Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θρύλοι και παραδόσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θρύλοι και παραδόσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2009

Αυτή η κινητή εικόνα της ακίνητης αιωνιότητας


Λένε ότι ο άνθρωπος πεθαίνει δύο φορές την μια όταν κλείσει τα μάτια του και την άλλη όταν ξεχαστεί απο τους ζωντάνους όμως ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης και οι 300 και παραπάνω άντρες του είναι αποφασισμένοι να μην αφήσουν κανένα να τους ξεχάσει. Μπορεί στα σχολικά βιβλία να μην γράφεται λέξη γι΄ αυτούς μπορεί σχεδόν κανένας να μην άκουσε για την άνιση μάχη τους στο Φραγκοκάστελο μπορεί οι εγκυκλοπαίδειες να μην αφιέρωσαν ένα λήμα στις χιλιάδες σελίδες τους όμως κάθε χρόνο κάποια πρωινά εκεί στα τέλη του Μάη αρχές Ιούνη,εμφανίζεται ολόκληρη στρατιά αρματωμένη από ανθρώπινες σκιές να προελαύνει προς την θάλασσα, πάνω από το καστέλι. Και όλα δείχνουν παράταιρα με την πρώτη ματιά . Ενα κάστρο στην επαρχία Σφακίων στην μέση του πουθενά χωρίς εμφανή στρατηγική σημασία , ένας αγωνιστής απο το Δελβινάκι της Ηπείρου να μάχεται και να σκοτώνεται έξω απο τα τείχη του κάστρου αυτού με τους Ηπειρώτες συμπολεμιστές του στα 1828 και στον ορίζοντα να χορεύουν Δροσουλίτες... Οι Δροσουλίτες σε λίγες ώρες θα είναι και πάλι στο κάστρο....

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008

Νοέμβρης στο νησί



Λέει ιστορίες ο παπούς, πολλές απ’τα παλιά
Κι όλοι γροικούνε αχόρταγα, γυναίκα και παιδιά.
-Τον είδες με τα μάθια σου, παπού, τον Βενιζέλου;
Κι εμίλησες του κι άκουσες την ίδια την φωνή του;
-Δεν ήτονε στσ’αγώνες του ποτέ του κουρασμένος
κι ο λόγος του σε μάγευε, σε σκλάβωνε η θωριά του.


ΣΕ όλα τα χωρικά σπίτια της Κρήτης, αρχοντικά και φτωχόσπιτα, το τζάκι (ή παρασιά) αποτελούσε το βασικώτερο στοιχείο του σπιτιού. Το σχήμα του, ακόμα και η τοποθεσία του, διέφεραν από τόπο σε τόπο. Εκεί, πλάϊ στο τζάκι, διαπλάσσονταν η κρητική ψυχή.

Τις βαριές χειμωνιάτικες νύχτες, απ’ τον παπού ως το εγγονάκι, το τζάκι ζέσταινε τα κορμιά και την ψυχή τους.

Σαν κάποτε έσβηνε η τρεμάμενη φλόγα του λυχναριού τα πρόσωπα φωτίζονταν απ’την αναλαμπή της φλόγας των ξύλων που τριζοβολούσαν στο τζάκι και τα μάτια ορθάνοιχτα κυττούσαν τις σκιές που χόρευαν στον τοίχο και η φαντασία απ’τις ιστορίες των περασμένων ηρωϊκών στιγμών του παππού φλόγιζε και γιγάντωνε τις καρδιές των νεαρών παλληκαριών.

Εκεί, στο κρητικό αυτό τζάκι, μεταλαμπαδεύονταν οι θρύλοι και οι παραδόσεις. Εκεί θέριευε το πνεύμα της θυσίας για τον τόπο και ρίζωνε ως τα φυλλοκάρδια των νεαρών Κρητικόπουλων η αγάπη και η λαχτάρα για ό,τι ωραίο και ευγενικό.

Όποιος δεν γνώρισε την γλύκα του, δεν φωτίστηκε από την λάμψη του, δεν ζεστάθηκε από την φλόγα του, δεν κοιμήθηκε κοντά του κι ακόμα δεν καπνουλιάστηκε δεν μπορεί να καταλάβη την αξία του και την επίδραση που είχε στην ψυχοσύνθεση του Κρητικού.

Δυστυχώς όμως και το σύμβολο αυτό της οικογενειακής γαλήνης και ευτυχίας τα τελευταία χρόνια το ξετοπίζει σιγά-σιγά ο καταλύτης πολιτισμός, το πετρογκάζ και ο ηλεκτρισμός και το θάβουν οριστικά και αμετάκλητα στο γραφικό παρελθόν.

πηγή από ριζίτικο


Τρίτη 19 Αυγούστου 2008

Ερωτόκριτος και Αρετούσα

Για σένα που αγαπάς το σκοπό
χωρίς να ξέρεις που βγάζει...



Αν κάτι πρωτοζήλεψα στα χωριά της Κρήτης είναι οι παλιές, μεστές και πανέμορφες μαντινάδες που ακούς. Γερόντισσες μαυροντυμένες πιάνουν και σου αραδιάζουν στις εξώπορτες αποσπάσματα από τον Ερωτόκριτο για καλωσόρισμα. Στα γλέντια οι ξακουστοί μαντιναδολόγοι κάθονται αντικρυστά και συνερίζονται ποιός θα καταφέρει να θυμηθεί μεγαλύτερο κομμάτι από το έργο του Βιτσέντζου Κορνάρου. "Να μην απορείς, μου πε κάποτε ένας τέτοιος γέροντας. Για μας είναι ο κρητικός Σαίξπηρ".


Tsi_Moiras.wma

417 χρόνια !!! Πώς να μην απορώ; Η Κρήτη από το 1590 -που τοποθετείται κατά προσέγγιση η συγγραφή του Ερωτόκριτου- διαδίδει από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά τα στιχάκια του. Σκέφτομαι αν έχουμε κάτι ανάλογα πολύτιμο και καλοφυλαγμένο στις παραδόσεις που κληρονομήσαμε και .. δεν το βρίσκω. Ο παπούς μου έλεγε όλο τον Ερωτόκριτο από στήθους. Το μόνο που επέμεινε να μάθει στα 11 παιδιά του ήταν αυτό. Κάποτε ο δάσκαλος πήγε σπίτι να του πει ότι η μικρή του κόρη, το στερνοπούλι του, είναι καλή στα γράμματα. Ο παπούς μου γέλασε περιφρονητικά και του 'πε: Ίντα λες δάσκαλε; Έντεκα κοπέλια έχω και τα δέκα μάθανε αμέσως τον Ερωτόκριτο. Μόνο αυτή δεν τον κατέχει ολόκληρο. Π' ανάθεμα τις βουλές που 'χετε οι γραμματιζούμενοι.

Ακούγοντας αυτές τις χαριτωμένες παλιές ιστορίες σκέφτομαι συχνά τις διαδρομές που έκανε η έννοια της μόρφωσης τα τελευταία χρόνια μας. Κάποτε όποιος κατάφερνε την πρόσθεση χωρίς να μετράει στα δάκτυλα ήταν φωστήρας. Αργότερα έπρεπε να ξέρει τριγωνομετρία, Άλγεβρα και Μαθηματικά. Σήμερα η κβαντική μηχανική δεν φτάνει ίσως. Κι όμως ο Ερωτόκριτος αποστηθίζεται ακόμη από τα κρητικόπουλα. Όχι ως μάθημα "κορμού" ή ως must της εκπαίδευσης ... αλλά ως ανάγκη να μπολιαστούν την ομορφιά του τόπου τους.
Erotokritos- Xilou...

Και καθώς συχνά νομίζουμε ότι ο μικρόκοσμός μας είναι δείγμα γραφής του σύμπαντος, ξαφνιάστηκα ακούγοντας ότι φίλοι καλοί και αγαπημένοι δεν έτυχε να διαβάσουν τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα. Κι αντί να αρχίσω με πάθος να τους προτρέπω να πάρουν την έντυπη έκδοση (έπεα πτερόεντα κάποτε οι προτροπές) σκέφτηκα να φτιάξω ένα μεγααααλο -και κουραστικό ίσως για κάποιους- ποστάριον εδώ και να εξαφανίσω κάθε δικαιολογία για τους "αδιάβαστους".

Αντί προλόγου να πω μόνο τους γνωστούς στίχους για τον ποιητή του έργου:

Στη Στείαν εγεννήθηκε, στη Στείαν ενεθράφη,
εκεί ’καμε κι εκόπιασεν ετούτα που σας γράφει.
Στο Κάστρον επαντρεύτηκε σαν αρμηνεύγ’ η φύση,
το τέλος του ’χει να γενεί όπου ο Θεός ορίσει.

Δεν ξέρουμε ωστόσο με σαφήνεια ποιός Κορνάρος (φαίνονται αρκετοί στα παλιά έγγραφα, όλοι τους γόνοι εξελληνισμένων Βενετών αρχόντων) από τους πολλούς Βιτσέντζους της εποχής έγραψε τον Ερωτόκριτο. Οι ιστορικοί τοποθετούν χρονολογικά τη σύνθεση κατά το 1590. Το έργο έχει εμφανείς επιρροές από το γαλλικό μυθιστόρημα Paris et Vienne του 1432 και τον Μαινόμενο Ορλάνδο του Ariosto. Οι στίχοι του διαδίδονται από στόμα σε στόμα και ήδη το 1645 (αρχές της επίθεσης των Τούρκων στην Κρήτη) το νησί το απαγγέλει από άκρη σ' άκρη.
Πέρασε μισός αιώνας μέχρι το έργο να αποκτήσει έντυπη μορφή. Οι πηγές λένε ότι τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1713, φυσικά στη Βενετία, όπως και τα άλλα κρητικά έργα της εποχής, και ανατυπώθηκε (πράγμα σπάνιο) το 1737 λόγω της μεγάλης ζήτησης που είχε. Από την πρώτη εκείνη έκδοση σώζεται ένα και μοναδικό αντίτυπο, που φυλάσσεται στη Γεννάδιο Βιβλιοθήκη, στην Αθήνα.
Το 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ού κυκλοφόρησε με τη μορφή λαϊκής φυλλάδας σε πάρα πολλές εκδόσεις, δυστυχώς πρόχειρες και με πολλά λάθη, και διαβάστηκε τόσο πολύ, που ο μεγάλος λαογράφος Νικόλαος Πολίτης (1852-1921) το 1909 έγραφε:
Μέχρις εσχάτων δε και αλλαχού μεν της Ελλάδος, αλλά προπάντως εν Κρήτη, πολλοί εκ της συχνής αναγνώσεων εγίνωσκον από μνήμης μακρά αποσπάσματα, ώστε ως παρατηρεί ο Κρης Ι. Μ. Δαμβέργης, και αν ήθελον τυχόν απολεσθή πάντα τ’ αντίτυπα αυτού, το έπος ηδύνατο ν’ απαρτισθή πάλιν ολόκληρον εκ του στόματος Κρησσών και Κρητών, «οίτινες και νυν έτι αποστηθίζοντες, μεταδίδουν αυτό διά στόματος απ’ αρχής μέχρι τέλους εις τα τέκνα και τους φίλους των». Γενιές ολόκληρες δεν έβρισκαν καλύτερη κληρονομιά να αφήσουν στα παιδιά τους από ένα αντίγραφο του Ερωτόκριτου. Ακόμη κι οι Τουρκοκρητικοί μυήθηκαν στη γλώσσα μαθαίνοντας τα πάθη της Αρετούσας.
Υπάρχουν μαρτυρίες σε χωριά της Σητείας στις αρχές του 20ου αιώνα για το πόσο πολύτιμο θεωρείτο το πόνημα του Κορνάρου που άλλοτε αναφέρεται σε διαθήκες κι άλλοτε "μοιράζεται" με τρόπο παράδοξο. Πολλά αντίγραφα βρέθηκαν στην Κρήτη σκισμένα ή κομμένα. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία που λέγεται στην Αχλαδιά της Σητείας: τρία αδέρφια μοίραζαν την περιουσία τους κι ανάμεσα σε όσα κληρονόμησαν από τα γονικά τους ήταν και το βιβλίο του Ερωτόκριτου. Κανείς δεν ήθελε να το αποχωριστεί. Σκέφτηκαν να το μοιράσουν σε αποσπάσματα στην αρχή. Αλλά κι εκεί διαφώνησαν. Στο τέλος -για να γίνει δίκαιη μοιρασιά- βάλανε το βιβλίο κάτω και το έκοψαν κατά πλάτος σε τρία ισόποσα μέρη. Όμοια κομμένα βιβλία βρέθηκαν σε μιτάτα του Ψηλορείτη και στα Σφακιά.
Η μελωδία που συνοδεύει σήμερα τα τραγούδια του -λένε- πως κατάγεται από την εποχή που γράφτηκε το έργο. Ένας σιγανός παραπονιάρικος σκοπός που αφήνει χώρο στην αφήγηση.

Erotokritos.mp3

Ο ίδιος σκοπός που ενέπνευσε κι ένα σωρό μεταγενέστερα κρητικά τραγούδια, που συχνά ξαναμπλέκουν τον Ερωτόκριτο στις ρύμες τους:

Είπα σου μη μπερδεύγεσαι στση ζώνης μου τα κρούσσα,
γιατί θα σύρεις βάσανα ωσάν την Αρετούσα!

(Ν. Ξυλούρης, δίσκος «Τα που θυμούμαι τραγουδώ», Columbia 1975)

Γιατί μπαίνω στον κόπο; Δεν βρίσκω καλύτερη απάντηση από όσα έγραψε ο Κωστής Παλαμάς για τον Βιτσέντζο Κορνάρο: Ντροπή στο Έθνος που ακόμα δεν κατάλαβε, ύστερ’ από πέντε αιώνων περπάτημα, πως ο ποιητής του Ερωτόκριτου, αυτός είναι ο «μέγας του Ελληνικού Έθνους και αθάνατος ποιητής»!

Μία από τις καλύτερες επεξεργασίες πάνω στην αρχική έκδοση του 1713 (έκδοση Βενετίας) έκανε ο αείμνηστος Γιώργος Σαββίδης. Και καθώς το έργο -ευτυχώς- δεν έχει συγγραφικά δικαιώματα να το περιορίζουν θα το βρείτε ολόκληρο εδώ.

Ο τόπος και ο χρόνος της ιστορίας παραμένουν αιωρούμενα σε μία ασάφεια. Αρχικά, η υπόθεση του ποιήματος φαίνεται να λαμβάνει χώρα στην Αρχαία Αθήνα, επί των ημερών του βασιλιά Ηράκλη (μυθικό πρόσωπο) αλλά στη συνέχεια ο ποιητής εισάγει πρόσωπα, γεγονότα και τόπους που αναφέρονται στο Μεσαίωνα και στην εποχή του. Η υπόθεση του έργου περιστρέφεται γύρω από τον έρωτα του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας, κόρης του βασιλιά, ένας έρωτας ο οποίος χρησιμεύει ως άξονας στον ποιητή για να υμνήσει τη φιλία, την ανδρεία και την αγάπη προς τη πατρίδα.
Ο Ερωτόκριτος ήταν γιός του Πεζόστρατου, συμβούλου του βασιλιά, ανήκοντας έτσι σε κατώτερη κοινωνική τάξη από την πριγκίπησα, κάτι που καθιστούσε αδύνατη οποιαδήποτε σχέση μεταξύ τους. Ο ερωτοχτυπημένος νέος, μην έχοντας τη δυνατότητα να εκδηλώσει την αγάπη του προς την Αρετούσα, τραγουδά μεταμφιεσμένος κάτω από το παράθυρό της τα βράδια, ενώ η πριγκίπησα αναπτύσσει σιγά-σιγά αισθήματα προς τον άγνωστο τραγουδιστή. Οταν ο Ερωτόκριτος αναγκάζεται, μαζί με το φίλο του Πολύδωρο, να σκοτώσει δέκα από τους σωματοφύλακες του βασιλιά που είχαν σταλεί για να τον συλλάβουν, αυτοεξορίζεται στην πόλη του Εγρίπου, όπου προσπαθεί αποτυχημένα να ξεχάσει τον έρωτά του.

Η Αρετή, όταν ο άγνωστος τραγουδιστής παύει να ακούγεται κάτω από το παράθυρό της τα βράδια, ανακαλύπτει πόσο της λείπει. Σε μια επίσκεψη της Αρετής στο σπίτι του Πεζόστρατου, του πατέρα του Ερωτόκριτου, η νέα ανακαλύπτει τα τραγούδια και την εικόνα της, μαθαίνοντας έτσι την ταυτότητα του θαυμαστή της και -τότε- πέφτει πια σε βαθιά θλίψη. Θέλοντας να διασκεδάσει την κόρη του, ο βασιλιάς Ηράκλης διοργανώνει αγώνες κονταρομαχίας, όπου καλούνται οι διαπρεπέστεροι ευγενείς της εποχής. Στους αγώνες λαμβάνει μέρος και ο Ερωτόκριτος, ο οποίος έρχεται νικητής και στεφανώνεται από τα χέρια της αγαπημένης του πριγκίπησας. Παίρνοντας θάρρος από τη νίκη του, ο νέος τολμά να ζητήσει σε γάμο την αγαπημένη του από τον πατέρα της, το βασιλιά. Μαντατοφόρο στέλνει τον δικό του πατέρα, τον Πεζόστρατο. Ο Ηράκλης όμως εξοργίζεται, αποπέμπει το σύμβουλό του, εξορίζει τον Ερωτόκριτο και διατάζει την κόρη του να παντρευτεί τον διάδοχο του θρόνου του Βυζαντίου. Η Αρετή αρνείται και ο Ηράκλης την κλείνει σε ένα σκοτεινό και υγρό μπουντρούμι, μαζί με την παραμάνα της, όπου για μία πενταετία, υφιστάμενες πολλές κακουχίες κι οι δυό τους. Την ίδια εποχή, ο βασιλιάς της Βλαχίας Βλαντίστρατος κηρύσσει τον πόλεμο στην Αθήνα και εισβάλλει με το στρατό του προκαλώντας τεράστιες καταστροφές. Ο Ερωτόκριτος πονά μαθαίνοντας στην εξορία τα νέα του τόπου του. Κάποτε αποφασίζει να δράσει.Αφού πίνει ένα μαγικό υγρό που αλλάζει την εξωτερική του εμφάνιση, έρχεται να βοηθήσει την πατρίδα του και προκαλεί τεράστιες απώλειες στον εχθρικό στρατό, ενώ σε μια από τις συγκρούσεις σώζει τη ζωή του, γέροντα πλέον, βασιλιά Ηράκλη και του φίλου του Πολύδωρου. Dimotika Kritika X...

Η τύχη του πολέμου κρίνεται σε μια επική μονομαχία του Ερωτόκριτου με τον ανηψιό του βασιλιά της Βλαχίας, τον Άριστο. Ο Ερωτόκριτος νικά, σκοτώνοντας τον αντίπαλό του αλλά τραυματίζεται ο ίδιος σοβαρά. Οι Βλάχοι αποσύρονται, οπότε ο Ερωτόκριτος μεταφέρεται στα βασιλικά ανάκτορα, στο δωμάτιο και το κρεββάτι της Αρετής, όπου και μένει αρκετό καιρό μέχρι να θεραπευτεί. Μετά, ο βασιλιάς Ηράκλης θέλοντας να του εκφράσει την ευγνωμοσύνη του, προσφέρεται να τον υιοθετήσει και να του παραχωρήσει το μισό του βασίλειο. Ο ήρωας όμως αρνείται και ζητά να απελευθερωθεί η Αρετή και να του επιτραπεί να την παντρευτεί. Αρχικά η πριγκίπησα αρνείται να παντρευτεί τον άγνωστο, οπότε ο Ερωτόκριτος πηγαίνει ο ίδιος να την αναζητήσει και, διαπιστώνοντας την πίστη της στην αγάπη του τόσα χρόνια, αποκαλύπτει την πραγματική του μορφή. Το τέλος θα το αφήσω μετέωρο, μπας και πείσω όσους το αγνοούν να το ανακαλύψουν διαβάζοντας :)
** Πολύτιμες πηγές το Εργαστήρι της Κρητικής μουσικής και το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

Ο κύκλος στο σταυροδρόμι



Η Κρήτη φημίζεται για την ιστορία της αλλά και για τους θρύλους της. Τις περίεργες εκείνες διηγήσεις μυθικού χαρακτήρα, που διαδίδονται από γενιά σε γενιά, και απλώνουν ένα μανδύα μυστηρίου και μαγείας σε γεγονότα και φαινόμενα που δύσκολα μπορεί ο λαός να εξηγήσει και έχει ανάγκη να τα εξυψώσει στη σφαίρα του μυθικού.

Σε ένα τέτοιο θρύλο, είναι αφιερωμένες οι επόμενες σελίδες. Στον «κύκλο στο σταυροδρόμι», που περιγράφει τη μαγική διαδικασία, με την οποία οι λυράρηδες μάθαιναν να παίζουν, με περισσή τέχνη, το αντιπροσωπευτικότερο ίσως όργανο της Κρήτης.... Σύμφωνα λοιπόν με τον θρύλο αυτό, όποιος θέλει να μάθει να παίζει καλά τη λύρα πηγαίνει κατά τα μεσάνυχτα σ’ ένα έρημο σταυροδρόμι και εκεί χαράζει κάτω στη γη, μ’ ένα μαυρομάνικο μαχαίρι, ένα γύρο (=κύκλο). Μέσα εκεί κάθεται και παίζει. Σε λίγο έρχονται από παντού νεράιδες και τον περιτριγυρίζουν. Ο σκοπός τους δεν είναι καλός, γιατί θέλουν να τον πατάξουν. Μα αφού δεν μπορούν να μπουν στο γύρο, προσπαθούν με κάθε τρόπο να τον ξεπλανέψουν και να τον τραβήξουν έξω. Και του λένε γλυκά λόγια και όμορφα τραγούδια και του κάνουν χίλια δυο τσακίσματα. Μα εκείνος, αν είναι φρόνιμος, κάνει πέτρα την καρδιά και εξακολουθεί να παίζει ατάραχος τη λύρα. «Μα δεν την ξέρεις» του λένε, σαν δουν πως πάνε τα πλανέματά τους χαμένα. «Τί την παίζεις και χάνεις χρόνο;» «Έτσι την έμαθα, έτσι την παίζω» αποκρίνεται ο λυράρης, «Τι σας νοιάζει» «Μπά, τίποτα» του λένε, «μόνο αν θέλεις σε μαθαίνουμε να παίζεις λύρα, λύρα που να χορεύουνε και οι πέτρες.» Και τον παρακαλούν να βγει από τον γύρο. Εκείνος δεν τις ακούει. Ύστερα από πολλά του ζητούν μόνο τη λύρα. Ο λυράρης τη δίνει , μόνο φυλάγεται να μην βγάλει έξω από το γύρο το χέρι του ή άλλο μέρος από το σώμα του, γιατί κόβεται ή τρελαίνεται. Παίρνει τότε μια νεράιδα τη λύρα, την παίζει λίγες στιγμές, με πολλή τέχνη, και του τη δίνει πίσω πάλι, με δυσαρέσκεια, λέγοντας: «Πάρε την. Εσύ δεν μας πιστεύεις να βγεις έξω και εμείς θα σου μάθουμε;» Ο λυράρης, όμως, τίποτα, δεν ακούει, και αρχίζει πάλι να παίζει τη λύρα του άτεχνα. Οι νεράιδες που θέλουν να τον βλάψουν, κάνουν πολλές φορές το ίδιο για να ξεγελαστεί κάποια στιγμή και να βγάλει παραέξω το χέρι του. Στο τέλος, όταν κράξει ο πετεινός, για να μην τους βρει η μέρα, του ζητούν να τους δώσει ένα, ό,τι να ’ναι, προκειμένου να τον μάθουν. Και εκείνος βγάζει την άκρη από το μικρό του δάχτυλο και αυτές το κόβουν αμέσως. Όμως δεν τον γελούν. Σε λίγο, τον μαθαίνουν να παίζει σαν αυτές και ύστερα χάνονται. Γι’ αυτό, ένας καλός λυράρης, άμα τον παινούν πως έχει καλές κοντυλιές, λέει καμιά φορά: «Αμ, είντα θαρρείτε; Εγώ την λύρα την έμαθα στο σταυροδρόμι.» Από τις νεράιδες, σύμφωνα με τον παραπάνω θρύλο της Κρήτης, τον «κύκλο στο σταυροδρόμι» μάθαιναν οι καλοί λυράρηδες την τέχνη της λύρας, γεγονός που επιβεβαιώνει την ευρύτατα διαδεδομένη πίστη των ανθρώπων σε θεούς δασκάλους και πατέρες ή προστάτες των τεχνών. Στο πλαίσιο της πίστης αυτής, τοποθετείται και η αντίληψη για τη θεϊκή καταγωγή της μουσικής. Η πρώτη λύρα λέγεται ότι φτιάχτηκε από τον Ερμή, από καύκαλο χελώνας, δέρμα βοδιού και έντερα αρνιού, την οποία χάρισε στον Απόλλωνα και αυτός με τη σειρά του στο γιο του Ορφέα που μάγευε τη φύση, τα ζώα και τα φυτά με τη μουσική του. Κάποιες φορές, τις όμορφες νεράιδες αντικαθιστούν φοβεροί και τρομεροί δαίμονες, οι οποίοι αναλαμβάνουν το έργο της εκπαίδευσης του λυράρη. Στην αρχή χορεύουν όλοι μαζί γύρω του και στο τέλος τον πλησιάζουν και του πιάνουν την κουβέντα. Εκείνος όμως δεν πρέπει να βγάλει άχνα γιατί αν μιλήσει θα του πάρουν τη μιλιά και θα βουβαθεί. Οι δαίμονες ευχαριστιούνται από την εξυπηρέτηση που αυτός τους κάνει , συνοδεύοντας με λύρα το χορό τους και θέλουν να του ανταποδώσουν τη χάρη. Έτσι, πλησιάζει ο αρχηγός, παίρνει τη λύρα από τα χέρια του, την κουρντίζει και την επιστρέφει. Από τη στιγμή αυτή, ο οργανοπαίχτης γίνεται άσσος της λύρας, τόσο, που θα’ λεγε κανείς ότι μόνα τους παίζουν τα δάχτυλά του.


Ελίνα Μεταξάκη
(Πλήρες άρθρο στο τεύχος νο 76 των ΣΤΙΓΜΩΝ)