Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

Το καφενείο του μύθου και της ιστορίας



Η Ελλάδα, η ιστορία, ο μύθος, η φαντασία και η πραγματικότητα κλεισμένη σε κάμποσα τετραγωνικά μέτρα καλύπτουν κάθε ελεύθερη επιφάνεια: τοίχους, κολώνες, πάγκους, καρέκλες.

Ένα συνονθύλευμα μορφών αποτελούμενο από τόσο συγκεχυμένα στοιχεία, προερχόμενα από διαφορετικές εποχές, χώρους και ρόλους, είναι τακτοποιημένα σε ομάδες και συνθέτουν ένα αρμονικό σύνολο.



Ανθρωποκεντρικός ο χαρακτήρας του έργου. Στο επίκεντρο της προσοχής του καλλιτέχνη ο άνθρωπος, όχι τα έργα του. Ο άνθρωπος με το νου και την ψυχή, τη φαντασία και το συναίσθημα, την αγωνία και τα όνειρα, τους στόχους αποθηκευμένα στο τμήμα του σώματος που στέκεται πάνω στους ώμους.

Με τις ρυτίδες να διαγράφουν τη γραμμή των φρυδιών σκάβοντας βαθιά το μέτωπο…

Με μάτια λίμνες ατέλειωτες, όπου βάρκα η σκέψη ταξιδεύει σε νερά βαθιά και μερικές φορές άγνωστα …

Με τα χείλη σφιγμένα και αποφασιστικά την ώρα της περίσκεψης και των μεγάλων αποφάσεων…

Με σώματα ελεύθερα πλασμένα από τη φαντασία του καλλιτέχνη εκεί που δε υπάρχει η δέσμευση της πραγματικότητας. Ολόσωμα, εναέρια σε μια γερτή σχεδόν οριζόντια στάση τα πλάσματα της φαντασίας. Σε πορτρέτα τα πρόσωπα της ιστορίας…



Άραγε ποιος δάσκαλος ευτύχησε να έχε αυτό «τον πιο καλό το μαθητή»;

Τυχερός που ευτύχησε να μιλήσει μέσα στη καρδιά του μαθητή, να ξυπνήσει την αγάπη για την ιστορία, να τον ταξιδέψει στους χώρους «του τότε και του εκεί».

Ένα παιδί που κατάπινε στη μνήμη του ονόματα, πόλεις, χρονολογίες, μάχες, κατορθώματα, άθλους, τα μηρύκαζε και κάποια στιγμή έβγαλε μορφές φτιαγμένες στο δικό του καλούπι του μυαλού, όπως θα έλεγε ο Καντ. Από τη ρόγα του πινέλου του πετάχτηκε το χρώμα σα γάλα για να θρέψει τις επόμενες γενιές.



Σε κάθε πτυχή του μυαλού και της καρδιάς έχει εισχωρήσει ο μύθος και η ιστορία. Από κει διαμορφωμένη η σκέψη -αναπολώντας το χρόνο που δεν έζησε- ποτέ κατευθύνει το χέρι γεφυρώνοντας την απόσταση των αιώνων κι ανοίγει ένα συνεχή διάλογο μαζί τους..

Κάθομαι στην καρέκλα με δέος και φόβο μην ακουμπήσω και προσβάλω την ιερή μορφή που εικονίζεται στην πλάτη της. Κοιτάζω απέναντί μου την καρέκλα όπου απεικονίζεται η αρπαγή της Ευρώπης...

Το δικό μου ταξίδι στο χρόνο έχει ξεκινήσει…

ΥΓ1 Το Παραδοσιακό καφενείο "Ο ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΝΟΣ" είναι ένα καφενείο όπου ...συναντάς Έλληνες ζωγραφισμένους -με την ιδιαιτερότητα της τέχνης του Γιάννη Διαμαντάκη- από όλες τις εποχές και τους πνευματικούς χώρους. Βρίσκεται στο Μοχό Ηρακλείου.

YΓ2 Oι φωτογραφίες είναι της κ. Μαρίας Γιακουμάκη

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010

Αλιεύοντας ελπίδες...



Δύσκολες μέρες. Ψαρεύω ελπίδες. Δίχτυα παντού.

Πολύκεντρο Σητείας, 29-5-2010. Ο σκηνοθέτης Φίλιππος Κουτσαφτής και η αρχαιολόγος Στέλλα Χρυσουλάκη, προβάλλουν την ταινία τους "Μια μέρα με τον Μίνωα". Θέμα της 30λεπτης ταινίας, ένα τριήμερο του 1988 στο Δημοτικό σχολείο της Ζάκρου, στο ανάκτορο της Κάτω Ζάκρου και στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Σητείας. Πρωταγωνιστούν τα παιδικά μάτια των μαθητών, που παίζουν και μαθαίνουν αναλαμβάνοντας ρόλους που τους μοιράζει η Στέλλα. Τα μέλη της βασιλικής οικογένειας ανακαλύπτουν τα βασιλικά διαμερίσματα, οι τεχνίτες τα εργαστήρια, ενώ οι τροβαδούροι, μόνον αυτοί, έχουν το ελεύθερο να σεργιανούν παντού.



Συμπρωταγωνιστούν οι αρχαίες πέτρες που χαμογελούν και τα μοναδικά ευρήματα που αποκαλύπτουν μια άλλη καθημερινότητα και ξεχασμένες διαδρομές στη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Από τότε, 22 χρόνια, ο Φίλιππος επιμένει. Παρακολουθεί την ανασκαφή, τους μαθητές που έγιναν γονείς, την τοπική κοινωνία και τη σχέση της με τα αρχαία. Ζητεί ενίσχυση να κάνει την ταινία του μεγάλη. Μεγάλη. Αποσπά ψίχουλα υποσχέσεων. Την ίδια στιγμή, φτωχοί και σπάταλοι, δαπανούμε πακτωλούς δανεικών για τουριστική προβολή. Καλύτερη προβολή της Ελλάδας απ’ αυτή την ταινία δεν μπορώ να φανταστώ.



Ρούσσα Εκκλησιά, ταβέρνα "Πλάτανος", Σαββατόβραδο, 12-6-2010, βραδιά και παρέα εξαιρετική. Ο Μιχάλης Περράκης, νεαρός μαθηματικός και δόκιμος που έχει χρεωθεί την ίδρυση Αστεροσκοπείου στου Μισιριού, λίγο πιο ψηλά, στην εγκαταλελειμμένη βάση ραντάρ, προτείνει το επιδόρπιο. Αποδεκτό. Σε 10 λεπτά είμαστε εκεί. Με το laser μας μυεί στους γαλαξίες. Μικρή, Μεγάλη Άρκτος, Πολικός, Βέγας, ο τεράστιος Σκορπιός, Ανδρομέδα, Βερενίκη, Κασσιόπη... Οποία απόλαυση. Μάθημα οριζόντων, πολλαπλώς χρήσιμο. Κι οι ιδέες να κατεβαίνουν ασταμάτητες. Νά εδώ, στο αστεροσκοπείο, θα έρχονται σχολεία να μαθαίνουν τα αστέρια κι ελληνική μυθολογία ταυτόχρονα. Εναλλακτικός, ουράνιος τουρισμός. Αλλά και τόσο γήινος, αφού τις νύχτες οι θαλασσινοί επί αιώνες αυτά τα αστέρια είχαν για GPS.



Ιεράπετρα, μπροστά στο παλιό τζαμί, μια βδομάδα μετά, 19-6-2010. Η πλατεία γεμάτη. Ο καλός φιλόλογος Μανόλης Τζάβλας με την παρέα του γράφουν Ιστορία. Μαζί με ξένους που ζουν στην περιοχή, οικονομικούς μετανάστες από Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία, Τουρκία, Ρωσία, Βαλκάνια, αλλά και με άλλους ευκατάστατους απ' την προηγμένη Δύση, μόνιμους κατοίκους της περιοχής. Επιλέγουν ποιητές και ποιήματα των χωρών τους και τα απαγγέλλουν. Μελαψοί δουλεμένοι εργάτες, ξανθές γυναίκες της Ανατολικής Ευρώπης, μια Ρουμάνα μαθήτρια, φοιτήτρια πια σε ελληνικό ΑΕΙ, φινετσάτοι Δυτικοευρωπαίοι. Όλοι μια αγκαλιά με τους στίχους τους. Στην οθόνη, δίπλα, η ελληνική μετάφραση. Με μια σπειροειδή γεωγραφική πορεία καταλήγουν στην ποιητική Ελλάδα, που εκπροσωπείται επάξια. Πέρασαν κι απ' την Ιρλανδία και τον Γέιτς, "πάτα αλαφρά γιατί πατάς απάνω στα όνειρά μου".



Να σημειώσω ότι το γεραπετρίτικο βράδυ της 19-6-2010 θα μπει στην ιστορία, όχι για την ποιητική βραδιά, που ελάχιστοι την έμαθαν, αλλά γιατί την ίδια ώρα λίγο πιο πέρα απ' το τζαμί μια άλλη Ιεράπετρα, πιο επίσημη, πιο γκλαμουράτη και πιο μαζική, μοχθούσε να μπει στο βιβλίο Γκίνες με τη μεγαλύτερη, και ακριβότερη, υποθέτω, σαλάτα του κόσμου. Και τα κατάφερε.



Διορθώνω λοιπόν. Δύσκολες μέρες. Ψαρεύω ελπίδες. Ρίχνω δίχτυα σε γη, σε ουρανό, σε στίχους, αλλ' όχι παντού. Οι καλύτερες μέρες είναι και θέμα επιλογών.

Έγραψε ο Αντώνης Ανηψητάκης
Πηγή: Aνεκτίμητη

Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Ο χορός του κόσμου


Κάθε χρόνο, την τελευταία εβδομάδα του Ιουλίου, στα Ανώγεια της Κρήτης διοργανώνονται τα Υακίνθεια, πολιτιστικές γιορτές που υμνούν τον έρωτα, την αγάπη, την ζωή και τα πολλαπλά της νοήματα, ό,τι ψιθυρίζουν η φύση και οι πέτρες του βουνού.

Σε μια εποχή όπου όλα υπακούουν στους αριθμούς και δοκιμάζεται η αξιοπρέπεια μας, τα Υακίνθεια έρχονται να υψώσουν ανάστημα. Βάζοντας τον πολιτισμό να πει τον δικό του λόγο με τον χορό του κόσμου.


Κλικάρετε στην εικόνα για να διαβάσετε το φετινό πρόγραμμα των Υακινθείων

Η γιορτή των "Υακινθείων εκδηλώσεων Πολιτισμού" έχει γίνει πλέον σημείο αναφοράς πολιτισμικών ανταλλαγών. Φέτος, τα Υακίνθεια πετούν πέρα από την μικρή μεσόγειο και καλούν χορευτές από 3 ηπείρους. Βραζιλιάνους, Αιγύπτιους, Ιταλούς. Μια προσέγγιση για αντίσταση σε μια εποχή που μας εκβιάζει να είμαστε θλιμμένοι με το χορό των χρωμάτων, διότι ο πολιτισμός οφείλει πάντα να σηκώνει ανάστημα.

Μια ιδέα που πηγάζει από την πιεστική πλέον ανάγκη να γίνουν αντιληπτά και να εκτιμηθούν στη σωστή τους αξία, η ζωή, το έργο, ο πολιτισμός και η σημασία της τέχνης.



Μια παλιά κουβέντα λέει:

"Mέρα που δεν εγέλασες, είναι χαμένη μέρα".

Το μήνυμα που στέλνουν τα φετινά Υακίνθεια είναι να ξαναθυμηθούμε το χτες. Τις σχέσεις των ανθρώπων παλιά, που αν και έζησαν σε δύσκολες εποχές ήταν πιο ευτυχισμένοι. Να ξορκίσουμε το κακό και να προχωρήσουμε στη σωστή βάση. Να ξαναγυρίσουμε στη φύση που μας δίδαξε το απαραίτητο και να ξεφύγουμε από το περιττό, από τα πλαστά διλήμματα.
Να σταματήσουμε να σκορπάμε τους εαυτούς μας. Να ξανακοιταχτούμε στα μάτια.

Να αγωνιστούμε για να ξανακερδίσουμε την χαμένη μας ζωή.

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Ο βράχος με τους αχινούς



Για αχινούς, πηγαίναμε με τον πατέρα μου τα Σάββατα του Ιουλίου. Ο Αύγουστος στο Κρητικό πέλαγος έχει μελτέμι, άρα τρικυμία, άρα θολό βυθό, ενώ το ψάρεμα του αχινού χρειάζεται καθάρια νερά.

Τις Κυριακές πάλι, το οικογενειακό τελετουργικό περιλάμβανε και τη μητέρα μου, συνεπώς η συγκομιδή των αχινών αποκλειόταν καθότι αμιγώς ανδρική δουλειά. Τα Σάββατα όμως που η μάνα μου καθάριζε το σπίτι κι έπλενε τα ρούχα στη σκάφη, οι άνδρες παίρναμε τα σύνεργα και φεύγαμε πρωί-πρωί για τη θάλασσα.

Μάσκες, αναπνευστήρες, τρίαινες, ένα ξύλινο τελάρο, κάμποσα μέτρα λεπτό σκοινί, ένα μακρόστενο γυάλινο ποτήρι της μουστάρδας ΕΚΜΑ που πουλιόταν με τάπωμα, ψαλίδι, κουταλάκι, λίγο λάδι και μια βελόνα καρφιτσωμένη πάνω σ’ ένα κομματάκι ύφασμα για να διακρίνεται.

Δεν πηγαίναμε σε παραλία, αλλά σε κάποιο βραχώδες σημείο όπου τα νερά ήταν βαθιά. Αρκεί ο βράχος να είχε κάποιο φυσικό σκαλοπάτι για να μπορούμε να σκαρφαλώνουμε στην έξοδο. Τα απόκρημνα αυτά μέρη ήταν συνήθως μακριά απ’ τον δρόμο και η πορεία δυο φορτωμένων ανθρώπων ως εκεί, ήταν από μόνη της μια μικρή περιπέτεια. Πολλές φορές, η BMW (R52, με καλάθι στο πλάι και τον υπέροχο ίσιο διακόπτη στην κορυφή του χοντρού μπροστινού φαναριού) έμενε παρκαρισμένη ως και ένα χιλιόμετρο μακριά. Όσο πιο απομακρυσμένο και δυσπρόσιτο ήταν το σημείο, τόσο μεγαλύτερη θα ήταν η συγκομιδή, αφού στα κοντινά και εύκολα οι δεκάδες ερασιτέχνες αχινοψαράδες θα είχαν ήδη βγάλει τους καλύτερους.



Θυμάμαι τον Μανόλη (σα να τον βλέπω τώρα μπροστά μου) να βγάζει και να διπλώνει προσεκτικά πάνω στον βράχο το λευκό του πουκάμισο και το μακρύ γκρι παντελόνι του. Σαν βέρος παραδοσιακός Κρητικός που ήταν, ουδέποτε διανοήθηκε να φορέσει κοντομάνικο στενό μπλουζάκι ή κοντό παντελονάκι, ούτε καν μέσα στο σπίτι μας. Το θεωρούσε ξεγιβεντισμό, δηλαδή ντροπή, εξευτελισμό. Ούτε αντηλιακό βάζαμε κι ας μέναμε με τις ώρες κάτω απ’ τον ήλιο. Τα μαγιό τα λέγαμε τότε "μπανιερό" και ο πατέρας μου φορούσε ένα μπανιερό με ζώνη. Έδενε τη μια άκρη του σκοινιού στη ζώνη και την άλλη στο τελάρο για να μην το πάρει η θάλασσα. Μπαίναμε και αρχίζαμε τις βουτιές προς τον βυθό ψάχνοντας τη λεία μας. Εγώ έμενα κοντά στον βράχο, αυτός έφευγε προς τα βαθιά με το τελάρο να τον ακολουθεί. Όταν έβγαζα αχινό, τον πέταγα πάνω στον βράχο και μάλιστα μέσα-μέσα διότι με το παραμικρό κυματάκι θα μπορούσαν να «περπατήσουν» και να ξαναπέσουν στη θάλασσα. Ο πατέρας μου τους έβαζε στο τελάρο.

Ο βρώσιμος αχινός δεν βρίσκεται έξω-έξω που σκάει το κύμα, ούτε σε ρωγμές του βράχου κοντά στην επιφάνεια. Ο καλός αχινός πρέπει να έχει δύο με τρία μέτρα θάλασσα από πάνω του, είναι μεγάλος, κατάμαυρος, με αγκάθια χοντρά, ολοζώντανα, γεμάτα υγεία. Ζει στις υπόγειες χαραμάδες των βράχων ή δίπλα στις πέτρες του βυθού και οι μεγαλύτεροι δύσκολα χωράνε στην παλάμη ενός ενήλικου άνδρα. Δύο μεσαίοι χωράνε με το ζόρι και μόνο αν καρφώσουμε τον έναν μέσα στον άλλον.

Οι μικροί αχινοί που ζουν κατά εκατοντάδες σε βραχάκια στα ρηχά, αυτοί οι καφετιοί με τα μικρά ανεμικά αγκαθάκια, δεν τρώγονται. Εμείς τους λέγαμε «Οβραίους». Τότε δεν ήξερα γιατί, αργότερα κατάλαβα ότι ο χαζός αντισημιτισμός επιβίωνε με χίλιους τρόπους. Ο καλός αχινός δεν είναι ξέμπαρκος στον βυθό, είναι κάπου σκαλωμένος. Σε πέτρα, σε βράχο, σε φύκι. Γι’ αυτό χρειάζεται η τρίαινα, για να τον ξεσκαλώσεις. Αν προσπαθήσεις να το κάνεις με το χέρι, υποχρεωτικά θα πιέσεις τα αγκάθια του με τα δάχτυλα σου.

Αυτά όμως, ως γνωστόν έχουν την ακόλουθη ιδιότητα: Το τελευταίο χιλιοστό τους είναι τόσο εύθραυστο, που μόλις χωθεί κάπου σπάει. Αν σου καρφωθεί ένα μακρύ αγκάθι αχινού, δεν μπορείς να το τραβήξεις σαν βελόνα προς τα πίσω και να απαλλαχτείς. Η άκρη σπάει και μένει μέσα στο κρέας, όχι από την πλαϊνή κίνηση, αλλά από την ίδια την πρόσκρουση.



Εγώ μάζευα όσους αχινούς μπορούσα μέχρι βάθος δύο άντε δυόμισι μέτρα (πιτσιρίκι ήμουν, πόσο βαθιά να πήγαινα;) κι έπειτα ανέβαινα στα βράχια και περίμενα τον πατέρα μου να τελειώσει. Το τελάρο που επέπλεε ήταν η σημαδούρα της θέσης του. Τον έβλεπα να κάνει κάθετη κατάδυση και καταλάβαινα την άνοδο του στην επιφάνεια από τον πίδακα του νερού που ξερνούσε ο αναπνευστήρας του. Έκανε μερικές απλωτές για να φθάσει στο τελάρο κι έριχνε μέσα την ψαριά του. Για να βγει έξω, έπρεπε το τελάρο να ξεχειλίσει από αχινούς. Άλλωστε ήταν μετρημένο. Ένα γεμάτο τελάρο, οκτώ με δέκα μερίδες αχινοσαλάτα στο τραπέζι. Η τρίαινα τον δυσκόλευε στην κίνηση, την προτιμούσε όμως από το μαχαίρι για λόγους αισθητικής. Αντιπαθούσε σφόδρα τους "φιγουρατζήδες" που έδεναν στη γάμπα τους θήκες με οδοντωτές γυαλιστερές λάμες, λες και στις ειρηνικές μας θάλασσες θα αντιμετώπιζαν όλα τα θηριώδη χταπόδια και τα θωρακισμένα καλαμάρια-γίγαντες του Ιουλίου Βερν.

Βατραχοπέδιλα δεν καταδέχτηκε ποτέ να βάλει στα πόδια του, αν και θα τον διευκόλυναν στις καταδύσεις του. Τα θεωρούσε «αηδίες των Αμερικάνων τουριστών» και κατέτασσε αμέσως όσους τα φορούσαν στην κατηγορία των ανθρώπων που δεν ήξεραν κολύμπι και φοβόντουσαν τη θάλασσα.



Κατά τη γνώμη του, ήταν έγκλημα καθοσιώσεως να ξεκινήσει ένα παιδί τη μαθητεία του στο κολύμπι φορώντας «αυτά τα νάιλον βατραχοπόδαρα». Πίστευε ότι ποτέ στη ζωή του δεν θα ήταν αυτάρκης μέσα στη θάλασσα. Στις επίμονες πιέσεις μου ν’ αποκτήσω κι εγώ ένα ζευγάρι όπως οι φίλοι μου, το επιχείρημα του ήταν απλοϊκά αφοπλιστικό: «Όταν βουλιάξει το καράβι και πέσεις στη θάλασσα μέσα στη νύχτα, θα έχεις πέδιλα μαζί σου για να φορέσεις; Όχι. Και τότε, τι θα κάνεις; Θα πνιγείς.» Αν και κάτι δε μου πήγαινε καλά στη δομή του ζοφερού αυτού επιχειρήματος, ομολογώ ότι ουδέποτε κατάφερα να αρθρώσω έναν πειστικό αντίλογο, ικανό να αντιπαρατεθεί στην τραγωδία ενός μεταμεσονύχτιου Τιτανικού μεσοπέλαγα.

Όταν γέμιζε το τελάρο με αχινούς, το ανεβάζαμε πάνω και αρχίζαμε αμέσως να τους καθαρίζουμε, εκεί κάτω απ’ τον ήλιο. Στο σπίτι ήταν αδύνατο να γίνει αυτή η δουλειά. Θα μας πλάκωνε η μάνα μου. Σ’ αυτό το περίεργο θαλασσινό, ο όγκος των αγκαθωτών απορριμμάτων είναι ακριβώς ίδιος με τον όγκο της πρώτης ύλης.

Ο Μανόλης καθάριζε με το ψαλίδι τα αγκάθια κάθε αχινού σε μια πλευρά, έκανε μια τομή στο εύθραυστο κέλυφος, το έκοβε κυκλικά και μου τον έδινε. Εγώ έβγαζα το κομμένο μέρος και με το κουταλάκι έριχνα προσεκτικά το ισχνό περιεχόμενο του νερουλού κορμιού του μέσα στο ποτήρι, προσέχοντας να μην πέφτουν σπασμένα αγκάθια. Τρώγαμε κατ’ ευθείαν δυο τρεις στην αρχή, αλλά οι υπόλοιποι πήγαιναν για το σπίτι. Όση ώρα καθαρίζαμε, ο πατέρας μου μιλούσε. Ιστορίες, απόψεις, αποφθέγματα… Είχε πράγματα να πει ο Μανόλης. Οκτώ χρόνια φυλακή είχε καταδικαστεί ως έφηβος από τους Γερμανούς (έκανε τον έναν στην Αγιά, μετά φύγανε) κι είχε μια αναπηρία στο αριστερό αυτί από έκρηξη νάρκης έξω απ’ το Βογατσικό στον εμφύλιο.

Ήταν ο πιο καθαρός άνθρωπος που γνώρισα ποτέ. Καθαρόαιμος κεντρώος Βενιζελικός, αντιπαθούσε στην ίδια αναλογία δεξιούς και κομμουνιστές, αντιμιλιταριστής αν και ήταν άσσος στο σημάδι, σταθερός υπερασπιστής αδύναμων και κατατρεγμένων, περήφανος και αξιοπρεπής, θεωρούσε τη φτώχεια του απόδειξη της εντιμότητας του. Ο πλούτος ήταν γι’ αυτόν συνώνυμο ύποπτων δραστηριοτήτων και επ’ ουδενί λόγω προϋπόθεση ευτυχίας. Αν υπήρχε κάτι με αξία σ’ αυτή τη ζωή, ήταν η τιμή. Στέρεα προσωπικότητα μιας άλλης εποχής…



Όταν τελειώναμε το καθάρισμα των αχινών, ταπώναμε το ποτήρι με το πολύτιμο υλικό και πετούσαμε τ’ απομεινάρια σε κάποια βαθιά ρωγμή του βράχου για να μην τα πατήσει ο επόμενος ξυπόλητος ψαράς που θα απόσωνε ως εκεί. Πριν φύγουμε, βγάζαμε τ’ αγκάθια που σίγουρα είχαν καρφωθεί στα δάχτυλα μας. Γι’ αυτό είχαμε μαζί μας λάδι και βελόνα. Σκάβαμε με τη βελόνα προσεκτικά ο ένας το δέρμα του άλλου, στο σημείο που φαινόταν το μαύρο στίγμα. Του βάζαμε λάδι που διευκόλυνε την «εγχείρηση». Αυτό θα μπορούσε να γίνει στο σπίτι, όμως η εξόρυξη είναι ευκολότερη όταν τα ακροδάχτυλα έχουν μουλιάσει από τη μακρά παραμονή στο αλμυρό νερό (είχαν παππουδιάσει, λέγαμε εμείς). Μετά μαζεύαμε τον εξοπλισμό και παίρναμε τον δρόμο του γυρισμού. Ήταν πια μεσημέρι και μας περίμενε η μάνα μου να φάμε. Τα Σάββατα είχαμε πάντα τηγανητό ψάρι (γαύρο ή γόπα) και χόρτα, οπότε η αχινοσαλάτα ήταν αναπόσπαστο μέρος του μενού. Κρέας τρώγαμε Πέμπτη και Κυριακή, τις Πέμπτες μαγειρευτό, την Κυριακή στον φούρνο.

Θα αναρωτηθείτε, ίσως, γιατί έκανα όλη αυτή τη μεγάλη περιγραφή.

Ίσως διότι είναι καλοκαίρι και οι αχινοί είναι καλοκαιρινό θέμα. Ίσως πάλι να με οδήγησε σ’ αυτό το κείμενο η απρόσμενη έλευση δύο εικόνων. Θυμάμαι πριν σαράντα χρόνια εκεί στον βράχο των αχινών, τον Μανόλη να βγαίνει από τη θάλασσα με τα νερά να τρέχουν από πάνω του και εμένα (τον μικρούλη) να τον κοιτάζω με δέος. Πόσο πελώριος και μεγαλόπρεπος φάνταζε στα παιδικά μάτια μου καθώς ορθωνόταν μπροστά μου! Πόση περηφάνια και ασφάλεια ένιωθα δίπλα σ’ αυτόν τον γίγαντα που μ’ αγαπούσε και μαζεύαμε μαζί αχινούς!

Κι έπειτα ήρθε η δεύτερη εικόνα, πάλι αρχές Ιουλίου πριν λίγα χρόνια. Να περπατώ στον διάδρομο του Ευαγγελισμού, με τον Μανόλη δίπλα μου να σέρνει τα πόδια του, τραβώντας έναν ορό κρεμασμένο σ’ ένα σίδερο με ροδάκια. Δεν μιλούσαμε, αλλά καθώς τον κρατούσα απ’ τον αγκώνα, διαπίστωσα ότι αυτός ο πελώριος άνθρωπος ήταν πλέον πιο κοντός από μένα και στα μισά μου κιλά. Σαν παιδάκι που δεν είχε μεγαλώσει ακόμα. Όπως ήμουν εγώ τότε, πάνω στον βράχο μας. Τα γεράματα και οι χημειοθεραπείες τον είχαν λιώσει. Είναι τόσο άδικο, να γίνεται έτσι ο άνθρωπος. Τέτοιες μέρες τον είχα βάλει στο νοσοκομείο χτυπημένο από τη λευχαιμία και έφυγε δίχως να προλάβω να του ανταποδώσω τις ιστορίες του…

Έγραψε ο Δημήτρης Καμπουράκης

Σάββατο 3 Ιουλίου 2010

Ταξιδεύοντας στο «χωριό» του Καζαντζάκη



Μάθημα για την εφαρμογή των επιταγών της σύγχρονης μουσειολογίας στην πράξη, και μάλιστα σε περιοχή μακριά από το εθνικό κέντρο, δίνει το Νέο Μουσείο Καζαντζάκη, που εγκαινιάζεται σήμερα στις 19।00 στη Μυρτιά Ηρακλείου Κρήτης. Το πρώτο σύγχρονο μουσείο συγγραφέα στη χώρα μας ανατρέπει την παρωχημένη άποψη ότι μουσείο μπορεί να αποκαλείται το πατρικό σπίτι ενός συγγραφέα στη γενέθλια γη ή στον τόπο διαμονής του, όπου φιλοξενούνται σκόρπια οικογενειακά και προσωπικά αντικείμενα, εκδόσεις έργων που κυκλοφορούν στο εμπόριο, φωτογραφίες και φύλλα χειρογράφων, σε χώρους όπου συνήθως δεν υπάρχει η δυνατότητα οργανωμένης έκθεσης αλλά και εύκολης πρόσβασης και επίσκεψης.

Το Μουσείο Καζαντζάκη, που κλείνει ήδη 27 χρόνια ζωής, εγκαινιάστηκε το 1983 από την τότε υπουργό Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη . Η δημιουργία του οφείλεται στη δωρεά και στις φροντίδες του σκηνογράφου και ενδυματολόγου Γιώργου Ανεμογιάννη, ο οποίος είχε συγγένεια με την οικογένεια του Νίκου Καζαντζάκη. Ο Γ. Ανεμογιάννης δώρισε το αρχικό οίκημα όπου στεγάστηκε το μουσείο και ανέλαβε την αναζήτηση υλικού για τη ζωή και το έργο του συγγραφέα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με τη συμπαράσταση της Ελένης Καζαντζάκη, η οποία προσέφερε αρχειακό υλικό. Οι ανάγκες για έναν νέο χώρο που θα στέγαζε τον όγκο του υλικού- το οποίο με τα χρόνια είχε πολλαπλασιαστεί- και τη δυνατότητα αξιοποίησης, έκθεσης και μελέτης του σύμφωνα με τα νέα δεδομένα της μουσειολογικής επιστήμης κατέληξαν στη δημιουργία του Νέου Μουσείου Καζαντζάκη.



Στο Μουσείο, που αποτελείται από ένα σύνολο κτιρίων στην κεντρική πλατεία της Μυρτιάς, βρίσκονται Επιστολικό Αρχείο με δείγματα αλληλογραφίας του Καζαντζάκη με μεγάλους στοχαστές, πολιτικούς και λογοτέχνες της εποχής του, Ολόγραφα-Αυτόγραφα, ΕκδόσειςΑρθρα και Μελέτες στα ελληνικά και σε άλλες γλώσσες, Αρχείο Τύπου, Φωτογραφικό Αρχείο, Αρχείο Ηχου, Αρχείο Κινούμενης Εικόνας, Θεατρικό Αρχείο με μακέτες, κοστούμια και υλικό από θεατρικές παραστάσεις έργων του, Εργα Τέχνης (πορτρέτα και γλυπτά με τη μορφή του) και Προσωπικά Αντικείμενα του συγγραφέα. Το μουσείο έχει προχωρήσει στην ψηφιοποίηση των συλλογών του και έχει αξιοποιήσει το υλικό τους με έντυπες, ηλεκτρονικές, πολυμεσικές εκδόσεις. Προσφέρει επίσης εκπαιδευτικά προγράμματα σε μαθητές, ενώ διαχρονικοί στόχοι του παραμένουν η διοργάνωση συνεδρίων, η διευκόλυνση ερευνητών και η προβολή και μελέτη του έργου του Καζαντζάκη.



Το μουσείο υλοποιήθηκε με τη συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του υπουργείου Πολιτισμού και φέρει τη σφραγίδα των αρχιτεκτόνων κ. Γιώργου Ψωμαδάκη και κυρίας Μαρίας Μαρίνου, στους οποίους ανήκει ο σχεδιασμός του νέου μουσείου, του συγγραφέα και γραφίστα κ. Δημήτρη Καλοκύρη , ο οποίος ανέλαβε την καλλιτεχνική επιμέλεια, και της κυρίας Λίτσας Χατζοπούλου, η οποία έγραψε και επιμελήθηκε τα κείμενα.

Στην αποψινή τελετή εγκαινίων, στην οποία την κυβέρνηση θα εκπροσωπήσει ο υπουργός Εθνικής Αμυνας κ. Ευάγγελος Βενιζέλος, θα μιλήσουν ο καθηγητής κ. Γιώργος Γραμματικάκης, πρόεδρος του Δ.Σ. του μουσείου, ο κ. Κωνσταντίνος Αλαβάνος, διευθυντής του τηλεοπτικού σταθμού της Βουλής, ο κ. Αγγελος Δεληβορριάς, διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη, και η ποιήτρια και βαφτισιμιά του Καζαντζάκη κυρία Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ . Τραγούδια εμπνευσμένα από το έργο του Νίκου Καζαντζάκη- από τον κύκλο «Καπετάν Μιχάλη» του Μάνου Χατζιδάκι και από τον «Ζορμπά» του Μίκη Θεοδωράκη - θα ερμηνεύσει η Μαρία Φαραντούρη, σε μια συναυλία ανοιχτή στο κοινό.



Εν αναμονή του Μουσείου Σικελιανού στη Λευκάδα και του Μουσείου Καβάφη στην Πλάκα, το Νέο Μουσείο Καζαντζάκη θέτει ψηλά τον πήχη των απαιτήσεων επισκεπτών και μελετητών.

«Σπουδαίο για την ίδια την Κρήτη»

Ο Νίκος Καζαντζάκης απέκτησε ένα μουσείο-υπόδειγμα για τα ελληνικά δεδομένα «Το Νέο Μουσείο Καζαντζάκη είναι σπουδαίο όχι μόνο για τη συντήρηση της μνήμης ενός μεγάλου συγγραφέα αλλά και για την ίδια την Κρήτη και τον πολιτισμό» είπε στο «Βήμα» ο κ. Γιώργος Γραμματικάκης, που συμπλήρωσε ότι «το Νέο Μουσείο Καζαντζάκη αφομοίωσε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις αλλά και την αντίληψη που δεσπόζει στα σύγχρονα μουσεία». Καθώς ευρίσκεται κοντά σε χώρους ευρύτερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος, μόλις 15 χλμ. από το Ηράκλειο και 11 χλμ. από τον αρχαιολογικό χώρο της Κνωσού, ελπίδα του ΔΣ είναι το Νέο Μουσείο να αποτελέσει πόλο ευρύτερων πολιτιστικών δραστηριοτήτων.

«Εχουμε αρκετές ιδέες. Δεν θέλω να πω μεγάλα λόγια, θα τις ανακοινώσουμε μόλις είμαστε έτοιμοι» υπόσχεται ο κ. Γραμματικάκης.

Πηγή: To Bήμα