Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

Όταν η Κρήτη μυρίζει ρακοκάζανο ο χειμώνας έρχεται..























Αν μπορούσε κανείς αυτή την εποχή να δει τη Κρήτη από ψηλά, θα νόμιζε πως έβλεπε το Γαλατικό χωριό του Αστερίξ με τις διάφορες εστίες καπνού να καίνε.

Όχι, δεν είναι τα γουρουνόπουλα του Οβελίξ. Είναι τα εκατοντάδες ρακοκάζανα που καίνε εδώ και ένα μήνα τουλάχιστον, μέχρι και το τέλος του Νοέμβρη από άκρη σε άκρη στο νησί.

Αυτός είναι ο παραδοσιακός τρόπος απόσταξης σταφυλιού, που αμείωτα συνεχίζεται από γενιά σε γενιά, δίνοντας δείγματα κουλτούρας, πολιτισμού και ιδιοσυγκρασίας του λαού μας, ενάντια στην παγκοσμιοποίηση και τη κάθετη τυποποίηση των προϊόντων.

Εκεί ο κάθε ένας έχει το δικαίωμα να βγάλει το δικό του προιόν που γι αυτόν η αξία του δε μετριέται ούτε σε κόπο ούτε σε χρήμα.

Είναι το μεράκι του, μια ακόμη αφορμή να μαζέψει τους φίλους του να χαρούν στη φύση όλοι μαζί, να μυρίσουν μυρωδιές βαθιά ριζωμένες στο DNA μας.

Χώμα, βροχή, φωτιά, στράφυλλα, ρακί, αστεία, πειράγματα, μαντινάδες, πατάτες οφτές, μεζέδες για όλο τον κόσμο, μα προπαντός για το περαστικό. Αυτό είναι το ρακοκάζανο, αυτή είναι η Κρήτη που αντιστέκεται και αγαπάμε.

Όσοι μπορείτε, μη χάσετε την ευκαιρία. Επισκεφτείτε όποιο καζάνι βρείτε απ τα πολλά. Είστε κι εσείς καλεσμένοι κι ας μη σας το είπανε.

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2008

Νοέμβρης στο νησί



Λέει ιστορίες ο παπούς, πολλές απ’τα παλιά
Κι όλοι γροικούνε αχόρταγα, γυναίκα και παιδιά.
-Τον είδες με τα μάθια σου, παπού, τον Βενιζέλου;
Κι εμίλησες του κι άκουσες την ίδια την φωνή του;
-Δεν ήτονε στσ’αγώνες του ποτέ του κουρασμένος
κι ο λόγος του σε μάγευε, σε σκλάβωνε η θωριά του.


ΣΕ όλα τα χωρικά σπίτια της Κρήτης, αρχοντικά και φτωχόσπιτα, το τζάκι (ή παρασιά) αποτελούσε το βασικώτερο στοιχείο του σπιτιού. Το σχήμα του, ακόμα και η τοποθεσία του, διέφεραν από τόπο σε τόπο. Εκεί, πλάϊ στο τζάκι, διαπλάσσονταν η κρητική ψυχή.

Τις βαριές χειμωνιάτικες νύχτες, απ’ τον παπού ως το εγγονάκι, το τζάκι ζέσταινε τα κορμιά και την ψυχή τους.

Σαν κάποτε έσβηνε η τρεμάμενη φλόγα του λυχναριού τα πρόσωπα φωτίζονταν απ’την αναλαμπή της φλόγας των ξύλων που τριζοβολούσαν στο τζάκι και τα μάτια ορθάνοιχτα κυττούσαν τις σκιές που χόρευαν στον τοίχο και η φαντασία απ’τις ιστορίες των περασμένων ηρωϊκών στιγμών του παππού φλόγιζε και γιγάντωνε τις καρδιές των νεαρών παλληκαριών.

Εκεί, στο κρητικό αυτό τζάκι, μεταλαμπαδεύονταν οι θρύλοι και οι παραδόσεις. Εκεί θέριευε το πνεύμα της θυσίας για τον τόπο και ρίζωνε ως τα φυλλοκάρδια των νεαρών Κρητικόπουλων η αγάπη και η λαχτάρα για ό,τι ωραίο και ευγενικό.

Όποιος δεν γνώρισε την γλύκα του, δεν φωτίστηκε από την λάμψη του, δεν ζεστάθηκε από την φλόγα του, δεν κοιμήθηκε κοντά του κι ακόμα δεν καπνουλιάστηκε δεν μπορεί να καταλάβη την αξία του και την επίδραση που είχε στην ψυχοσύνθεση του Κρητικού.

Δυστυχώς όμως και το σύμβολο αυτό της οικογενειακής γαλήνης και ευτυχίας τα τελευταία χρόνια το ξετοπίζει σιγά-σιγά ο καταλύτης πολιτισμός, το πετρογκάζ και ο ηλεκτρισμός και το θάβουν οριστικά και αμετάκλητα στο γραφικό παρελθόν.

πηγή από ριζίτικο


Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2008

Όλοι στη συναυλία στην Ακαδημία Πλάτωνος



Έχετε πάει ποτέ στο πάρκο της Ακαδημίας του Πλάτωνα; Έχετε περπατήσει στο χώρο; Ξέρετε την ιστορία του; Αν είναι να πάτε την Κυριακή στις 4 μ.μ. στη μεγάλη συναυλία δείτε τα πλάνα από την περιοχή που τράβηξε το ελικόπτερο του ΣΚΑΪ και μάθετε πως ακριβώς πάμε στο χώρο.Το μουσικό γεγονός έρχεται να προσθέσει στις διαμαρτυρίες των κατοίκων για την υποβάθμιση της περιοχής με την ανέγερση δύο πολυώροφων κτιρίων από τη Νομαρχία Αθηνών και την ανάδειξη της ιστορίας του τόπου μας. Να ένας σοβαρός λόγος να πάρουμε τα παιδιά μας και να πάμε...


Πηγή από το μπλοκ Θραψανιώτης μέχρι... κόκκαλο


Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2008

Ο καιρός του τρύγου στην Κρήτη



Οι γνήσιοι Κρητικοί συγκαταλέγονται στους ψηλότερους κατοίκους της Ευρώπης, πράγμα που μπορεί κανείς να διαπιστώσει στις απομονωμένες περιοχές των βουνών, όπου ο πληθυσμός έχει παραμείνει αμιγής. Οι Κρητικοί είναι περήφανοι και ανεξάρτητοι άνθρωποι ενώ η μακρά ιστορία και οι αγώνες τους εναντίον των κατακτητών καθρεφτίζονται στη συμπεριφορά τους σήμερα.

Υπάρχουν αρκετά παραδοσιακά έθιμα που διατηρούνται ζωντανά σήμερα στα χωριά της Κρήτης, ειδικά στα πιο απομονωμένα. Ανάμεσά τους είναι ο Κρητικός γάμος και η Κρητική βάφτιση. Πρόκειται για ξεχωριστές εκδηλώσεις που μπορεί να διαρκέσουν αρκετές μέρες, ώστε να εκδηλωθεί πλήρως η χαρά των φίλων και των συγγενών. Στη δυτική πλευρά της Κρήτης χαρακτηριστικό των εκδηλώσεων αυτών είναι τα ριζίτικα τραγούδια, τα οποία είναι στην πλειοψηφία τους πολύ παλιά και μερικά απ? αυτά έχουν βυζαντινή καταγωγή. Ο χορός, το φαγοπότι και οι πυροβολισμοί στον αέρα είναι κι αυτά μέρος των εορταστικών εκδηλώσεων.

Το μάζεμα των σταφυλιών και η παραγωγή κρασιού και τσικουδιάς είναι ευχάριστες ομαδικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται κάθε χρόνο το φθινόπωρο. Η παραγωγή κρασιού περιλαμβάνει το πάτημα των σταφυλιών σε ειδικά κατασκευασμένους χώρους που ονομάζονται "πατητήρια". Ο ένας μετά τον άλλο οι άνθρωποι μπαίνουν στο "πατητήρι" βαδίζοντας ή και τρέχοντας πάνω στα σταφύλια, ώστε να γίνει η εκχύμωση. Στα διαλείμματα ή στο διάστημα της αναμονής του καθένα για τη σειρά του, το φαγητό, το κρασί και τα πειράγματα ρέουν άφθονα στη συντροφιά. Η τσικουδιά είναι ένα δυνατό τοπικό ποτό που φτιάχνεται από τα υπολείμματα στα πατητήρια (στράφυλα) μετά από την απομάκρυνση του χυμού των σταφυλιών. Αυτά τα υπολείμματα τοποθετούνται σε καζάνια και αποστάζονται. Ακόμα και σήμερα οι μηχανισμοί και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται είναι απόλυτα παραδοσιακοί. Ο ιδιοκτήτης του αποστακτηρίου, που έχει νόμιμη άδεια, συχνά διαθέτει αρκετό χρόνο από την κανονική του δουλειά για να ολοκληρώσει την εργασία του στο αποστακτήριο του χωριού, το φθινόπωρο. Συνήθως το αποστακτήριο ανήκει σε μία οικογένεια και κληροδοτείται στα μέλη της από γενιά σε γενιά. Οι άνθρωποι που έρχονται για να φτιάξουν τη δική τους τσικουδιά συχνά φέρνουν και ψήνουν φαγητό στα κάρβουνα ενώ η φρέσκια, δυνατή τσικουδιά προσφέρεται πλουσιοπάροχα.

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2008

Φθινόπωρο στην Κρήτη

Πρόσφατα άκουσα μια περιγραφή της Κρήτης, που δεν είχα φανταστεί μέχρι σήμερα: «Το καλοκαίρι η Κρήτη είναι ξανθιά, το χειμώνα όμως αλλάζει». Ξανθιά η Κρήτη το καλοκαίρι γιατί οι βροχές είναι ανύπαρκτες, ο ήλιος καυτός και τα κίτρινο της ξερής βλάστησης κυριαρχεί παντού.

Όσοι ζουν στην Κρήτη ή την επισκέφτηκαν τον Νοέμβριο, ξέρουν καλά ότι το φθινόπωρο η Κρήτη μεταμορφώνεται. Το πράσινο χαλί που σχηματίζει το γρασίδι απλώνεται σχεδόν παντού κι η Κρήτη μοιάζει να ξυπνά από τον καλοκαιρινό λήθαργο.



Θυμάμαι στο σχολείο μαθαίναμε ότι το φθινόπωρο κι ο χειμώνας είναι εποχές που η φύση ξεκουράζεται για να αναγεννηθεί ξανά την άνοιξη. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, αυτός που το έγραψε μάλλον δεν έχει δει ποτέ την Κρήτη το φθινόπωρο. Ακόμα, υποτίθεται ότι ο χειμώνας είναι μια αδρανής περίοδος, αλλά στην Κρήτη καμιά εποχή δεν είναι πραγματικά αδρανής. Στην Κρήτη, η φύση φαίνεται να διανύει την λιγότερο δραστήρια περίοδο το καλοκαίρι. Η βλάστηση είναι ελάχιστη και το τοπίο μοιάζει με έρημο, ειδικά στα νότια παράλια. Φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε πόσα φρούτα και λαχανικά παράγονται το καλοκαίρι, οπότε η «αδράνεια» είναι φαινομενική μονάχα κι έχει να κάνει με την έντονη ξηρασία που κυριαρχεί στο νησί.

Το φθινόπωρο όταν πέσουν οι πρώτες βροχές, ξαφνικά η φύση μοιάζει να ξυπνά και μέσα σε λίγες μέρες όλα έχουν πρασινίσει ξανά. Τα φθινοπωρινά αγριολούλουδα εμφανίζονται στην εξοχή, η σκόνη του καλοκαιριού ξεπλένεται κι η καρδιά της Κρήτης χτυπά στο εσωτερικό του νησιού, μακριά από τα παράλια, εκεί που ήταν το επίκεντρο του ενδιαφέροντος για μισό σχεδόν χρόνο με τους χιλιάδες τουρίστες, ντόπιους και ξένους να κατακλύζουν τις παραλίες.

Από το τέλος του καλοκαιριού είχαν αρχίσει οι γεωργικές δραστηριότητες με τον τρύγο, το άπλωμα και την ξήρανση της σταφίδας, ενώ το φθινόπωρο ακολουθεί το όργωμα και η σπορά των χωραφιών, το πάτημα των σταφυλιών κι η παραγωγή του κρασιού και της ρακής της χρονιάς.

Στο τέλος του φθινοπώρου και κατά τη διάρκεια του χειμώνα πραγματοποιείται το μάζεμα της ελιάς, μια δραστηριότητα που αφορά χιλιάδες κατοίκους της Κρήτης, αγρότες και μη. Στην Κρήτη όλοι λίγο-πολύ έχουν κάποιες ρίζες ελιές στο χωριό τους, έστω κι αν οι περισσότεροι ζουν πια στις πόλεις.

Είναι σχεδόν αδιανόητο για Κρητικό να αγοράζει το λάδι για το σπίτι του. Οι περισσότεροι παράγουν μόνοι τους κάποια ποσότητα λαδιού αρκετή για τις ανάγκες της οικογένειας τους, ενώ πολλοί εξασφαλίζουν ένα επιπλέον εισόδημα πουλώντας το λάδι που παράγουν.
Ο Σεπτέμβριος στην Κρήτη δεν είναι φθινόπωρο αλλά πολύ περισσότερο καλοκαίρι. Όλος ο μήνας εξακολουθεί να είναι ζεστός κι αρκετά ξηρός. Η θερμοκρασία στη διάρκεια της μέρας φτάνει τους 25-30 βαθμούς Κελσίου, ενώ τη νύχτα ίσως χρειαστεί ένα επιπλέον ρούχο για την ελαφριά ψύχρα. Συνήθως οι δυνατοί άνεμοι του καλοκαιριού κοπάζουν κι οι μέρες αρχίζουν να γίνονται μικρότερες. Τον Σεπτέμβριο εμφανίζονται οι πρώτες βροχές αλλά υπάρχουν χρονιές που βρέχει ελάχιστα ως καθόλου.

Τον Οκτώβριο η θάλασσα είναι ακόμα πιο ήρεμη, η θερμοκρασία κυμαίνεται στους 25 βαθμούς περίπου κι οι μέρες είναι ακόμα πιο μικρές. Στις παραλίες υπάρχει ακόμα αρκετός κόσμος κι οι τελευταίοι τουρίστες επισκέπτονται το νησί. Βροχές πέφτουν αλλά όχι συχνά.

Ο Νοέμβριος είναι ο πιο «φθινοπωρινός» μήνας στην Κρήτη με αρκετές βροχές και τις πρώτες κρύες μέρες. Τον Νοέμβριο θα ανάψουν τα καλοριφέρ στα σπίτια για πρώτη φορά κι αυτό όχι κάθε μέρα. Υπάρχουν αρκετές ηλιόλουστες και γαλήνιες μέρες με θερμοκρασία που φτάνει τους 20-22 βαθμούς στα παράλια, ενώ ψηλά πάνω στα βουνά θα πέσουν τα πρώτα χιόνια. Στις αρχές του Δεκέμβρη, εξακολουθούν να υπάρχουν αρκετές ζεστές μέρες με θερμοκρασίες γύρω στους 18-20 βαθμούς. Αρκετές μέρες είναι συννεφιασμένες και μπορεί να κάνει αρκετό κρύο επίσης, αλλά στην Κρήτη πρέπει να θυμάται κανείς ότι δεν υπάρχει αυστηρός διαχωρισμός των εποχών όπως στην βόρεια Ελλάδα ή ακόμα περισσότερο στη βόρεια Ευρώπη. Ακόμα και τον Ιανουάριο υπάρχουν θαυμάσιες ηλιόλουστες μέρες που μπορεί να καθίσει κάποιος σε μια παραλία στα νότια με ένα ελαφρύ μπλουζάκι και να νιώσει τον ήλιο να καίει ευχάριστα το πρόσωπο του. Στη βόρεια Ευρώπη από τη μέση του φθινοπώρου και μετά οι θερμοκρασίες είναι ιδιαίτερα χαμηλές κι η παρουσία της ζωής στη φύση είναι ελάχιστη. Στην Κρήτη θα υπάρξουν κρύες και βροχερές μέρες αλλά αυτό σπάνια κρατά πάνω από μια 3-4 μέρες και μετά ο ήλιος θα λάμψει ξανά κι οι θερμοκρασίες θα ανέβουν. Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κάποιος μέρος με τόσο φιλικό για τον άνθρωπο κλίμα όσο η Κρήτη.

Το γαλάζιο της θάλασσας ποτέ δεν λείπει από την Κρήτη. Όταν η θάλασσα αγριεύει τα χρώματα θα γίνουν βαθύ μπλε ή ακόμα και γκριζοπράσινο αλλά το γαλάζιο θα επιστρέψει σύντομα μαζί με το χαμόγελο του ήλιου. Η θάλασσα είναι κυρίαρχη στην Κρήτη, αλλά εξίσου σημαντικά είναι τα βουνά της κι οι μικρές εύφορες πεδιάδες της.

Ας είναι το φθινόπωρο η αιτία να απομακρυνθούμε για λίγο από τη θάλασσα και να στραφούμε στην άγνωστη ενδοχώρα της Κρήτης, στα όμορφα χωριά της όσα διατηρούν τον παραδοσιακό τους χαρακτήρα ακόμη- με τους αμπελώνες, τους ελαιώνες και την μαγεία της φύσης να τα περιβάλλει.

Ας αφήσουμε τους πολυταξιδεμένους δρόμους κι ας πάρουμε ένα μικρό στενό χωμάτινο δρομάκι με τα πόδια. Ας περπατήσουμε στους αγρούς κι ας ανακαλύψουμε ξανά πόσο όμορφο είναι το γρασίδι που καλύπτει το αφράτο χώμα που υποχωρεί κάτω από το βάρος των βημάτων μας, το ασημένιο χρώμα στα φύλλα της ελιάς, το κίτρινο, το χρυσαφί και το κόκκινο στα φύλλα του αμπελιού που μαραίνονται και σε λίγο θα πέσουν.


Ελιές με αμπέλια συνυπάρχουν αιώνες στην Κρήτη κι είναι ένα πάντρεμα αρμονικό. Εκεί που τελειώνει το κίτρινο του αμπελιού, αρχίζει το ασημοπράσινο της ελιάς. Όταν τελειώνει η δουλειά στα αμπέλια, αρχίζει η δουλειά στους ελαιώνες. Αιώνιοι ρυθμοί που επαναλαμβάνονται αδιάλειπτα, δημιουργούν και συντηρούν τη ζωή.

Το φθινόπωρο ακόμα κι η ατμόσφαιρα είναι διαφορετική κι αποκτά κρυστάλλινη διαύγεια τις ηλιόλουστες μέρες που ακολουθούν μετά από τις βροχές. Χάνεται η αχλή της καλοκαιρινής ζέστης και τα μακρινά βουνά φαίνονται σαν να είναι δίπλα και κάθε τους λεπτομέρεια διαγράφεται πεντακάθαρα. Η φύση ξεπλένεται από τη σκόνη και τα χρώματα λάμπουν ολοζώντανα.

Ο ουρανός είναι όμορφος το φθινόπωρο. Άλλοτε τα σύννεφα δημιουργούν δραματικές εικόνες κι άλλοτε το βαθύ γαλάζιο του φθινοπωρινού ουρανού κυριαρχεί χωρίς να διακόπτεται από το παραμικρό συννεφάκι.

Τα βουνά πάντα δεσπόζουν στο βάθος του ορίζοντα και το χιόνι ασπρίζει στις κορφές τους. Βουνά υπάρχουν παντού στην Κρήτη, δεν μπορεί να φανταστεί κανείς την Κρήτη χωρίς αυτά. Η παρουσία τους είναι φιλική κι η Κρητική ψυχή ταυτίζεται μ' αυτά. Υπάρχει άραγε έστω κι ένας Κρητικός που θα μπορούσε να φανταστεί την Κρήτη χωρίς τα βουνά της;
Κοντά στα βουνά η βλάστηση αλλάζει, γίνεται πιο άγρια και πιο επιβλητική. Δεν κυριαρχεί πια η ελιά και τα αμπέλια αλλά οι βελανιδιές, οι πρίνοι, τα κυπαρίσσια, οι καστανιές και τα πλατάνια, αυτοί οι υπέροχοι γίγαντες που ζουν κοντά στο νερό, σαν να προσπαθούν να ξεδιψάσουν μια δίψα άσβεστη. Τα φύλλα των πλατανιών τώρα το φθινόπωρο παίρνουν όλες τις αποχρώσεις του χρυσού και του κόκκινου και δημιουργούν παραμυθένιες εικόνες.
Δεν χορταίνει το μάτι την ομορφιά αυτή κι οι λέξεις δεν είναι ποτέ αρκετές. Το δάκτυλο πατά το κουμπί στη φωτογραφική μηχανή αποτυπώνοντας τυχαίες στιγμές μαγείας.

Η ευγνωμοσύνη είναι διπλή: πρώτα για την ομορφιά τριγύρω και μετά, για την επίγνωση πως οι στιγμές αυτές είναι ανεξάντλητες και πάντα θα υπάρχουν αρκεί να τις αναζητήσω.

Άρθρο: Γιάννης Σαματάς

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2008

H γυναίκα του πάρκου


Είναι κάτι ψυχές που είναι καταδικασμένες να αναζητούν σαν κολασμένες αιώνια τον έρωτα. Να βλέπουν από τα μάτια του, να ανασαίνουν από τα πνευμόνια του, να ζουν από τη ζωή του. Τριγυρίζουν στα μονοπάτια της ζήσης τους χωρίς ανάπαυση, ανιχνεύοντας και ακολουθώντας τα χνάρια του. Ρουθουνίζουν και οσμίζονται τον αγέρα, αναζητώντας το διάβα του από το άρωμα που αφήνει. Παρατηρούν και χαιδεύουν εδάφια ψυχών, ιχνηλάτες ενός γενεσιουργικού αίτιου που ευδοκιμεί και θάλλει σε ανώτερες ψυχικές σφαίρες.
Δεν αναζητούν το γνωστό τετριμμένο έρωτα.Το συνηθισμένο ανθρώπινο αίσθημα που είναι προσιτό στους πάντες. Αναζητούν την τέλεια έκφανση αυτού του αισθήματος, που μεγαλύνει την ψυχή και το πνεύμα, που καταλύει τους νόμους του αισθητού, που ανυψώνει στα επίπεδα του ιδεατού, που μαρμαρώνει τους λέοντες, που θέτει πύλες στις κοινωνικές προσταγές, που διευρύνει τα σημεία του ορίζοντα, που πυρπολεί τη φλόγα του, που ανατρέπει τις εξουσίες, που καταπίνει το φως των αστεριών, που ρουφά τις ανάσες του σύμπαντος, που ορθώνει κάστρα στη λογική, που φράζει το ρουν των ποταμών και χαράζει το δικό του...


απόσπασμα από το βιβλίο της Αννίτας Πιτσιδιανάκη
Μακεδονίας 30
74 1οο ΡΕΘΥΜΝΟ
τηλ: 28310 27964
mob: 6972 987 071

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2008

Μιά μαντινάδα θα σας πω ...

Η μαντινάδα η καλή δε χτίζεται στο λάχει,
πέτρα και χώμα και νερό της Κρήτης πρέπει να ‘χει.

Ο Τσαρούχης έλεγε πως «η Κρήτη δεν είναι νησί. Είναι ήπειρος». Κι είχε το σκεπτικό του. Ανάμεσα στ’ άλλα αναφερόταν με δέος και θαυμασμό και στην κρητική μαντινάδα. Φεύγοντας νωρίς –αλλά πάντως έγκαιρα– δεν πρόλαβε να ζήσει τον εκφυλισμό και την διαπόμπευση που της φύλαξαν οι σύγχρονοι καιροί. Η πρόσφατη σχετικά υπόθεση με τις αστυνομικές έρευνες στο Μυλοπόταμο αναζωπύρωσε μία κακώς εννοούμενη «πανεθνική» ενασχόληση με τις μαντινάδες. Τα κινητά πήραν φωτιά και οι επίδοξοι «μαντιναδολόγοι» ασέλγησαν ανερυθρίαστα –για μία ακόμη φορά– σε βάρος του κρητικού παραδοσιακού ποιητικού είδους. Αυτή η διάσταση του θέματος περνά σχεδόν απαρατήρητη, μπροστά στη σπουδαιότητα που δείχνει να ‘χει το γεγονός ότι η μαντινάδα είναι το μόνο παραδοσιακό ποιητικό μέσο έκφρασης, που επιβίωσε στον ελληνικό χώρο μέχρι τις μέρες μας.

Αν «παραδίδω» και «παράδοση» σημαίνει αφήνω παρακαταθήκες στους επόμενους με όσα παρέλαβα από τους προηγούμενους, τότε η παράδοση της κρητικής μαντινάδας έχει μία σημασία που όλο και λιγότεροι συνειδητοποιούν. Οι μουσικολόγοι λένε πως από την αρχαιότητα έως και το τέλος της βυζαντινής εποχής υπήρχαν δύο μορφές παράδοσης στον ελληνικό χώρο: η προφορική και η γραπτή. Υπήρχαν επίσης μηχανισμοί απομνημόνευσης του προφορικού λόγου, με αντιπροσωπευτικό δείγμα έκφρασης τα Ομηρικά έπη. Η αρχαία Ελληνική γλώσσα, έχοντας μια διάχυτη μουσικότητα στον προφορικό λόγο -εξ’ αιτίας του συνδυασμού μακρών και βραχέων συλλαβών (προσωδιακός ρυθμός) παρείχε γόνιμο έδαφος για μουσική και ποιητική έκφραση. Ο προσωδιακός ρυθμός και τα ποιητικά μέτρα (ιαμβικό, τροχαϊκό, κ.τ.λ.) διευκόλυναν την απομνημόνευση ακόμη και εκτεταμένων έργων, όπως η Ιλιάδα και η Οδύσσεια. Κι αυτή η μουσικότητα του ελληνικού λόγου βοήθησε ως υπόβαθρο στη δημιουργία της μαντινάδας.
Αλλά η ιστορία μπορεί να ξεκινά από ακόμη πιο παλιά. Σύμφωνα με το Στράβωνα ο κρητικός μάντης και προφήτης Επιμενίδης (6ος αι. π.Χ.) έγραφε τους καθαρμούς και τους χρησμούς σε ποίηση. Ομοίως, ο Παυσανίας αναφέρει ότι στο μαντείο του Αμφιάραου υπήρχε ένας Κρητικός με το όνομα Ιοφών από την Κνωσό, που τους χρησμούς των εξηγητών τους έλεγε με εξάμετρους στίχους και μ΄ αυτούς είχαν φτιαχτεί ολόκληρα έπη.
Πάντως, η επίσημη εκδοχή των μελετητών θέλει την ομοιοκαταληξία να έρχεται στην Κρήτη κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας. «Από τα μέσα του ιε΄ αιώνα και πέρα, παρουσιάζεται η ρίμα σε δίστιχα και σπανιότερα σε πολύστιχες ομοιοκατάληκτες ρύμες» (Στυλιανός Αλεξίου, Κρητική Ανθολογία). Καθοριστικό ρόλο παίζει ο Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου. Οι ιστορικοί τοποθετούν χρονολογικά τη σύνθεση κατά το 1590. Το στιχούργημα έχει εμφανείς επιρροές από το γαλλικό μυθιστόρημα Paris et Vienne του 1432 και τον Μαινόμενο Ορλάνδο του Ariosto. Ο Ερωτόκριτος διαδίδεται από στόμα σε στόμα και σύντομα το νησί το απαγγέλλει από άκρη σ' άκρη. Πέρασε μισός αιώνας μέχρι το έργο να αποκτήσει έντυπη μορφή. Οι πηγές λένε ότι τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1713, φυσικά στη Βενετία, όπως και τα άλλα κρητικά έργα της εποχής, και ανατυπώθηκε (πράγμα σπάνιο) το 1737 λόγω της μεγάλης ζήτησης που είχε.
Έκτοτε γενιές ολόκληρες δεν έβρισκαν καλύτερη κληρονομιά να αφήσουν στα παιδιά τους από ένα αντίγραφο του Ερωτόκριτου. Ακόμη κι οι Τουρκοκρητικοί μυήθηκαν στη γλώσσα μαθαίνοντας τα πάθη της Αρετούσας. Η μελωδία που συνοδεύει σήμερα τα τραγούδια του -λένε- πως κατάγεται από την εποχή που γράφτηκε το έργο. Ένας σιγανός παραπονιάρικος σκοπός που αφήνει χώρο στην αφήγηση. Ο ίδιος σκοπός που ενέπνευσε κι ένα σωρό μεταγενέστερα κρητικά τραγούδια, που συχνά ξαναμπλέκουν τον Ερωτόκριτο στις ρύμες τους:


Είπα σου μη μπερδεύγεσαι
στση ζώνης μου τα κρούσσα,
γιατί θα σύρεις βάσανα
ωσάν την Αρετούσα!


Και κάπου εκεί –χρονικά, μάλλον αμέσως μετά τον Ερωτόκριτο- γεννιέται η κρητική μαντινάδα. Λακωνική, περιεκτική, ανεπιτήδευτη, προορισμένη να υμνήσει τον έρωτα, το θάνατο και την καθημερινότητα. Ο Μιχάλης Καυκαλάς επέμενε πως πρόκειται για «δίστιχο με δεκαπεντασύλλαβους και ομοιοκατάληκτους στίχους στη διάλεκτο της Κρήτης, που αποδίδει αυτοτελές και ολοκληρωμένο νόημα και διαθέτει ποιητικές αρετές». Στις μέρες μας η τελευταία φράση (περί ποιητικής αρετής) τείνει να ξεχαστεί. Οι μαντινάδες «σεργιανούν» μέσω SMS όλη τη χώρα παραμονές των εορτών, αφήνοντας την ψευδαίσθηση σε μερικά εκατομμύρια Έλληνες πως έγιναν μαντιναδολόγοι. Και φυσικά, ξεχνιούνται με την ίδια ακριβώς ευκολία, καθώς τίποτα το διαχρονικό και το ποιητικό δεν έχουν.
Κι όμως. Στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν λόγιοι και ποιητές ζήλευαν τη δύναμη του στίχου τους. Η ιστορία με τον Γιάννη Ρίτσο στ’ Ανώγεια είναι λίγο ως πολύ γνωστή. Κάποτε άκουσε μία μαντινάδα:

«Δε με φοβίζει ο θάνατος άλλα ‘ναι τα σπουδαία, το να αγαπάς να μη μπορείς να αλλάξεις την ιδέα»

Εντυπωσιάστηκε τόσο που ζήτησε αμέσως να γνωρίσει τον δημιουργό της. Και μόλις έμαθε πως είναι ο Αριστείδης Χαιρέτης είπε: «αυτή τη μαντινάδα έπρεπε να την έχω βγάλει εγώ. Τον άνθρωπο δεν τον ξέρω, αλλά για μένα είναι ποιητής». Παρόμοια ήταν η συγκίνηση κι ο σεβασμός όσων ασχολούνται με το είδος κάθε φορά που άκουγαν μία νέα δημιουργία του Γιώργη του Σταυρακάκη (Μιχαλόμπα) που έφυγε πρόσφατα από κοντά μας. Οι μαντινάδες του εξακολουθούν να αποτελούν τον ουσιαστικότερο ορισμό της παράδοσης, καθώς ενέγραψαν ήδη υποθήκες στις νεώτερες γενιές.

Τόπος που κάνει αντίλαλο
πληθαίνει τον καημό μου,
γιατί γρικώ δυο τρεις φορές
τον αναστεναγμό μου.


Στις μέρες μας η μαντινάδα μοιάζει με εμπορικό είδος που βγήκε σε μαζική παραγωγή. Η βιομηχανία των ήχων έχει επενδύσει πάνω της και δεν χρειάζεται να πιέσει καν για να αποκτήσει νέα σοδειά. Αρκεί μόνο να ενθαρρύνει όσους νομίζουν πως ξέρουν να γράφουν μαντινάδες. Στην πραγματικότητα όμως, οι μαντιναδολόγοι είναι λίγοι. «Κερδίσαμε ίσως την επιβίωση του είδους με τον τζερτζελέ αλλά αυτό που προκύπτει δεν είναι καν μαντινάδα: είναι ανοσιούργημα» είπε ο Γιώργης Καράτζης. Ο ίδιος ασχολείται 40 χρόνια περίπου με τη μαντινάδα κι έχει ντύσει με τους στίχους του μερικά από το γνωστότερα κι ωραιότερα τραγούδια μας.

Καράβι κάνω την καρδιά, την πεθυμιά κατάρτι, κι απλώνω σίγουρο πανί το νου μου τον αντάρτη.

Συζητώντας μαζί του διακρίνεις αμέσως ένα κοινό γνώρισμα των καλών μαντιναδολόγων που δεν κατέγραψε καμία φιλολογική ανάλυση: την σεμνότητα και το ήθος. «Χρειάζεται, λεει, γενικότερη παιδεία και μία εκλεπτυσμένη αίσθηση προσωπικής ευθύνης όσων ασχολούνται με τη μαντινάδα για να γλιτώσουμε από την επιπόλαιη αντιμετώπιση του είδους, με τα καλαμπούρια και τον λαϊκίστικο εντυπωσιασμό. Θεωρώ ότι η πληθώρα και η πολυενασχόληση που γίνεται με τη χρήση της Κρητικής μαντινάδας, η «υπερκατανάλωσή» της και τα πολλά ΜΜΕ που την «καλοπιάνουν», μοιραία την κακοποιεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό το εφεύρημα με το περίφημο «μισό». Λέει, δηλαδή, κάποιος τον πρώτο στίχο και καλεί το κοινό του να τον συμπληρώσει κατά βούληση. Μα η μαντινάδα είναι αυτοτελής ποιητικός λόγος κι με τέτοιες μεθόδους αυτόματα αναιρείται η ίδια της η υπόστασή.

Τη ζήση χάνει μοναχά
άνθρωπος σαν ποθάνει,
μα σκέψου δίχως έρωντα
πόσους θανάτους κάνει.


Άλλη εγκληματική πρακτική είναι το λεγόμενο «θέμα». Επιλέγει κάποιος το «φεγγάρι» ή τη «βιόλα» και παραδίδει ωσάν να ήταν δάσκαλος το θέμα των «εξετάσεων» στους διαγωνιζόμενους. Αυτό είναι διασυρμός για τη μαντινάδα».
Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και η άποψη του Μήτσου Σταυρακάκη. Οι στίχοι κι οι μαντινάδες του δέθηκαν άρρηκτα τα τελευταία 35 χρόνια με τις παραδοσιακές μας μουσικές μνήμες και τραγουδήθηκαν από τους καλύτερους λυράρηδες του νησιού.


Ο έρωτας κι ο θάνατος
ίδια σπαθιά βαστούνε
κι οι δυο με τρόπο ξαφνικό
και ύπουλο χτυπούνε.


«Δεν υπάρχει τρόπος να σταματήσει κανείς την κακοποίηση της κρητικής μαντινάδας. Ο μόνος τρόπος ίσως, είναι να αντιπαραθέσεις κάτι αξιόλογο, για να αποδεικνύεις την διαφορά σου από το σωρό. Έτσι κι αλλιώς, ο καταγγελτικός λόγος δεν αποδίδει. Βρίσκω πως ασχολούνται πλέον τόσο πολλοί με την μαντινάδα, γιατί τους παρακινούν ραδιόφωνα και τηλεοράσεις να συμμετάσχουν στο παζάρι που στήνεται. Αν λοιπόν κάποιος δεν έχει συγκρότηση και καλλιέργεια, πέφτει εύκολα στην παγίδα».


Κι ο πιο μεγάλος έρωτας
με το φεγγάρι μοιάζει.
Κάνει κι αυτός τον κύκλο του,
γεμίζει και αδειάζει.


Κι όμως η μαντινάδα για όσους την αγάπησαν κι ασχολήθηκαν με μεράκι μαζί της δεν υπήρξε ποτέ “μιντιακό” status. “Για μένα η μαντινάδα ήταν μονόδρομος, λέει ο κ. Σταυρακάκης. Στο χωριό μου ήταν ο μόνος τρόπος διασκέδασης, ο μόνος τρόπος να εξωτερικεύσεις τη σκέψη σου, τις έγνοιες σου, τους έρωτες σου. Ήταν τρόπος ζωής λοιπόν. Και μάλιστα χωρίς λεκτικές υπερβολές αλλά με σεμνότητα και λιτότητα. Στις μέρες μας την κακογουστιά δεν μπορεί να την σταματήσει κανείς πια. Μπορούμε ίσως μόνο να καλλιεργήσουμε το συλλογικό κριτήριο και να διαμορφώσουμε παιδεία γύρω από την μαντινάδα από το ίδιο το κύτταρο του σχολείου».

Βιόλα, απού σε μεγάλωσα
με τω ματιών το δάκρυ
εγώ περίμενα ανθούς
κι εσύ πετάς αγκάθι.


Οι εποχές αλλάζουν και η παιδεία ομοίως. Τριάντα χρόνια πριν ο Μάνος Χατζηδάκης θεωρούσε προσφορά στον πολιτισμό τον διαγωνισμό μαντινάδας που οργάνωσε στ’ Ανώγεια. Αν ζούσε σήμερα, το πιθανότερο θα ήταν να μην το διανοηθεί καν. Η παραπάνω μαντινάδα του Γιαλαύτη τότε πήρε το βραβείο. Χρόνια αργότερα ο Νίκος Γκάτσος δήλωσε γοητευμένος από ένα άλλο του στιχούργημα. Ήταν ακόμη οι καιροί που η ποίηση συνδιαλεγόταν με την κρητική παραδοσιακή ρίμα.

«Για μένα η μαντινάδα είναι η ίδια μου η έκφρασή, λέει ο Αριστείδης Χαιρέτης, κι αν κάτι με ταλαιπωρεί είναι το γεγονός πως το κακό παράγινε μ’ όσους ασυνείδητα ρημάζουν τη γλώσσα και το νόημα της, βάζοντας τα καλάσνικωφ και τα «4Χ4» στους στίχους. Η μαντινάδα δεν είναι παιχνίδι, για να χωρατέψουμε. Είναι η ίδια η Κρήτη και πρέπει να την σεβαστούμε».
Δεκατέσσερα χρόνια πριν ο αείμνηστος Κωστής Φραγκούλης έγραφε: Η μαντινιάδα, η μόνη κατεξοχήν κρητική γλωσσική μας έκφραση, που άντεξε στο χρόνο, μοιάζει από μακριά με βουνό εύκολο και βατό, ευάλωτο τοις πάσι. Όταν το πλησιάσεις όμως κι επιχειρήσεις την ανάβαση, θα δεις ότι πρόκειται για ένα όρος τραχύ, γεμάτο λέσκες, γκρεμούς και κακοτοπιές. Η μαντινιάδα μας τραβά «του ήλιου τα πάθη» στ’ ασεβή χείλη αυτοσχέδιων μαντινιαδολόγων, που βγαίνουνε σαν τσι χοχλιούς όντε βρέξει». Κι ο ίδιος δεν παρέλειπε και τις ποιητικές παραινέσεις επί του θέματος:

Μια μαντινιάδα θα σας πω κι εγώ με λίγα λόγια
με κόπους και με βάσανα κερδίζεται η τζόγια.
Γιατί απάνω στσι κορφές, στα χιόνια και στσι πάχνες
φυτρώνουν και μαυρομαχούν των ποιητών οι δάφνες
και πρέπει να ‘χει νάκαρα και τα’ αγριμιού τη χάρη
όποιος τσι ρέγεται να βγει, να κόψει ένα κλωνάρι.


από το διαδίκτυο

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2008

Ερωτόκριτος και Αρετούσα

Για σένα που αγαπάς το σκοπό
χωρίς να ξέρεις που βγάζει...



Αν κάτι πρωτοζήλεψα στα χωριά της Κρήτης είναι οι παλιές, μεστές και πανέμορφες μαντινάδες που ακούς. Γερόντισσες μαυροντυμένες πιάνουν και σου αραδιάζουν στις εξώπορτες αποσπάσματα από τον Ερωτόκριτο για καλωσόρισμα. Στα γλέντια οι ξακουστοί μαντιναδολόγοι κάθονται αντικρυστά και συνερίζονται ποιός θα καταφέρει να θυμηθεί μεγαλύτερο κομμάτι από το έργο του Βιτσέντζου Κορνάρου. "Να μην απορείς, μου πε κάποτε ένας τέτοιος γέροντας. Για μας είναι ο κρητικός Σαίξπηρ".


Tsi_Moiras.wma

417 χρόνια !!! Πώς να μην απορώ; Η Κρήτη από το 1590 -που τοποθετείται κατά προσέγγιση η συγγραφή του Ερωτόκριτου- διαδίδει από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά τα στιχάκια του. Σκέφτομαι αν έχουμε κάτι ανάλογα πολύτιμο και καλοφυλαγμένο στις παραδόσεις που κληρονομήσαμε και .. δεν το βρίσκω. Ο παπούς μου έλεγε όλο τον Ερωτόκριτο από στήθους. Το μόνο που επέμεινε να μάθει στα 11 παιδιά του ήταν αυτό. Κάποτε ο δάσκαλος πήγε σπίτι να του πει ότι η μικρή του κόρη, το στερνοπούλι του, είναι καλή στα γράμματα. Ο παπούς μου γέλασε περιφρονητικά και του 'πε: Ίντα λες δάσκαλε; Έντεκα κοπέλια έχω και τα δέκα μάθανε αμέσως τον Ερωτόκριτο. Μόνο αυτή δεν τον κατέχει ολόκληρο. Π' ανάθεμα τις βουλές που 'χετε οι γραμματιζούμενοι.

Ακούγοντας αυτές τις χαριτωμένες παλιές ιστορίες σκέφτομαι συχνά τις διαδρομές που έκανε η έννοια της μόρφωσης τα τελευταία χρόνια μας. Κάποτε όποιος κατάφερνε την πρόσθεση χωρίς να μετράει στα δάκτυλα ήταν φωστήρας. Αργότερα έπρεπε να ξέρει τριγωνομετρία, Άλγεβρα και Μαθηματικά. Σήμερα η κβαντική μηχανική δεν φτάνει ίσως. Κι όμως ο Ερωτόκριτος αποστηθίζεται ακόμη από τα κρητικόπουλα. Όχι ως μάθημα "κορμού" ή ως must της εκπαίδευσης ... αλλά ως ανάγκη να μπολιαστούν την ομορφιά του τόπου τους.
Erotokritos- Xilou...

Και καθώς συχνά νομίζουμε ότι ο μικρόκοσμός μας είναι δείγμα γραφής του σύμπαντος, ξαφνιάστηκα ακούγοντας ότι φίλοι καλοί και αγαπημένοι δεν έτυχε να διαβάσουν τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα. Κι αντί να αρχίσω με πάθος να τους προτρέπω να πάρουν την έντυπη έκδοση (έπεα πτερόεντα κάποτε οι προτροπές) σκέφτηκα να φτιάξω ένα μεγααααλο -και κουραστικό ίσως για κάποιους- ποστάριον εδώ και να εξαφανίσω κάθε δικαιολογία για τους "αδιάβαστους".

Αντί προλόγου να πω μόνο τους γνωστούς στίχους για τον ποιητή του έργου:

Στη Στείαν εγεννήθηκε, στη Στείαν ενεθράφη,
εκεί ’καμε κι εκόπιασεν ετούτα που σας γράφει.
Στο Κάστρον επαντρεύτηκε σαν αρμηνεύγ’ η φύση,
το τέλος του ’χει να γενεί όπου ο Θεός ορίσει.

Δεν ξέρουμε ωστόσο με σαφήνεια ποιός Κορνάρος (φαίνονται αρκετοί στα παλιά έγγραφα, όλοι τους γόνοι εξελληνισμένων Βενετών αρχόντων) από τους πολλούς Βιτσέντζους της εποχής έγραψε τον Ερωτόκριτο. Οι ιστορικοί τοποθετούν χρονολογικά τη σύνθεση κατά το 1590. Το έργο έχει εμφανείς επιρροές από το γαλλικό μυθιστόρημα Paris et Vienne του 1432 και τον Μαινόμενο Ορλάνδο του Ariosto. Οι στίχοι του διαδίδονται από στόμα σε στόμα και ήδη το 1645 (αρχές της επίθεσης των Τούρκων στην Κρήτη) το νησί το απαγγέλει από άκρη σ' άκρη.
Πέρασε μισός αιώνας μέχρι το έργο να αποκτήσει έντυπη μορφή. Οι πηγές λένε ότι τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1713, φυσικά στη Βενετία, όπως και τα άλλα κρητικά έργα της εποχής, και ανατυπώθηκε (πράγμα σπάνιο) το 1737 λόγω της μεγάλης ζήτησης που είχε. Από την πρώτη εκείνη έκδοση σώζεται ένα και μοναδικό αντίτυπο, που φυλάσσεται στη Γεννάδιο Βιβλιοθήκη, στην Αθήνα.
Το 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ού κυκλοφόρησε με τη μορφή λαϊκής φυλλάδας σε πάρα πολλές εκδόσεις, δυστυχώς πρόχειρες και με πολλά λάθη, και διαβάστηκε τόσο πολύ, που ο μεγάλος λαογράφος Νικόλαος Πολίτης (1852-1921) το 1909 έγραφε:
Μέχρις εσχάτων δε και αλλαχού μεν της Ελλάδος, αλλά προπάντως εν Κρήτη, πολλοί εκ της συχνής αναγνώσεων εγίνωσκον από μνήμης μακρά αποσπάσματα, ώστε ως παρατηρεί ο Κρης Ι. Μ. Δαμβέργης, και αν ήθελον τυχόν απολεσθή πάντα τ’ αντίτυπα αυτού, το έπος ηδύνατο ν’ απαρτισθή πάλιν ολόκληρον εκ του στόματος Κρησσών και Κρητών, «οίτινες και νυν έτι αποστηθίζοντες, μεταδίδουν αυτό διά στόματος απ’ αρχής μέχρι τέλους εις τα τέκνα και τους φίλους των». Γενιές ολόκληρες δεν έβρισκαν καλύτερη κληρονομιά να αφήσουν στα παιδιά τους από ένα αντίγραφο του Ερωτόκριτου. Ακόμη κι οι Τουρκοκρητικοί μυήθηκαν στη γλώσσα μαθαίνοντας τα πάθη της Αρετούσας.
Υπάρχουν μαρτυρίες σε χωριά της Σητείας στις αρχές του 20ου αιώνα για το πόσο πολύτιμο θεωρείτο το πόνημα του Κορνάρου που άλλοτε αναφέρεται σε διαθήκες κι άλλοτε "μοιράζεται" με τρόπο παράδοξο. Πολλά αντίγραφα βρέθηκαν στην Κρήτη σκισμένα ή κομμένα. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία που λέγεται στην Αχλαδιά της Σητείας: τρία αδέρφια μοίραζαν την περιουσία τους κι ανάμεσα σε όσα κληρονόμησαν από τα γονικά τους ήταν και το βιβλίο του Ερωτόκριτου. Κανείς δεν ήθελε να το αποχωριστεί. Σκέφτηκαν να το μοιράσουν σε αποσπάσματα στην αρχή. Αλλά κι εκεί διαφώνησαν. Στο τέλος -για να γίνει δίκαιη μοιρασιά- βάλανε το βιβλίο κάτω και το έκοψαν κατά πλάτος σε τρία ισόποσα μέρη. Όμοια κομμένα βιβλία βρέθηκαν σε μιτάτα του Ψηλορείτη και στα Σφακιά.
Η μελωδία που συνοδεύει σήμερα τα τραγούδια του -λένε- πως κατάγεται από την εποχή που γράφτηκε το έργο. Ένας σιγανός παραπονιάρικος σκοπός που αφήνει χώρο στην αφήγηση.

Erotokritos.mp3

Ο ίδιος σκοπός που ενέπνευσε κι ένα σωρό μεταγενέστερα κρητικά τραγούδια, που συχνά ξαναμπλέκουν τον Ερωτόκριτο στις ρύμες τους:

Είπα σου μη μπερδεύγεσαι στση ζώνης μου τα κρούσσα,
γιατί θα σύρεις βάσανα ωσάν την Αρετούσα!

(Ν. Ξυλούρης, δίσκος «Τα που θυμούμαι τραγουδώ», Columbia 1975)

Γιατί μπαίνω στον κόπο; Δεν βρίσκω καλύτερη απάντηση από όσα έγραψε ο Κωστής Παλαμάς για τον Βιτσέντζο Κορνάρο: Ντροπή στο Έθνος που ακόμα δεν κατάλαβε, ύστερ’ από πέντε αιώνων περπάτημα, πως ο ποιητής του Ερωτόκριτου, αυτός είναι ο «μέγας του Ελληνικού Έθνους και αθάνατος ποιητής»!

Μία από τις καλύτερες επεξεργασίες πάνω στην αρχική έκδοση του 1713 (έκδοση Βενετίας) έκανε ο αείμνηστος Γιώργος Σαββίδης. Και καθώς το έργο -ευτυχώς- δεν έχει συγγραφικά δικαιώματα να το περιορίζουν θα το βρείτε ολόκληρο εδώ.

Ο τόπος και ο χρόνος της ιστορίας παραμένουν αιωρούμενα σε μία ασάφεια. Αρχικά, η υπόθεση του ποιήματος φαίνεται να λαμβάνει χώρα στην Αρχαία Αθήνα, επί των ημερών του βασιλιά Ηράκλη (μυθικό πρόσωπο) αλλά στη συνέχεια ο ποιητής εισάγει πρόσωπα, γεγονότα και τόπους που αναφέρονται στο Μεσαίωνα και στην εποχή του. Η υπόθεση του έργου περιστρέφεται γύρω από τον έρωτα του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας, κόρης του βασιλιά, ένας έρωτας ο οποίος χρησιμεύει ως άξονας στον ποιητή για να υμνήσει τη φιλία, την ανδρεία και την αγάπη προς τη πατρίδα.
Ο Ερωτόκριτος ήταν γιός του Πεζόστρατου, συμβούλου του βασιλιά, ανήκοντας έτσι σε κατώτερη κοινωνική τάξη από την πριγκίπησα, κάτι που καθιστούσε αδύνατη οποιαδήποτε σχέση μεταξύ τους. Ο ερωτοχτυπημένος νέος, μην έχοντας τη δυνατότητα να εκδηλώσει την αγάπη του προς την Αρετούσα, τραγουδά μεταμφιεσμένος κάτω από το παράθυρό της τα βράδια, ενώ η πριγκίπησα αναπτύσσει σιγά-σιγά αισθήματα προς τον άγνωστο τραγουδιστή. Οταν ο Ερωτόκριτος αναγκάζεται, μαζί με το φίλο του Πολύδωρο, να σκοτώσει δέκα από τους σωματοφύλακες του βασιλιά που είχαν σταλεί για να τον συλλάβουν, αυτοεξορίζεται στην πόλη του Εγρίπου, όπου προσπαθεί αποτυχημένα να ξεχάσει τον έρωτά του.

Η Αρετή, όταν ο άγνωστος τραγουδιστής παύει να ακούγεται κάτω από το παράθυρό της τα βράδια, ανακαλύπτει πόσο της λείπει. Σε μια επίσκεψη της Αρετής στο σπίτι του Πεζόστρατου, του πατέρα του Ερωτόκριτου, η νέα ανακαλύπτει τα τραγούδια και την εικόνα της, μαθαίνοντας έτσι την ταυτότητα του θαυμαστή της και -τότε- πέφτει πια σε βαθιά θλίψη. Θέλοντας να διασκεδάσει την κόρη του, ο βασιλιάς Ηράκλης διοργανώνει αγώνες κονταρομαχίας, όπου καλούνται οι διαπρεπέστεροι ευγενείς της εποχής. Στους αγώνες λαμβάνει μέρος και ο Ερωτόκριτος, ο οποίος έρχεται νικητής και στεφανώνεται από τα χέρια της αγαπημένης του πριγκίπησας. Παίρνοντας θάρρος από τη νίκη του, ο νέος τολμά να ζητήσει σε γάμο την αγαπημένη του από τον πατέρα της, το βασιλιά. Μαντατοφόρο στέλνει τον δικό του πατέρα, τον Πεζόστρατο. Ο Ηράκλης όμως εξοργίζεται, αποπέμπει το σύμβουλό του, εξορίζει τον Ερωτόκριτο και διατάζει την κόρη του να παντρευτεί τον διάδοχο του θρόνου του Βυζαντίου. Η Αρετή αρνείται και ο Ηράκλης την κλείνει σε ένα σκοτεινό και υγρό μπουντρούμι, μαζί με την παραμάνα της, όπου για μία πενταετία, υφιστάμενες πολλές κακουχίες κι οι δυό τους. Την ίδια εποχή, ο βασιλιάς της Βλαχίας Βλαντίστρατος κηρύσσει τον πόλεμο στην Αθήνα και εισβάλλει με το στρατό του προκαλώντας τεράστιες καταστροφές. Ο Ερωτόκριτος πονά μαθαίνοντας στην εξορία τα νέα του τόπου του. Κάποτε αποφασίζει να δράσει.Αφού πίνει ένα μαγικό υγρό που αλλάζει την εξωτερική του εμφάνιση, έρχεται να βοηθήσει την πατρίδα του και προκαλεί τεράστιες απώλειες στον εχθρικό στρατό, ενώ σε μια από τις συγκρούσεις σώζει τη ζωή του, γέροντα πλέον, βασιλιά Ηράκλη και του φίλου του Πολύδωρου. Dimotika Kritika X...

Η τύχη του πολέμου κρίνεται σε μια επική μονομαχία του Ερωτόκριτου με τον ανηψιό του βασιλιά της Βλαχίας, τον Άριστο. Ο Ερωτόκριτος νικά, σκοτώνοντας τον αντίπαλό του αλλά τραυματίζεται ο ίδιος σοβαρά. Οι Βλάχοι αποσύρονται, οπότε ο Ερωτόκριτος μεταφέρεται στα βασιλικά ανάκτορα, στο δωμάτιο και το κρεββάτι της Αρετής, όπου και μένει αρκετό καιρό μέχρι να θεραπευτεί. Μετά, ο βασιλιάς Ηράκλης θέλοντας να του εκφράσει την ευγνωμοσύνη του, προσφέρεται να τον υιοθετήσει και να του παραχωρήσει το μισό του βασίλειο. Ο ήρωας όμως αρνείται και ζητά να απελευθερωθεί η Αρετή και να του επιτραπεί να την παντρευτεί. Αρχικά η πριγκίπησα αρνείται να παντρευτεί τον άγνωστο, οπότε ο Ερωτόκριτος πηγαίνει ο ίδιος να την αναζητήσει και, διαπιστώνοντας την πίστη της στην αγάπη του τόσα χρόνια, αποκαλύπτει την πραγματική του μορφή. Το τέλος θα το αφήσω μετέωρο, μπας και πείσω όσους το αγνοούν να το ανακαλύψουν διαβάζοντας :)
** Πολύτιμες πηγές το Εργαστήρι της Κρητικής μουσικής και το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2008

Η γοητεία της συν-τροφιάς στο τραπέζι


Μιλώ συχνά για τον πολιτισμό της γεύσης και της κρητικής κουζίνας. Δεν είναι μία απλή καθημερινή λειτουργία. Ανάγκη τροφής και επιβίωσης. Είναι θαρρώ μία βαθύτερη πολιτιστική κληρονομιά που κινδυνεύουμε να απωλέσουμε εξ' αιτίας των ασφυκτικών σύγχρονων ρυθμών. Η σοφία των ελληνικών λέξεων ήθελε το τραπέζι συν-τροφικό. Μία συν-ήθεια (!) που κοντεύουμε να ξεχάσουμε. Ο Τάσος Μπουλμέτης μας συνεπήρε -σχετικά- με την Πολίτικη Κουζίνα του, θυμίζοντάς μας ότι δεν πρόκειται απλώς για ανάγκη θρέψης αλλά για ανάγκη επικοινωνίας. Η τάση να αντιγράφουμε συνταγές επέστρεψε με αρωγό την ελληνική τηλεόραση και φιγούρες όπως η Βέφα και ο Μαμαλάκης. Όμως πόσοι διαβάζουν πλέον ανάμεσα στα γράμματα των συνταγών τις ιστορίες των τόπων και των ανθρώπων τους? Ο Μπουλμέτης λέει ότι ... "η Πολίτικη Κουζίνα είναι πικάντικη. Κι αυτό γιατί παλιά, η Κωνσταντινούπολη ήταν μια κοσμόπολη. Άνθρωποι απo όλο τον κόσμο φεύγανε από τους τόπους τους και πήγαιναν στην Πόλη για να φτιάξουν μια καλύτερη τύχη. Τις ιστορίες του τόπου τους, για να μην τις ξεχάσουν, τις έβαζαν μέσα στο φαγητό τους. Ό,τι κουβαλούσαν από τον τόπο τους ήταν δυο δράμια πιπέρι, λίγη ρίγανη, ένα κομμάτι σαφράνι. Και μόλις κατάφερναν να στεριώσουν, τότε πάλι κάτι συνέβαινε και έπρεπε να φύγουν ξανά. Η Πολίτικη Κουζίνα είναι και Πολιτική γιατί είναι φτιαγμένη από ανθρώπους που άφησαν το φαί τους στη μέση, κάπου αλλού". Κι η Κρητική Κουζίνα έχει τις δικές της "πολιτικές". Είναι η τροφή των ανθρώπων της υπαίθρου, που την κουβαλούν στον ίσκιο μιάς ελιάς το απομεσήμερο για να κολατσίσουν στο χωράφι. Είναι το τσουκάλι που στήθηκε τα χαράματα, πριν ξεκινήσει ο τρύγος. Είναι το οφτό και το αντικρυστό κρέας της χαράς και του γάμου. Το ξομπλιαστό περίτεχνο κουλούρι της νύφης. Οι δίπλες, τα ξεροτήγανα και τα καλιτσούνια που γλυκαίνουν τις στιγμές και τις γεύσεις. Η ρακή και το μυρωδάτο κοκκινέλι που λύνει τις γλώσσες. Αλλά κυρίως η κρητική κουζίνα είναι η παρέα. Όλη η προετοιμασία σε κάθε γεύμα αυτό θυμάται κι αυτό στοχάζεται: Πως θα βρεθούν όλοι μαζί γύρω από ένα τραπέζι, θα φάνε, θα πιούνε και θα ευθυμήσουν. Όποιος βρέθηκε σε ορεινό χωριό της Κρήτης (από κείνα που δεν αλλοτριώθηκαν ακόμη) άκουσε τις φωνές των γυναικών το πρωί να συννενοούνται για το μεσημεριανό φαγητό. Δεν είναι η μίζερη και τυπική διαδικασία που μας θέλει στις πόλεις να κλεινόμαστε στις τραπεζαρίες μας και να καταναλώνουμε κάτι πρόχειρο μπροστά στην τηλεόραση. Το ακριβώς αντίθετο. Συννενοούνται από νωρίς σε ποιά αυλή θα στρωθεί το μεσημεριανό τραπέζι. Και μαγειρεύουν όλες από κάτι. Τις Κυριακές η κουβέντα γίνεται στο προαύλιο της εκκλησίας. Η Κρητική κουζίνα έχει ένα αναγκαίο συστατικό. Πιο πολύτιμο από το αλάτι, το πιπέρι και τον δυόσμο. θέλει παρέα. Θέλει γλεντζέδες έτοιμους να πιούν και να πουν. Αυτό το περιβόητο το "όταν τρώνε δεν μιλάνε" δεν ισχύει στην Κρήτη. Και στο τραπέζι οι μεζέδες απλώνονται ενώπιον όλων. Κοινοί. Εκεί, καταμεσής. Χωρίς σερβίρισμα στο πιάτο "σου". Στην κρητική παραδοσιακή κουζίνα το μόνο που είναι "σου" είναι το πηρούνι και το ποτήρι. Το πρώτο για να "αλητεύει" στις γεύσεις όλου του τραπεζιού και το δεύτερο για να αδειάζει συχνά. "Τάξε πως είναι τρύπιο" θα λέει κάποιος στην παρέα και οι υπόλοιποι θα γελούν. Κοινωνώντας συχνά σε τέτοια γεύματα, εντυπωσιάζομαι από το κέφι και την ανεπιτήδευτη ευθυμία. Τα ανέκδοτα αντικαθιστούν το επιδόρπιο. Όταν τα μάτια και το στομάχι χορτάσουν γεύσεις, αρχίζουν τα ανέκδοτα. Για να χορτάσει γέλιο κι η ψυχή. Οι ατόφιοι κρητικοί -αυτή η παλιά ανόθευτη γεννιά- έχουν ένα τρόπο να μην υποκρίνονται στην πονηράδα και να μπλέκουν το σεξ και τα πικάντικα αστεία σε κάθε τους τραπέζωμα. Έναν τρόπο, που χωρίς να προσβάλει, φέρνει στο τραπέζι ιστορίες με χήρες και "καλοπαντρεμένες" ή παθήματα "κουζουλών" που σε κάνουν να ξεκαρδίζεσαι στα γέλια. Όχι ανέκδοτα με τον Τοτό και τους φίλους του αλλά εύθυμες ιστορίες από την ζωή των ανθρώπων και του τόπου. Η Κρητική κουζίνα δεν έχει βαριά μπαχάρια. Έχει όμως πολλά μυρωδικά. Στοχεύει σε όλες τις αισθήσεις, χωρίς να ξεχνά να καλοπιάσει την όσφρηση. Ο δυόσμος, ο βασιλικός κι η αμπερόζα είναι φυτεμένα σε κάθε αυλή και σε πρώτη ζήτηση για να ριχτούν στο φαγητό. Το ελαιόλαδο είναι η βάση σε κάθε μαγείρεμα. Η ρακή προϋπαντίζει πάντα τους μεζέδες και τα ορεκτικά. Και το κρασί συνοδεύει σαν ιπποτικός σύντροφος όλη την τελετουργία. Όμως το πιο σημαντικό συστατικό της κρητικής διατροφής -αυτό που θαρρώ πως άδικα δεν κατέγραψε η περιβόητη μελέτη των 7 χωρών της δεκαετίας του 60- είναι η συν-τροφιά. Η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας θεώρησε ότι το χαμηλότερο ποσοστό θνησιμότητας το 'χε η Κρήτη λόγω των φρούτων, των λαχανικών, των οσπρίων και του ελαιολάδου. Σφό και επιστημονικά τεκμηριωμένο! Αλλά εγώ επιμένω πως το κρυφό συστατικό ήταν η παρέα, το γέλιο, η ευθυμία και η φιλοτιμία. Ο κρητικός δεν τρώει μόνος του. Θέλει να μοιραστεί τα καλούδια του με τους φίλους του. Θέλει να νοιώσει τις καρέκλες στριμωγμένες γύρω από το τραπέζι του και να μοιράσει απλόχερα το κρασί και τα ανέκδοτά του. Να ξεκρεμάσει τη λύρα -μόλις μαζευτούν τα πιάτα- και να αρχίσει τις μαντινάδες, παρασύροντας και όλους τους συν-δαιτημόνες στο τραγούδι του. Και μετά θέλει να χορέψει. Να μερώσει και την ψυχή και το σώμα του στον ήχο της κονδυλιάς. Και δεν είναι λίγες οι φορές που το γεύμα γίνεται .. δείπνο. Κι αν ο διατροφικός πολιτισμός είναι δείγμα ιστορικών εμπειριών, κι αν η κουζίνα έχει πολιτικές, τότε στο παρελθόν η Κρήτη κατείχε την κουζίνα της .. διπλωματίας. Πλάι στην "αψάδα" και την οξυθυμία του ο κρητικός είχε να αντιπαραβάλει την τελετουργία του κρητικού τραπεζιού. Εκεί κάθιζε Αγάδες και προεστούς και τους έφερνε στα νερά του. Με γεύσεις, με μουσικές, με καλαμπούρια και με κρασί. Εκεί οργάνωνε "κλεψιές" για τα όμορφα κοριτσόπουλα του χωριού. Εκεί συνομωτούσε κάτω από τα μουστάκια των κατακτητών του. Άλλωστε, η διάρκεια των κρητικών τραπεζωμάτων ήταν παροιμιώδης και υπεράνω πάσης υποψίας. Εκεί "σταύρωνε" βλέμματα και ερωτευόταν. Εκεί αγόραζε και πουλούσε κτήματα. Εκεί στέριωνε σχέσεις ζωής. Όλα γύρω από ένα παραδοσιακό κρητικό συν-τροφικό φαγητό. Όλα "μαζί". Γιατί η κρητική κουζίνα αυτό το αλάτι βάζει: το "μαζί"._

από το διαδίκτυο

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2008

Λαική Τέχνη

Η ΚΡΗΤΗ και όλες οι άλλες περιφέρειες της Ελλάδος έχει άξια λόγου παράδοση λαϊκής τέχνης, που είναι τόσο παλιά όσο και ο πολιτισμός του νησιού. Από την νεοελληνική ήδη εποχή, όπως μαρτυρούν τα τόσα αρχαιολογικά ευρήματά της, στην Κρήτη υπήρχε ανεπτυγμένη χειροτεχνία, που διατηρήθηκε και μέχρι σήμερα παρά την μεγάλη ανάπτυξη ομοειδών βιομηχανικών προϊόντων.
Ο κρητικός λαός ήταν υποχρεωμένος, σε όλη την διάρκεια της ιστορίας του, να θεραπεύη τις ανάγκες του μόνος του, εξ αιτίας των σκληρών συνθηκών δουλείας που βρισκόταν. Έτσι κατώρθωσε να αναπτύξη σε μεγάλο βαθμό τις χειροτεχνικές του δημιουργίες, ώστε να παρέχη ένα σημαντικό πρόσθετο εισόδημα στην ζωή και να καλύπτη τις άμεσες ανάγκες του σε είδη ρουχισμού και οικιακής χρήσεως. Δεν υπήρχε κρητικό σπίτι που να μην είχε το «αργαστήρι» «τελάρο» του (αργαλειός). Ήταν το πρώτο και απαραίτητο εργαλείο κάθε γυναίκας. Αυτή η χωρική γυναίκα διατήρησε την πατροπαράδοτη τεχνική αρμονία στην σύνθεση, στα χρώματα και στα σχέδια. Αυτή διαφύλαξε μέσα της τις μορφές και τα σχήματα, κατά την μακρόχρονη κατοχή της Κρήτης από τους ξένους δυνάστες, ένα μεγάλο μέρος της εθνικής ψυχής.
Εκτός όμως από την υφαντική σημαντική ανάπτυξη είχε και η πλεκτική και η κεντητική. Πολύ χαρακτηριστική άλλωστε είναι και η «κρητική βελονιά» με τα υπέροχα σχέδια και τους ωραίους χρωματισμούς.
Άλλες αξιόλογες χειροτεχνικές εκδηλώσεις ήταν η μαχαιροποιϊα, πηγή σημαντικού εισοδήματος της δυτικής προπάντων Κρήτης, η αργυροχοϊα, η κανιστροπλεκτική. Με αυτήν απασχολούνταν άλλοτε περισσότερο οι χωρικές, που χρησιμοποιούσαν στελέχη κορμών σίτου ή καλάμια, τις λεγόμενες «ράπες». Τα συνηθισμένα μεγάλα καλάθια ήταν έργο ανδρικών χεριών. Η ξυλογλυπτική, που ήταν συνυφασμένη με την θρησκευτική, την βυζαντινή παράδοση, βρίσκει την αποθέωσή της στα τέμπλα των εκκλησιών, στους άμβωνες και τους δεσποτικούς θρόνους και τέλος στην κατασκευή της λύρας. Το είδος αυτό της τέχνης έχει περιορισθή σε ελάχιστα χέρια, λόγω και της περιωρισμένης χρήσεως της λύρας, που έχει αντικατασταθή με το βιολί. Η λαϊκή τέχνη χωρίζεται στην χωρική και την αστική λαϊκή τέχνη.

Η αστική είναι η εξέλιξη της χωρικής, με μικρές επιρροές απ’έξω, ιδίως από την Βενετία. Και οι δύο πάντως προσελκύουν τον γενικό θαυμασμό, γιατί είναι δημιούργημα ατομικής προωτοβουλίας, που με αποστολικό ενθουσιασμό και πίστη διατηρήθηκε στους αιώνες.
Δυστυχώς ο σημερινός τεχνικός πολιτισμός εκμηδένισε την χειροτεχνική παραγωγή. Μόνο στον αγροτικό πληθυσμό βλέπομε ακόμα τα τελευταία δείγματα των προϊόντων της.


"Στο Θραψανό κάνουν σταμνιά κι ο κόσμος τα ψωνίζειΚαι πίνει δροσερό νερό και τόνε σποταλίζει".



Μαντινάδες του αργαλειού

Χαράς τση το τσή μάνας σου που σ’έμαθε να φαίνης

Κι όντε κτυπάς το πέταλο το νού τ’ ανθρώπου παίρνεις.
Μαλαματένιο τ’ αργαλειό και φίλντισι το κτένι

Και μια κοπέλλα λυγερή που τραγουδά και φαίνει.


Τιμή μεγάλη και τρανή που’ν’ αργαλειός στο σπίτι,

Το κάθε δόντι του κτενιού αξίζει μαργαρίτη.
Χτύπα τα πέταλα γερά και κάμε τα προυκιά σου

Σφιχτό για νάναι το πανί νάχης την ζεστασιά του.


Πώς ρέγομαι τον αργαλειό κι όντε κτυπά το κτένι

Και μια κοπέλλα όμορφη να τραγουδά, να ‘φαίνη.
Το κένημα ‘ναι γλέντισμα κι η ρόκα ‘ναι σεριάνι

Και ο παντέρμος αργαλειός είναι σκλαβιά μεγάλη.

Όλη ‘ναι η θάλασσα αργαλειός
Κι η Κρήτη κάθεται κι υφαίνει.

Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ

από το διαδίκτυο



Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2008

Όνειρα μέσα σε πυθάρια



Eίναι παράξενα μερικά πράγματα στη ζωή.Έρχονται αιφνιδιαστικά.Εκεί που δεν τα περιμένεις. Και σε κάνουν να κοιτάξεις τη ζωή με άλλα μάτια. Με άλλα χρώματα.Από άλλη οπτική γωνία.
Αυτό συνέβη και σε μένα.'Ηρθε στη ζωή μου κάτι πολύ όμορφο.Πολύ γλυκό. Κάτι που θα ήθελα να μείνει.Να υπάρχει. Κάνω όνειρα.Σκαρώνω το σκαρί το πλοιού μας.Ζωγραφίζω το λιμάνι που θα αράξουμε τις ζωές μας.Ήρεμα.Γαλήνια...

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2008

Ο κύκλος στο σταυροδρόμι



Η Κρήτη φημίζεται για την ιστορία της αλλά και για τους θρύλους της. Τις περίεργες εκείνες διηγήσεις μυθικού χαρακτήρα, που διαδίδονται από γενιά σε γενιά, και απλώνουν ένα μανδύα μυστηρίου και μαγείας σε γεγονότα και φαινόμενα που δύσκολα μπορεί ο λαός να εξηγήσει και έχει ανάγκη να τα εξυψώσει στη σφαίρα του μυθικού.

Σε ένα τέτοιο θρύλο, είναι αφιερωμένες οι επόμενες σελίδες. Στον «κύκλο στο σταυροδρόμι», που περιγράφει τη μαγική διαδικασία, με την οποία οι λυράρηδες μάθαιναν να παίζουν, με περισσή τέχνη, το αντιπροσωπευτικότερο ίσως όργανο της Κρήτης.... Σύμφωνα λοιπόν με τον θρύλο αυτό, όποιος θέλει να μάθει να παίζει καλά τη λύρα πηγαίνει κατά τα μεσάνυχτα σ’ ένα έρημο σταυροδρόμι και εκεί χαράζει κάτω στη γη, μ’ ένα μαυρομάνικο μαχαίρι, ένα γύρο (=κύκλο). Μέσα εκεί κάθεται και παίζει. Σε λίγο έρχονται από παντού νεράιδες και τον περιτριγυρίζουν. Ο σκοπός τους δεν είναι καλός, γιατί θέλουν να τον πατάξουν. Μα αφού δεν μπορούν να μπουν στο γύρο, προσπαθούν με κάθε τρόπο να τον ξεπλανέψουν και να τον τραβήξουν έξω. Και του λένε γλυκά λόγια και όμορφα τραγούδια και του κάνουν χίλια δυο τσακίσματα. Μα εκείνος, αν είναι φρόνιμος, κάνει πέτρα την καρδιά και εξακολουθεί να παίζει ατάραχος τη λύρα. «Μα δεν την ξέρεις» του λένε, σαν δουν πως πάνε τα πλανέματά τους χαμένα. «Τί την παίζεις και χάνεις χρόνο;» «Έτσι την έμαθα, έτσι την παίζω» αποκρίνεται ο λυράρης, «Τι σας νοιάζει» «Μπά, τίποτα» του λένε, «μόνο αν θέλεις σε μαθαίνουμε να παίζεις λύρα, λύρα που να χορεύουνε και οι πέτρες.» Και τον παρακαλούν να βγει από τον γύρο. Εκείνος δεν τις ακούει. Ύστερα από πολλά του ζητούν μόνο τη λύρα. Ο λυράρης τη δίνει , μόνο φυλάγεται να μην βγάλει έξω από το γύρο το χέρι του ή άλλο μέρος από το σώμα του, γιατί κόβεται ή τρελαίνεται. Παίρνει τότε μια νεράιδα τη λύρα, την παίζει λίγες στιγμές, με πολλή τέχνη, και του τη δίνει πίσω πάλι, με δυσαρέσκεια, λέγοντας: «Πάρε την. Εσύ δεν μας πιστεύεις να βγεις έξω και εμείς θα σου μάθουμε;» Ο λυράρης, όμως, τίποτα, δεν ακούει, και αρχίζει πάλι να παίζει τη λύρα του άτεχνα. Οι νεράιδες που θέλουν να τον βλάψουν, κάνουν πολλές φορές το ίδιο για να ξεγελαστεί κάποια στιγμή και να βγάλει παραέξω το χέρι του. Στο τέλος, όταν κράξει ο πετεινός, για να μην τους βρει η μέρα, του ζητούν να τους δώσει ένα, ό,τι να ’ναι, προκειμένου να τον μάθουν. Και εκείνος βγάζει την άκρη από το μικρό του δάχτυλο και αυτές το κόβουν αμέσως. Όμως δεν τον γελούν. Σε λίγο, τον μαθαίνουν να παίζει σαν αυτές και ύστερα χάνονται. Γι’ αυτό, ένας καλός λυράρης, άμα τον παινούν πως έχει καλές κοντυλιές, λέει καμιά φορά: «Αμ, είντα θαρρείτε; Εγώ την λύρα την έμαθα στο σταυροδρόμι.» Από τις νεράιδες, σύμφωνα με τον παραπάνω θρύλο της Κρήτης, τον «κύκλο στο σταυροδρόμι» μάθαιναν οι καλοί λυράρηδες την τέχνη της λύρας, γεγονός που επιβεβαιώνει την ευρύτατα διαδεδομένη πίστη των ανθρώπων σε θεούς δασκάλους και πατέρες ή προστάτες των τεχνών. Στο πλαίσιο της πίστης αυτής, τοποθετείται και η αντίληψη για τη θεϊκή καταγωγή της μουσικής. Η πρώτη λύρα λέγεται ότι φτιάχτηκε από τον Ερμή, από καύκαλο χελώνας, δέρμα βοδιού και έντερα αρνιού, την οποία χάρισε στον Απόλλωνα και αυτός με τη σειρά του στο γιο του Ορφέα που μάγευε τη φύση, τα ζώα και τα φυτά με τη μουσική του. Κάποιες φορές, τις όμορφες νεράιδες αντικαθιστούν φοβεροί και τρομεροί δαίμονες, οι οποίοι αναλαμβάνουν το έργο της εκπαίδευσης του λυράρη. Στην αρχή χορεύουν όλοι μαζί γύρω του και στο τέλος τον πλησιάζουν και του πιάνουν την κουβέντα. Εκείνος όμως δεν πρέπει να βγάλει άχνα γιατί αν μιλήσει θα του πάρουν τη μιλιά και θα βουβαθεί. Οι δαίμονες ευχαριστιούνται από την εξυπηρέτηση που αυτός τους κάνει , συνοδεύοντας με λύρα το χορό τους και θέλουν να του ανταποδώσουν τη χάρη. Έτσι, πλησιάζει ο αρχηγός, παίρνει τη λύρα από τα χέρια του, την κουρντίζει και την επιστρέφει. Από τη στιγμή αυτή, ο οργανοπαίχτης γίνεται άσσος της λύρας, τόσο, που θα’ λεγε κανείς ότι μόνα τους παίζουν τα δάχτυλά του.


Ελίνα Μεταξάκη
(Πλήρες άρθρο στο τεύχος νο 76 των ΣΤΙΓΜΩΝ)

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2008

Ελληνικοί Μύθοι στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης

Μετά τα επιτυχημένα εικαστικά αφιερώματα με θέμα ”Μια Θάλασσα Μικρή” (με 26 συμμετέχοντες καλλιτέχνες) και ”Ενυδρείο”, (με 34 συμμετέχοντες καλλιτέχνες) για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, ο χώρος τέχνης του ξενοδοχείου ”St Nicolas Bay” στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης, φιλοξενεί από τον Αύγουστο και έως τις 31 Οκτωβρίου 2006 μια νέα ενότητα έργων με τίτλο ”Ελληνικοί Μύθοι”.

Σε επιμέλεια της Ιστορικού της Τέχνης Ίριδας Κρητικού, 40 εικαστικοί καλλιτέχνεςδιαφορετικά ευρήματα, τεχνικές και υλικά. εξερευνούν τους ελληνικούς μύθους, ξεκινώντας από ποικίλες θεματικές αφετηρίες και χρησιμοποιώντας

Πρόκειται για τους: Αγγελή Ηώ, Αγγελίδου Δάφνη, Αλκαλάη Άρτεμις, Βάγκνερ Έφη, Βορρέ Γιώργο, Γεωργίου Κωστή, Γιαννακάκη Μαρία, Γρηγορίου Μαρία, Δάρρα Χριστίνα, Δέδε Γιάννη, Δημητρακοπούλου Τάνια, Ζαχαράκη Έλσα, Ιωαννίδου Κατερίνα, Καγκλή Τζουλιάνο, Καλαφάτη Νίκο, Καλογεροπούλου Σοφία, Κεχαγιόγλου Χρήστο, Κοκονάκη Αγγελική, Κοττάκη Μάρθα, Κωστούρο Κωνσταντίνο, Μαθιού άνα, Μακρή Αγγελική, Ματζαβίνο Τάσο, Μαρούδα Καλλιρόη, Μάτσα Αλίνα, Μαυροφόρου Εσθήρ, Μόραλη Χριστίνα, Μπεχράκη Βένια,Μπουκογιάννη Ντόλλυ, Ντάσιο Δημήτρη, Παπαδημητρίου Έλενα, Παπαδόπουλο Γιάννη, Παπατριανταφυλλόπουλο Κώστα, Παυλίδη Γιάννη, Σκουρογιάννη Δημήτρη, Σπαθάρη Ευγένιο, Στάβερη Αντώνη, Σταυροπούλου Ματίνα, Τούλιου Κατερίνα, Χαδούλη Γιώργο και Χρυσοχοΐδου Τζοάννα.

Ο ίδιος ο τίτλος παραπέμπει τόσο στην Ελληνική Μυθολογία, όσο και στους μικρούς καθημερινούς ”μύθους” που συνθέτουν την ελληνική πραγματικότητα, έτσι όπως αυτή αντανακλάται ως αναμενόμενη εικόνα στα μάτια ενός μη-Έλληνα επισκέπτη της έκθεσης.

Έργα επιτείχια όπως το ”Κουτί της Πανδώρας” (Κωστής Γεωργίου), το ”Πέταγμα της Έλλης Λαμπέτη πάνω από τον αρχαίο Ελλήσποντο” (Δημήτρης Σκουρογιάννης), ο αφαιρετικός ”Κένταυρος” του Τζουλιάνο Καγκλή, ο ”Λαοκόων” της Ματίνας Σταυροπούλου, ο ”Πήγασος” της Ηώς Αγγελή, η ”Ηχώ” της Βένιας Μπεχράκη, οι ”Έφιπποι Πολεμιστές” του Τάσου Ματζαβίνου, οι ”Πέρσες” και ο ”Οιδίποδας και Σφίγγα” του Ευγένιου Σπαθάρη, συνδιαλέγονται με έργα και αντικείμενα τρισδιάστατα, όπως η παλλόμενη πάνινη ”Μέδουσα” της Έλενας Παπαδημητρίου, οι ”Τρεις Χάριτες”-κηροπήγια της Κατερίνας Τούλιου ή τα χειροποίητα ενδύματα-ιστορίες της Τζοάννα Χρυσοχοΐδου και τα υφαντά-λαβύρινθοι της Άρτεμης Αλκαλάη.

Μύθοι για τους περισσότερους επισκέπτες είναι όμως ακόμη η θάλασσα και το φως, οι σκιές της ελιάς και οι δύσβατοι όγκοι των μικρών νησιών, τα τάματα-θυσίες στις εκκλησίες και τα φυλαχτά, τα ευοίωνα πολύσπορα ρόδια και οι φιγούρες του Καραγκιόζη.

Η περιήγηση στους ελληνικούς μύθους συμπληρώνεται με αντίστοιχες εικόνες-αναφορές από καλλιτέχνες όπως η Τάνια Δημητρακοπούλου, η Καλλιρόη Μαρούδα, η Άνα Μαθιού, ο Αντώνης Στάβερης, ο Γιάννης Παυλίδης, ο Γιώργος Χαδούλης, η Χριστίνα Μόραλη, η Έφη Βάγκνερ, η Κατερίνα Ιωαννίδου, η Εσθήρ Μαυροφόρου, η Ντόλλυ Μπουκογιάννη, ο Κώστας Παπατριανταφυλλόπουλος και η Έλσα Ζαχαράκη.

Κύριος στόχος του εικαστικού αυτού θεσμού, και του εμπνευστή του, ιδιοκτήτη του St Nicolas Bay, Γιώργου Αλεξανδράκη, υπήρξε από την αρχή η δημιουργία ενός χώρου παρουσίασης επιλεγμένων έργων σημαντικών δημιουργών, καθώς και η γνωριμία ξένων επισκεπτών με τη σύγχρονη ελληνική εικαστική γραφή.

από το διαδίκτυο


Τρίτη, 1 Ιουλίου 2008

Μαλεβιζιώτικα

Γλυκά σκαλτσούνια (Μαλεβιζιώτικα)

Ζύμη:
4 αυγά
11/2 φλιτζάνι γάλα
1/2 φλιτζάνι βούτυρο
1 φλιτζάνι ζάχαρη
1 φακελάκι μπέικιν -πάουντερ
2 βανίλιες-ξύσμα λεμονιού
1.200 γραμ. αλεύρι
Γέμιση:
2 κιλά μυζήθρα
1/2 κιλό ζάχαρη
4 βανίλιες
2 κρόκους αυγών

Ζυμώνετε τα υλικά της γέμισης με τα χέρια και τα αφήνετε σε μια λεκάνη.
Κτυπάτε τα αυγά (ασπράδια) μαρέγκα, λιώνετε το βούτυρο μέσα στο γάλα μαζί και το μπέικιν πάουντερ και τα ζυμώνετε με το αλεύρι.
Ρίχνετε το ξύσμα λεμονιού και τις δύο βανίλιες.
Παίρνετε ένα μικρό μπαλάκι (μεγέθους μεγάλου καρυδιού) από τη ζύμη και το ανοίγετε με τα χέρια τραβώντας προς τα έξω μέχρι να γίνει ένα στρογγυλό μικρό φύλλο όσο γίνεται λεπτό.
Βάζετε μια κουταλιά γέμιση και το κλείνουμε.
Το αλείφετε με αυγό και κανέλα και τα ψήνετε σε προθερμασμένο φούρνο 200ο C μέχρι να ροδίσουν.

από το διαδίκτυο


Κυριακή, 29 Ιουνίου 2008

H τυπογραφική κατάθεση του Zαχαρία Kαλλιέργη

Ο ZΑXΑPIΑΣ KΑΛΛIEPΓHΣ αποτελεί τη σπουδαιότερη ίσως φυσιογνωμία της ελληνικής τυπογραφίας κατά τον 15ο και τον 16ο αιώνα. Στο πρόσωπό του συγκέντρωνε πολλές ιδιότητες. Hταν λόγιος, αντιγραφέας χειρογράφων, καλλιγράφος, σχεδιαστής και χαράκτης τυπογραφικών στοιχείων, τυπογράφος, διορθωτής και επιμελητής κλασικών κειμένων. Οι επιλογές του καθόρισαν το ελληνικό βιβλίο και οι προτάσεις του έγιναν αντικείμενο αντιγραφής από τους μεταγενέστερους τυπογράφους. Eζησε άλλωστε σε μια μεταβατική, πειραματική εποχή, όταν το έντυπο βιβλίο ακόμα διεμόρφωνε την ιδιαίτερη ταυτότητά του και σταδιακά προσπαθούσε να απαγκιστρωθεί από το χειρόγραφο. Το πέρασμα από τον 15ο στον 16ο αιώνα σηματοδοτεί σε γενικές γραμμές την περίοδο της ωριμότητας του ελληνικού εντύπου. Ο Ζαχαρίας Καλλιέργης διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτό.

Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο γύρω στο 1473. Γόνος ευγενούς οικογένειας της Κρήτης είχε σίγουρα λάβει αξιόλογη παιδεία, όπως δηλώνεται από τη μετέπειτα πορεία και το έργο του. Ωστόσο, δεν υπάρχουν ειδήσεις για τις σπουδές του. Hλθε στη Βενετία περίπου το 1490 και εργάστηκε ως αντιγραφέας χειρογράφων.



Καθ' όλην τη διάρκεια της ζωής του περνούσε με άνεση από το χειρόγραφο στο έντυπο και το αντίστροφο. Συνέχισε μάλιστα να εξασκεί το επάγγελμα του κωδικογράφου για βιοποριστικούς λόγους ανάμεσα στις περιόδους της πολυτάραχης τυπογραφικής δραστηριότητάς του. Συνεπώς, σε μια εποχή μετάβασης από το χειρόγραφο στο έντυπο, είχε γνώση και των δύο μορφών βιβλίου που η μία αποτελούσε συνέχεια της άλλης. Ο Καλλιέργης θεωρούσε ότι το έντυπο ελληνικό βιβλίο ήταν η συνέχεια του βυζαντινού χειρογράφου και την αντίληψή του αυτή προσπάθησε να την κάνει πράξη. Η βυζαντινή παράδοση αποτελούσε το σημείο της αναφοράς του, κάτι άλλωστε που δηλώνεται και με το τυπογραφικό σήμα του, που έχει ως μοτίβο τον δικέφαλο αετό του Βυζαντίου.


H πρώτη περίοδος της τυπογραφικής δραστηριότητας του Καλλιέργη καλύπτει το χρονικό διάστημα 1499-1500. Σε συνεργασία με τον επίσης Kρητικό Νικόλαο Βλαστό εξέδωσε το 1499 το λεξικό Μέγα Ετυμολογικόν, το οποίο αποτελεί ένα από τα αριστουργήματα της τυπογραφικής τέχνης. Η έκδοσή του προετοιμαζόταν επί έξι χρόνια με τη συνεργασία του Νικολάου Βλαστού και την οικονομική υποστήριξη της aννας Παλαιολογίνας Νοταρά, κόρης του Λουκά Νοταρά, η οποία βρισκόταν στη Βενετία μετά την aλωση. Πρόκειται για έκδοση μεγάλου σχήματος, η οποία αποτελούσε την κατάθεση μιας νέας και ώριμης πρότασης για το ελληνικό βιβλίο.
Προτάσσεται ένα ποίημα του Κρητικού λογίου και επιμελητή ελληνικών εκδόσεων Μάρκου Μουσούρου, ο οποίος εκθειάζει τη δραστηριότητα των Κρητών συντελεστών της έκδοσης και σκιαγραφεί το έργο του Καλλιέργη.


Πρωτότυπη γραμματοσειρά

Τα τυπογραφικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται στο Μέγα Ετυμολογικόν, είχαν σχεδιαστεί, χαραχθεί και κοπεί από τον Zαχαρία Kαλλιέργη με πρότυπο τον γραφικό του χαρακτήρα.
Hταν μια επισεσυρμένη γραμματοσειρά και τα τυπογραφικά στοιχεία είχαν τους τόνους και τα πνεύματα ενσωματωμένα στο γράμμα. Αντιθέτως, στις εκδόσεις του aλδου Μανούτιου υπήρχε ξεχωριστή αράδα των διακριτικών πάνω από τα γράμματα. Μάλιστα, ο Νικόλαος Βλαστός είχε ζητήσει το 1498 προνόμιο (privilegio) ισχύος δέκα ετών, για όλα τα βιβλία που θα τυπώνονταν με τους νέους τυπογραφικούς χαρακτήρες. Η γραμματοσειρά πάντως του Καλλιέργη είχε λύσει πολλά από τα προβλήματα, που δυστυχώς θα συνέχιζαν να υπάρχουν.

Το Μέγα Ετυμολογικόν κοσμείται με επίτιτλα και πρωτογράμματα, των οποίων το φυτικό διακοσμητικό μοτίβο ήταν από τα πλέον διαδεδομένα στα μεταβυζαντινά χειρόγραφα. Ο Ζαχαρίας Καλλιέργης το χρησιμοποιεί στις ξυλογραφίες των εντύπων βιβλίων του, έχοντας ως άμεσο πρότυπο τα μεταβυζαντινά χειρόγραφα, ιδίως τα δικά του και των συναδέλφων του κωδικογράφων που βρίσκονταν την εποχή εκείνη στη Βενετία. Τα επίτιτλα και τα πρωτογράμματα είναι σχεδόν πάντοτε τυπωμένα με κόκκινη μελάνη, χαρακτηριστικό που έχει την καταγωγή του στο χειρόγραφο. Η εκτεταμένη χρήση της ερυθροτυπίας στα κοσμήματα και στα αρχικά γράμματα αποτελεί ένα ακόμη από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της έκδοσης, το οποίο άσκησε μεγάλη επίδραση στους μεταγενέστερους.



Το ίδιο έτος με το Μέγα Ετυμολογικόν τυπώθηκε και το Υπόμνημα εις τας δέκα κατηγορίας του Αριστοτέλους του Σιμπλικίου. Το επόμενο έτος, το 1500, εξήλθαν δύο ακόμα εκδόσεις, το έργο του Αμμωνίου Υπόμνημα εις τα πέντε φωνάς [του Πορφυρίου] και η Θεραπευτική του Γαληνού, όπου υπάρχει η εικόνα τους συγγραφέα τυπωμένη με μαύρη μελάνη στο κέντρο του επιτίτλου στην πρώτη σελίδα του κειμένου. Από τους κολοφώνες των δύο τελευταίων εκδόσεων απουσιάζει, ωστόσο, το όνομα και το τυπογραφικό σήμα του Καλλιέργη.

Σε ορισμένα μάλιστα αντίτυπα της έκδοσης του Αμμωνίου έχει χρησιμοποιηθεί στα κοσμήματα της πρώτης σελίδας η χρυσοτυπία, η οποία αποτελεί κατάλοιπο του χειρογράφου και προϋποθέτει ιδιαίτερο κόπο, επιδεξιότητα και βέβαια οικονομικό κόστος. Ο Καλλιέργης είναι ο μόνος τυπογράφος, μαζί με τον Erhard Ratdolt, που χρησιμοποίησε την εκτύπωση με χρυσό κατά την Αναγέννηση, θέλοντας να αναδείξει την ομοιότητα του εντύπου με το χειρόγραφο. Στον κολοφώνα της ίδιας έκδοσης αποκαλείται η Βενετία ως βασιλίδα των πόλεων, ένας χαρακτηρισμός που μόνο για την Κωνσταντινούπολη είχε χρησιμοποιηθεί. Σε συνδυασμό με το τυπογραφικό σήμα του Καλλιέργη με τον δικέφαλο αετό και με την έκφραση του Βησσαρίωνα qoasi alterom Byzantiom στην επιστολή του προς τον Δόγη το 1468, δηλώνεται η σύνδεση
των Ελλήνων με τη Βενετία, η οποία αποτελούσε πλέον το οικονομικό και πνευματικό κέντρο τους.


H χρεοκοπία του τυπογραφείου


Oλα τα έντυπα της εκδοτικής περιόδου 1499-1500 τυπώνονται με τους ίδιους τυπογραφικούς χαρακτήρες και κοσμούνται με επίτιτλα και πρωτογράμματα του ιδίου τύπου, ενώ εκτεταμένη είναι η χρήση της ερυθροτυπίας.
Πάντως, το 1500 η τυπογραφική δραστηριότητα του εκδοτικού-τυπογραφικού συνεταιρισμού των Καλλιέργη - Βλαστού διακόπτεται και το τυπογραφείο κλείνει, προφανώς λόγω των οικονομικών προβλημάτων. Το κόστος για την παραγωγή των τεσσάρων βιβλίων, ιδίως του Μεγάλου Ετυμολογικού, σε συνδυασμό με άλλες δυσκολίες και με την υψηλή τιμή που τα ελληνικά έντυπα είχαν σε σχέση με τα λατινικά, οδήγησε το πρώτο αυτό ελληνικό τυπογραφείο σε παύση των εργασιών του. Τη διακίνηση των αδιάθετων αντιτύπων ανέλαβε στο εξής ο aλδος, ενώ τα κοσμήματα και οι τυπογραφικοί χαρακτήρες περιήλθαν με αγοραπωλησία στους τυπογράφους Gionti της Φλωρεντίας, οι οποίοι τα χρησιμοποίησαν στις ελληνικές, κλασικές κυρίως, εκδόσεις τους. Ο Καλλιέργης το 1501 μεταβαίνει με την οικογένειά του στην Πάδοβα, όπου ασχολείται με την αντιγραφή χειρογράφων. Οι εκδόσεις της περιόδου 1499-1500 είναι κλασικά κείμενα και λεξικά, τα οποία απευθύνονται στο ουμανιστικό αναγνωστικό κοινό της εποχής.



Το 1509 ο Καλλιέργης επανασυστήνει το τυπογραφείο του και τυπώνει τέσσερα βιβλία στη Βενετία. Η δεύτερη περίοδος της εκδοτικής – τυπογραφικής δραστηριότητάς του σηματοδοτείται από την αλλαγή στην επιλογή των τίτλων. Τα βιβλία, που εξέρχονται από τα πιεστήριά του, είναι λειτουργικά κείμενα και ένα λαϊκό ανάγνωσμα, που έχουν ως αποδέκτες το ευρύ, ελληνικό, ορθόδοξο αναγνωστικό κοινό. Στόχος του είναι να τυπώσει βιβλία για τους Eλληνες, όπως γράφει στον πρόλογο του Ωρολογίου, 1509, όπου εξαγγέλλει την έκδοση λειτουργικών κειμένων και παροτρύνει τους Eλληνες να αγοράσουν το βιβλίο, ώστε να μπορέσει να υλοποιήσει το σχέδιό του.

Eπαναδραστηριοποίηση


Μέσα σε ένα έτος τύπωσε το Ωρολόγιον, τα Εξεψάλματα, την Eκθεση Παραινετική του Αγαπητού διακόνου και, όπως σχετικά
πρόσφατα αποδείχθηκε, τον Απόκοπο του Μπεργαδή. Τα βιβλία αυτά είναι μικρότερου σχήματος από τα προηγούμενα και τα τυπογραφικά στοιχεία μοιάζουν με εκείνα του 1499-1500. Oπως γράφει στην έκδοση των Εξεψαλμάτων: ο ταπεινός υμών και ελάχιστος εν Χριστώ αδελφός, ζαχαρίας ο καλλιέργης ο εκ ρειθείμνης,... τουτονί τον χαρακτήρα και τύπον των γραμμάτων εποιήσατο. Τα επίτιτλα και τα πρωτογράμματα των εκδόσεών του είναι διαφορετικά από τα προηγούμενα αλλά πάντοτε βυζαντινού τύπου, ενώ η χρήση της ερυθροτυπίας είναι περιορισμένη σε σχέση με την πρώτη εκδοτική περίοδο.

Οι οικονομικές συνθήκες, ο απαιτούμενος χρόνος, οι τεχνικές της εκτύπωσης αλλά και το είδος του κειμένου οδήγησαν τον Καλλιέργη σε επαναπροσδιορισμό της τυπωμένης σελίδας κατά το 1509. Eτσι κατέθεσε μιαν ακόμη πρόταση για το έντυπο ελληνικό -λειτουργικό αυτήν τη φορά- βιβλίο, η οποία βρήκε μιμητές και καθόρισε κατά κάποιον τρόπο την τυπογραφική μορφή των λειτουργικών εκδόσεων. Ως πρότυπο χρησιμοποίησε τα χειρόγραφα, που ο ίδιος είχε αντιγράψει.

Δυστυχώς, ήταν βραχύβια η ζωή του τυπογραφείου του και η δεύτερη περίοδος της εκδοτικής δραστηριότητάς του τερματίστηκε την ίδια χρονιά, το 1509. Η προσπάθειά του, μαζί με άλλες (όπως του Λαόνικου και του Αλέξανδρου το 1486), προετοίμασε το έδαφος για την οργάνωση της συστηματικής παραγωγής λειτουργικών κειμένων και φυλλάδων από τον Πατρινό Ανδρέα Κουνάδη στη Βενετία από το 1521 και έπειτα.


Eλληνικό Γυμνάσιο Pώμης

Το 1513, ο Λέων ο Ι΄ (γιος του Λαυρεντίου του Μεγαλοπρεπούς των Μεδίκων, ηγεμόνα της Φλωρεντίας) εκλέγεται πάπας. Γνώστης και υποστηρικτής των ελληνικών γραμμάτων ιδρύει το Ελληνικό Γυμνάσιο της Ρώμης, όπου διδάσκουν επιφανείς Eλληνες λόγιοι, όπως ο Μάρκος Μουσούρος, ο Ιανός Λάσκαρις και ο Αρσένιος Αποστόλης. Ο Ζαχαρίας Καλλιέργης βρίσκεται στη Ρώμη πιθανόν από το 1513, όπου εργάζεται ως διδάσκαλος, εκδότης και τυπογράφος στο Ελληνικό Γυμνάσιο.



Η τρίτη περίοδος λοιπόν της τυπογραφικής δραστηριότητάς του, στη Ρώμη αυτήν τη φορά, καλύπτει τη χρονική περίοδο από το 1515 έως το 1523. Τα τυπογραφικά στοιχεία του και οι ξυλογραφίες του είχαν ήδη πωληθεί στους Gionti της Φλωρεντίας. Στις εκδόσεις που κυκλοφορούν από το 1515 έως 1523 εμφανίζεται μια νέα, παρεμφερής με τις προηγούμενες γραμματοσειρά. Στη Ρώμη ο Καλλιέργης τύπωσε πρώτα την έκδοση των έργων του Πινδάρου (1515). Ακολούθησαν μεταξύ άλλων τα Ειδύλλια του Θεοκρίτου (1515), οι Ωαι (1516), το έργο του Θωμά Μαγίστρου Ατθίδος διαλέκτου εκλογαί, κατά αλφάβητον (1517), η Εκλογή αττικών ρημάτων και ονομάτων του Φρυνίχου (1517), τα Σχόλια παλαιά εις την Ομήρου Ιλιάδα (1517), τα Ομηρικά ζητήματα του Πορφυρίου (1518), η Οκτώηχος (1520), τα Ερωτήματα του Εμμανουήλ Χρυσολωρά (1522), το Λεξικόν του Goarino Favorino (1523).

Πολλές εκδόσεις της Ρώμης έγιναν με τη συνεργασία του Ιταλού λογίου και τυπογράφου Cοrnelio Benigni, ο οποίος συνέδραμε οικονομικά και τεχνικά την εκδοτική προσπάθεια του Ελληνικού Γυμνασίου. Το τυπογραφικό σήμα του εμφανίζεται για πρώτη φορά μαζί με του Καλλιέργη στα Ειδύλλια του Πινδάρου. Η έκδοση των Εκλογών του Θωμά Μαγίστρου έγινε με την οικονομική συμπαράσταση του Πορτογάλου πρεσβευτή στη Ρώμη Michael Sylvios, τον οποίο ο Καλλιέργης ευχαριστεί στον πρόλογο.



Η χρήση της ερυθροτυπίας στις εκδόσεις της Ρώμης είναι ακόμα πιο περιορισμένη. Τα κοσμήματα είναι του ιδίου τύπου με εκείνα της δεύτερης εκδοτικής περιόδου στη Βενετία (1509), ωστόσο εντοπίζονται πολλά κενά στον χώρο των πρωτογραμμάτων. Το Ελληνικό Γυμνάσιο της Ρώμης έδωσε οπωσδήποτε στον Καλλιέργη τη δυνατότητα έκφρασης των ταλέντων του και εξάσκησης μιας γόνιμης και δημιουργικής δραστηριότητας. Από αισθητικής απόψεως, όμως, τα βιβλία του είναι διαφορετικά από εκείνα της Βενετίας και οπωσδήποτε όχι εφάμιλλα. Ωστόσο, οι εκδόσεις του χαρακτηρίζονται πάντοτε από μιαν ιδιαίτερη άποψη, έστω κι αν το απόθεμα των τυπογραφικών στοιχείων και των ξυλογραφιών που διέθετε ήταν περιορισμένο.

Μετά την τυπογραφική δραστηριότητά του στη Ρώμη, ο Καλλιέργης ασχολήθηκε με την αντιγραφή κωδίκων και το τελευταίο χρονολογημένο χειρόγραφο του είναι από το 1524. Μετά δεν έχουμε άλλες ειδήσεις για τη ζωή και το έργο του. Η τελευταία μαρτυρία για τον Νικόλαο Βλαστό χρονολογείται το 1514.

Αναμφισβήτητα, ο Καλλιέργης αποτελεί το σημείο καμπής του ελληνικού εντύπου βιβλίου. Tυπογράφος και κατασκευαστής τυπογραφικών στοιχείων γνώριζε τις εξελίξεις της τυπογραφικής τέχνης. Τα στοιχεία που εισήγαγε καθιερώθηκαν και έγιναν αντικείμενο μίμησης από τους συγχρόνους του και τους μεταγενέστερους τυπογράφους. Oι τυπογραφικοί χαρακτήρες, τα κοσμήματα και οι προτάσεις του για την τυπωμένη σελίδα, μέσω επαναλήψεων, χαρακτήρισαν το ελληνικό βιβλίο για τους επόμενους αιώνες.

Μέχρι τον Καλλιέργη το ελληνικό έντυπο σχεδόν δεν διέφερε από το ιταλικό, με το οποίο τυπωνόταν ταυτόχρονα και συχνά από τους ίδιους τυπογράφους. Πρόκειται, άλλωστε, για μια περίοδο πειραματισμών, ανάμεσα στο χειρόγραφο και στο έντυπο, ανάμεσα στο αρχέτυπο και στο παλαίτυπο, ανάμεσα στον 15ο και στον 16ο αιώνα, όχι μόνο για το ελληνικό αλλά και γενικά για το έντυπο της εποχής. Με τον Καλλιέργη το ελληνικό βιβλίο αποκτά εκείνα τα στοιχεία, τα οποία θα του επιτρέψουν να απαγκιστρωθεί από το ιταλικό και να αποκτήσει τη δική του ταυτότητα.



XPIΣTINΑ MΠΑNOY Διδάσκουσα στο Tμήμα Αρχειονομίας/Βιβλιοθηκονομίας του Ιονίου Πανεπιστημίου Επιμέλεια Αφιερώματος - Πέγκυ Κουνενάκη. Το άρθρο παραχωρήθηκε από την εφημερίδα "Καθημερινή" .