Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

Ανοιξιάτικα φτερουγίσματα


Θυμάμαι τέτοιες μέρες, που έμπαινε η άνοιξη τα ξωμονάστηρα, όπως τα αποκαλούν οι ντόπιοι, στα ορεινά του Λασιθιού. Η δύναμη της φύσης σε κείνα τα μέρη ήταν απίστευτη. Τόποι με μια παράξενη αύρα. Που σε έκαναν να νιώθεις κατάνυξη. Ένιωθες να βρίσκεσαι πιο κοντά στο θεό, όποιος κι αν είναι αυτός. Θυμάμαι που οι γυναίκες την εποχή τούτη μάζευαν κάτι παράξενα ψιλόλιγνα φύλλα, για να φτιάξουν τα σταυρουδάκια που μοιράζουν των Βαίων στις εκκλησιές. Θυμάμαι τη γιαγιά Καλλιόπη που τέτοια εποχή μου χάρισε ένα τεράστιο σαπούνι που είχε φτιάξει με ελαιολάδο σε σχήμα σταυρού.
Θυμάμαι την παλιά πόλη τη γεμάτη λουλουδιασμένες γλάστρες, που οι γυναίκες τούτη την εποχή φύτευαν. Το άσπρισμα για να είναι τα σπίτια καθαρά για τις μέρες τις Άγιες που πλησιάζουν. Ανάσες ψυχής σε έναν όμορφο τόπο. Ανάσες κι οι θυμήσεις τώρα που γλυκαίνουν το μυαλό. Φτερουγίσματα όμορφα και νοσταλγικά. Στην όμορφη Κρήτη.

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

Χελιδονίσματα

Στην Κρήτη, την πρώτη Μαρτίου ή μετά τις 21 Μαρτίου, ημέρα της εαρινής ισημερίας, τα παιδιά γυρνάνε στα σπίτια κρατώντας ένα αρθρωτό ομοίωμα χελιδονιού, την «χελιδόνα», και τραγουδούν ένα είδος καλάντων, τα χελιδονίσματα. Το έθιμο της χελιδόνας, έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα, και επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας σε πολλά μέρη της Ελλάδας όπως Ήπειρο, Μακεδονία, Θράκη και Δωδεκάνησα.

Την «χελιδόνα» σε κάποιες περιοχές την στολίζουν με φύλλα κισσού, που είναι χαρακτηριστικό της αειθαλούς βλάστησης, σε άλλες, με ζουμπούλια ή άλλα ανοιξιάτικα λουλούδια, κι αλλού της κρεμούν κουδουνάκια και πολύχρωμα χαρτιά.

Οι «Χελιδονιστές», οι οποίοι ήταν κυρίως παιδιά αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις ενήλικες, γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας τραγούδια για τον ερχομό των χελιδονιών. Παλιά, οι νοικοκυρές έδιναν στα παιδιά λάδι, κρασί, αλεύρι, σιτάρι, αυγά και σε λίγες περιπτώσεις χρήματα. Τα λεφτά καθώς και ότι προϊόντα μάζευαν τα παιδιά τα αφιέρωναν στην εκκλησία.

Κάποια «χελιδονίσματα» χαιρετίζουν το έαρ, την άνοιξη και απαγγέλλουν στίχους, για να διώξουν τον χειμώνα ή τον τελευταίο μήνα του, τον Φλεβάρη.

«Ιδε το έαρ το γλυκύ πάλιν επανατέλλει, φέρον υγείαν και χαράν και την ευημερίαν». Το δίστιχο αυτό, έχει ηλικία πάνω από 11 αιώνες και ήταν η αρχή από ένα «άσμα ευχετήριον» για τον Βυζαντινό αυτοκράτορα, που το λέγανε τα «μέρη» (οι φατρίες, οι Πράσινοι και οι Βένετοι), στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης, πριν αρχίσουν οι ανοιξιάτικοι ιππικοί αγώνες, το λεγόμενο «μακελλαρικόν ιπποδρόμιον» ή «Λουπερκάλιον», από την ομώνυμη ρωμαϊκή γιορτή.

Ο Μάρτης ήρθε με χαρές και με δροσιές γεμάτος,
όλα τα έχνη τα κακά να μη φανεί η φανιά ντως,
όξω ψύλλοι και κοργοί,
όφιδες και μποντικοί κολισαύρες και λιακόνια,
όξω απού τ΄ αφεντικού το στρώμα.

Το χελιδόνι νάρχεται , στο σπίτι να φωλεύγει,
και να του δίδετε θροφή να παίρνει να μισέβγει
να πηαίνει εις την έρημο,
να είναι φορτωμένο, να τρώει να ευφραίνεται
κι αυτό το βλοημένο δώτε και μας τον κόπο μας,
ό,τι είναι ο ορισμός σας
και ο Χριστός μας πάντοτε να είναι ο βοηθός σας,
χρόνους πολλούς να ζήσετε,
πάντα ευτυχισμένοι
σωματικά και ψυχικά να είστε ευτυχισμένοι .

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

Ελευθερία ή θάνατος


Η Κρ
ήτη ήταν το τελευταίο τμήμα του ελληνικού χώρου που κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς. Ύστερα από πολύχρονες (από το 1645 – 1669 μ.Χ.), πολύνεκρες και μεγάλες μάχες και παρά τις προσπάθειες των Βενετών να ενισχύσουν την άμυνα του νησιού (Με την κατάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας το 1204 από τους σταυροφόρους, η Κρήτη παραχωρήθηκε στο Βονιφάτιο το Μονφερράτικο, ο οποίος στη συνέχεια την πούλησε στους Βενετούς έναντι 1000 μάρκων αργύρου), οι Τούρκοι καταλαμβάνουν τελικά στις 22 Αυγούστου του 1654 την πόλη των Χανίων και το 1669 την πόλη του Χάνδακα (Ηράκλειο). Η Τουρκοκρατία είχε ως επακόλουθο να βυθιστεί και η Κρήτη σε ένα βαθύ καθ’ όλα σκοτάδι. Το χριστιανικό στοιχείο κατά την περίοδο αυτή ενωμένο αντιστέκεται με θυσίες και αίμα στον Οθωμανό κατακτητή. Από τα πρώιμα κιόλας χρόνια της τουρκοκρατίας, αρχίζει η αντίσταση κατά του κατακτητή, πότε με τη βοήθεια των Βενετών στα Χανιά το 1692 και πότε με την ενθάρρυνση των Ρώσων, στην επανάσταση του Δασκαλογιάννη το 1869. Όμως όλες οι εξεγέρσεις καταλήγουν σε αποτυχία, με μεγαλύτερες κάθε φορά καταπιεστικές συνέπειες για τους υποδούλους. Στο μεγάλο αγώνα του 1821 και η Κρήτη δεν έλειψε από το μεγάλο ξεσηκωμό. Ωστόσο δεν κατάφερε να απελευθερωθεί και παρέμεινε υποτελής στους Τούρκους μέχρι το 1830.

Ειδικότερα οι επαναστατικές εξεγέρσεις των Κρητών αρχίζουν από τα Σφακιά, στις 7 Απριλίου 1821. Στις 27 Μαίου 1821 πραγματοποιείται Παγκρήτια Επαναστατική συνέλευση στη «Θυμιανή Παναγία» των Σφακίων, όπου οι εμπειρότεροι και ανδρειότεροι ορίζονται αρχηγοί των όπλων και καπετάνιους τους: Καπετάν Κόρακας (από τη Μεσαρά), Καπετάν Καζάνης (από το χωριό Μαρμακέτω του Οροπεδίου Λασιθίου, 1793 – 1843), καπετάν Βασιλακογιώργης (από το χωριό Άγιο Χαράλαμπο ή Γέρωντομουρί του Οροπεδίου Λασιθίου 1794 – 1854) κ.α.

Το 1822 ο Σουλτάνος, ύστερα από τον πολυμέτωπο αγώνα σε όλο τον Ελληνικό χώρο, ζητά την βοήθεια του αντιβασιλέα της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή. Στις 28 Μαΐου 1822 περίπου 10.000 Αιγύπτιοι στρατιώτες και 5.000 ιππείς αποβιβάστηκαν στη Σούδα υπό την αρχηγία του Χασάν Πασά και έπνιξαν την επανάσταση των Κρητών στο αίμα.

Συγκεκριμένα τον Ιανουάριο του 1823 γίνεται η σφαγή του Λασιθίου δηλαδή τα Τουρκοαιγυπτιακά στρατεύματα κατασφάζουν όσους κατοίκους του Οροπεδίου Λασιθίου δεν είχαν φύγει στα βουνά και στήνουν πυραμίδα από τα κεφάλια τους. Μετά οι βάρβαρες ορδές του στρατηγού Χασαν σφαγιάζουν 3600 άνδρες και γυναίκες μέσα στο σπήλαιο Μιλάτου Μεραμβέλου, όπου είχαν καταφύγει. Οι νέοι και οι νέα, αφού κακοποιήθηκαν, πουλήθηκαν στην Αίγυπτο.

Επίσης στις 2 και 3 Οκτωβρίου του 1823 στο σπήλαιο Μελιδονίου βρήκαν οικτρό θάνατο 370 κάτοικοι του χωριού Μελιδονίου που κρύφτηκαν εκεί, επειδή δεν ήθελαν να παραδοθούν στους επιδρομείς Τούρκους. Οι τελευταίοι πετούσαν από την είσοδο του σπηλαίου αναμμένα υλικά, που ο καπνός τους προκάλεσε ασφυξία.


ΑΙΓΥΠΤΙΟΚΡΑΤΙΑ (ΚΡΗΤΗΣ), 1830 μ.Χ. 1840 μ.Χ.

Το 1830, σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών που προσφέρει ο αντιβασιλέας της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλής στο Σουλτάνο, του παραχωρείται η Κρήτη στην τιμή των 21 εκατομμυρίων γροσίων.

Η Β’ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ΚΡΗΤΗΣ, 1840 μ.Χ. – 1898 μ.Χ.

Το 1840 ξεσπά πόλεμος μεταξύ του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου και της Τουρκίας με αποτέλεσμα οι Μ. Δυνάμεις, με τη Συνθήκη του Λονδίνου, επαναφέρουν και πάλι την Κρήτη στη σουλτανική κυριαρχία.

To 1841 κηρύσσεται νέα επανάσταση στην Κρήτη. Στις Ανατολικές επαρχίες αρχηγός είναι ο Λασιθιώτης οπλαρχηγός Γ. Βασιλογιώργης (1794 – 1854) και στις Δυτικές οι αδελφοί Χαιρέτη. Η επανάσταση όμως έχει άδοξο τέλος.

Με τη συνθήκη των Παρισίων του 1856 εκδίδεται το Χάττι Χουμαγιούν, με το οποίο παραχωρούνται σημαντικά προνόμια στους Χριστιανούς υπηκόους. Οι παραβιάσεις των διατάξεών τους όμως στα επόμενα ως το 1898 χρόνια αποτελούν και τη βασική αιτία των πολλών εξεγέρσεων που σημειώνονται.

Το 1858 γίνεται το κίνημα του Μαυρογένη και εξ αυτού παραχωρούνται, με ειδικό φιρμάνι, στους Κρητικούς διάφορα φορολογικά, θρησκευτικά, διοικητικά και δικαστικά προνόμια.

Λίγο μετά ακολουθεί η μεγάλη κρητική επανάσταση του 1866-69 με τον Δασκαλογιάννη για Ελευθερία και Ένωση με την Ελλάδα του Κρητικού λαού. Η επανάσταση διαρκεί τρία χρόνια και δίνει θαυμαστά δείγματα ηρωισμού και αυτοθυσίας. Αποκορύφωμα της νέας επανάστασης είναι το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου το Νοέμβριο του 1866, η γιγαντομαχία του Λασιθίου στις 10 - 13 Μαΐου του 1867 με τον Κόρακα, καθώς και οι φονικές μάχες που σημειώνονται σε πολλά χωριά των Χανίων, του Ρεθύμνου και του Ηρακλείου.

ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΑΡΚΑΔΙΟΥ

Το Νοέμβριο του 1866 ο Μουσταφά Ναϊλή Πασάς περικυκλώνει το μοναστήρι της Ι.Μ. Αρκαδίου με μια δύναμη 15.000 Τουρκοαιγυπτίων και Αλβανών και 30 κανόνια. Το διαμέτρημα μεγάλο. Η διαφορά δυνάμεων ασύγκριτη. Οι Κρήτες που είχαν καταφύγει στην Ι.Μ. Αρκαδίου ήσαν 964, από τους οποίους 259 ήσαν πολεμιστές και 705 γυναικόπαιδα. Όμως δε σκέφτονται να παραδοθούν. Προτιμούν τον τίμιο θάνατο από τον τούρκικο εξευτελισμό. Και όταν πια το Αρκάδι λυγίζει κάτω από το βάρος του εχθρού που ενισχύεται συνεχώς, και το τούρκικο ασκέρι έχει μπει στους εσωτερικούς χώρους του μοναστηριού, ο Κωστής Γιαμπουδάκης και ανατινάσσει την πυριτιδαποθήκη. Οι θόλοι της τινάζονται στον αέρα σκορπώντας το θάνατο σε πάνω από 2500 άτομα χωρίς διακρίσεις. Ο δραματικός επίλογος καταγράφει 864 χρ. νεκρούς και 164 αιχμαλώτους.

Η ΓΙΓΑΝΤΟΜΑΧΙΑ ΛΑΣΙΘΙΟΥ

Μετά το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου και τις μάχες που επακολούθησαν σε διάφορα χωριά της Κρήτης, ο μεγάλος όγκος του τουρκοαιγυπτιακού στρατού, 20 - 25.000 στρατιώτες, στρατοπέδευσε στο Καστέλλι της Πεδιάδο

ς, με σκοπό να εξοντώσει τους επαναστάτες που βρίσκονταν στο Οροπέδιο Λασιθίου της Δίκτης και αποτελούσε το ορμητήριο τους. Το γενικό πρόσταγμα είχε ο αρχιστράτηγος Ομέρ Πασάς, τουρκοκροάτης στην καταγωγή και φημιζόμενος για την αγριότητα και θηριωδία του.

Αρχηγοί των επαναστατών του Λασιθί

ου ήσαν ο Μιχαήλ Κόρακας (για τους ένοπλους από Ανατολική Κρήτη) από την Πόμπια της Μεσαράς και ο Κωνσταντίνος Σφακιανάκης (για τους ένοπλους από Δυτική Κρήτη) από το Βραχάσι. Οπλαρχηγοί ήταν ο Εμμανουήλ Μηλιαράς από το Τζερμιάδω, ο Εμμανουήλ Καζανάκης από το Μαρμακέτω συγγενής προφανώς του μεγάλου πολεμιστή Εμμανουήλ Καζάνη, ο Αριστοτέλης Βασιλογιώργης από το Γεροντομουρί, ο Ηρακλής Κοκκινίδης από το Κεραμούτσι, ο Αντώνιος Τρυφίτσος από το Καστέλλι, ο Εμμανουήλ Κόκκινης από τη Νεάπολη, ο Νικόλαος Τυλλιανάκης από την Έμπορο, ο Κωνσταντίνος Κοζυράκης από το Μεραμπέλλο, ο Αντώνιος Ζωγράφος

ή Ξανθουδίδης από τ' Αβδού, ο Φραγκιάς Μαστραχάς από τη Γέργερη, ο Δημήτριος Τσικριτζής από το Ζαρό, ο Νικόλαος Αλεξάκης από τους Ποταμούς, ο αρχηγός Ρίζου, δηλαδή Βιάννου, Γεώργιος Μιχαλοδημητράκης, οι πεντακοσίαρχοι Ιωάννης Μουρελλάκης και Αντώνιος Καλλιατάκης, ο Εμμανουήλ Χατζάκης, ο Γεώργιος Μανουσάκης, Γ. Δερμιτζάκης και άλλοι. Οι εθελοντές αρχηγοί και ο

πλαρχηγοί που βρέθηκαν και πήραν μέρος στις μάχες του Λασιθίου ήσαν ο Δημήτριος Πετροπουλάκης και ο Ηλίας Δημητρακαράκος από τη Μάνη, ο Γεώργιος Κουρμούλης λοχαγός του Ελληνικού στρατού και ο Χρήστος Βυζάντιος συνταγματάρχης επίσης του Ελληνικού στρατού σε αποστρατεία

Στις 19 του Μάη ο Ομέρ Πασά

ς κάλεσε τους στρατηγούς του Ρεσίτ Πασά και Αλή Ριζά (αρχηγούς των Τουρκικών Δυνάμεων) και Φερικ Ισμαήλ Πασά ) επικεφαλής των Αιγυπτιακών δυνάμεων) και τους έδωσε εντολή για να καταλάβουν πάση θυσία το Λασίθι. Την επόμενη, 20 του Μάη, ο Ισμαήλ Φερίκ Πασάς ξεκίνησε από τον αυχένα του Τσούλη το Μνήμα και ο Ρεσίτ Πασάς βάδιδια μέσου της Γερακιανής Λαγκάδας προς κατάληψη του Λασιθίου.

Οι Κρήτες επαναστάτες είχαν παρατάξει τις δυνάμεις τους (3.000 οπλοφόροι κυρίως από την Ανατολική Κρήτη και 700 εθελοντές από την άλλη Ελλάδα) στα βουνά που βρίσκονται μόλις φθάνουμε στο Λασίθι από το Καστέλι και φθάνοντας εκεί οι Τουρκοαιγύπτιοι δίδονται ομηρικές μάχες, όμως επειδή

οι Τουρκοαιγύπτιοι ήσαν πολύ περισσότεροι και τακτικός στρατός μπόρεσαν τελικά και πάτησαν το Λασίθι και οι επαναστάστες υποχώρησαν στα βουνά της Δίκτης .

Από τις 21 Μαΐου έως στις 29 Μαΐου οι Τούρκοαιγύπτιοι κατακαίγουν τα χωριά του Λασιθίου και την Ιερά μονή Κρυσταλλένιας και κατασφάζουν τους κατοίκους του. Στις 28 Μαΐου οι Κρήτες επαναστάτες ανασυ

γκροτήθηκαν στο οροπέδιο του Λιμνακάρου. Μαθαίνοντας αυτό οι Τούρκοι πάνε να τους βρουν. Ωστόσο με ελιγμό οι Κρήτες ξανακατεβαίνουν στο κάμπο του Λασιθίου. Εκεί έρχονται το πρωί στις 29 Μαίου και οι Τούρκοι, όμως καταπονημένοι τώρα τους παραλαμβάνουν οι Κρήτες έξωθι του χωριού Τζερμιάδο προς Μαρμακέτω και τους νικούν κατά κράτος. Τουρκοαιγύπτιοι στρατιώτες νεκροί περί τους 2000. Έλληνες επαναστάτες νεκροί 150.

Γράφει ο ποιητής Κωνσταντινίδης για τη καταστροφή του Λασιθίου:

Ευθύς αρχίζει η Τουρκιά τό

τε την ώρα κείνη
και κανονιοβουλούσανε κι η μέρα νύχτα εγίνη.
Ο ήλιος εθαμβώθηκε τρέμει και φεύγει πέρα
και οι καπνοί του μπαρουτιού μαυρίζουν τον αέρα.

Πέφτουν οι μπάλες σαν βροχή οι μπόμπες σαν χαλάζι
κι η γη οπού δεν ήνοιωθε άρχισε να τρομάζει….

« όπου στραφείς, ένα κορμί ν

εκρό θε ν’ απαντήσεις,

χωριό δεν βρίσκεις να σταθείς, δέντρο για να ακουμπήσεις

τα χόρτα εμαράθηκαν κι όλα τα δεντρά ακόμα

και μαύροι βγαίνουν στεναγμοί απ’ της γης το χώμα…»

Και η κρητική μούσα λέει:

«Πάρε τη ράχη του βουνού κι ανέβα πέτρα-πέτρα

σε κάθε πέτρα που πατείς κι ένα αγώνα μέτρα»

Σημειώνεται και ότι προς χάρη της εν λόγω αιματηρής 10ημερης γιγαντομαχίας Λασιθίου στις 21 - 30/5/1867, η Κρητική Επαναστατική Διοίκηση των Απελευθερωτικών Αγώνων κατά τα έτη 1866 – 1869 ονόμασε έτσι, δηλαδή Λασίθι, και το νομό που ανήκει η επαρχία Λασιθίου όπου έγινε η Μάχη αυτή,

σύμφωνα με τον Οργανικό Νόμο του 1866 (Βλέπε Κρητικός Κώδικας, έκδοση ‘Α Χανιά 1879 – 1189, Τόμος Α, σ. 63). Πριν ο νομός Λασιθίου ονομαζόταν νομός Σητείας, στα Βενετσιάνικα TERRITORIUM SITTIA ή SETTIA

ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ

Μετά από τις ως άνω αλλεπάλληλες εκρήξεις της κρητικής ψυχής, επηρεάζεται η ευρωπαϊκή διπλωματία και αναγκάζουν τους Τούρκους να κάνουν ορισμένες παραχωρήσεις στο λαό του αιματοκυλισμένου νησιού της Κρήτης. Με τον "Οργανικό Νόμο" του 1868 η Κρήτη ονομάζεται Γενική Διοίκηση, με διοικητή που διορίζεται από το Σουλτάνο και πλαισιώνεται από ένα μωαμεθανό και ένα χριστιανό σύμβουλο. Αποτέλεσμα των ως άνω αγώνων ήταν και η υπογραφή της Σύμβασης της Χαλέπας, τον Οκτώβρη του 1878, που αποτελεί το Νέο Οργανισμό της Κρήτης. Με τη σύμβαση αυτή δημιουργείται καθεστώς ημιαυτόνομης επαρχίας. Ο γενικός Διοικητής της Κρήτης μπορεί να είναι και Χριστιανός. Η πλειοψηφία της Βουλής αποτελείται από Κρητικούς. Όμως η ημιαυτονομία αυτή της Κρήτης καταπατείται ύστερα από την αποτυχημένη επανάσταση του 1889, που έχει και πάλι αίτημα την Ένωση με την Ελλάδα. Με την επανάσταση του 1895 και με αφορμή της βιαιότητες του τουρκικού στοιχείου, αναγκάζονται οι Μ. Δυνάμεις να επέμβουν πιο δυναμικά. Πιέζουν την Πύλη και παραχωρεί στους Χριστιανούς πληρεξουσίους το Νέο Οργανισμό της Κρήτης.

ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ, 1898 - 1906 μ.Χ.

Οι άγριες σφαγές των χριστιανών στα Χανιά το 1897 από τον τουρκικό όχλο, προκαλούν την επίσημη επέμβαση της Ελληνικής Κυβέρνησης, που στέλνει στην Κρήτη το συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσο με εκστρατευτικό σώμα 1500 ανδρών με σκοπό να καταλάβει την Κρήτη και να κηρύξει την Ένωσή της με την Ελλάδα. Η νέα αυτή επανάσταση απλώνεται γρήγορα και σκληρές μάχες διεξάγονται σε ολόκληρη την Κρήτη. Οι ξένες Δυνάμεις παράλληλα ως λύση προτείνουν την αυτονομία της Κρήτης. Οι πρεσβευτές της Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας και Ιταλίας ζητούν από το βασιλιά Γεώργιο της Ελλάδας να εγκρίνει το διορισμό του Πρίγκιπα Γεωργίου ως ύπατου Αρμοστή των Μ. Δυνάμεων υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

Στις 9 Δεκεμβρίου 1898 και παρά τη διαμαρτυρία της Πύλης, φτάνει στα Χανιά, ως πρώτος Ύπατος Αρμοστής, ο Πρίγκιπας Γεώργιος. Με την έκρηξη του άτυχου ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, η Ελλάδα αναγκάζεται να ανακαλέσει τις δυνάμεις της από την Κρήτη. Οι επικεφαλείς της Κρητικής επανάστασης δέχονται τη λύση της αυτονομίας υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου.

Η Κρητική Πολιτεία αποτελεί πια μια πραγματικότητα. Στις 29 του Απρίλη, ο Πρίγκιπας σχηματίζει την πρώτη του κυβέρνηση, με την ακόλουθη σύνθεση Συμβούλων: (Υπουργοί) Ελευθέριος Βενιζέλος της Δικαιοσύνης, Μανούσος Κούνδουρος των Εσωτερικών και της Συγκοινωνίας, Νικόλαος Γιαμαλάκης της Δημόσιας Εκπαίδευσης και των Θρησκευτικών, Κωνσταντίνος Φούμης των Οικονομικών και Χασάν Σκυλλιανάκης της Δημόσιας Ασφάλειας.

ΕΝΩΣΗ ΚΡΗΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 1912 μ.Χ. - Επίσημα 30 Μαΐου 1913

Οι αυθαιρεσίες του Αρμοστή Κρήτης Πρίγκιπα Γεώργιου προκάλεσαν την οργή των Κρητικών και το 1905 εξεγέρθηκαν εναντίον του πραγματοποιώντας τη περίφημη "Επανάσταση του Θέρισου". Αποτέλεσμα ήταν να αναγκαστεί σε παραίτηση ο παλιός αρμοστής και να οριστεί νέος ο Αλέξανδρος Ζαϊμης. Στα γεγονότα εκείνης της εποχής αναδείχθηκε η μεγάλη πολιτική φυσιογνωμία του Ελευθέριου Βενιζέλου που σφράγισε με τη παρουσία του την νεώτερη ιστορία της Ελλάδας.

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1908 οι Κρητικοί κήρυξαν την Ένωση με την Ελλάδα, αλλά η Ελληνική Κυβέρνηση δεν τη δέχτηκε, γιατί φοβόταν πόλεμο με την Τουρκία.

Η Ένωση με την Ελλάδα, που τόσο αίμα και τόσα δάκρυα κόστισε στην ηρωική Μεγαλόνησο, πραγματοποιήθηκε με την κήρυξη του Βαλκανικού πολέμου στις 12 Οκτωβρίου 1912. Ειδικότερα, και μετά από όλα τα ως άνω, στις 17/30 Μαΐου 1913 επικυρώθηκε η τελική ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα και υψώθηκε η ελληνική σημαία στο νησί.

Η Ελλάδα, διαθέτοντας στην περίοδο των βαλκανικών Πολέμων έναν πλήρως αναδιοργανωμένο, άρτια εκπαιδευμένο και καλά εξοπλισμένο Στρατό και έχοντας εξασφαλισμένη την υπεροπλία στη θάλασσα, χάρη στο Ναυτικό της, έμπαινε στον πόλεμο κατά της Τουρκίας στο πλευρό των Βαλκανικών Συμμάχων της Βουλγαρίας, Σερβίας και Μαυροβουνίου, με τις ευνοϊκότερες συνθήκες. Ακλόνητη πίστη όλων ήταν η απελευθέρωση των εθνικών εδαφών και των ομοεθνών τους που εξακολουθούσαν να βρίσκονται υπό το ζυγό των Τούρκων και καθημερινά υπέφεραν το φυλετικό και θρησκευτικό φανατισμό τους. Επιπλέον η Ελλάδα επιθυμούσε να αποπλύνει την ήττα του άτυχου πολέμου του 1897, που τόσα δεινά της είχε φέρει. Το Ελληνικό Ναυτικό, που αποτελούσε τη μόνη ναυτική δύναμη της Συμμαχίας, συντέλεσε αποφασιστικά στη νίκη των συμμαχικών όπλων. Με τις ιστορικές ναυμαχίες της Έλλης (3 Δεκεμβρίου 1912) και της Λήμνου (5 Ιανουαρίου 1913), με επικεφαλής το θρυλικό θωρηκτό "Αβέρωφ", εξασφαλίστηκε η ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο από τη μια και από την άλλη εξαναγκάστηκε ο Τουρκικός Στόλος να μείνει αποκλεισμένος στα Δαρδανέλια μέχρι το τέλος του Πολέμου.

Το τέλος του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, βρήκε την Ελλάδα να έχει απελευθερώσει την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τα νησιά του Αιγαίου μας (Κρήτη κ.τ.λ.) Το βράδυ της 18ης Οκτωβρίου 1912 το ελληνικό τορπιλοβόλο υπ' αριθ. 11, με κυβερνήτη τον υποπλοίαρχο Ν. Βότση, μπήκε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και με δυο τορπίλες βύθισε την Τουρκική κορβέτα Φετίχ-ι-Μπουλέντ.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί και ότι στις 9 Δεκεμβρίου 1912 το υποβρύχιο "Δελφίν" επιτέθηκε κατά του τουρκικού καταδρομικού "Μετζηδιέ", γεγονός που αποτέλεσε την πρώτη τορπιλική επίθεση στον κόσμο. Οι παράγοντες των επιτυχιών του Ναυτικού μας ήταν η ποιοτική υπεροχή και η ναυτική παράδοση του προσωπικού, καθώς και η εμπνευσμένη του ηγεσία. (Από την Ιστορία Στρατού).

Ο ΕΘΝΑΡΧΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

Ο σημαντικότερος Έλληνας πολιτικός, ευφυής, ρεαλιστής και οραματιστής, ευέλικτος και τολμηρός διέθετε μια εντυπωσιακή προσωπική ακτινοβολία.

Γεννήθηκε στην Τουρκοκρατούμενη Κρήτη το 1864. Στα νεανικά του χρόνια η οικογένειά του κατέφυγε στην Ελλάδα, καθώς ο πατέρας του υφίστατο τις συνέπειες της επαναστατικής του δράσης. Μετά την αποφοίτησή του από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών άσκησε τη δικηγορία στα Χανιά αλλά σύντομα τον απορρόφησε η πολιτική ως μέλος της φιλελεύθερης παράταξης.

Οι ηγετικές και πολιτικές του ικανότητες αναδείχθηκαν κατά την επανάσταση του 1897. Την περίοδο της Κρητικής πολιτείας (1898-1912) συνέβαλε στη διαμόρφωση του Κρητικού Συντάγματος, συγκρούσθηκε με τον Αρμοστή Γεώργιο για τις φιλελεύθερες αρχές του, κατέφυγε σε ένοπλη επανάσταση στο Θέρισο (1905) και πέτυχε την αντικατάσταση του Αρμοστή. Στις μετέπειτα προσπάθειές του για ένωση με την Ελλάδα ισορροπούσε με ευελιξία ανάμεσα στην τόλμη και στη μετριοπάθεια.

Το 1910 έληξε ο ρόλος του στα πολιτικά πράγματα της Κρητικής πολιτείας, όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία στην Ελλάδα και συγκρότησε το "Κόμμα των Φιλελευθέρων". Υπήρξε ο πρωτεργάτης της πολιτικής και οικονομικής ανόρθωσης της Ελλάδας και της νικηφόρας έκβασης των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913). Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήρθε σε ρήξη με το στέμμα αλλά με κόστος τον Εθνικό Διχασμό (1915-1917) επέβαλε την πολιτική του για είσοδο της χώρας στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων. Η Ελλάδα ανταμείφθηκε για τη συμβολή της με την παραχώρηση της Αρμοστείας της Σμύρνης (1919). Στις κρίσιμες εκλογές του Νοεμβρίου 1920 ο Βενιζέλος ηττήθηκε, αποσύρθηκε από την πολιτική, για να επιστρέψει μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Με δύο ριζοσπαστικές πρωτοβουλίες του (1923) -την υποχρεωτική ανταλλαγή Ελλήνων και Τούρκων και τη Συνθήκη της Λωζάννης, που καθόρισε τα σύνορα ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία- άλλαξε τον προσανατολισμό της ελληνικής πολιτικής και έβαλε τα θεμέλια της ειρηνικής ανάπτυξης.

Η τελευταία τετραετία της διακυβέρνησής του (1928-1932) ήταν περίοδος σταθερότητας και δημιουργίας. Κορυφαία επιτυχία το ελληνοτουρκικό σύμφωνο φιλίας (1930). Το τέλος της σταδιοδρομίας του σημαδεύτηκε από την απόπειρα κατά της ζωής του (Ιούνιος 1933) και το αποτυχημένο κίνημα του Μαρτίου 1935. Αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι, όπου πέθανε στις 18 Μαρτίου 1936.

Ο ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Ο Ε. Βενιζέλος με αφορμή τις σφαγές των Τούρκων στα Χανιά και το Ρέθυμνο, πήρε ενεργό μέρος στην επανάσταση του 1897. Το 1905 κήρυξε την επανάσταση του Θέρισου που σκοπό είχε την πολιτική ένωση της Κρήτης με τη μητέρα Ελλάδα, σε .ένα μόνο , ελεύθερο και συνταγματικό κράτος.

Το 1910 η κρητική συνέλευση εξέλεξε το Βενιζέλο σαν πρόεδρο της και μετά σαν πρωθυπουργό της Κρητικής πολιτείας.

Το ίδιο διάστημα, η Αθήνα περνούσε δύσκολες ώρες. Η Βουλή είχε διαλυθεί και είχαν προκηρυχθεί εκλογές. Ο Βενιζέλος με την ενθάρρυνση των φίλων και συνεργατών του, όπως του Μιχαλακόπουλου, του Ζαβιτσιάνου και του Εμμανουήλ Μπενάκη, παραμέρισε τους αρχικούς ενδοιασμούς του και υπέβαλε υποψηφιότητα. Οι εκλογές πραγματοποιήθηκαν στις 8 Αυγούστου 1910 και ο Βενιζέλος με την ομάδα του εκλέχτηκαν βουλευτές της Ελλάδας τώρα. Τότε ιδρύθηκε και το κόμμα του που ονομάστηκε ''Κόμμα Φιλελευθέρων''. Τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου σχημάτισε κυβέρνηση και αμέσως επιδόθηκε στην τακτοποίηση των πολιτικών και εθνικών υποθέσεων της Ελλάδας. Κατόπιν ο Βενιζέλος άρχισε μία εντατική προσπάθεια για την ανασυγκρότηση της διοικήσεως και την αναδιοργάνωση του στρατού και του στόλου. Έτσι, όταν άρχισαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι (1912-1913) η Ελλάδα βρέθηκε ανασυγκροτημένη και ισχυρή και κατόρθωσε να απελευθερώσει τις βόρειες επαρχίες της και πολλά από τα νησιά της. Τη θριαμβευτική πορεία του έθνους, όμως, προς την πλήρη αποκατάσταση του ανέκοψε η κήρυξη του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, ο οποίος έγινε αιτία διαφωνίας μεταξύ Βενιζέλου και του νέου βασιλιά Κωνσταντίνου. Ο λόγος της διαφωνίας ήταν ότι ενώ ο διορατικός Βενιζέλος υποστήριζε την ένταξη της χώρας στο στρατόπεδο των Συμμάχων της Αντάντ, διαβλέποντας τη νίκη των Συμμάχων και τα οφέλη που θα απολάμβανε η Ελλάδα σε περίπτωση που πολεμούσε στο πλευρό τους, ο Κωνσταντίνος υποστήριζε την ουδετερότητα. Μετά από ένα κλίμα προστριβών, ο Βενιζέλος παραιτήθηκε στις 21-2-1915. Στις εκλογές που επακολούθησαν το κόμμα του Βενιζέλου νίκησε και σχημάτισε και πάλι κυβέρνηση. Ο Βενιζέλος συμφώνησε να κρατήσει ουδετερότητα αυτή τη φορά, όμως η είσοδος της Βουλγαρίας στον πόλεμο και η επίθεση της εναντίον της Σερβίας, με την οποία υπήρχε ελληνοσερβική συνθήκη, τον υποχρέωσε να μην ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της ουδετερότητας. Μετά από αυτό ήλθε σε νέα ρήξη με το βασιλιά και παραιτήθηκε και πάλι. Στις εκλογές που επακολούθησαν ο Βενιζέλος δεν πήρε μέρος, γιατί θεώρησε τη διάλυση της Βουλής αντισυνταγματική. Στο μεταξύ, με πρόσχημα τη σωτηρία της Σερβίας, οι Σύμμαχοι αποβίβασαν στρατεύματα στη Θεσσαλονίκη.

Ο ΔΙΧΑΣΜΟΣ

Η διαφωνία αυτή μεταξύ Βενιζέλου και Κωνσταντίνου έγινε η αιτία της δημιουργίας μεγάλου διχασμού, που αποτέλεσε πληγή κοινωνική για τη χώρα για πολλές δεκαετίες. Το 1916 οι βενιζελικοί, με την υποστήριξη των Συμμάχων, οργάνωσαν στρατιωτικό κίνημα και ίδρυσαν ''Προσωρινή Κυβέρνηση εθνικής Αμύνης'', την οποία διεύθυνε η τριανδρία Β., Παύλου Κουντουριώτη και Παναγιώτη Δαγκλή. Η τριανδρία αυτή πήγε στη Θεσσαλονίκη και ίδρυσε νέο κράτος που περιλάμβανε τη Β. Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου.

Η ΕΛΛΑΔΑ "ΤΩΝ ΔΥΟ ΗΠΕΙΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΝΤΕ ΘΑΛΑΣΣΩΝ"

Το Μάιο του 1917 ο Βενιζέλος, αφού οι Σύμμαχοι εξόρισαν τον Κωνσταντίνο και έβαλαν στη θέση του το δευτερότοκο γιο του, Αλέξανδρο, ξαναγύρισε στην Αθήνα και τάχθηκε στο πλευρό των Συμμάχων. Με το τέλος του πολέμου ο Βενιζέλος πήρε μέρος στη Διάσκεψη της Ειρήνης του Παρισιού και υπέγραψε, σαν εκπρόσωπος της Ελλάδας, τις συνθήκες του Νεϊγύ (27-11-1919) και των Σεβρών (10-8-1920), με τις οποίες η Ελλάδα έφτανε μέχρι την Α. Θράκη και τη Σμύρνη. Ο μεγάλος οραματιστής Βενιζέλος κατόρθωσε να δημιουργήσει τη Ελλάδα "των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών". Καθώς ετοιμαζόταν όμως να επιστρέψει στην Ελλάδα, δέχτηκε στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών δολοφονική απόπειρα από δύο αντιβενιζελικούς απότακτους αξιωματικούς του στρατού. Όταν θεραπεύτηκε από τα τραύματα του επέστρεψε στην Αθήνα θριαμβευτής, όπου του έγινε πανηγυρική υποδοχή.

ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ – ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

Στις εκλογές όμως του Νοεμβρίου, ο μεγάλος πολιτικός, που είχε διακριθεί στο διεθνή διπλωματικό στίβο, ηττήθηκε από τους αντιπάλους του και έφυγε στο Παρίσι αποσυρόμενος από την πολιτική. Στις εκλογές του 1923, ύστερα από τη Μικρασιατικά Καταστροφή, πήρε πάλι μέρος, εκλέχτηκε βουλευτής και έγινε πρόεδρος της συνελεύσεως. Το 1923 υπέγραψε με την Τουρκία τη συνθήκη της Λωζάνης που αποτελούσε τον ακρωτηριασμό της Μεγάλης Ιδέας. Ο Βενιζέλος όμως κατάφερε ό,τι του επέτρεπαν οι περιστάσεις. Με τη συνθήκη αυτή προσαρτήθηκαν οριστικά στην Ελλάδα η Δ. Θράκη και τα νησιά του Αιγαίου. Στις εκλογές του 1928 ο Βενιζέλος πέτυχε μια συντριπτική πλειοψηφία. Το 1933 έγινε νέα δολοφονική απόπειρα εναντίον του. Επακολούθησαν ταραχές που κατέληξαν στο στρατιωτικό κίνημα Πλαστήρα-Βενιζέλου (1935). Το κίνημα απέτυχε και ο Βενιζέλος έφυγε για τη Γαλλία όπου και πέθανε το 1936.




Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2009

Νότες από τα νότια


Η Γεωργία Νταγάκη γεννήθηκε στην Αθήνα όπου κατοικεί μέχρι σήμερα. Η καταγωγή της είναι από την Κρήτη και γι αυτό από πολύ μικρή αγάπησε την Κρητική μουσική. Από την ηλικία των 12 ετών ξεκίνησε μαθήματα λύρας με τον Μανώλη Πυροβολάκη, ενώ παράλληλα ξεκίνησε φωνητική και αρμονία στο ωδείο Αθηνών. Φοίτησε στο μουσικό γυμνάσιο Ιλίου.
Οι σπουδές της στο Εθνικό ωδείο εμπλουτίστηκαν με μαθήματα ιστορίας της μουσικής και οργανογνωσίας. Με την αποφοίτησή της από το Λύκειο, εγγράφηκε στο Τμήμα Φωτογραφίας του ΤΕΙ Αθήνας. Από την ηλικία των 16 ετών ασχολείται επαγγελματικά με τη μουσική. Από τότε έχει πραγματοποιήσει πολλές εμφανίσεις είτε μόνη της, είτε πλάι σε γνωστά ονόματα της Κρητικής μουσικής και όχι μόνο.

Το ρεπερτόριό της δεν περιορίζεται στην παραδοσιακή μουσική της Κρήτης, αλλά επεκτείνεται και στη λεγόμενη έντεχνη ελληνική μουσική. Το 2002 πραγματοποιεί την είσοδό της στη δισκογραφία με το CD-single που περιέχει συνθέσεις και διασκευές του Μάνου Πυροβολάκη, και το 2006 κυκλοφορεί το πολύ επιτυχιμένο CD. «Στην άκρη αυτού του κόσμου», σε μουσική επιμέλεια του Μάνου Πυροβολάκη. Κορυφαίες στιγμές στην καριέρα της είναι οι συνεργασίες της με τον Γιάννη Μαρκόπουλο, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου και πρόσφατα με τον Eric Burdon.

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

Η εξομολόγηση του οίστρου...


Έτυχε ποτέ να αγαπάς κάτι και να το μισείς ταυτόχρονα? Είναι ένα περίεργο συναίσθημα που οι γλωσσοπλάστες δεν το έχουν μαντρώσει σε λεξούλα ακόμη. Όχι «χαρμολύπες» και γλυκανάλατα παρεμφερή. Να το αγαπάς δυνατά: να υπερασπίζεσαι την υπόστασή του, να το διεκδικείς, να λες είναι κομμάτι μου (αχ αυτά τα ιδιοκτησιακά καθεστώτα της αγάπης).
Κι από την άλλη να το μισείς με το ίδιο πάθος: να καταγράφεις νοερά τις ελλείψεις του, να το αφορίζεις, να λες «μικραίνει την ψυχή μου» και με εγκλωβίζει.

Γιατί τα λέω όλα αυτά? Για την πόλη μου. Το Ηράκλειο. Που πάντα είναι και δεν είναι «μου». Αυτή υποθέτω είναι η μοίρα των «φευγάτων». Αυτών που άφησαν τον γενέθλιο τόπο για έναν άλλο. Παντού «δικοί» και παντού «ξένοι».
Ερχόμουν κάποτε παιδί με το πρωινό πλοίο. Θυμάμαι ότι οι αναμνήσεις μου από το Ηράκλειο είχαν πάντα εικόνες στην πρωινή γκρίζα διαδρομή από το λιμάνι μέχρι το δυτικό άκρο της πόλης.
Πόλη ξενύχτισσα κι αριστοκράτισσα στα πρωινά ξυπνήματα. Δεν συναντούσαμε ποτέ κίνηση –ούτε τώρα συναντάς- καθώς στις 6.00 το πρωί τούτη η γωνιά της γης απλά κοιμάται. Ούτε χασμουριέται, ούτε σκέφτεται να ξυπνήσει.
Το λιμάνι είναι η μόνη πρωινή της παραφωνία.
Σε όλη την διαδρομή της παραλιακής είχα την αίσθηση ότι εδώ οι άνθρωποι αποστρέφονταν την θάλασσα. Ο δρόμος ύψωνε τείχη από την πλευρά της για να κρύψει τις αυτοσχέδιες χωματερές. Και μετά, καθώς το τοπίο άλλαζε, βρισκόμασταν μπροστά σε παλιά εγκαταλελειμμένα εργοστάσια. Τζάμια σπασμένα, σίδερα σκουριασμένα, κτήρια ετοιμόρροπα. Και μετά σπίτια. Σαν κάποιος να τα πέταξε άτσαλα ανάμεσα στους δρόμους. Όχι να τα ‘κτισε. Να τα πέταξε. Θυμάμαι πάντα το ταξί στο σημείο αυτό της διαδρομής να κάνει τον γύρο ιδιοκτησιών, που βρίσκονταν καταμεσής του δρόμου. Μετά από χρόνια έμαθα τι σημαίνει «αυθεραιτούπολη».
Μαζί με τις εικόνες που είχα από εκείνες τις εποχές είχα και μία αδιόρατα εμετική μυρωδιά. Και πάλι μου πήρε καιρό να πληροφορηθώ ότι δίκτυο αποχέτευσης δεν υπήρχε και οι βόθροι ήταν προνόμιο των πλουσίων. Οι υπόλοιποι διοχέτευαν τα λύμματα με αγωγούς σε χαντάκια πέριξ των δρόμων.

Ερχόμασταν καλοκαίρι συνήθως. Και η μυρωδιά ήταν ένα παράξενο θέμα συζήτησης. Παραπονιόμουν διαρκώς για αυτό το ενοχλητικό «κάτι» στην ατμόσφαιρα αλλά οι υπόλοιποι το είχαν τόσο συνηθίσει, ώστε δεν το αναγνώριζαν καν.
Έ
πειτα θυμάμαι τα βραδινά ξενύχτια για το νερό. Η θεία μου έλεγε πάντα μόλις φτάναμε: «Και προσοχή στο νερό. Μην ξεχαστείτε. Γιατί θα σας στείλω να κουβαλάτε από την βρύση».
Θυμάμαι στην αυλή τον τενεκέ με το βρυσάκι, που γέμιζε από την πάνω πλευρά. Το άγχος μας ήταν να μην αδειάσει ενώ πλενόμασταν και η «τρομερή» θεία μας στείλει στη βρύση για ανεφοδιασμό. Μισή ώρα δρόμος κάτω από τον Αυγουστιάτικο ήλιο.
Και μόλις σουρούπωνε βγάζαμε τις καρέκλες στην αυλή και καθόμασταν. Ποιά αυλή δηλαδή? Στον δρόμο καθόμασταν. Αλλά το ίδιο έκαναν όλοι τριγύρω. Και το θέμα της κουβέντας ήταν το νερό.
- Άκουσες το νερό?
- Ήρθε το νερό?
- Το νου σας να δούμε τον νερουλά
Στην αρχή μου φαίνονταν κορακίστικα όλα αυτά. Μέχρι που μου εξήγησαν. Το νερό του δικτύου ανέβαινε με μοτεράκια στα ντεπόζιτα, που είχε κάθε σπίτι στην ταράτσα του. Και 2-3 φορές την εβδομάδα ξενυχτούσαν όλοι για να μαζέψουν νερό. Τις υπόλοιπες φορές απλά έτρεμαν μην τελειώσει και ... μισοπλένονταν. Χρόνια μετά ένας ευρηματικός Δήμαρχος μας εξήγησε ότι το πρόβλημα της λειψυδρίας δεν ήταν υπαρκτό αλλά .. ψυχολογικό. Ναι, είπε τους ψηφοφόρους του ευθαρσώς ψυχοπαθείς. Αλλά δεν το μέτρησε καλά το πράγμα και δημαρχία δεν ξανάδε.

Στη διάρκεια των καλοκαιριών εκείνων κατεβαίναμε συχνά στο κέντρο. «Πάμε στη βόλιτα» έλεγαν οι ξαδέρφες μου. Η «βόλιτα» (που ήταν βόλτα) δεν ήταν παρά η περατζάδα στο κέντρο της πόλης. Κάτι σαν νυφοπάζαρο. Μόνο που δεν ήμουν σε ηλικία κατάλληλη για να εκτιμήσει τέτοιες εξόδους τότε. Οι ξαδέρφες με δελέαζαν με τα αξιοθέατα. «Κοίτα το συντριβάνι στα Λιοντάρια» έλεγαν.
Αφού είναι βρώμικο και δεν τρέχει σταγόνα νερό, τι να κοιτάξω, σκεφτόμουν.
«Θα σε πάμε στη Δαιδάλου, να χαζέψεις τους τουρίστες» ανακοίνωναν πομπωδώς όταν μούτρωνα. Και πηγαίναμε. Και μάλλον εκείνες χάζευαν και τους τουρίστες και τα
«καμάκια». Η οδός Δαιδάλου –το καμάρι της πόλης- δεν ήταν τίποτα ιδιαίτερο παρά ο μοναδικός πεζόδρομος στο κέντρο με καταστήματα λαϊκής τέχνης και καφετέριες. Greek Mousaka και Do you like Mαμαζέλ the Greece.
Μετά διασχίζαμε την περιβόητη αγορά. Είναι ίσως το μόνο κομμάτι της πόλης που με συνέπαιρνε πάντα. Μυρωδιές από μπαχαρικά στην ατμόσφαιρα, λαχανικά και φρούτα να «ποζάρουν» κάτω από τις τέντες των μανάβικων, χόρτα που κοίταζα ξαφνιασμένη τα ονόματά τους στα ταμπελάκια και μου ήταν όλα άγνωστα. Και εκεί -σε μία στοά μέσα- τα «γρουσουζάδικα» παραδοσικά ταβερνεία με καρό τραπεζομάντηλα και παϊδάκια στη λαδόκολλα. Και πιο κει τα δερμιτζίδικα. Οι παλιοί μαστόροι καθισμένοι στις πόρτες τους. Τα μαχαιροποιεία παραδίπλα. Με τις λάμες των κρητικών μαχαιριών να στραφταλίζουν στο φως και τα δίστιχα του Μουντάκη και του Ξυλούρη χαραγμένα πάνω.
Το 1996 (πάνε 11 χρόνια και παραμένει επίκαιρο) μου το ‘πε ο Φρέντυ Γερμανός. Είχε να ‘ρθει στο Ηράκλειο από την κηδεία του Καζαντζάκη. Θυμόταν πάντα με αγάπη το Ηράκλειο γιατί σε κείνο το ρεπορτάζ της κηδείας ξεκίνησε ουσιαστικά η δημοσιογραφική καρριέρα του. Έκανε λοιπόν σαν ξανάρθε τις βόλτες του στην πόλη και μετά καθισμένος με μία μεγάλη παρέα στα Λιοντάρια έλεγε ότι η πόλη δεν άλλαξε καθόλου. Μερικοί διαφώνησαν έντονα. Αλλά τον άκουγα -και το συνειδητοποιούσα ταυτόχρονα- και έβρισκα πως είχε όλα τα δίκια του κόσμου. Σαν να μην περνάει ο χρόνος από πάνω της. Μόνο από πάνω μας.
Τα Λιοντάρια ακόμη και σήμερα είναι μία άσχημη πλατεία γεμάτη τραπεζοκαθίσματα και με ένα συντριβάνι που άλλοτε στάζει κι άλλοτε ξεραίνεται. Η Δαιδάλου έχασε την αίγλη της από τότε που όλο το κέντρο πεζοδρομήθηκε. Η αγορά παραμένει στην ίδια θέση μόνο που δερμιτζίδικα, μαχαιροποιεία και γρουσουζάδικα δεν υπάρχουν πια. Και τα μανάβικα σε μία «αναλαμπή κακογουστιάς» από πλευράς Δήμου αναπλάστηκαν και έγιναν παντελώς ομοιόμορφα. Η παραλιακή λεωφόρος μέχρι πρότινως φιλοξενούσε σε έναν τοίχο της την εύστοχη παρατήρηση κάποιου, ζωγραφισμένη με κατάμαυρο σπρέυ. Έγραφε: Ηράκλειο, κουασιμόδεια πόλη. Έπειτα άρχισαν τα έργα ανάπλασης κι ο τοίχος κατεδαφίστηκε.
Η πλατεία της Νομαρχίας άλλαξε όψη με βάση την μελέτη που βραβεύτηκε στο σχετικό διαγωνισμό. Οι λόγιοι του τόπου σκιάχτηκαν όταν είδαν το αποτέλεσμα. Στρώθηκε παντού μάρμαρο, κόπηκαν όλα τα δέντρα, μπήκαν παράξενα «φαλλικά» σύμβολα από μπετό και σίδερο (μοιάζουν με εκτοξευτήρες πυραύλων, καθώς κοιτούν προς τον ουρανό) και γύρω γύρω σκορπίστηκαν μερικά παγκάκια από μπετόν. Κι όμως κι αυτή την τιμωρία την συνηθίσαμε.

Στην είσοδο της πόλης γράφει χρόνια τώρα «Το Δημοκρατικό Ηράκλειο σας καλωσορίζει». Και έχει δίκιο ο εμπνευστής της ταμπέλας. Το Ηράκλειο είναι όντως δημοκρατική πόλη. Με μία παράξενη θεώρηση, που λέει ότι ο κόσμος του μπορεί να δεχτεί και να ανεχτεί τα πάντα. Την κακογουστιά, την έλλειψη υποδομών, την κοροϊδία, τον παραγκωνισμό, τα πάντα. Βλέπεις πάνε χρόνια που ενεπλάκη σε ένα δυσάρεστο παιχνίδι της πολιτικής: είναι η «δεδομένη» αγαπημένη των Πράσινων και η «χαμένη» αγαπημένη των Βένετων. Έτσι κανείς δεν ασχολείται ουσιαστικά μαζί της.
Και μετά είναι κι οι άρχοντες της πόλης που διακατέχονται από μία ισχυρή δόση σχιζοφρένειας. Παράδειγμα: Παρέλαβαν την πρώην Αμερικανική Βάση και την άφησαν από κόσμημα να γίνει σκουπίδι. Φαγώθηκαν να γκρεμίσουν το Ξενιά στο λιμάνι και μετά αλληλομηνύθηκαν γιατί διαπίστωσαν ότι το κτήριο ήταν επισκευάσιμο. Έφτιαξαν νέους κόμβους στις εισόδους της πόλης αλλά «ξέχασαν» τις ράμπες των πεζών. Φύτεψαν φοίνικες στην παραλιακή αλλά ξέχασαν να τους ποτίσουν και ξεράθηκαν. Άφησαν τον τάφο του Καζαντζάκη να γίνει περιστεριώνας (για να μην πω κάτι άλλο που μου ‘ρχεται στο μυαλό με την ίδια κατάληξη). Το τείχος της πόλης και ο Κούλες στο λιμάνι, έργα σπάνιας τεχνοτροπίας και αξίας, καταρρέουν. Η Κνωσός (πρώτη πηγή εσόδων του ΥΠ.ΠΟ. μετά την Ακρόπολη) στην απόλυτη εγκατάλειψη, σε βαθμό που τα πυθάρια της να πηγαινοέρχονται σε καρότσες τσιγκάνων. Το Αρχαιολογικό Μουσείο να ξερνά σοβάδες πάνω σε εκθέμματα και τουρίστες μέχρι να αποφασίσουν οι μεγαλόσχημοι να αρχίσει η συντήρηση και η επέκτασή του.
Μπορώ να γράφω ώρες για τις ασχήμιες και πάλι να μην αδειάσει ο θυμός που μου προκαλούν όλα αυτά. Αλλά τώρα συνειδητοποιώ πόσο κουραστική γίνομαι.
Καιρός να μιλήσω και για την άλλη όψη της πόλης. Αυτή που ισοσταθμίζει την κατάσταση. Βλέπετε, το Ηράκλειο -τώρα που το καλοσκέφτομαι- μοιάζει απόλυτα με την μπλοκόσφαιρα. Σε σαγηνεύει με την ασχήμια της .. ομορφιάς του.
Μάλλον έχει να κάνει με μία μυστική και αιωνίως αδήλωτη συμφωνία, που έχει συνάψει αυτό το κομμάτι της Κρήτης με το σκοτάδι. Έτσι, όσο διαρκεί το φως της μέρας η ασχήμια είναι γυμνή και εκτεθειμένη παντού. Οι άνθρωποι μοιάζουν να υπομένουν στωικά το μποτιλιάρισμα, τα σκουπίδια, τα πολιτικά σκουπίδια, τις δουλειές τους, τα πάντα. Αλλά, σαν νυχτώσει, η πόλη αλλάζει όψη. Αλήτισσα και καλντεριμιτζού. Αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι που σκυθρωπιάζουν όλη μέρα, βρίσκουν διεξόδους την νύχτα σε κάτι πανέμορφα στέκια. Αυτοσχέδια τις περισσότερες φορές. Σε ξαφνιάζουν προσφέροντας ρακί και χαμόγελα παρέας στα πιο απίθανα μέρη. Ή μπορεί να βρεις όσο πολιτισμό λείπει από την επίσημη Πολιτεία σε πρωτοβουλίες μερικών κουζουλών, που άλλοτε φτιάχνουν μουσεία (αδειάζοντας τις τσέπες τους, εννοείται, όπως ο Ανεμογιάννης και ο Μαρκάκης) κι άλλοτε οργανώνουν γιορτές ψυχής και χαράς.


Αν δεν βγάλεις ρακί σε παραδοσιακό καζάνι, αν δεν δεις πατητήρι να ρέει τον πρώτο μούστο, αν δεν ακούσεις μία λύρα (να ξεμυτίζει απροσδόκητα από κάποιο πόρτ-μπαγκάζ) και να παραπονιέται, αν δεν χαθείς στις ερωταποκρίσεις των μαντινάδων, αν δεν νοιώσεις την αναπάντεχη δίψα αυτών των ανθρώπων να αντικαταστήσουν την ασχήμια με ομορφιά, δεν μπορείς να καταλάβεις τι λέω.
Τα καλοκαιρινά βράδια στον Κούλε, στην Κνωσό, στο Μαρτινέγκο, στην Αγιά Ειρήνη είναι η άλλη διάσταση της πόλης. Εκεί που απέτυχαν οι Αρχές κι ήρθαν οι πολίτες να διορθώσουν. Να ανακαλύψουν περατζάδες, να τις σαρκάσουν και μετά να τις απολαύσουν. Γιατί λέω να τις σαρκάσουν? Οι Ηρακλειώτες είναι λαός με ιδιότυπο χιούμορ αυτοσαρκασμού.
Ο δρόμος που ανεβαίνει από το λιμάνι στην πόλη λέγεται Λεωφόρος 25ης Αυγούστου. Οι ντόπιοι όμως τον λένε αλλιώς. Κατά μήκος έχει πανέμορφα νεοκλασσικά, όλα ανακαινισμένα από τις πιο εύρρωστες επιχειρήσεις του νησιού, που στεγάζονται εκεί. Λούστρο και κατώφλι του Ηρακλείου ο δρόμος αυτός, φτιαγμένος λες για να προδιαθέτει τον επισκέπτη για μία πόλη ονειρεμένη. What a πλάνη! Οι Ηρακλειώτες λένε τον δρόμο «Λεωφόρος της πλάνης».
Στο λιμάνι ο βραχίονας, που φτάνει ως τον Κούλε, είναι το μοναδικό πρόσφορο καταφύγιο για τους περιπατητές. Τα σχέδια των πολεοδόμων εδώ αποστρέφονται τους πεζούς όσο και τους οδηγούς αυτοκινήτων. Ουδείς ευχαριστημένος. Τέλος πάντων, στο λιμάνι ήταν (ως πολύ πρόσφατα, καθώς τα έργα της Ολυμπιάδας άνοιξαν κάπως το παραλιακό μέτωπο) ο μόνος τόπος να περπατήσεις και να δεις θάλασσα. Οι ντόπιοι ονόμασαν τον λιμενοβραχίονα «Λεωφόρο μπάι πας» σατυρίζοντας τις ανάγκες των καρδιοπαθών για περπάτημα, που έβρισκαν καταφύγιο μόνο εκεί.

Μόλις ξεφύγεις λίγο όμως από τα όρια της πόλης τα πράγματα αλλάζουν. Τα νέα προάστεια του Ηρακλείου, γειτονιές που φτιάχτηκαν με φροντίδα και σύνεση μετά την Τρίτη γεννιά (!!) αυθαιρέτων, έχουν όψεις ανθρώπινες. Οι Αρχάνες (είναι το πρώτο χωριό με Ευρωπαϊκό Βραβείο) πόλη πια και μάλιστα υπέροχη. Οι Βούτες, παραδοσιακό καταφύγιο, όλο πράσινο και νερά. Η Ρογδιά, το «μπαλκόνι» του Ηρακλείου με το παραλιακό μέτωπο αξιοποιημένο. Το Σκαλάνι, ημιορεινός τόπος αλλά με την δική του γοητεία. Η Κνωσός, το Γάζι, η Νέα Αλικαρνασός, η Αγία Πελαγία, η Παντάνασσα. Περιοχές που σ’ αφήνουν να αναπνεύσεις.
Και οι λέξεις μου φτωχαίνουν. Δεν ξέρω πώς να το περιγράψω κι αυτό το συναίσθημα. Ίσως να μην έχει να κάνει με τους τόπους αλλά με τους ανθρώπους τους. Εδώ οι άνθρωποι δεν ξέρω αν είναι πια φιλόξενοι (όπως λένε πολλοί ... και κυρίως οι τουριστικές μπροσούρες) αλλά έχουν μία παράξενη ανεκτικότητα που τους γλυκαίνει. Κι έχουν και μία διορατικότητα. Ένα ένστικτο αλάθητο. Ξέρουν να ξεχωρίζουν το
«καλό» και να το αγκαλιάζουν. Δεν είναι ιστορικά τυχαίο αυτό που συνέβη με την κηδεία του Καζαντζάκη. Ήταν επιλογή της πόλης και των ανθρώπων της. Μόνο όποιος βλέπει την συνέχεια των πραγμάτων εδώ, μπορεί να το καταλάβει. Θυμάμαι τότε που στις αίθουσες παιζόταν ο Τελευταίος πειρασμός κι η Ελλαδική Εκκλησία (δεν κρατιόμουν να μη θυμίσω όσα καίνε τον .. πάσης Αθήνας) άρχιζε τα ανάλατα σχόλια. Εδώ ευτυχώς κι η Εκκλησία ακόμη είναι ημιαυτόνομη και υπάγεται απ’ ευθείας στο Οικουμενικό πατριαρχείο. Και αγκάλιασε αμέσως το έργο.

Θυμάμαι αργότερα τον Βαρθολομαίο -λίγες μέρες μετά την ενθρόνισή του- να ‘ρχεται στο νησί. Ανυποψίαστος για το τι θα πει «υποδοχή από κρητικούς». Όποιος δεν ήταν παρών δεν μπορεί να το περιγράψει. Λαϊκός ξεσηκωμός. Ένας λαός ολόκληρος απλωμένος στο διάβα του. Χάθηκε σε αγκαλιές που άνοιγαν διάπλατα και χόρτασε εκδηλώσεις αγάπης απλών ανθρώπων, που του φέρθηκαν με σεβασμό αλλά και μία άδολη οικειότητα. Τον είδα να κρύβει δάκρυα πολλές φορές. Από τότε οι περιστάσεις τον ζύμωσαν και τον γέρασαν αλλά είμαι σίγουρη ότι εκείνη η επίσκεψη και το «βάπτισμα» στην Κρήτη πρέπει να είναι από τις πιο πολύτιμες εμπειρίες του.

Ο γνωστός σκηνοθέτης μας, ο Γιάννης ο Σμαραγδής, λέει πως αυτό που εγώ ονομάζω «μαγεία» δεν είναι παρά ο κουζουλός Θεός της Κρήτης. Μπορεί. Τούτος ο τόπος ξαναγεννιέται και ξαναβαφτίζεται στην κουζουλάδα του διαρκώς. Γυρνά την πλάτη στα ασήμαντα και τους ασήμαντους. Τους αφήνει να τον πιλατεύουν στωικά. Αλλά σαν αποφασίζει ότι πρόκειται για κάτι σπουδαίο, γίνεται μαινάδα για να διεκδικήσει και στοργική μάνα για να προστατέψει.
Θυμάμαι τον πίνακα του Γκρέκο. Όχι δεν ανήκε στα προικιά του τέως και κανένας Βουλγαράκης δεν τον θεώρησε εθνική κληρονομιά. Θα βγαινε όμως κι αυτός προ τριετίας στην δημοπρασία των Christies.
«Η βάφτιση του Χριστο». Δεκέμβρης του 2004. Αρχική τιμή 1.000.000 Ευρώ. Η πόλη «μάτωσε» όταν το ΥΠ.ΠΟ. γυρίσε την πλάτη στην υπόθεση. Και πείσμωσε. Ήταν ένας παράξενος χειμώνας. Κάθε σπίτι υπολόγιζε πόσα θα δώσει από τον 13ο μισθό για να αγοράσει το Ηράκλειο τον πίνακα. Γιατί ο Γκρέκο έπρεπε να γυρίσει στον γενέθλιο τόπο. Και το όλο εγχείρημα ακουγόταν εξωφρενικά κουζουλό ακόμη και για τους Ηρακλειώτες. Η αριστοκρατία της διανόησης εν τω μεταξύ κρυβόταν πίσω από κάτι γελοίες δικαιολογίες περί γνησιότητας η μη και ουσιαστικά απείχε από την υπόθεση. Κι όσο Πολιτεία, Κράτος και διανοητές περί άλλων τύρβαζαν, τόσο οι Ηρακλειώτες πείσμωναν περισσότερο. Οι Τράπεζες ξεχύλιζαν από ανθρώπους που κατέθεταν 10 και 15 Ευρώ για τον πίνακα. Από υστέρημα. Συνταξιούχοι, μεροκαματιάρηδες, πιτσιρικάδες, άνθρωποι που δεν ήξεραν από τέχνη, μόνο από διαίσθηση. Θυμάμαι μία γιαγιά. Γειτόνισσα. Ήρθε έχοντας διπλώσει στο μαντήλι της 20 Ευρώ. Μου τα βαλε στο χέρι και μου είπε:
- Εσύ ξέρεις πως να τα στείλεις στον Γκρέκο. Εγώ θα πεθάνω αλλά τα εγγόνια μου θέλω να μπορέσουν να τον δουν. Και πες του να με συμπαθά, αλλά δεν έχω άλλα.

Σάστισα. Το ζούσα κάθε μέρα και δεν το πίστευα. Ανέφικτο, ουτοπικό, πιο μεγάλο κι από όνειρο. Αλλά είπαμε, η Κρήτη έχει το Θεό της. Και κείνη τη φορά τον έλεγαν … Γιάννα Αγγελοπούλου- Δασκαλάκη. Δεν μάθαμε ποτέ πόσα ακριβώς μάζεψαν οι Ηρακλειώτες για να μην ξενιτευθεί ο πατριώτης τους ο Δομήνικος. Μάθαμε -εγώ τουλάχιστον- ότι ακόμη και στις μέρες του απόλυτου ωχαδερφισμού τούτη η γωνιά της γης διατηρεί κάτι από
«ανεμόμυλους» και «γαλάτες». Η πόλη τελικά τον πήρε τον πίνακα. Δεν έχει σημασία πως. Το πείσμα της ήταν που μέτρησε. Αυτό το πείσμα της θαρρώ πως λατρεύω τελικά.

Πηγή: www.anemologio.gr

Το θρόισμα του μεγάλου δρυγιά

Και αφού οι θύελλες είναι αναπόφευκτες και οι δοκιμασίες αναπόφευκτες δεν υπάρχει άλλη διέξοδος, από το να διαφαίνεται η διαφυγή τους.
Και αναγκαστικά όπως ανασαίνουμε και όπως βαδίζουμε, θα αντιστεκόμαστε σε όλα τα επερχόμενα όπως οι φυλλωσιές ενός δυνατού και αειθαλούς δέντρου.
Γιατί δεν υπάρχει καμιά άλλη επιλογή, παρά μονάχα να ελπίζουμε.
Και γιατι όταν ένα σκληρά δοκιμαζόμενο δέντρο κρατιέται στις θύελλες, δεν κρατιέται μόνο για τον εαυτό του, αλλα σαν επιδίωξη μιας κληρονομιάς ,που αφορά ολόκληρη την ανθρωπότητα..

Το νέο βιβλίο της Χρυσούλας Δημητρακάκη-Το θρόισμα του μεγάλου δρυγιά από τις εκδόσεις Ιολκός με Δοκίμια και ποίηση θα σας μαγέψει με την μοναδική πένα της..

Πηγή: www.erotokritos.gr

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009

Ο έρωτας στην Κρήτη είναι μελαγχολικός



«Πώς χαθήκαμε μέσα στην υπερβολή και τα επίθετά της!
Οι τεχνίτες των λέξεων αφού τις σμίλεψαν, τις παρέδωσαν στα χείλη. Ο ήχος, αρμονικός πρέπει, και με σωστή ανάσα και δοσολογία.
Δεν μας είπαν για τις γειτονιές των λέξεων, ποιες αγαπιούνται μεταξύ τους, ποιες όχι.
Ας πούμε η λέξη
«καλά», έχει το λάμδα να ενυδατώνει τα δύο ανοιχτόκαρδα άλφα. Ωστόσο το αναγκάσαμε να συνοδεύει την επιτυχία, μια καθόλου «επιτυχή» συναλλαγή. Τι δουλειά έχει το «καλή» με την επιτυχία; Υπάρχει κακή επιτυχία;
Η λέξη
«αγάπη» θα έπρεπε να κατοικεί στην ανάσα, στο βλέμμα και στη σιωπή.
Εμείς φροντίσαμε να την ενισχύσουμε με το
«πολύ» και το «πάρα πολύ».
Όταν λέμε
«Σ' αγαπώ πάρα πολύ» φωτίζουμε την απουσία και τη φτώχεια της. Όσο πιο πολλά επίθετα, τόσο πιο μικρό το περιεχόμενο της αγάπης.
Αλλωστε η π
εριγραφή των αισθημάτων δεν ανήκει σ' εκείνους που τα δηλώνουν αλλά σε κείνους που τα λαμβάνουν.
Λες πως μ' αγαπάς αλλά μετράει τι φτάνει σε μένα!»

Ο Λουδοβίκος των Ανωγείων έχει τέτοιες ιστορίες να μας διηγηθεί πολλές. Αλλοτε τις ανιστορεί με λόγια κι άλλοτε τις πλέκει με στίχους λυρικούς και με τον δικό του απαλό ήχο.

Για εραστές των αναμνήσεων αλλά και της μικροϊστορίας



Zuanne Papadopoli

L’occio. Time of leisure. Memories of seventeenth-century Crete

Επιμέλεια και αγγλική μετάφραση: Alfred Vincent.

Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών, Graecolatinitas nostra, Sources 8. Βενετία, 2007, σελ. 405

Το κείμενο ήταν γνωστό στους ειδικούς από καιρό. Απόκειται στο Μουσείο Κορέρ της Βενετίας και καθ’ όσον αφορά την ιστορία της Κρήτης του 17ου αιώνα ήταν επόμενο να έχει ενταχθεί από χρόνια στις σημαντικές πηγές της κρητικής ιστορίας. Ο διαπρεπής Βρετανός ελληνιστής Αλφρεντ Βίνσεντ ολοκλήρωσε την έκδοση, τον σχολιασμό και την αγγλική μετάφραση, καθιστώντας το προσιτό σε όλους: τους ιστορικούς, αλλά και γενικότερα τους εραστές αναμνήσεων και μικροϊστορίας.

Περιμένουμε με ανυπομονησία τη μετάφραση στα ελληνικά.

«Μια μέρα του 1690 ένας γέρος άνθρωπος κάθεται στο σπίτι του στην Πάδοβα να γράψει τις αναμνήσεις του από τη γη που ανατράφηκε». Είχε ζήσει πολλά μέσα σε ένα κεντρικό και τραυματικό γεγονός εκείνου του αιώνα, τη μακρά πολιορκία του βενετικού Χάνδακα (σημ. Ηράκλειο) και την άλωσή του από τους Τούρκους. Εζησε τα γεγονότα της πολιορκίας, λαβώθηκε κιόλας. Στη συνέχεια, πρόσφυγας, πέρασε από τη Ζάκυνθο ή την Κέρκυρα για να καταλήξει στην Ιστρια και τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Πάδοβα.

Μνημείο

Ονόμασε τις αναμνήσεις του «σχόλη». Η απώλεια μιας πατρίδας είναι ούτως ή άλλως ένα τραύμα και ό,τι την ακολουθεί μπορεί να είναι άλλο ένα. Δεν αναφέρεται καθόλου στα χρόνια της προσφυγιάς και τις πιθανές δυσκολίες που συνάντησε όσο βρισκόταν στην Ιστρια και στην Πάδοβα. Γεγονός που καθιστά αυτές τις αναμνήσεις ένα μοναδικό μνημείο για τους τρόπους ανασυγκρότησης και επιλογής της μνήμης, τη θεραπευτική λειτουργία της, αλλά και τις διαθλάσεις των χώρων, των εμπειριών (που λειτουργούν ουσιαστικά ως σύμβολα) και εν τέλει όλης της ιστορίας. Παρατηρώντας, επιπλέον, τα στοιχεία που κρατάει ο Παπαδόπολι για να θυμηθεί την πατρίδα, έχουμε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε τις αξίες, τα τοπία, τα σημεία που συνιστούν τη μνήμη και άρα τον διανοητικό κόσμο ενός ανθρώπου της τάξης του και της παιδείας του. Η τάξη του; Αυτή είναι ίσως και το κύριο παρατηρητήριό του.

Η μεσαία τάξη των αξιωματούχων, καλλιεργημένων και εύπορων που βρίσκεται ωστόσο, όπως φαίνεται και από τις ίδιες τις αναμνήσεις, μακριά από την εξουσία, ιδίως τη συμβολική, των ευγενών και φεουδαρχών. Η φιλοδοξία των μεσαίων είναι να «ανέβουν». Δεν αρκεί ο πλούτος, χρειάζεται και η επίσημη καθιέρωση, η ένταξη σε ένα από τα σώματα που επιτρέπουν τη χρήση του τίτλου ευγενής. Οσο η φιλοδοξία περιμένει την πραγματοποίησή της δεν λείπουν τα δηλητηριώδη βέλη για την αναποτελεσματικότητα της διαχείρισης της ανώτερης τάξης. Δεν του περνάει από το μυαλό ότι επρόκειτο ακριβώς για τον κώδικα που έκανε τη διαφορά: η προπώληση δηλαδή των έγγειων εισοδημάτων ώστε να συντηρείται ένας αριστοκρατικός τρόπος ζωής. Αλλά και η τάξη του Παπαδόπολι συμμετέχει σε συμβολισμούς που είναι δάνεια από την κουλτούρα των ευγενών. Οπως η γενεαλογία, π.χ., που ανατρέχει σε Βυζαντινούς προγόνους, αξιοποιώντας την πιο διαδεδομένη βυζαντινή ιστορία της εποχής, δηλαδή την ιστορία δώδεκα οικογενειών που φέρονται να είχαν εγκατασταθεί στην Κρήτη από έναν Βυζαντινό αυτοκράτορα. Ο Τζουάνε προσθέτει στο επώνυμό του ένα δεύτερο, Κομνηνός, δηλωτικό της σύνδεσης που επιχειρεί με την παλιά ιστορία.

Δεν είναι μόνο συμβολικά όλα αυτά, αλλά και επιχειρήματα που είχαν αποδεικτική αξία όταν επρόκειτο να ζητηθεί η ένταξη σε μια ανώτερη τάξη. Αλλωστε, το επώνυμο Κομνηνός θα διατηρήσει και ο γιος του, ιησουίτης αυτός, που θα σταδιοδρομήσει επιτυχώς ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας.

Οι θρησκευτικές επιλογές φαίνονται, επίσης, να έχουν πολλές σημασίες. Ο Παπαδόπολι ήταν Ελληνας, θα έπρεπε λογικά να είχε παραμείνει ορθόδοξος. Φαίνεται όμως να είναι ρωμαιοκαθολικός. Στους κύκλους που τον ενδιέφερε να ανελιχθεί μάλλον αυτό θα τον βοηθούσε περισσότερο. Οπως βοήθησε, κάπως, και τον γιο του να εξασφαλίσει μια καλή σταδιοδρομία στην Καθολική Εκκλησία. Αλλωστε ήταν και πιο «αστικός» ο καθολικισμός στην Κρήτη του 17ου αιώνα. Η ύπαιθρος ήταν πιο «ορθόδοξη». Η θρησκεία φαίνεται να έχει πολλές ταξικές αποχρώσεις. Και αυτήν την ταξική προτίμηση φαίνεται να τονίζει ο Παπαδόπολι εξαίροντας τα μνημεία της πόλης του, τους θεσμούς της (πώς αλλιώς θα γινόταν για κάποιον που τους υπηρετούσε κιόλας), τα στιγμιότυπά της.

Αστική αισθητική

Συμμετέχει όμως και στην «αρκαδική» παιδεία της εποχής του. Η ύπαιθρος εντάσσεται στην προοπτική του για τα καλά που προσφέρει στις απολαύσεις της πόλης και για τη γραφικότητά της. Ο Παπαδόπολι είναι φορέας μια αστικής αισθητικής απέναντι στα προϊόντα της Φύσης που κάνουν ευτυχισμένο τον εύπορο κάτοικο της πόλης, και μάλιστα τον λόγιο. Και φορέας ενός αστικού life style απέναντι στους κατοίκους της υπαίθρου που τους παρατηρεί σχεδόν στη γραφικότητά τους. Και ως προς αυτά τα σημεία η προσφορά του είναι ανεκτίμητη, αφού παρατάσσει μοναδικά στοιχεία για τη ζωή των χωρικών και για τη διατροφή και τις δυνατότητές της στην Κρήτη της εποχής του (προς μεγάλη χαρά των Κρητικών πολλά από αυτά διατηρούνται ακόμα): ψάρια, αλλαντικά, σαλιγκάρια, μανιτάρια, χόρτα, σταφύλια, κρασιά σε πολλές ποικιλίες και τρόπους παρασκευής, σύκα, κάστανα, αμύγδαλα, πεπόνια, ροδάκινα, στάρια, μπαμπάκια.

* Ο Ν. Ε. Καραπιδάκης είναι καθηγητής της Ιστορίας της Μεσαιωνικής Δύσης στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, τ. διευθυντής των Γενικών Αρχείων του Κράτους.


Πηγή: Kaθημερινή