι του Αληδάκη. Θα χρειαστεί όμως να επανέλθουμε στο Occio του Τζουάνε Παπαντόπολι, δηλαδή Ιωάννη Παπαδόπουλου, εκτός Σφακιών.
Η στενή, γερασμένη εθνική οδός που διατρέχει τη βόρεια ακτή της Κρήτης έχει πήξει πλέον. Λίγες είναι οι ώρες που τα αυτοκίνητα, φορτηγά και πούλμαν, δεν σχηματίζουν ατελείωτα κονβόι και στις δύο κατευθύνσεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι τοπικές αρχές βοηθούν στο να μην επιδεινωθεί η κατάσταση ή ότι οι ίδιοι οι οδηγοί προσέχουν για να αποφύγουν ατυχήματα. Πριν από λίγες μέρες, οδηγώντας από τα Χανιά προς Ρέθυμνο, λίγο μετά τη δύση του ήλιου, τρόμαξα βλέποντας ξαφνικά μια παρέα ανθρώπων να περπατάει στην άκρη του δρόμου, μέσα στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης, η οποία λειτουργεί ουσιαστικά ως δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας. Τα αυτοκίνητα περνούσαν ξυστά από τους πεζούς. Λίγο πιο κάτω είδαμε κι άλλους, και μετά κι άλλους. «Θα ’ναι τουρίστες που χάλασε το λεωφορείο τους ή τους κορόιδεψαν και τους άφησαν μακριά από τον προορισμό τους» είπα, αναζητώντας μια λογική εξήγηση.
Πολλά χιλιόμετρα μακρύτερα, κατάλαβα τι γινόταν. Ξαφνικά βρεθήκαμε σταματημένοι σε μια ουρά χιλιομέτρων κάπου στη μέση της διαδρομής. Ηταν η παραμονή του Αγίου Φανουρίου, ο οποίος εορτάζεται σε ένα εκκλησάκι κοντά στη Γεωργιούπολη. Στις άκρες του δρόμου -για χιλιόμετρα- ήταν σταθμευμένα αυτοκίνητα. Οικογένειες πιστών περπατούσαν με φανουρόπιτες, με λαμπάδες ψηλότερες από το μπόι τους, με καροτσάκια (μωρών και αναπήρων), με την ελπίδα ότι ο άγιος θα τους δώσει αυτό που ζητούν, θα φανερώσει αυτό που χάθηκε. Γι’ αυτό τόσοι είχαν ξεκινήσει από μακριά, θέτοντας σε κίνδυνο τους εαυτούς τους και τα παιδιά τους, για να πάνε περπατώντας στον μεγαλομάρτυρα τον θαυματουργό.
Γύρω από το εκκλησάκι είχε στηθεί πανηγύρι με παγκάκια μικροπωλητών (με σουβλάκια, αφρικανική τέχνη, λοταρία για μια μοτοσικλέτα, παιχνίδια, κουρτίνες κ. λπ.). Η εθνική οδός η ίδια ήταν ο χώρος του πανηγυριού. Συμφιλιωθήκαμε με το γεγονός ότι θα καθυστερούσαμε και χαρήκαμε το θέαμα. Σαν να ’μαστε πρωταγωνιστές σε ταινία του Φελίνι. Είτε ξυπόλυτοι με πρησμένα πόδια (με τα ψηλοτάκουνα πέδιλα στο χέρι) είτε με λουξ τζιπ, οι πιστοί έφθαναν να τιμήσουν τον άγιό τους - δίνοντας και περιμένοντας να λάβουν.
Λίγο αργότερα, αφού το κονβόι είχε περάσει τον Άγιο Φανούριο και κοντεύαμε στο Ρέθυμνο, σε μια κλειστή στροφή με διπλή διαχωριστική γραμμή, με έναν άγριο ελιγμό και εκκωφαντικό μαρσάρισμα, ένα μαύρο αυτοκίνητο χώθηκε μπροστά μας. «Τι ήταν αυτό;». ρώτησε ο γιος μου. «Αυτός είναι ο ήχος ενός ηλίθιου», απάντησα. «Οταν ακούς αυτόν τον ήχο θα ξέρεις ότι βρίσκεσαι κοντά σε έναν βλάκα». «Και η αστυνομία, βέβαια, δεν κάνει τίποτα», πρόσθεσε η μεγάλη κόρη. «Γιατί; Πού είδες αστυνομία;». «Απέναντι. Ένα περιπολικό σταματημένο». «Καλά», απάντησα. «Αυτοί βαριούνται που ζουν. Σιγά μην ασχοληθούν».
Συνεχίσαμε, βλέποντας τα φώτα του μαύρου κουπέ να σφηνώνεται επιθετικά ανάμεσα στα αυτοκίνητα μπροστά μας. Ξαφνικά, είδαμε να μας προσπερνάει ένα περιπολικό, με τα φώτα -κόκκινα και γαλάζια- αναμμένα. «Δεν το πιστεύω!», φώναξα. «Αν κυνηγάει τον βλάκα θα ανακτήσω την εμπιστοσύνη μου στην αστυνομία, στο κράτος. Τόσα χρόνια που οδηγώ δεν έχω δει ποτέ να σταματούν κάποιον για επικίνδυνη οδήγηση». Και όμως, λίγο πιο πέρα, είδαμε το περιπολικό να σταματάει πίσω από το μαύρο αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου. Φωνές, χαρά μέσα στο αμάξι. Σηκώσαμε γροθιές, σαν να είχε βάλει το νικητήριο γκολ η ομάδα στον τελικό, σαν να είχαμε πετύχει μια μεγάλη προσωπική νίκη...
Λίγη ώρα αργότερα, αφού τους είχαμε αφήσει πίσω, σκεφτόμουν σιωπηλά. Μάλλον θα βρουν τον μπελά τους οι αστυνομικοί... Ρέθυμνο είναι, θα πάει ο καπάτσος ο οδηγός στον βουλευτή και θα σβήσει η κλήση.
Προχθές, στην Αθήνα πλέον, άλλη μια επιβεβαίωση ότι και στα μεγάλα θέματα το «σύστημα» συγκάλυψης ανομιών λειτουργεί άψογα. Ο Μιχάλης Χριστοφοράκος, ο πρώην διευθυντής της Siemens στην Ελλάδα, δεν θα εκδοθεί από τη Γερμανία. Έτσι, μάλλον σβήνει και η δική του «κλήση» και όλων αυτών που έμπλεξαν στη μεγαλύτερη γνωστή υπόθεση μαύρου πολιτικού χρήματος. Έτσι οδεύουμε προς τις εθνικές εκλογές της 4ης Οκτωβρίου, με το 42% των ερωτηθέντων σε πανελλαδική δημοσκόπηση να λέει ότι δεν εμπιστεύεται ούτε το ένα κόμμα ούτε το άλλο για να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση.
Εστέτ αναχωρητές και Ιρλανδοί λυράρηδες σε μεταμεσονύκτιες μεταφυσικές αναζητήσεις στα μπαράκια και στα καλντερίμια της Παλιάς Πόλης. Βαριά αχνάρια λαών που άλλοτε τη φλερτάρισαν και άλλοτε τη βίασαν, η Παλιά Πόλη των Χανίων δεν είναι κομμάτι της ιστορίας, είναι η ίδια η ιστορία, γραμμένη από ανθρώπους που αναζήτησαν τον εαυτό τους στην πόλη των αντιθέσεων. Ξημέρωμα στο Παλιό Λιμάνι...
Ακολουθώντας τη συμβουλή ενός ανήσυχου ταξιδιώτη, περπατώ καλώντας τις σκιές του παρελθόντος της πόλης να περιπλανηθούν μαζί μου, να μου ψιθυρίσουν τα μυστικά τους...
Μου διηγούνται παλιές, νοσταλγικές ιστορίες του 70΄ και του 80΄, τότε που η τύχη –ή η μοίρα- φύσηξε στην πόλη ανθρώπους διαφορετικούς, αλλά ταυτόχρονα και ταιριαστούς.
Μου μιλούν για τον Βαγγέλη, που δεν δίστασε να αφήσει την ασφαλή, ξεκάθαρη ζωή του τραπεζικού αναζητώντας να γευτεί την άναρχη ελευθερία, για τον Σταύρο, λάτρη των καλών τεχνών, που δεν αποχωριζόταν ποτέ το μπαγλαμαδάκι του, για το Μιχάλη με τη ρεπούμπλικα και το μαύρο παλτό που έκλεινε το παλαιοπωλείο κι έπιανε το τουμπερλέκι, για να εκστασιαστεί με τους ρυθμούς της Ανατολής, για τον πολυταξιδεμένο Ρος, που ταίριαξε το φλογερό ιρλανδικό ταμπεραμέντο με την κρητική λύρα.
Κοινωνία ονειροπόλων κυνηγών του ανέφικτου που έπαιρνε σάρκα και οστά τις νύχτες, στις αποθήκες πίσω από τα Νεώρια, με τον ήχο της μουσικής να συνοδεύει τις παθιασμένες συζητήσεις για νέες ιδέες κι επαναστατικές αλλαγές. Καθισμένοι ακόμα και στο πάτωμα στο κατάμεστο «Φαγκότο», θυμίζοντας σύγχρονους υπαρξιστές φιλοσόφους ακουμπώντας πού και πού για ν'ακούσουν την τρομπέτα του Miles Davis.
Το τσιγάρο δεν ήταν υπό διωγμό, η μέθη ήταν ζητούμενο, και η μοναξιά επιλογή και όχι μονόδρομος. Σήμερα στο «Φαγκότο» επιστρέφουν οι Χανιώτες και οι Χανιώτισσες του τότε που έχουν σκορπίσει σε άλλα μέρη της Ελλάδας και –επισκέπτες πια στην ίδια τους την πόλη- αναζητούν κάτι από την ηρωική ατμόσφαιρα των χρόνων της αθωότητας...
Τις μπαλάντες των αισθήσεων και των παραισθήσεων ήρθε να σαρώσει το κύμα εκσυγχρονισμού της δεκαετίας του 90΄, όταν οι ιδεαλιστικές συζητήσεις μπολιάστηκαν με ρεαλιστικούς στόχους.
Ήταν η εποχή που η εικόνα της Edie Brickell να παίζει την κιθάρα της στα σοκάκια της πόλης πλαισιωνόταν από την τεχνοκρατική εικόνα των νεοφερμένων επενδυτών που μελετούσαν εξονυχιστικά την πόλη σχεδιάζοντας τις μεγαλεπήβολες επιχειρήσεις τους. Ο τουρισμός είχε αρχίσει να γίνεται πρωταγωνιστής και στη σκηνή της Παλιάς Πόλης...
Τις αναμνήσεις του παρελθόντος έρχεται να ξορκίσει βίαια η ανατολή του ηλίου, το πανάρχαιο κρητικό φως, το αχανές πέλαγος που αντανακλά τον ουρανό και μου φανερώνει το φάρο στο παλιό λιμάνι που θυμίζει μιναρέ, το Γιαλί Τζαμισί. Το φρούριο Φιρκά, τα Νεώρια και τα δαιδαλώδη στενάκια ανάμεσα στα υποβλητικά ενετικά σπίτια.
Κάθε στοιχείο στην Παλιά Πόλη των Χανίων αποτελεί αισθητική αξία. Και όλα μαζί διαμορφώνουν τη φινέτσα τής εντός των τειχών πόλης. Της πόλης που –αν και περικυκλωμένη- ήταν πάντα πόλη ανοιχτή στο διαφορετικό, κόντρα στην κρητική εσωστρέφεια.
Πολυεθνική στην ιστορία της, πολυπολιτισμική στη νοοτροπία της, κοσμοπολίτικη στον τρόπο της. Μία ιδιόμορφη μητρόπολη του Νότου, που από τη δεκαετία του 70΄ έδωσε χώρο σε περιπλανώμενους ταξιδιώτες, ντεσπεράντος της τέχνης και της διανόησης, χίπηδες, αναχωρητές και απλούς τυχοδιώκτες.
Ένα κράμα περιθωρίου και αβάν γκαρντ που πρόσθεσε πόντους στη γοητεία μιας ιδιαίτερα ελκυστικής πόλης. Σήμερα η εντός των τειχών πόλη αποτελεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο.
Η Παλιά Πόλη
Ισορρόπησε σε τεντωμένο σκοινί ανάμεσα στη μοναξιά και στην κοσμικότητα. Δέχτηκε τους διαφορετικούς και τους περιθωριακούς, χωρίς ποτέ η ίδια να μπει στο περιθώριο. Κρυφάκουσε στα καλντερίμια της ψιθυριστά μικρά νυχτερινά μυστικά, αλλά κράτησε την εχεμύθειά της.
Δεν παραδόθηκε στο προφανές του κοσμοπολίτικου lifestyle, κρατώντας σφιχτά τη μυστηριακή και ανατολίτικη πλευρά της ακόμη και τώρα που δεν ακούγεται ο μουεζίνης στο τζαμί του Κιουτσούκ Χασάν Πασά.
Το παραδοσιακό πρόσωπο της Παλιάς Πόλης συνυπάρχει με μια ζωντάνια που ξεχειλίζει ενέργεια. Ψηλαφίζεις την υγρασία της στα αναψοκοκκινισμένα μάγουλα των κοριτσιών που δοκιμάζουν για πρώτη φορά στη ζωή τους ρακή στο πολύβουο Κουμ Καπί, την παλιά απαγορευμένη, σκοτεινή συνοικία, που τώρα πια φωτεινή και ελκυστική θεωρείται must για τη νεολαία της πόλης.
Από νοσταλγική περιέργεια ρωτάω δυο φοιτητές αν γνωρίζουν το «Φαγκότο». Με κοιτούν με απορία και με παραπέμπουν ν' αναζητήσω στα χνάρια των ρομαντικών του 70΄-80΄ σε πιο ήσυχα, ψαγμένα στέκια που βρίσκονται στα λιγότερο γνωστά στενά του Κουμ Καπί.
Όπως εκείνα που σημάδεψαν την αλλαγή μιας ολόκληρης εποχής κάπου εκεί στη δεκαετία του 80΄, το «Κανάλι» και το «Street». Ήταν η εποχή που η ελληνική μουσική, που κυριάρχησε στη γενιά της μεταπολίτευσης, άρχισε να δίνει τη θέση της στην αποενοχοποιημένη πλέον rock κουλτούρα.
Καθώς περπατώ στα πλακόστρωτα δρομάκια, με τυλίγουν αρώματα και εικόνες του παρελθόντος, η ευωδιά της απόλυτης μπουγάτσας του Ιορδάνη που ξυπνάει την πόλη από τις πέντε το πρωί.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως τα Χανιά έχουν χαρακτηριστεί ως η «Βενετία της Ανατολής». Νιώθω έντονα πως το μυστηριακό σκηνικό της παλιάς καστροπολιτείας δεν είναι φτιαγμένο για celebrities τουρίστες.
Τα Χανιά και η Παλιά Πόλη δεν είναι απλώς μια επαρχιακή πόλη. Είναι περισσότερο μία πολιτεία μέσα σε μια μεγάλη πολιτεία που έχτισε την κουλτούρα της πάνω στα ίχνη λαών που άλλοτε τη φλερτάρισαν κι άλλοτε τη βίασαν.
Ανάμεσα στ' απομεινάρια των τζαμιών, των χαμάμ, των μοναστηριών, των Καπουτσίνων και Δομινικανών μοναχών έστησε τα Μαχαιράδικα και στα Στιβανάδικα. Ακόμα και σήμερα προσπαθεί να συνδυάσει από τη μία την ενετική και από την άλλη την αραβική και τούρκικη επιρροή στην ελληνική πραγματικότητα και μάλιστα στην κρητική πραγματικότητα.
Μία προσπάθεια που πότε την οδηγεί στην αρμονία και πότε στην αναρχία. Αυτή την αναρχία η οποία, αν και σε τρελαίνει, σε κάνει ταυτόχρονα ν' αναπνέεις με ελευθερία.
Τα μεσημέρια είναι γλυκά και νοσταλγικά. Ο δρόμος πολιορκείται από τα καΐκια στη μαρίνα του παλιού λιμανιού και από τις καμάρες των κιτρινισμένων κτιρίων.
Πηγαίνεις όπου σε πάει η μυρωδιά. Χταπόδια που λιάζονται, κουτσομούρες που τηγανίζονται, μύδια που αχνίζονται. Πάνω απ' όλα το σταμναγκάθι και η ασκολίμπρη, τα υπέροχα κρητικά χόρτα που αποτελούν την κρητική ρόκα-παρμεζάνα και που έχουν αναχθεί από παραδοσιακό πιάτο σε διαπιστευτήριο γαστρονομικής επιτυχίας.
Στα τραπέζια η ρακή πνίγεται σε σουπιές με ελιές και μάραθα. Και τα καλτσούνια με ανθότυρο φέρνουν στο νου μου τα γαστριμαργικά σχόλια γνωστών και φίλων που επιστρέφοντας από διακοπές στην Κρήτη διαφημίζουν με ενθουσιασμό ότι το φαγητό στο νησί αυτό είναι μια εμπειρία που πρέπει να βιώσεις.
Ιδιαίτερα όταν μπαίνεις στα σπίτια όπου εγκάρδια σε προσκαλούν οι ντόπιοι, για να σε φιλέψουν κατιτίς, και νιώθεις κάθε άλλο παρά ξένος, κάθε άλλο παρά επισκέπτης. Λένε πως ο ήλιος και το ζεστό κλίμα χαρακτηρίζει την πόλη. Ο κακός καιρός όμως σφραγίζει τη γοητεία της.
Τα κύματα σπάνε στην προκυμαία του παλιού λιμανιού και τα γκρίζα σύννεφα χαϊδεύουν την κορυφή του φάρου, η εικόνα γίνεται τελείως ατμοσφαιρική και η ατμόσφαιρα σε υποβάλλει τόσο, ώστε η παρέα να σου είναι το ίδιο περιττή όσο και απαραίτητη.
Τέτοιες μέρες αποτελεί στοιχείο μεγάλης ευτυχίας μία πολυθρόνα με θέα στο λιμάνι, ζεστός καφές κι ένα δυνατό μπράντι. Από το ναυτικό μουσείο όμως μέχρι τα Νεώρια η προκυμαία συντονίζεται με τη δύναμη των μποφόρ και ο χρόνος με τη δύναμη των ψυχικών διακυμάνσεων. Νοσταλγία, μοναξιά, πληρότητα, αναμονή.
Για το βράδυ που θα έρθει και θα σε βρει παρέα μ' ένα καλό κρητικό κρασί και μύδια αχνιστά. Το ενετικό λιμάνι, φωτισμένο, ξεπερνά τον καιρό και ξυπνά την περιέργειά σου γι' αυτό που πρόκειται να συμβεί και δεν μπορείς να γνωρίζεις.
Στο παλιό μπουγατσάδικο πίσω από την πλατεία Βενιζέλου το μοσχοβολιστό φρεσκοψημένο φύλλο που τυλίγει το γλυκό τυρί με ζάχαρη αποτελεί ακόμα την αρχή της εξιλέωσης και το τέλος της αμαρτίας.
Τις Κυριακές το πρωί στους πάγκους γύρω από τους τοίχους με τους καθρέφτες συναντιούνται οι πιστοί που μόλις κοινώνησαν με τα ρετάλια της νυχτερινής κραιπάλης που μετά βίας επικοινωνούν. Στα μπουγατσάδικα και στα ταβερνάκια με τη στάκα και τους τζιγιεροσαρμάδες υπάρχει μία ιερή συμφωνία.
Η συνύπαρξη δύο κόσμων που ξέρουν πως δεν είναι σύμμαχοι, δεν είναι όμως και εχθροί. Ο ντάκος και η ρακή συμφιλιώνουν τους διαφορετικούς τρόπους της ίδιας ζωής, ανεξάρτητα αν η κουβέντα αφορά το κυνήγι ή το clubbing.
Μέσα στις αντιθέσεις του αυτός ο τόπος έχει μία ιδιαίτερη ικανότητα να κρατά τις ισορροπίες και να θέτει το μέτρο. Και μπορεί αυτό το μυστικό να τον κάνει ιδιαίτερο, κι αυτόν και τους κατοίκους του, που καταφέρνουν να ισορροπούν ανάμεσα στην κατασταλαγμένη σοφία και την αυθεντική εξωστρέφεια. Ίσως γιατί εδώ ο καθένας ξέρει και καταφέρνει να είναι ο εαυτός του. Επιλέγοντας την υπερέκθεση ή την απομόνωση.
Κατά μήκος του λιμανιού βλέπεις εκατοντάδες τουρίστες να περπατούν και να κοιτάζουν το απέραντο γαλάζιο. Τόσοι πολλοί, αλλά και τόσο μόνοι. Λες και ο καθένας από αυτούς έχει χτίσει ένα μικρό προσωπικό φρούριο που δεν διαπερνάται.
Μοιάζει με κοινοτοπία, με πολυφορεμένο κλισέ, αλλά είναι η αλήθεια: η παλιά πόλη των Χανίων είναι πόλη ερωτική.
Η ατμόσφαιρα έχει τέτοια ένταση, που γεννά τον έρωτα για τη μουσική, τον έρωτα για τις σκέψεις, τον έρωτα για τον ίδιο τον έρωτα. Αποπνέει ακόμα κάτι από την εποχή που άνθρωποι φαινομενικά αταίριαστοι έρχονταν από διαφορετικά μέρη, για ν' ανακαλύψουν –πίνοντας ρακή και τρώγοντας μούσμουλα υπό τους ήχους τζαζ και κρητικής λύρας- ότι ο προορισμός ήταν και παραμένει κοινός.
Πόλη με μαγνητισμό και προσωπικότητα, που διευκολύνει την ανθρώπινη επαφή και συντηρεί έστω και την ψευδαίσθηση ότι «σαν έτοιμη από καιρό» είναι ανοιχτή σε αυτό που έρχεται...