Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Ένα χριστουγεννιάτικο δώρο....

Με τα τεράστια ελληνικά μου χαυλιόδοντες αθανασίας

Νίκος Καρούζος


Ολίγο φως και μακρινό

σε μέγα σκότος κι έρμο.

Διονύσιος Σολωμός


Γεια σου βρε λεβεντοΜάνο!

Μες στη φωνή σου ακέραιος ο Λαός
βρίσκει την πιο σωστή φωνή του.
Μες στη φωνή σου πέντε αηδόνια, τρεις αητοί
και ένα λιοντάρι δένουν την φιλία του Κόσμου.

Γιάννης Ρίτσος


«Γιατρέ πράμα από την Κρήτη.» κούνησε τον πορτοκαλί φάκελο ο ταχυδρόμος Ξαφνιάστηκα. Ποιος να με θυμήθηκε; Στη θέση του αποστολέα γραμμένο με χοντρό μαρκαδόρο: «Μανώλης Εργαζάκης - Ρέθυμνο – ΚΡΗΤΗ» Ο Μανώλης είναι φίλος από τα παλιά, συμφοιτητής στη Θεσσαλονίκη. Περισσότερο από τα καθημερινά της Σχολής, μας ένωνε η αγάπη που είχαμε για τον «Ερωτόκριτο». Βέρος Ρεθυμνιώτης ο Μηνάς συνήθιζε να επαναλαμβάνει το ακόλουθο «ιατρικό» λογοπαίγνιο: «για μένα, συνάδελφε, ο «Ερωτόκριτος» είναι συγγενής λόξα, για σένα επίκτητη».

Ο «Ερωτόκριτος» αποτελεί το αριστούργημα της Κρητικής Λογοτεχνίας και κορυφαίο λογοτεχνικό μνημείο της Μεσαιωνικής Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας. Για μένα, ωστόσο, το ποίημα του Κορνάρου αποτελεί κυρίως μια κιβωτό της ελληνικής γλώσσας, καθώς στους 1540 στίχους του ποιήματος διασώζονται στο χρόνο λέξεις και ήχοι τούτης της αιώνιας λαλιάς, που είναι η ελληνική.

Άνοιξα γρήγορα τον φάκελο. Το σημείωμα έγραφε: «Φίλε σου στέλνω ένα συγκλονιστικό video! Είναι μια παλιά εκπομπή της ΕΡΤ. Δες και θα καταλάβεις.».

Γυρίζοντας από την δουλειά στο σπίτι, δεν κρατιόμουν! Έβαλα κατευθείαν το DVDστον υπολογιστή. Ήταν μια παλιά εκπομπή – κάπου εκεί γύρω στις αρχές του ΄80 - αφιερωμένη στον σπουδαίο ηθοποιό Μάνο Κατράκη. Ο σκηνοθέτης ζήτησε από τον ηθοποιό να κάνουν και κάποια γυρίσματα στην ιδιαίτερη πατρίδα του ηθοποιού, την Κρήτη. Έτσι, βρέθηκαν και σε ένα παλιό καφενείο σε κάποιο μικρό χωριό στο Καστέλι της Κρήτης.

Εκεί ο Κατράκης συναντά τυχαία έναν παλιό του φίλο, τον λαγουτέρη Γιωργή Κουτσουρέλη. Ανάμεσα στους απλούς Κρητικούς, στην αυθεντικότητα του λαϊκού καφενέ και με ζωντανές τις μνήμες των παιδικών του χρόνων ο μεγάλος ηθοποιός απελευθερώνεται. Και ξάφνου ζαλισμένος από τη ρακί αρχίζει να απαγγέλει στίχους από τον Ερωτόκριτο. Σιμά του ο μέγας μαϊστορας της Κρητικής Μουσικής ο Γιωργής Κουτσουρέλης συνόδευε με το λαγούτο του τον αφηγητή. Πίσω τους κρεμασμένες στον τοίχο και καπνισμένες από την ξυλόσομπα μια λαϊκή ζωγραφιά του Λευτέρη Βενιζέλου και ένα ασπρόμαυρο πορτρέτο του Ψαρονίκου του Ξυλούρη. Τριγύρω σιωπηλοί οι θαμώνες του καφενέ, σαστισμένοι από την αναπάντεχη ευεργεσία που τους αξίωσε, να αντικρύζουν μπροστά τους να εκτυλίσσεται τούτο το σπάνιο θαύμα. Ιερή σιγή! Τα σα εκ των σων!

Μέσα στην μέθη τούτης της ξαφνικής οίησης ο Κατράκης συνέχιζε να προφέρει τούτα τα αιώνια Ελληνικά. Καθάρια, αντρίκια, άξια και ολύμπια η φωνή του. Σπηλαιώδης ηχώ της ιστορίας του τόπου μας.

«Όοχου Γιώργη Κουτσουρέλη!», «Γεια σου Μάνο!», αντάλλασαν παινέματα οι δυο μύστες, για να αντέξουν το βάρος της στιγμής. Και έτσι κατάφερναν να συνεχίζουν το χρέος οι δυο γέροντες με τη θέρμη και το μεράκι εικοσάχρονου :

τσι περαζόμενους καιρούς που Έλληνες ορίζαν

και που δεν είχε η Πίστη τους θεμέλιο, μηδέ ρίζα

τότε μια αγάπη μπιστική στον κόσμο εφανερώθη…



Και καθώς συνεχίζονταν το τραγούδι στον μικρό καφενέ αναβίωναν σπουδαίες στιγμές από το υπερχιλιετές ταξίδι που κάνει το καράβι της Ελλάδας στο χρόνο. Από τον Φήμιο τον αοιδό των Ομηρικών Επών και τους τραγουδιστάδες με την πανδουρίδα των Ακριτικών Τραγουδιών μέχρι τον ταμπουρά του Μακρυγιάννη. Όλα τούτα συμπυκνώνονταν ατόφια σ’ αυτό το απρόσμενο σκηνικό.

Για λίγα λεπτά ο χρόνος μετεωρίζονταν ανάμεσα στο σήμερα, στο χθες και στο πάντοτε.

«Δεν πάει όλα γύρω να γκρεμιστούν!»,σκέφτηκα.«Η δική μου Ελλάδα ζει!».

Ένιωσα μια εκκένωση να διαπερνά την σπονδυλική μου στήλη. Τα μάτια μου από ώρα υγρά. «Νικήτα, κατέβα να ετοιμαστείς. Ο Άκης και η Στεφανία όπου να ναι έρχονται!», με ξύπνησε απότομα από την έκσταση της συγκίνησης η Άσπα.

Από το φινιστρέλλο της σοφίτας αχνοφαίνονταν μέσα στο χειμωνιάτικο σινιάκι η κορυφογραμμή του βουνού. Και για μια στιγμή σαν να είδα λαμπαδηφόρους Δρουσουλίτες να τη διασχίζουν μέσα στην παγωμένη νύχτα του Δεκέμβρη.



Υ.Γ. Αναζητήστε το σχετικό απόσπασμα της εκπομπής στην διαδυκτιακή διεύθυνση εδώ.

Όσοι είστε γονείς εφήβων, δείτε το απαραίτητα μαζί τουςž μοιραστείτε ένα συγκλονιστικό, ακριβές και αληθινό μάθημα πατριδογνωσίας και ιστορίας. Μακριά από τον υστερικό λόγο του κάθε κίβδηλου υπερπατριώτη και το ωρολόγιο πρόγραμμα της βαριεστημένης φιλολόγου στο δημόσιο σχολείο.

Δείτε όλη την εκπομπή στην διαδικτυακή διεύθυνση www.youtube.com και ειδικότερα :

1ο μέρος : http://www.youtube.com/watch?v=44wYg60jIS0
2ο μέρος : http://www.youtube.com/watch?v=J04uGp7JseY&feature=related
3ο μέρος : http://www.youtube.com/watch?v=jqFGf9ZTJGw&feature=related

Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

Απ' τον Μαθιό... στον Καλλικράτη


- Η βάφτιση του Μαθιού ήταν η καλύτερη "προσγείωση" στην Αθήνα μετά τις καλοκαιρινές διακοπές.

- Ωραία όμως ήταν και η ιδέα να δεξιωθεί τους καλεσμένους ο Αρης στην πλατεία πάνω από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου του Ραγκαβά στους πρόποδες του βράχου της Ακρόπολης.Την διαμόρφωσε πολύ όμορφα εκεί που ήταν στέκι αστέγων και μέσα στο σκουπίδι.

- Εκανε την αρχή λέω εγώ,και θα δεις ο δήμος αθηναίων να διοργανώνει στο εξής γάμους και βαφτίσια.Μέχρι και χημικές τουαλέτες εβαλε. Η αρχιτεκτονική πινελιά του Αρη μέτρησε και με το στεφάνι με τους ηλίανθους και το κόκκινο σχοινί,που το είχε έξω από την εκκλησία και μετά το έβαλε σ ενα δέντρο στο πάρκο.

- Πω...πω....από το Ρέθυμνο στην Αθήνα και στα θολά νερά των ειδήσεων γύρω από τις νομαρχιακές εκλογές και τη βάφτιση του Καλλικράτη.Και κανένας δε λέει το αυτονόητο.Που είναι βρε η αποκέντρωση που θα έπρεπε να ήταν σημαία σας με τον Καλλικράτη;

- Όπου και να πας εκτός Αθήνας αντιλαμβάνεσαι την αναγκαιότητα να στηριχτεί η περιφέρεια,να καταλήξουν εκεί και να δημιουργήσουν οι νέοι που δε μπορούν άλλο τους απάνθρωπους ρυθμούς των μεγαλουπόλεων,μόνο η κυβέρνηση δεν το αντιλαμβάνεται και αδυνατεί να σχηματίσει ικανές δομές στην περιφέρεια για την περίφημη αποκέντρωση.

- Εδώ όπου φύγει φύγει είναι οι έλληνες μετά τις σπουδές τους.Στο Βέλγιο η βιολόγος,στο Λονδίνο η Ελλη η γεωπόνος και ο Μπάμπης που τελείωσε πληροφορική.Μόνο ένα πράγμα τους στεναχωρεί και ίσως μετρήσει για την επιστροφή τους κάποτε στην Ελλάδα.Το ότι εκεί δε μπορείς να αποκτήσεις σπίτι δικό σου,δεν είναι όπως στην Ελλάδα λέει ( η νέα γενιά στην ελλάδα έχει στο DNA της το ιδιοκτησιακό). Βέβαια παίρνουν τα διπλάσια απότι εδώ, όμως τα πάντα είναι ακριβά.Το νοίκι σε καλή περιοχή στο Λονδίνο κάτι σαν Φιλοθέη φτάνει τα 1.700 ευρώ.Δε ρισκάρουν άλλη περιοχή γιατί η εγκληματικότητα είναι στα ύψη.

- Από την άλλη όμως άκουσες πως περιέγραψαν τις κοινωνικές δομές.Δεν υπάρχει περίπτωση γιατρός να σου γράψει χαριστικά αναρρωτική άδεια,δεν υπάρχει περίπτωση να δουλέψεις μια ώρα παραπάνω και να μην στη δώσει ο εργοδότης.Ρεπό και άδεια δε χάνονται με τίποτα.Ο βρετανός δεν ξεπερνά τις 7 με 8 ώρες δουλειάς την ημέρα.Δεν είναι όπως εδώ που από το πρωί μέχρι το βράδι εργάζεσαι για τα απαραίτητα.

- Η ανεργία μαστίζει ήταν η πρώτη κουβέντα της μητέρας μου μόλις πάτησα το πόδι μου στην Αθήνα.
Απέναντι από το σπίτι στην οδό Ανδριτσαίνης έκλεισαν τα πέντε από τα δέκα μαγαζιά.Επαθα πλάκα όταν γύρισα από τις διακοπές και έψαχνα να βρω ένα δωράκι για το Μαθιό.

- Κλείνουν μαγαζιά στην Αθήνα και στο μυαλό τους να πετύχει ο Καλλικράτης.

- Όχι ότι δε τον συζητούσαν και στα χωριά του Ρεθύμνου.Οι συνενώσεις όμως δεν αλλάζουν την καθημερινότητά τους.Μου άρεσε που είδα την ανηψιά μου χαρούμενη λίγες μέρες πριν ξεκινήσει το νηπιαγωγείο που φέτος είναι και διευθύντρια.Γεμάτη ιδέες για τα παιδιά τι θέμα θα συζητήσουν την πρώτη μέρα αλλά και γεμάτη προβληματισμούς αφού ήδη δύο γονείς δε θέλουν να ακούσουν τα παιδιά τους τίποτα περί θρησκευτικών.Μα δεν τους κάνω προσυλητισμό απαντά εκείνη.Γενικά περί θρησκείας λέμε στο νήπιο.

- Το ποιο ωραίο που άκουσα ήταν οι αφηγήσεις των μικρών μαθητών της πέρυσι όταν γύρισαν από τις διακοπές.Ενα κοριτσάκι της περιέγραψε με αθωότητα το ταξίδι με τη μητέρα του στην Αθήνα σε μια περιοχή που την λένε Κορυδαλλό όπου στη φυλακή είναι ο θείος της.Πήγε εκεί μετά από τις φυλακές Αλικαρνασσού.
Τσιρία τσιρία της είπε.Ξέρετε γιατί ο θείος μου είναι στη φυλακή;Γιατί είπε ψέματα στη μαμά του.

- Αμ και το άλλο στο μάθημα γεωπονικής που φυτεύανε κάτι σπόρους.Τελειώσαμε τους είπε μετά από κάποια ώρα,καθαρίστε τα χεράκια σας από το χώμα,αλλά ένα αγοράκι συνέχιζε να φυτεύεει με μεγάλη επιμέλεια.Τελειώσαμε Μανωλάκη του λέει.Οχι κυρια απαντά εκείνο,πρέπει να φυτέψουμε όλους τους σπόρους χασίσι.

- Και η πιο ωραία φωτογραφία που πήρα από πανηγύρι στα Αγκουσελιανά Ρεθύμνου ήταν οι πινακίδες στα πλατάνια.Παρακαλούμε διασκεδάστε χωρίς πυροβολισμούς.

Της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ

Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

Βεντέτα (Μάνη 1764 μ.Χ.)


… Νύχτα κατέβηκε στη Μάνη. Πεζός, αλαφροπάτητος και αμίλητος. Προχωρώντας μόνο στις σκιές και στα σκοτάδια, όπως κάνουν τα αγρίμια που βγαίνουν για να κυνηγήσουν. Σουρούπωνε, όταν μπήκε σαν τον αρχάγγελο του θανάτου στο κονάκι των Μιχοπουλαίων. Την ώρα που η γριά σταύρωνε το καρβέλι για να το κόψει, κάνει ‘‘μπραγκρ!’’ η πόρτα και μπαίνει μέσα ο Λεωνίδας Λεωτύχης.

Τα ρουθούνια του είναι ανοιχτά σαν της πεινασμένης γάτας. Κρατάει όπλο στα χέρια του και, χουγιάζοντας, τους δένει όλους. Μόνο τη γριά δεν τη δένει. Τη σηκώνει με το μικρό του δαχτυλάκι, σαν μαύρο μπόγο από τσεμπέρια και μαύρα σκουτιά, και την απιθώνει στο σκαμνί δίπλα στο τζάκι, να καψαλίζει ψωμί. Η γριά είχε δει πολλά φονικά στη ζωή της – και μέσα στο σπίτι της και έξω από αυτό, και στην Αγία Γραφή ακόμη. Ξέρει καλά ότι το αίμα είναι ένα πράγμα μυστήριο. Ένα πράγμα που μαγνητίζει το σίδερο και θέλει να το γλείψει στην κόψη. Γι’ αυτό και κάθεται σοφή και πανάλαφρη στο παραγώνι. Ρίχνει φετούλες ψωμί στη θράκα, κουνάει το κουκουλωμένο της κεφάλι μπρος πίσω και μοιρολογάει χαμηλόφωνα.

Ο Λεωνίδας Λεωτύχης κλοτσάει τους υπόλοιπους στην κοιλιά και στο κεφάλι. Αφήνει το όπλο όρθιο πίσω από την πόρτα, βγάζει από το ζωνάρι το μαχαίρι, γονατίζει και, με σίγουρες κινήσεις, σκίζει ένα ένα τα ρούχα και τα μεσοφόρια της Αρετής Μιχοπούλου, της μοναχοκόρης. Ύστερα της ανοίγει τα σκέλια ξεδιάντροπα και την αφήνει έτσι, μέχρι που ο αέρας του σπιτιού αρχίζει να μυρίζει ξινή κολοκυθόπιτα και τη ζεστή και κόκκινη μυρωδιά που έχει το πρήξιμο. Και τη κοιτάει εκεί. Ο ήρωάς μας είναι μόνο δεκαέξι χρονών. Θέλει να δει πώς είναι οι γυναίκες εκεί κάτω. Βλέπει και θαμπώνεται. ‘‘Σαν εκκλησία είναι!’’ σκέφτεται φωναχτά από μέσα του. ‘‘Σαν εκκλησία που ανασαίνει!''.

Ο πατέρας της Αρετής, αν και δεμένος, βρίσκει τον τρόπο να μασουλάει τα μουστάκια του. Τη βρίζει ‘‘πουτάνα’’, γιατί ένα κορίτσι, και μάλιστα από σόι Μιχοπουλαίικο, δεν κάθεται έτσι να την καβαλήσουνε, έστω και με μαχαίρι στο λαιμό.

Όμως, η Αρετή δεν είναι κορίτσι. Εδώ και πέντε μήνες έχει πατήσει τα είκοσι τρία και είναι ακόμη στο ράφι, με την τρυφερή παρθενιά της στα αζήτητα. Και αυτό, γιατί εκείνο το κέρατο, ο πατέρας της, που τώρα κάθεται και αφρίζει ότι είναι ‘‘πουτάνα’’ κι ότι τα θέλει το ‘‘βρομόπραμά’’ της, κοίταζε τα ψηλά μπαλκόνια, κοίταζε τα βαριά ονόματα και το ‘‘συφέρο’’ από το πάντρεμα των περιουσιών. Δεν κοίταζε να κουκουλώσει κάπου την έρημη την Αρετή, που ήθελε να γεννήσει μωρά από τα δεκατέσσερά της, όπως είναι το πρέπον και το σωστό. Την Αρετούλα, που ζητούσε χαστούκια κι ανάποδες όχι από το δικό του χέρι, αλλά από χέρι ξένο, έτσι που ύστερα να μπορεί να του φιλάει ένα ένα τα δάχτυλα. Κι όταν ο άντρας μαλάκωνε, εκείνη να έχωνε ολόκληρο ετούτο το ξένο χέρι κάτω από τις φουστάνες της, για να το ζεστάνει στις μυρωδιές της ξινής κολοκυθόπιτας που ανάβλυζαν από το πραγματικό της στόμα, το οποίο ποτέ δε λέει ψέματα – όχι όπως το άλλο, στο πρόσωπο, που όλο ψέματα λέει και την αλήθεια την έχει για ντροπή.

Κάνει μια έτσι τα δικά του βρακιά ο Λεωνίδας Λεωτύχης, τα κατεβάζει και την καπακώνει. Και ο πατέρας της Αρετής έχει ανασηκώσει το κεφάλι του και κοιτάζει τα έργα και τις ημέρες της θυγατέρας του. Και την κοιτάζει στα μάτια, να δει αν της αρέσει, της ‘‘παλιοπουτάνας’’, να τη βατεύουνε, που, αν δεν της είχε αδυναμία, θα την είχε σφάξει στο γόνατο από τότε που του τη φέρανε με ακόμη άδετο τον αφαλό, παρά να τη δει να δίνει την τιμή της έτσι παθητικά κι αναίμακτα στον πρώτο τυχόντα.

Ε, όχι και τόσο αναίμακτά… Η παρθενιά, όταν μείνει πολύ καιρό απείραχτη, γίνεται σαν το σφουγγάρι και μαζεύει μεγάλες ποσότητες αίματος εκεί. Γι’ αυτό και τις γεροντοκόρες τις πιάνει συχνά φαγούρα εκεί. Επειδή το αίμα που μαζεύεται κάνει το ‘‘αποκάτω’’ τους να πρήσκεται και να τις φαγουρίζει...

Μονάχα η μάνα της, η Μητρομιχοπούλαινα, ζει στο δικό της κόσμο. Κλαίει και, ανάμεσα στα σιγανά της αναφιλητά (να μην τους ακούσει η γειτονιά και βγούνε οι πομπές τους στο σεργιάνι), λέει στον Λεωνίδα Λεωτύχη:

«Τώρα που την ατίμασες, κοίτα να φανείς άντρας και να την πάρεις… Μωρέ, θα την πάρεις και θα πεις κι ένα τραγούδι… Και κοίτα μην αρχίσεις τα παζάρια για την προίκα, γιατί δεν ήρθες να τη ζητήσεις σαν άνθρωπος σωστός… Σταμάτα, ντε, σταμάτα αυτό το ‘‘ντούπου-ντούπου’’ πάνω της… Είναι κι άλλες γυναίκες εδώ μέσα και διαολίζονται μ’ αυτά τα πράγματα… Πάντως, σε καλό σπίτι θα μπεις, θυγατέρα μου…»

Η Μητρομιχοπούλαινα είναι Ζακυνθινιά, γι’ αυτό και δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει. Τη Μάνη δεν την ξέρει καθόλου. Μονάχα τη ζει. Της είναι αδύνατον να τη ζει και ταυτόχρονα να τη φαντάζεται. Μισά, πράγματα βλέπει δηλαδή. Όμως η γριά που κάθεται στο τζάκι, αν και μισότυφλη, τα πράγματα τα βλέπει ολόκληρα. Γι’ αυτό και δε μιλάει καθόλου.Η Ζακυνθινιά βλέπει τον Λεωνίδα Λεωτύχη να χαλαρώνει τη δαγκωνιά που έχει πιάσει τη θυγατέρα της στο λαιμό. Τον βλέπει να σηκώνεται και να είναι ιδρωμένος. Τον βλέπει να σκουπίζει το όργανό του και τα χέρια του και τον θαυμάζει ακόμη πιο πολύ.

«Αν ερχόσουνα σαν άνθρωπος σωστός, να κάτσουμε να κουβεντιάσουμε, τζόγια μου, κι εμείς άνθρωποι είμαστε, ξέρουμε ότι αυτός είναι ο προορισμός του άντρα και της γυναίκας… Ούτε η Αρετή μας κάνει εξαίρεση, εδώ καν και καν μεγαλύτερες και… Θα σου τη δίναμε την Αρετούλα με την ευχή μας, όχι να κάνεις μπροστά στα μάτια μας ετούτες τις ντροπές, που μας κολάζουνε κι εμάς…»

Μα καλά, ντιπ δεν καταλαβαίνει αυτή η γυναίκα; Κι αν όχι, γιατί δεν παίρνει παράδειγμα από τη γριά, που είναι και παθός και μαθός; Παθός, γιατί τα πέρασε και η ίδια αυτά πριν από πενήντα χρόνια, και μάλιστα από τον παππού του Λεωνίδα Λεωτύχη, που ήταν κι εκείνος χ α ρ ι σ μ α τ ι κ ό ς, ο συχωρεμένος. Είχε δει και το ύστερα. Είχε δει και τον κομμένο λαιμό του πατέρα της.
Όπως ετούτη τη στιγμή κοίταζε η νύφη της, η Ζακυνθινιά, τον κομμένο λαιμό του αντρός της, έχανε αμέσως τη μιλιά της και γινόταν λιγότερο Ζακυνθινιά και πιο πολύ Μανιάτισσα...

***

... Ο Λεωνίδας Λεωτύχης σκούπισε τη ματωμένη μάχαιρά του στην πουκαμίσα του σφαγμένου, πήρε το τουφέκι που είχε αφήσει όρθιο πίσω από την πόρτα και χάθηκε αλαφροπάτητος μέσα στη νύχτα. Προτού, όμως, εξαφανιστεί, στάθηκε για μια στιγμή στο κεφαλόσκαλο κι έριξε μια τρυφερή ματιά στην καταματωμένη κοιλιά της Αρετής, που εκείνη προσπαθούσε να σκεπάσει με τα κουρελάκια των ρούχων της.
Ούτε τις άλλες δύο γυναίκες πείραξε. Η ζωή της γριάς βρισκόταν στα δίχτυα του Θεού. Αυτός είχε το δικαίωμα να την κόψει ή να της πλέξει ακόμα μια ίνα, να αιωρηθεί κι άλλο το καντήλι της. Η Μητρομιχοπούλαινα τη γλίτωσε επειδή είχε ένα άδειο πράγμα στο κεφάλι της. Βέβαια, έπαιξε ρόλο και η ζακυνθινή καταγωγή της, γιατί η Μανιάτες σέβονται πολύ το έθιμο της βεντέτας, θέλουν να την κρατήσουν δική τους ολόκληρη, άσπιλη κι αμόλυντη, έτσι όπως την παρέλαβαν από τους προγόνους τους.

Να μην τους την πάρουν, για παράδειγμα, οι Αρκάδες και, μη ξέροντας τι πράγμα είναι, την κρεμάσουν τελικά τροκάνι στα τραγιά τους΄ οι Καλαματιανοί και τη στρίψουνε τσιγαριλίκι και τη φουμάρουν έως τζιβάνας΄οι Πυργιώτες και τη βγάλουν να κάνει πεζοδρόμιο με ξυραφιές στο μάγουλο΄ οι Αναπλιώτες και την τυλίξουν σε ζελατίνα και την πουλήσουν τεμαχισμένη σε μαγαζάκια τύπου GREEK ART΄ οι Πατρινοί και τη ρίξουν πάνω από τη θάλασσα, να παριστάνει τη ζεύξη Ρίου-Αντιρρίου΄ οι Κορίνθιοι και την κρεμάσουν κόκκινο φανάρι έξω από το μπορντέλο της Λαΐδος. Κι άμα το πράγμα γίνει μόδα και μπούνε στο χορό και οι υπόλοιποι πάνω από το αυλάκι, τέρμα η βεντέτα, τα ’φαγε τα ψωμιά της. Μια δυο γενιές ακόμη, και θα ξεχαστεί η παράδοση, θα τη βλέπουμε μόνο σε λαογραφικά μουσεία και στις υπερβολές των εφημερίδων...

***

... Όταν το σκοτάδι κατάπιε τον Λεωνίδα Λεωτύχη, η γριά έπιασε με τα χεράκια της μια φέτα ψωμί από τα κάρβουνα, έκοψε με τα ούλα της (που είχαν γίνει σκληρά και κοφτερά σαν δόντια) μια δαγκωνιά ψωμί, την κατάπιε αμάσητη (μόνο την παπάρωσε λιγάκι με το σάλιο της) κι ύστερα, αφού έριξε το τσεμπέρι στους φτενούς της ώμους για να μαδάει ευκολότερα τα λιγοστά της μαλλιά, βγήκε ολοφυρόμενη έξω, να φωνάξει τους συγγενείς και τις μοιρολογίστρες...

(Απόσπασμα από το μυθιστόρημα ‘‘Ο ΩΡΑΙΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΘΗΡΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΧΤΗΣ’’, εκδόσεις Νέα Σύνορα – Α. Α. Λιβάνη, 1998.)

Toυ Πάνου Σταθόγιαννη


ΥΓ. Διαβάζοντας την υπέροχη ιστορία ένιωσα ότι θα μπορούσε να έχει διαδραματιστεί και στην αγαπημένη μου Κρήτη....

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Το νησί των σημαδεμένων


Για το νησί των καταραμένων, τη Σπιναλόγκα έχω ξαναγράψει σε τούτο δω το μπλοκ. Τον τελευταίο καιρό με αφορμή την ταινία "Το Νησί", η Σπιναλόγκα ξεθάφτηκε στις μνήμες ενός ολόκληρου λαού. Σκέφτομαι μετά από ψάξιμο ημερών πόσο κρίμα είναι που οι Έλληνες μάθαμε το νησί Σπιναλόγκα και την ιστορία του από το βιβλίο της Victoria Hislop, και δεν γνωρίζαμε τίποτα για το βιβλίο "Σπιναλόγκα" που είχε γραφτεί δεκαετίες πριν από τον Θέμο Κορνάρο και είναι απείρως ανώτερο και συγκινητικό. Πραγματικό διαμαντι!

Για μισό περίπου αιώνα στον υποβλητικό βράχο της Σπιναλόγκας περπάτησαν, ερωτεύτηκαν, μαρτύρησαν αλλά και επιβίωσαν άνθρωποι που προέρχονταν από την "απέναντι όχθη", θύματα μιας ολόκληρης εποχής. Στο καστρόχτιστο νησί του Μεραμπέλλου, σ' ένα χώρο ταυτισμένο με την προκατάληψη, έχτιζαν τη ζωή τους από την αρχή οι εκτοπισμένοι, προσπαθώντας να ξεπεράσουν τις κοινωνικές αντιξοότητες, ώστε να προετοιμάσουν μια αξιοπρεπή αποχώρηση από τον "επίγειο παράδεισο". Ο αποκλεισμός αυτών των ανθρώπων και η καθημερινότητά τους υπήρξαν για πολλά χρόνια ζητήματα ταμπού για την ελληνική κοινωνία και την πεζογραφία της. Δύο όμως Έλληνες συγγραφείς τόλμησαν να τα θίξουν, γράφοντας εν θερμώ δύο συγκλονιστικά κείμενα που έμειναν στην Ιστορία: η Γαλάτεια Καζαντζάκη, που δημοσίευσε το 1914 την "Άρρωστη πολιτεία της" αφηγούμενη μια ερωτική ιστορία που διαδραματίζεται στο νησί, και ο Θέμος Κορνάρος, που το 1933 έδωσε στον έξω κόσμο τη δική του καταγγελτική μαρτυρία με τον τίτλο "Σπιναλόγκα". Με τον τόμο αυτό τα δύο κείμενα, της Καζαντζάκη και του Κορνάρου, δημοσιεύονται πρώτη φορά μαζί, ώστε να δημιουργήσει ο αναγνώστης μια ολοκληρωμένη, ρεαλιστική εικόνα για το νησί των σημαδεμένων, που συγκινεί ακόμα όποιον το επισκέπτεται από την ακτή απέναντι ή μέσα από τα βιβλία.


Οι τόποι εξορίας χρειάζονται για να εστιάζεται πάνω τους το Κακό. Η σκέψη αυτή σε συντροφεύει όσο διαβάζεις το συγκλονιστικά αυτά βιβλία των δικών μας συγγραφέων. Το άκουσμα και μόνο της λέξης γεννά ρίγος, φόβο, αποτροπιασμό. Αλλά και μια κρυφή έλξη. Η έλξη του αποτρόπαιου.

Το 1957, ύστερα από μισό αιώνα «ζωής», οι τελευταίοι κάτοικοι μεταφέρονται στην Αγία Βαρβάρα Αττικής και το λεπροκομείο κλείνει. Όμως ο εξοστρακισμός, το «εκεί- έξω- μακριά» δεν έπαψε ποτέ να τροφοδοτεί το συλλογικό φαντασιακό. Είναι μια παλιά ιστορία, ένα παραμύθι από ξεχασμένους χρόνους που ατέρμονα συνεχίζεται. Στην καρδιά του κακού πρέπει να φωλιάζει το «άλλο», το «ξένο». Έτσι το Κακό αποκτά μια πηγή. Εστιάζεται. Δεν κυκλοφορεί έωλο μέσα στο σώμα, στην ψυχή, στον οικείο τόπο. Όχι εδώ. Αλλά εκεί- έξω- εντοπισμένο- εκτοπισμένο- οριοθετημένο- μακρινό. Η Σπιναλόγκα, ένας εμβληματικός χώρος υποδοχής ενός τέτοιου Κακού. Ενός Κακού που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη δύναμη έτσι καθώς διανθίζεται από καθημερινές ιστορίες ζωής μέσα από τη στενή διαπλοκή του έρωτα και του θανάτου.


Σενάρια οδύνης και ηδονής εμπνέουν σήμερα μπεστ σέλερ (πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα πούλησε σε όλον τον κόσμο το βιβλίο της Χίσλοπ) και τηλεοπτικές υπερπαραγωγές. Μια παράδοξη επικαιρότητα μεταμορφώνει το νησί των απόκληρων σε μια σημερινή επικράτεια σημείων μεστή σημασιών και μεταφορικών σχημάτων.

Μακριά από την κοινωνία του θεάματος, το 1913 η Γαλάτεια Καζαντζάκη και είκοσι χρόνια αργότερα ο Θέμος Κορνάρος αποτύπωσαν σε δύο τολμηρές νουβέλες το δικό τους βλέμμα για το νησί των καταραμένων. Για πρώτη φορά τα κείμενα αυτά παρουσιάζονται στο αναγνωστικό κοινό μαζί. Εύστοχα συνδεδεμένα και πλαισιωμένα από ένα εξαιρετικά ποιητικό και στοχαστικό επίμετρο του Μάνου Λουκάκη. Ένα βιωματικό κείμενο που τροφοδοτήθηκε από προσωπικές μνήμες και λειτουργεί σαν ένας συνδετικός κρίκος, μια αναπάντεχη γέφυρα ανάμεσα στο σήμερα και στο χθες των δύο άλλων κειμένων. Στην ουσία έχουμε να κάνουμε με τρία ερεθιστικά για τη σκέψη και το συναίσθημα κείμενα.


Η Άρρωστη πολιτεία πρωτοδημοσιεύεται το 1914 από τη Γαλάτεια Καζαντζάκη, με το ψευδώνυμο Πετρούλα Ψηλορείτη. Και είναι η πρώτη φορά στην ελληνική λογοτεχνία που αναδεικνύεται το θέμα της λέπρας μέσα από μια ερωτική ιστορία. Ένα κείμενο ρεαλιστικό και συνάμα συμβολιστικό, με έντονη την επιρροή του Καζαντζάκη και τα στοιχεία της νιτσεϊκής γοητείας. Ένα «ρομάντζο», όπως η ίδια το αποκάλεσε, γραμμένο λίγο προτού χρονικά στραφεί ενεργά στη μαχόμενη αριστερή ιδεολογία.

Με τον Κορνάρο περνάμε στο πεδίο της άγριας καταγγελίας. Ένα κείμενο-ουρλιαχτό. Ένα βιβλίο μάχης, γραμμένο μαζί με το Άγιον Ορος το 1933 με μια γλώσσα ωμού νατουραλισμού. Ο λόγος ενός εκ των πλέον στρατευμένων πεζογράφων του Μεσοπολέμου δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης. Όταν το διακύβευμα είναι η εξαπάτηση, η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο, η «κοινωνία των εμπόρων» ή, αν θέλετε, των δουλεμπόρων, ο λόγος θα είναι οξύς, ανυποχώρητος, αγριευτικός ή δεν θα είναι.


Η διάθεση παραλυτικής εξίσωσης του άρρωστου παρόντος με το υγιές παρελθόν υπάρχει και στον Κορνάρο ή στην Καζαντζάκη, αλλά στο μυθιστόρημα του Αμποτ αποκτά ενδημικό χαρακτήρα. Μοναδική διέξοδος, το πάθος για των «ιδεών» την «πόλιν» (για τη δικαιοσύνη, την παιδεία και την έλλειψη ισότητας), που εξακολουθούν να συγκλονίζουν τους πρωταγωνιστές, δείχνοντας μία ακόμη φορά την άγρια προσκόλλησή τους στη ζωή.

Μιλώντας για τη Σπιναλόγκα, οι τρεις συγγραφείς δίνουν στην αφήγησή τους κι έναν συνολικότερο (σαφώς συμβολικό και αλληγορικό) τόνο, που ηχεί ιδιαιτέρως οικείος στα δικά μας αυτιά: ο κλειστοφοβικός χώρος του νησιού του ερέβους μπορεί να είναι ο χώρος του οιουδήποτε πολιτικού, κοινωνικού ή φυλετικού εγκλεισμού, ο περίγυρος και οι τοίχοι οιασδήποτε φυλακής για όσους αποκλίνουν και διαφέρουν από τη συμφωνημένη νόρμα και την κοινής αποδοχής αξία.


Αν και με πιο ήπιο τρόπο, το κυρίαρχο σύστημα και στην Καζαντζάκη βάλλεται από τις πρώτες κιόλας γραμμές (βλέπε και το εμπεριστατωμένο κείμενο της Κέλυ Δασκαλά στην Αρρωστη πολιτεία των εκδόσεων Ελληνικά Γράμματα). Τονίζεται η υποκρισία, ο κοινωνικός έλεγχος, η βαρβαρότητα των υγιών. Η ευκολία με την οποία αδειάζει ο άνθρωπος από ό,τι το ανθρώπινο κατά λάθος τον κατοικεί.

Ο έρωτας αποτελεί το άλφα και το ωμέγα τόσο για το «Νησί» της Χίσλοπ όσο και για τα έργα των Κορνάρου, Καζαντζάκη και Αμποτ. Σε ό,τι αφορά τους Ελληνες συγγραφείς, δεν πρόκειται, όπως ίσως θα περίμενε κανείς, για έναν λυρικοδραματικό και ρομαντικό έρωτα, που κινείται ανάμεσα σε παρούσες σκιές και μελλοντικούς τάφους, αλλά, αντίθετα, για μια συνεχή έκρηξη και περιπέτεια του σώματος.


Αντί να καμφθεί από την επέλαση της αρρώστιας και τον φόβο του αφανισμού, το σώμα κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για να ανεβάσει στο φουλ τις ερωτικές του επιδόσεις και να τρυγήσει μέχρι την τελευταία ρώγα τον καρπό της ηδονής. Φτασμένοι στα όρια του σύμπαντος, δύο βήματα από την Αχερουσία, υποψήφιοι νεκροί αλλά ακόμη ζωντανοί, οι άνθρωποι που αλωνίζουν πάνω-κάτω τη Σπιναλόγκα δεν εννοούν να παραιτηθούν από το υπέρτατο δικαίωμα στο σεξ, το οποίο και θα ασκήσουν ποικιλοτρόπως: σε μισογκρεμισμένα σπίτια και λερά κρεβάτια, σε θαλασσινές σπηλιές και σκιερές γωνίες, σε φανερές περιπτύξεις και σε κρυφές συναντήσεις.

Κάθε καινούργιο βήμα προς την άβυσσο είναι για τους εγκλείστους του νησιού κι ένα καινούργιο βήμα προς τον έρωτα: μια παθιασμένη αγκαλιά, ένας ένδοξος γύρος πριν από τον βέβαιο τερματισμό, μια γενναία ζαριά στο σκοτάδι που δεν έχει πάψει να καταυγάζεται από το φως. Η ηθική που χάνεται, όταν τα κοινωνικά ταμπού δεν έχουν πια κανένα νόημα; Οι απαγορεύσεις που καταρρέουν όταν η τάξη και η πειθαρχία δεν είναι πια σε θέση να προφυλάξουν κανέναν;

Κάτι περισσότερο: η θέληση για ακατάβλητη πάλη με τον θάνατο, η έξοδος του Διγενή από το μυθικό του τοπίο και η ακριτική του μάχη ενάντια στην καθημερινή σήψη και φθορά μέχρι τελικής πτώσεως.


Ο υγιής, πιο λεπρός από τον λεπρό. «Η σχέση του πολιτισμού με το μαδημένο πετσί τ΄ ανθρώπου». Ιδού η μεγάλη όσο και επίκαιρη ανατροπή που κομίζουν τα δύο κείμενα. Η υγεία τελικά αποβαίνει μια ύποπτη και για τους δύο συγγραφείς έννοια. Οι κάτοικοι στο νησί ζουν με έναν διπλό καταναγκασμό: από τη μια η φριχτή νόσος με το ροκάνισμα του σώματος, και από την άλλη ένα κοινωνικό σύστημα που απορρίπτει, αποβάλλει, ποινικοποιεί προκειμένου να κρατηθεί αμόλυντο, να διατηρήσει την ευταξία και τον ευπρεπισμό του. Η ασθένεια, το μαγικό βουνό του Τόμας Μαν, αποκτά εδώ μια ιδιότυπη σκληρότητα.

Ο λεπρός μπορεί να μην έχει το σαλεμένο μυαλό του τρελού, έχει όμως τη σαλεμένη όψη ενός αποκρουστικά δύσμορφου πλάσματος . «Πρόσωπο δεν ξεχώριζες απ΄ τα πρηξίματα και τις πράσινες κλιτσανισμένες πληγές», «σάπιο στόμα που βρωμάει και με το λουβιασμένο λαρύγγι». Η εμβληματική φιγούρα της παραμόρφωσης εκτοπισμένης εκεί-έξω καθησυχάζει όλους εμάς ως προς την αρτιμέλεια και την ευμορφία μας.

Ο καθημερινός αγώνας που δίνουν οι λεπροί, οι αμυντικοί μηχανισμοί επιβίωσης, η στενή διαπλοκή του έρωτα με τον θάνατο, του λογικού με το παράλογο, του εφησυχαστικού με το τρομαχτικό συνθέτουν ένα πολύτιμο υλικό «ανθρωπογνωσίας». Η ακραία συνθήκη αποτελεί έναν μεγεθυντικό, αποκαλυπτικό της ύπαρξης φακό. Η παρούσα έκδοση προσφέρει μια συγκλονιστική μαρτυρία ύπαρξης και αξίζει ειδικά σήμερα να διαβαστεί από όλους.


Η επικαιρότητα εν τέλει της Σπιναλόγκα έχει να κάνει με μια κοινωνία που εξακολουθεί να καλλιεργεί στο σύγχρονο άτομο το αίσθημα του εξόριστου από τον εαυτό του και την ιστορία του. Τα σημαίνοντα της εξορίας πολλαπλασιάζονται σήμερα στον αδειασμένο από νόημα και έμπλεο αγωνίας για το σήμερα και τρόμο για το αύριο ανελεύθερο κόσμο μας. Αφήνουν ανοιχτά ερωτήματα για την ταυτότητα και τους όρους λειτουργίας της, για την παθολογία και τη δυσμορφία της ευρύτερης ομάδας, για την ηθική της ζωής που κατακλύζει τα παραμορφωμένα μελλοθάνατα πλάσματα του καταραμένου νησιού που και στα δύο κείμενα ερωτεύονται, ζουν, υπάρχουν, στήνουν έναν ανέλπιδο αλλά ταυτόχρονα γενναίο και θαρρετό αγώνα ζωής.

Στον νου μου έρχεται ο Παβέζε «Μία μόνο ηδονή υπάρχει, να είσαι ζωντανός, όλα τα άλλα είναι αθλιότητες».



Jean Daniel Pollet, 1973 "L' Orde"



Werner Herzog, 1968 "Letzte Worte"

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

ΜΑΡΩ ΔΟΥΚΑ: Ακροβατώ μεταξύ μύθου και ιστορίας...


Πρωτότυπο, τολμηρό, γραμμένο με τη μαστοριά μιας σπουδαίας συγγραφέως, το τελευταίο μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα "Αθώοι και Φταίχτες" καταπιάνεται με ένα, κλειστό μέχρι σήμερα, κεφάλαιο της νεοελληνικής πραγματικότητας. Εκείνο της παρουσίας του τουρκοκρητικού στοιχείου στα Χανιά, πριν από το 1924, και την αναγκαστική προσφυγιά του στην Τουρκία με την περίφημη "ανταλλαγή των πληθυσμών". Το χθες συναντά το σήμερα με τη διεισδυτική ματιά της Δούκα. Να σημειώσουμε πως το μυθιστόρημα, σε ισχνούς για το βιβλίο καιρούς, έχει ξεπεράσει ήδη τις τριάντα χιλιάδες αντίτυπα. [... συνέχεια]


ΤΕΥΧΟΣ 19

Κυρία Δούκα, το ότι επιλέξατε ένα θέμα ταμπού ακόμη για τη μεγαλύτερη μερίδα των Νεοελλήνων έχει να κάνει με κάποια συγκυρία ή είναι τυχαίο;
Θα έλεγα ότι ήρθε το τυχαίο και ενίσχυσε τη συγκυρία. Την εποχή που τέλειωνα το "Ένας σκούφος από πορφύρα", δέχτηκα το τηλεφώνημα μιας Τουρκάλας δικηγόρου από τη Σμύρνη. Mιλούσε τόσο καλά τα ελληνικά... και μου έλεγε για τον ξεριζωμένο Τουρκοκρητικό παππού της και για την ευχή του στα εγγόνια του να μην πάψουν ποτέ να μιλούν τα ελληνικά. Έπειτα ξεχάστηκα, περιπλανήθηκα "συγγραφικά" αλλού, έμενε όμως πάντα ζωντανή μέσα μου εκείνη η συγκίνηση. Και όταν αισθάνθηκα έτοιμη για το βιβλίο που χρόνια ήθελα να γράψω για τα σημερινά Χανιά εμποτισμένα στην ιστορία, η ίδια η μορφή του βιβλίου που είχα φανταστεί με οδήγησε σ' εκείνη την παλιά συγκίνηση και ξύπνησε μέσα μου την ανάγκη να μάθω τους Τουρκοκρητικούς... Συγκυριακά, τότε περίπου είχε αρχίσει να εκδηλώνεται συλλογικά η ιδιότυπη μισαλλοδοξία μας απέναντι στους ξένους...

Πριν διαβάσω το μυθιστόρημά σας, η ύπαρξη των μουσουλμάνων της Κρήτης ή των Τουρκοκρητικών, όπως τους αποκαλούν, καλυπτόταν από ένα πέπλο ομίχλης, γεμάτο άγνοια και ίσως παρεξήγηση. Πιστεύετε πως, με το να ασχοληθείτε μαζί τους, ρίχνετε γέφυρα σε ό,τι αποκαλούμε "η άλλη πλευρά", ρίχνοντας φως στο ομιχλώδες τοπίο της συλλογικής μας άγνοιας;
Θα ήταν υπερβολικό αν πίστευα κάτι τέτοιο. Εγώ απλώς θέλησα να φωτίσω τις κουβέντες της Σελινιώτισσας γιαγιάς μου, η οποία μου έλεγε, όταν ήμουν μικρή, για μια πλακούρα, εκεί κοντά στο χωριό της, ποτισμένη με το αίμα άμαχων μουσουλμάνων... Τους έσερναν, λέει, το 1897 οι χριστιανοί, για να τους παραδώσουν στους πρόξενους που θα τους οδηγούσαν στα Χανιά και από 'κεί με καράβια θα τους έδιωχναν στην Τουρκιά, αλλά τελευταία στιγμή μετάνιωσαν και αποφάσισαν να τους σφάξουν όλους και να τους ληστέψουν, να τους εκδικηθούν για τα όσα είχαν καμωμένα οι Τούρκοι στο νησί. Φυσικό δεν ήταν; Έπειτα από τόσα χρόνια σκλαβιάς... Και ψάχνοντας, λοιπόν, το πρώτο που έμαθα ήταν ότι οι Τουρκοκρητικοί, στην πλειοψηφία τους, ήταν Κρήτες εξισλαμισμένοι εξ ανάγκης, ότι ήταν ελληνόφωνοι, λυρατζήδες και χορευταράδες, ότι είχαν οι περισσότεροι επώνυμα που τέλειωναν σε -άκης... και ότι όσοι είχαν απομείνει με τη θέλησή τους στο νησί, νιώθοντας περισσότερο Κρητικοί παρά Τούρκοι, μετά την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, αναγκάστηκαν το 1924, βάσει της συνθήκης της Λωζάννης, να εκπατριστούν. Και κάτι ακόμη... ότι στην Τουρκία τούς αντιμετώπιζαν για χρόνια σαν "ελληνόσπορους", αν μπορεί να ειπωθεί κάτι τέτοιο, σε αναλογία με τους δικούς μας "τουρκόσπορους"...

Πιστεύετε πως η άγνοια που έχουμε για την άλλη πλευρά είναι τυχαία ή ηθελημένη;
Καταρχήν θα την έλεγα "επιβεβλημένη"... Η ιστορία πρωτίστως "υπηρετεί" την ανάγκη του κάθε έθνους να πιστέψει στο δικό του δίκιο, στο δικό του θεό, στη δική του γενναιότητα και κυρίως στα δικά του συμφέροντα. Από εκεί και πέρα, βέβαια, άλλο η επιβεβλημένη άγνοια και άλλο η επιβεβλημένη διαστρέβλωση... Άλλο να αισθάνεσαι υπερήφανος γι' αυτό που είσαι ή που θέλεις να είσαι και άλλο να περιφρονείς τον διπλανό σου ή να αποσιωπάς τα δικά σου εγκλήματα. Άλλο οι αγώνες σου για την ελευθερία και άλλο ο εκτραχηλισμός των αγώνων σου χάριν των οικονομικών συμφερόντων και των διεθνών ισορροπιών...

Εσείς ψάχνοντας νιώσατε καθόλου σαν κάποιος να σας είχε παραπλανήσει για πολλά χρόνια;
Ευθύνη ενός πεζογράφου είναι να βλέπει, να κρίνει και να ανασυνθέτει με τα δικά του μάτια τον κόσμο. Σχετικά με τους Τουρκοκρητικούς, όμως, οφείλω να σου πω ότι, έπειτα από το τηλεφώνημα εκείνης της γυναίκας, για πρώτη φορά σήκωσα το κεφάλι και πρόσεξα τους δυο σωζόμενους μιναρέδες στα Χανιά και προσπάθησα να αισθανθώ ότι, πέρα από την ιστορική τους σημασία, μπορεί να σημαίνουν και κάτι άλλο πολύ πιο βαθύ και ουσιαστικό... και από αυτή την άποψη αισθάνθηκα ότι, αν ήθελα να γράψω ένα βιβλίο για τα Χανιά, θα έπρεπε πρώτα να μπω στη θέση ή και στην απελπισία ενός άλλου, ενός διαφορετικού, που γεννήθηκε και μεγάλωσε σ' αυτή την πόλη και που οι ιστορικές συγκυρίες τον ξερίζωσαν. Και ότι θα έπρεπε επίσης να "ξύσω" εκείνο το ιδεολόγημα που θέλει τον Έλληνα πρωτίστως χριστιανό ορθόδοξο, εκείνη την ανασφαλή υπεροψία που μας ωθεί να πιστεύουμε ότι εμείς μόνο έχουμε δίκιο, ότι εμείς μόνο είμαστε πάντα οι καλύτεροι... Αρχίζοντας, λοιπόν, να φαντάζομαι το "Αθώοι και Φταίχτες", όφειλα να σεβαστώ, βέβαια, την ιστορία, να την ανυψώσω, υμνώντας διά στόματος ενός μουσουλμάνου το μακρόχρονο απελευθερωτικό αγώνα του κρητικού λαού, αλλά και να την προσπεράσω, διαβάζοντας κάτω από τις γραμμές, προκειμένου να αξιωθώ να νιώσω τι μπορεί να σημαίνει χαμένη, αλησμόνητη πατρίδα και από την άλλη μεριά του Αιγαίου...

Τελικά ποια είναι η ιστορία; Αυτή που μας μαθαίνουν στα σχολεία, αυτή που ανακαλύπτει κανείς ψάχνοντας μόνος του ή αυτή που μας προσφέρεται εν είδει μυθιστορηματικής αφήγησης;
Η ιστορία που ανακαλύπτουμε μόνοι μας είναι η ιστορία που προϋποθέτει όχι μόνο την προσωπική αναζήτηση αλλά και τη διασταύρωση πολλών ιστορικών πηγών... Η μυθιστορηματική αφήγηση είναι μάλλον μια ηροδότεια αντίληψη του κόσμου που από μόνη της δεν αρκεί... Θα ήμουν αφελής αν ισχυριζόμουν ότι με αυτό το βιβλίο φώτισα το θέμα των Τουρκοκρητικών στην ολότητά του, εγώ απλώς έγραψα ένα βιβλίο "στις γραμμές του μύθου και της ιστορίας", ανοίγοντας μια ρωγμή για να κρυφοκοιτάξω, και μαζί μου ο αναγνώστης, εφόσον θα τον ενδιέφερε, από την άλλη πλευρά του τοίχου...


Συνέντευξη στην Έλενα Χουζούρη

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Αντρικές κουβέντες....



- Πριν από δέκα χρόνια έπεφτε πιο πολύ ξύλο στους δρόμους της Αθήνας.

- Τι λες; εγώ πρώτη φορά είδα τέτοιο μπουνίδι επειδή ο συνοδηγός άκουσε τη λέξη καριόλα, να τη ξεστομίζει ο οδηγός του πίσω αυτοκινήτου. Βγήκε έξω λοιπόν ζητώντας το λόγο γιατί θίχτηκε. Οδηγός βλέπεις ήταν η μητέρα του.

- Πρέπει να αναλαμβάνεις και το ρίσκο σου όταν ξεστομίζεις τέτοιες κουβέντες.

- Εγώ πάντως τον λυπήθηκα γιατί έκανε προσπάθεια να βγει από το αυτοκίνητο και άρχιζα να φωνάζω όταν του έδινε τη μια μετά την άλλη μπουνιές στο κεφάλι.Θα τον σκοτώσεις έλεγα, άφησέ τον, τι παρακολουθείτε κυρία μου μητέρα του είστε, πείτε του κάτι.

- Και τι έκανε αυτός; τις έτρωγε;

- Ναι, μάλιστα του ξέφυγε κάποια στιγμή βρήκε δύο πέτρες πρόλαβε να του τις πετάξει, αλλά ο άλλος τον βούτηξε και πάλι άρχισε να τις τρώει. Με τις πολλές φωνές μου, πήγε επιτέλους η μητέρα του και τον τράβηξε να φύγουν. Α!!! δεν πάμε καθόλου καλά......

Σαν να βλέπω πάλι τη σκηνή και το φόβο που είχε στα μάτια του,όταν ο δίμετρος γιος της μαμάς κουρεμένος γουλί με το τατού στη γάμπα και τις σαγιονάρες, έφτασε δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο και τον ρώτησε ποιον είπες ρε καριόλα; και άρχισε χωρίς καμμία προειδοποίηση να ρίχνει τη μια μετά την άλλη γροθιές στο πρόσωπό του με το δεξί χέρι και με το αριστερό είχε πιάσει την μπλούζα του.

Κακά τα ψέματα σκέφτομαι πρέπει να ξέρεις να αντιδράς. Είναι πολύ άσχημο για έναν άντρα να κάθεται να τις τρώει και να προσπαθεί να ξεγλιστρήσει από τις άγριες διαθέσεις του αντιπάλου του. Να τις τρως αλλά και να δίνεις. Βρε παιδί μου πως να στο πω,σαν φοβισμένο πουλάκι έδειχνε και όταν μια κυρία τον ρώτησε μετά γιατί σε έδειρε; Δεν ήξερε τι να πει. Ξέρω εγώ.....να έτσι.....

Αμέσως μου ήρθαν στο μυαλό οι συζητήσεις μεταξύ αντρών στο καφενείο στο Νεστόριο Καστοριάς, το μεσημέρι του Αυγούστου,που το βρήκαμε ανοιχτό και καθήσαμε να πιούμε κανένα τσιπουράκι.

Έκαναν κοινωνική κριτική (λίγο πριν από το μεσημεριανό φαγητό) και σχολίαζαν τις γυναίκες τους που έχουν χαζέψει όπως έλεγαν με τα σήριαλ της τηλεόρασης.Τα πρότυπα αντρών που λανσάρουν είναι φαίνεται πολύ διαφορετικά από τα δικά τους γούστα.

- Σήμερα οι γυναίκες, είπε ένας, αν το παίζεις γλυκούλης πάνω σου έρχονται. Αυτοί οι άντρες τους έχουν πάρει τα μυαλά.

- Αμ το άλλο,συνέχισε ο επόμενος,να αφήσει γένια,να αφήσει μαλλί καλά όλα αυτά,αλλά σκουλαρίκι ...δε μ αρέσει.

- Μπορεί να φοβάστε εσείς για τα παιδιά σας, εγώ όμως είμαι εκεί.

- Δεν κατηγοράω τα παιδιά μου αλλά δε μ αρέσει....

- Μιάμιση σαρδέλα,μιάμιση δραχμή. Δέκα σαρδέλες πόσες δραχμές;

Όποιος το βρει κερνάω καφέ....λέει ένας από την άλλη παρέα στο διπλανό τραπεζάκι.Πετάει γρίφους για να περάσει η ώρα ψυχολογώντας ταυτόχρονα τους θαμώνες.

Ενδιαφέρουσα ήταν και η παρατήρηση του Μιχάλη στον φίλο σου τον Γιώργο,για τον Όσπριο.

- Εάν σου αρέσει η παρέα του, να είσαι έτοιμος και να τον υπερασπιστείς όταν θα τις τρώει.

Ο Όσπριος είναι ένας Νορβηγός που ξέμεινε στην Κρήτη από το 1971, όταν η αστυνομία έδιωξε τους χίπηδες από τα Μάταλα. Από 16 χρονών ζει στο νότιο Ρέθυμνο έχει αποκτήσει την κρητική νοοτροπία, έχει όμως ένα μεγάλο χούι. Πίνει πέντε κιλά κρασί την ημέρα. Ας Μπιόρν είναι το όνομά του, αλλά για ευκολία και για πείραγμα οι κρητικοί, τον φωνάζουν Όσπριο.

- Γιατί να παρεξηγήσει κάποιος τον Όσπριο επιμένει ο Γιώργος, δεν ενοχλεί ποτέ κανέναν, εξυπηρετεί τους πάντες, κάνει γεωργικές δουλειές. Πίνει ε και; δεν πειράζει κανέναν.

- Δεν ξέρει όμως τι λέει. Τις προάλλες μπήκε στο φούρνο και λέει στη Μαρία, τι κάνει ο άντρας σου ο κερατάς;

Εκείνη παρεξηγήθηκε και του είπε σε παρακαλώ να μιλάς καλύτερα, όλα έχουν όρια. Θύμωσε από τότε μαζί του.

- Εμένα πάντως με ρώτησε τι σημαίνει Γιώργο κερατάς; Και όταν του εξήγησα, μούτζωσε τον εαυτό του και είπε:

- Γιαυτό μου θύμωσε η Μαρία...


Της Δήμητρας Σωτηριάδου

Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2010

Oι Σελλιανοί



Το βιβλίο του Κώστα Ανδρεδάκη "Οι Σελλιανοί", το οποίο έχει σαν θέμα τα γενεαλογικά δένδρα όλων των οικογενειών του χωριού του, γράφτηκε μετά από κόπο 7 χρόνων και ατελείωτων ωρών, από την αγάπη του προς όλους τους συγχωριανούς, τους συγγενείς και κάθε τι που έχει σχέση με τα Σελλιά.

Γεννήθηκε από την αγωνία του συγγραφέα, να μην χαθούν στον ίλιγγο των σημερινών κοινωνικών εξελίξεων,οι ρίζες τους.Ο Κώστας Ανδρεδάκης γράφει στον πρόλογο του βιβλίου του:

"Δεν μπορώ να βλέπω τους νέους να αδιαφορούν για τους προγόνους τους, τους συγγενείς τους. Επαναστατώ και μόνο στη σκέψη πως τα παιδιά μας θα ξεχάσουν την καταγωγή τους. Δεν μπορώ να δεχτώ αυτό που είναι ορατό από τώρα, πως σε λίγα χρόνια θα σβήσουν από το λεξιλόγιο των νεοελλήνων οι λέξεις συγγενής, θείος, ανηψιός, ξάδερφος, συμπέθερος, ακόμη και παππούς και γιαγιά. Ίσως το βιβλίο αυτό να σταθεί ένα μικρό εμπόδιο για όλα αυτά που φοβάμαι πως έρχονται".

Ο Κώστας Ανδρεδάκης άρχισε την καταγραφή των λαογραφικών στοιχείων των Σελλιών το 1993. Ασχολήθηκε περισσότερο με την καταγραφή των γενεαλογικών δένδρων επειδή πολλοί συγχωριανοί του τον παρακίνησαν προς την κατεύθυνση αυτή. Βιάζονταν να δουν το βιβλίο με "τα σόγια", όπως έλεγαν.

Το μέρος της ζωής των Σελλιανών το άφησε μισοτελειωμένο και θα αποτελέσει το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο "Από τη ζωή των Σελλιανών", που θα καταγίνεται με τη λαική λογοτεχνία, με μαντινάδες, ποιήματα και τραγούδια από τα Σελλιά, με παλιές ρίμες και παιχνίδια που έπαιζαν όταν ήταν παιδιά καθώς και τα τραγούδια που συνόδευαν τα παιχνίδια τους εκείνα. Θα εξιστορεί παραμύθια και ιστορίες που έλεγαν οι γονείς και οι παππούδες όχι από βιβλία. Θα μιλά για τη λαική ιατρική και τα γιατροσόφια, για αινίγματα, γλωσσοδέτες, ευχές και κατάρες, θιαρμούς, γηθειές κλπ. Τέλος θα αναφέρεται στην πνευματική, κοινωνική και οικονομική ζωή των Σελλιανών.

Το βιβλίο του Κώστα Ανδρεδάκη γράφτηκε για να το έχουν να το διαβάζουν σχεδόν αποκλειστικά οι Σελλιανοί. Να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι. Γράφτηκε επίσης για τους Σελλιανούς που ζουν μακρυά από το χωριό.

Ακουμπισμένες θυμήσεις σε ένα εξαιρετικό βιβλίο που κρατά δεμένο ένα χωριό ολόκληρο.

Οι χωριανοί

Όλοι μας γνωριζόμαστε από ανήλικα παιδιά.
Με το μικρό του τ΄όνομα ο ένας τον άλλον κράζει.
Στα μυστικά μας δεν μπορεί να βάλομε κλειδιά.
ξέρει καθένας τ΄αλλουνού τα μάτια να διαβάζει.

Σαν όπως τα τρεχούμενα μοιράζομε νερά
και τα σπαρτά ποτίζουμε καθείς με την αράδα,
έτσι τη μοιραζόμαστε τη λύπη τη χαρά,
για βρέχει σ΄όλο το χωριό, για σ΄όλο είναι λιακάδα.

Γάμος; Αστράφτει από χαρά και γέλια το χωριό
κι αντιλαλεί το νυφικό τραγούδι πέρα ως πέρα.
Θάνατος; Όλοι θλιβεροί κι απ΄το καμπαναριό
κατάμαυρο η καμπάνα μας τον βάφει τον αέρα.

Διάπλατα τις εξώπορτες η καλοσύνη ανεί
και στο παλάτι του φτωχού και στου τρανού την τρούπα.
Κι όποιος περάσει κι όποιος μπει, γιορτή καθημερνή,
θα βρει στρωμένον καναπέ, θα βρει γλυκό στην κούπα.

Πέρα απ΄τις έγνοιες της ζωής, τους χάρους τους πικρούς,
μες στις καρδιές μας έχομε παντοτινόν Απρίλη.
Κι όσες τσουκνίδες βγαίνουνε μονάχες στους αγρούς,
εκεί ξεμοναχιάζονται πνιχτές στο χαμομήλι.

Του Γ. Αθάνα

Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2010

Παραδοσιακό... του παντρέματος



Η μάνα μου με πολεμά γυναίκα να μου δώση,
Και τον παπά εκάλεσε να μάσε στεφανώση.
Μιαν όμορφη μιάν νόστιμη εις ούλαν τση τα κάλλη,
‘Σ τη γειτονειά μου κοπελιά δεν ήτον τέθοια άλλη.
Κι’ όντεν μου τη βλογούσανε καλόγνωμη μου φάνη,
Δε μου μιλεί κ’εθάρρεψα την ταπεινή μου κάνει.
Κ’εγώ την εμπιστεύτηκα νοικοκερά ‘ς το στάρι
Κ’εκείνη μου το ξόδιασε και το’φαε ‘ς το ψάρι.
‘Ρωτώ τηνε αν έβγαλε στάρ’απ’την κοφινίδα
Κ’εκείνη μ’αποκρίνεται, «Καθόλου δεν το είδα».
‘Ρωτώ τηνε τι γείνηκε το λάδι και δεν έχει;
Κ’εκείνη μ’αποκρίνεται καθόλου δεν κατέχει.
Με μάνιτα τήνε ρωτώ τι γείνη το κριθάρι
Και η περυσινή φακή απού ’χα ‘ς το πιθάρι;
Και το κρασ’ απού το βουτσί, το ξείδ’ απ’ τη λαήνα
Κι’ απού τη μπότσα τη ρακή, τι τά ’καμες κ’εκείνα;
Τα χοντροκούκκια και τσ’εληαίς πού’χα ‘πού τον κουμπάρο,
Για πέ μου τίνος τά’δωκες να πάω να τα πάρω;
Τη γλίνα και το βότυρο τσ’εληαίς τσή τσακισμέναις,
Τσή πιπεριαίς πού’χα τουρσί, τίνος τσή’χεις δοσμέναις;
Και το μπαμπάκι τ’άκλωστο και τ’άλλο το κλωσμένο,
Λινάρι πού’χα άστριφτο και τ’άλλο το στριμμένο,
Μαλλιά ξασμένα μιάν οκκά, ομορφοχτενισμένα
Για πέ μου ίντα τά’καμες; Τίνος τά’χεις δοσμένα;
‘Ρωτώ τηνε τι τά ’καμε κ’εκείνη μου θυμόνει
και κάνει μου την ταμπεινή ογιά να με βουλονη.
Δεν έχασα κ’εγώ καιρό και πιάνω ‘να στελιάρι
Και τάκα ξύλο ‘ς τα πλευρά, ώστε να μαϊνάρη.
Έφαε ξύλο περισσό κ’εχόρτασε τ’ασκίν τση
Κ’ είπέ μου τα μαρτύριαν τση που να κα’ η ψυχήν τση.
-Το στάρι άντρα μού’στειλα ‘ς του μυλωνά τη νύχτα
Και τ’άλεσε και το ’καμε αλεύρ’ απού δεν είχα.
Κι’ άλλό ‘φαγα κι’ αλλό ‘δωκα πού ’ρχεται ένας κι’ άλλος.
Κι’ άλλό ‘χυσα του χοίρου μου για να γενή μεγάλος.
Το λάδι πάλι το’βανα ‘ς το λύχνο το μεγάλο
Κ’εκείνος το κατάλυσε, τ’αμμάθια θα του βγάλω.
-Το στάρι λές πώς το’δωκες πού’ρχεται ένας κι’ άλλος
Και πώς το λάδι το ’φαε ο λύχνος ο μεγάλος,
Μα το κρασί απ’το βουτσί το ξείδ’ απ ’ τη λαήνα
Κι’απού την μπότσα τη ρακή, τι τά ‘καμες εκείνα;
-Άντρα μου, πόνος μ’έπιασε κ’ένας θεός το ξέρει
Για να τελιώσω ήμουνε μα συ δεν το πιστεύγεις-.
Κ’ήρθ’η κεραγειτόνισσα δεν είχα τι τσή κάμω-
Και μου ’καμ’ ένα γιατρικό, που ‘μουνε ν’ αποθάνω.
Και το κρασί μου το’βραζε μαζί με το κριθάρι
Και το’θετε ‘ς τον πόνο μου αντίς ογιά λινάρι.
Τσή πιπεριαίς μου τσή ‘βανε για γιατρικό μεγάλο
Κι’απού την μπότσα τη ρακή, δεν είχα ίντα κάμω.
-Και το μπαμπάκι τ’άβγαρτο και τ’άλλο το βγαρμένο
Πώς δε μου λές τι το’καμες; Τίνος το’χεις δοσμένο;

Αναδημοσίευση από τον Κίσσαμο

Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

Το Μουσείο της Ελιάς



Η Ελλάδα είναι σπαρμένη με ελαιώνες. To Λιόδενδρο, η "παιδοτρόφος ελαία" κατά Σοφοκλή είναι πρωταγωνιστής της ελληνικής φύσης και ιστορίας, όπως το ελαιόλαδο είναι πρωταγωνιστής της ελληνικής διατροφής.

Αυτοφυές δέντρο (αγριελιά) πρωτοεμφανίστηκε στην ανατολική Mεσόγειο, αλλά ήταν στην Ελλάδα όπου καλλιεργήθηκε για πρώτη φορά. Έκτοτε, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, η παρουσία της ελιάς στον ελληνικό χώρο υπήρξε αδιάλειπτη και άρρηκτα συνυφασμένη με τις παραδόσεις και την κουλτούρα του λαού.

Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση η Ελαϊς, κόρη του Ανίου και της Δωρίππης, ήταν προστάτιδα του ελαιόλαδου. Οι αδελφές της ήταν η Οινώ, που προστάτευε την άμπελο και η Σπερμώ, που προστάτευε το σιτάρι. Λάδι, κρασί και σιτάρι, τα τρία πολύτιμα προϊόντα της ελληνικής γης.



Η ελιά, όπως μαρτυρά η εύρεση φυτικών απολιθωμάτων φύλλων ηλικίας 50.000 - 60.000 χρόνων στα ηφαιστειογενή πετρώματα της Σαντορίνης, ήταν ανέκαθεν στοιχείο της χώρας. H συστηματική καλλιέργειά της είχε ήδη αρχίσει από τις προϊστορικές εποχές του Λίθου και του Χαλκού.

Έρευνες και ευρήματα (πιθάρια, καταγραφές σε πινακίδες, απομεινάρια ελαιοτριβείων) μαρτυρούν ότι οι η παραγωγή ελαιόλαδου κατείχε εξέχουσα θέση στην κοινωνία και οικονομία των Μινωιτών και Μυκηναίων. Ήδη από τα μινωικά χρόνια γινόταν επεξεργασία του καρπού της ελιάς και παραγόταν λάδι που αποθηκευόταν σε πήλινους πίθους και αμφορείς και συχνά εξάγονταν στα νησιά του Αιγαίου και την κεντρική Ελλάδα. Πέρα όμως από τα οικονομικά οφέλη, το δέντρο της ελιάς λατρευόταν ως ιερό και το λάδι εκτός από προσφορά στους Θεούς και στους νεκρούς χρησίμευε ακόμα στην παραγωγή αρωμάτων, στην ιατρική και στην καθημερινή ζωή ως προϊόν βασικό για τη διατροφή, το φωτισμό και τη θέρμανση.



Το λάδι είχε και άμεση σχέση με τις αθλητικές δραστηριότητες. Οι αθλητές των αρχαίων αγώνων είχαν τη συνήθεια να αλείφουν το σώμα τους με λάδι πριν από την άσκηση στα γυμναστήρια για να διατηρήσουν την ελαστικότητα των μυών τους. Το έπαθλο για τους Ολυμπιονίκες ήταν ένα στεφάνι από αγριελιά, ο κότινος. Ποικίλες ήταν όμως και οι θεραπευτικές χρήσεις του λαδιού με τον ιπποκράτειο κώδικα της ιατρικής να αναφέρει περίπου 60 φαρμακευτικές χρήσεις της ελιάς για τη θεραπεία ασθενειών και παθήσεων. Σύμβολο ιερό, το λάδι χρησιμοποιούνταν και για θρησκευτικούς σκοπούς σε διάφορες λατρευτικές εκδηλώσεις. Με λάδι έκαναν οι αρχαίοι Έλληνες σπονδές στους βωμούς, άλειφαν επιτύμβιες στήλες και ιερές πέτρες.



Η αρχαία χρήση του λαδιού στην ταφική τελετουργία έχει διατηρηθεί και στη χριστιανική θρησκεία. Το ελαιόλαδο έχει σφραγίσει τις ελληνικές παραδόσεις με τις οποίες είναι άρρηκτα συνυφασμένο. Ιερό σύμβολο του κύκλου της ζωής χρησιμοποιείται σε όλες τις σημαντικές στιγμές και τελετουργίες, γέννηση, βάπτιση, γάμο και θάνατο. Για τους ορθόδοξους χριστιανούς, το λάδι, όπως και το σιτάρι και το κρασί, έχει τη σημασία θρησκευτικού αγαθού καθώς είναι συνδεδεμένο με τα μυστήρια του Xρίσματος και του Eυχέλαιου. Το αγιασμένο από την εκκλησία λάδι θεωρείται από τους πιστούς φυλαχτό και βοήθεια για κάθε δύσκολη στιγμή. Σύμφωνα με μια άλλη ελληνική παράδοση, τα "λαδαδέλφια", άτομα δηλαδή που έχουν δεχθεί το λάδι της βάπτισης από τον ίδιο νονό, δεν επιτρέπεται να παντρευτούν.

Ανεπηρέαστη όμως από την ισχυρή παρουσία της ελιάς στον ελληνικό χώρο δεν έμεινε ούτε η τέχνη. Η παραδοσιακή εικόνα των ανθρώπων της υπαίθρου που προσεύχονται για καλή συγκομιδή και συγκεντρώνονται στους ελαιώνες για το λιομάζωμα έχει αποτελέσει θέμα λογοτεχνικών έργων, ζωγραφικής και λαογραφικών αντικειμένων.

Δένδρο ιερό, πολύτιμο και αγαπημένο η ελιά έχει σημαδέψει τον ελληνικό πολιτισμό.



Οπως μαρτυρούν τα αρχαιολογικά δεδομένα αλλά και οι ιστορικές πηγές, η ιστορία της Κρήτης είναι στενά συνδεδεμένη με το δέντρο της ελιάς και με το βασικό προϊόν της, το λάδι. Ήδη από τα μινωικά χρόνια, όπως έχει αποδειχθεί από τα αρχαιολογικά ευρήματα της Κνωσού, γινόταν επεξεργασία του καρπού της ελιάς και παραγόταν λάδι που αποθηκευόταν σε πήλινους πίθους και αμφορείς και συχνά εξάγονταν στα νησιά του Αιγαίου και την κεντρική Ελλάδα. Πέρα όμως από τα οικονομικά οφέλη, το δέντρο της ελιάς λατρευόταν ως ιερό και το λάδι εκτός από προσφορά στους Θεούς και στους νεκρούς χρησίμευε ακόμα στην ιατρική, στον αθλητισμό και στην καθημερινή ζωή ως προϊόν βασικό για τη διατροφή, το φωτισμό και τη θέρμανση. Έτσι το δέντρο της ελιάς και ο ευλογημένος καρπός του από το παρελθόν και ως σήμερα εξακολουθούν να είναι σύμβολα της γνώσης της ειρήνης, της υγείας και της δύναμης. Τα τελευταία χρόνια η διεθνής ιατρική και διαιτολογία συστήνουν το ελαιόλαδο ως απαραίτητο προϊόν διατροφής για την εξασφάλιση υγείας και μακροζωίας. Η Κρήτη με το μεσογειακό της κλίμα ευνοεί την ανάπτυξη της ελιάς που φύεται τόσο σε πεδινές όσο και σε ορεινές περιοχές και καρποφορεί το χειμώνα. Στο νησί υπάρχουν εκατομμύρια ελαιόδεντρα και χιλιάδες οικογένειες βασίζουν την οικονομική τους ζωή στην καλλιέργειά τους. Το κλίμα και η σύσταση του εδάφους της Κρήτης εξασφαλίζουν το φίνο άρωμα και την υπέροχη γεύση του κρητικού ελαιολάδου, καθιστώντας το προϊόν υψηλής ποιότητος με διεθνή αναγνώριση.



Ο νομός Ρεθύμνης είναι κατάφυτος από ελιές και η παραγωγή ελαιολάδου αποτελεί μια από τις βασικές ασχολίες των κατοίκων. Τα είδη που καλλιεργούνται είναι κυρίως χοντρολιές, κορωνέικες και λιγότερες τσουνάτες. Από τα δέντρα αυτά παράγεται εκλεκτής ποιότητος ελαιόλαδο καθώς βρώσιμες ελιές εξαιρετικής ποιότητος. Ο περίφημος ελαιώνας της περιοχής Άδελε στο Δήμο Αρκαδίου, σε μια τεράστια πεδινή και ημιορεινή έκταση, θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους της Μεσογείου.



Τη μακροχρόνια και στενή σχέση της περιοχής αυτής αλλά και ολόκληρου του Ρεθύμνου και της Κρήτης με την ελιά και το λάδι αντανακλά η οργάνωση του Μουσείου της Ελιάς στα Καψαλιανά. Πρόκειται για ένα οικισμό που αποτελούσε μετόχι της Ι. Μ. Αρκαδίου. Εκεί βρισκόταν ο ελαιόμυλος του μοναστηριού που μαζί με άλλα κτίσματα οικοδομήθηκε στο τέλος του 16ου και στις αρχές του 17ου αι. Ο οικισμός είναι διατηρητέος και σήμερα έχει αναστηλωθεί και συντηρηθεί σχεδόν εξολοκλήρου.



To Eλληνικό Mουσείο της Ελιάς στα Καψαλιανά Ρεθύμνου Κρήτης, στεγάζεται στους αναστηλωμένους χώρους του ελαιόμυλου της μονής Αρκαδίου, που οικοδομήθηκε το 1763 από τον ηγούμενο Φιλάρετο. Βρίσκεται στο κέντρο ενός οικιστικού συνόλου χαρακτηρισμένου “υψηλής πολιτιστικής αξίας” και του ιστορικού ελαιώνα του. Την επιστημονική επιμέλεια του Μουσείου έχει το Κέντρο Λαογραφίας. Το κτηριακό συγκρότημα, που αποτελεί έκθεμα το ίδιο, περιλαμβάνει το Κελί του μοναχού-οικονόμου, τον χώρο παραγωγής του 1763 που παρέμεινε σε λειτουργία ως τις αρχές του 20ού αιώνα καθώς και τον φρουριακό χώρο αποθήκευσης. Το Μουσείο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του τόπου και στην πολιτιστική κληρονομιά της ελιάς και του ελαιολάδου.

Πηγή: Tσούμπας Γιώργος

Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

Μετρώντας τα άστρα από ένα Λασιθιώτικο Μετόχι



Χωρίς ρεύμα και σήμα στο κινητό, στον Άσπρο Ποταμό, ένα μετόχι από τον καιρό των Ενετών που διαθέτει φωτοβολταϊκό σύστημα από το 1989, λίγο έξω από τον Μακρύγιαλο Λασιθίου, θα βρείτε την ευκαιρία για ξεκούραση και περισυλλογή.

Mια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κρητικό μετόχι, που για καλή του τύχη έπεσε στα… σωστά χέρια! Ηταν καλοκαίρι του 1985 όταν η Αλέκα Χαλκιά, κάνοντας διακοπές στην Κρήτη, αντίκρισε τυχαία το ερειπωμένο μετόχι του χωριού Πεύκοι δίπλα σε ένα μικρό ποτάμι: τον Ασπρο Ποταμό! «Από την αρχή με γοήτευσαν αυτά τα ερειπωμένα σπιτάκια των βοσκών», διηγείται, «και σαν έμαθα ότι επρόκειτο να πουληθούν, πήρα τη μεγάλη απόφαση». Την εποχή εκείνη όλοι στρέφονταν στον μαζικό τουρισμό. Στο χωριό Μακρύγιαλος κτίζεται το πρώτο μεγάλο ξενοδοχειακό συγκρότημα και γύρω από αυτό οργανώνεται μια εκτεταμένη τουριστική ζώνη. Ακόμα και οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών εγκαταλείπουν τα χωράφια και τα σπίτια τους και κατηφορίζουν προς την παραλία. «Οι ντόπιοι δεν καταλάβαιναν τι έκανα εγώ εδώ! Με θεωρούσαν ψώνιο!», θυμάται γελώντας η κ. Χαλκιά.

To χωριό Πεύκοι συμπεριλαμβάνεται στα κατάστιχα της εποχής ως μέρος ενετικής κατοχής. Βάσει αυτού και άλλων στοιχείων χρονολογείται περίπου από το 1700. «Εκτιζαν ένα σπιτάκι απλώς για να κοιμούνται την περίοδο που μάζευαν τις ελιές ή έφερναν τα ζώα τους για βοσκή. Με λίγη φαντασία καταλάβαινες ότι με μερικές επιδιορθώσεις, τα σπιτάκια θα μπορούσαν να μεταμορφωθούν σε κάτι τελείως ξεχωριστό!» Φαίνεται ότι και φαντασία, αλλά και πολλή υπομονή διέθετε η Αλέκα, που με περιορισμένα οικονομικά ξεκινά την αναστήλωση δέκα σπιτιών. «Eγώ απλώς διόρθωσα ή ένωσα, για παράδειγμα, δύο σπίτια, για να γίνει ένας χώρος μεγαλύτερος. Οι εξωτερικοί τοίχοι, όμως, δεν έχουν πειραχτεί καθόλου. Χώμα, καλάμι και ξύλα συνθέτουν μια στέρεη σκεπή.» Οι επισκευές κράτησαν χρόνια. «Ηταν μια τρέλα, αλλά δεν το μετάνιωσα! Θα το ξαναέκανα παρά τον κόπο και τα έξοδα!», μας εξομολογείται η Αλέκα. Η ίδια και η κόρη της, Μυρτώ, με τον σύντροφό της ζουν χειμώνα - καλοκαίρι στον οικισμό. Στο κτήμα τους έχουν ελιές, πορτοκαλιές, λεμονιές και αμυγδαλιές που καλύπτουν τις ανάγκες της οικογένειας.



Οταν η Αλέκα αγόρασε τα σπίτια, στην περιοχή δεν υπήρχε ηλεκτροδότηση. Δεν ήταν όμως αυτός ο λόγος που επέλεξε να μη βάλει συμβατικό ηλεκτρισμό στον οικισμό της. «Δεν με ενδιέφερε μόνο το φυσικό περιβάλλον, αλλά και το πολιτισμικό. Ηθελα να μείνουν όλα όπως τότε», λέει η Αλέκα, που κάνει «παραχωρήσεις» μόνο εκεί που κρίνεται απαραίτητο. «Oι άνθρωποι μαγείρευαν στο τζάκι ή στην γκαζιέρα. Δεν μπορείς όμως τώρα να φέρεις έναν τουρίστα και να του πεις, «μαγείρεψε στο τζάκι»! Η κουζίνα, όπως και η τουαλέτα, ήταν μια παραχώρηση, αλλά όσο γίνεται πιο διακριτική. Δεν έχουμε βάλει πλακάκια για να μην απομακρυνθούμε από το παλιό στυλ!» Για να καλύψει τις ενεργειακές ανάγκες του οικισμού, η Αλέκα εγκαθιστά το 1989 φωτοβολταϊκό σύστημα, ένα από τα πρώτα στην Ελλάδα! Ετσι, το τουριστικό της συγκρότημα αποσπά το πρώτο ευρωπαϊκό και ελληνικό βραβείο ως πρώτη τουριστική μονάδα με εναλλακτική πηγή ενέργειας!

Σε ποιο κοινό απευθυνόταν ο οικισμός Ασπρος Ποταμός τη δεκαετία του '90; «Οι πελάτες μας ήταν αποκλειστικά ξένοι. Γερμανοί, Αυστριακοί και σπανιότερα Αγγλοι. Το είχα παράπονο τότε ότι οι Ελληνες δεν μας καταδέχονταν…» Ο Ασπρος Ποταμός γίνεται γνωστός από στόμα σε στόμα και αποκτά θαμώνες που τον τιμούν κάθε καλοκαίρι. «Οι ξενώνες μας ήταν ορατοί από όσους έκαναν πεζοπορία και αναβάσεις. Αυτοί άλλωστε είναι οι άνθρωποι που συγκινούνται από τέτοιου είδους καταλύματα. Οι επισκέπτες που κάθονται όλη μέρα στο ξενοδοχείο και παίζουν χαρτιά δεν μπορούν να προσαρμοστούν εδώ.»

Τα τελευταία πέντε χρόνια τη διεύθυνση του οικισμού έχει αναλάβει η Μυρτώ. Εκείνη έχει οργανώσει πλήρη ιστοσελίδα, όπου κανείς μπορεί να βρει λεπτομέρειες για τον οικισμό και να κάνει κρατήσεις. Ετσι τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι Ελληνες τον προτιμούν. Τον χειμώνα έχουν κυρίως Κρητικούς που θέλουν να αποδράσουν τα Σαββατοκύριακα. «Τώρα πια έχουμε Ελληνες επισκέπτες μέχρι και σαράντα ετών», λέει η Μυρτώ. «Είναι λογικό», συμπληρώνει η μητέρα της. «Οι άνθρωποι της γενιάς μου είχαν μεγαλώσει σε παραπλήσια σπίτια, αλλά δεν είχαν περάσει καλά. Μόνο η όψη ενός τέτοιου οικισμού τούς γύριζε στα παλιά και τους απωθούσε. Για τη νέα γενιά είναι κάτι εξωτικό.»



Πρωτόγνωρη εμπειρία

Η αλήθεια είναι ότι και για εμάς η παραμονή στον Ασπρο Ποταμό ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Χρειαστήκαμε χρόνο για να μάθουμε να ανοίγουμε τον θερμοσίφωνα με το πετρογκάζ και να διαβάζουμε στο φως της λάμπας πετρελαίου. Και ενώ στην αρχή παραξενευτήκαμε που δεν είχαμε σήμα στο κινητό, όσο περνούσε η ώρα άρχισε να μας αρέσει. Χαλαρώσαμε στην αυλή του δωματίου, χαζέψαμε την πλαγιά και τη νύχτα είχαμε την πολυτέλεια να απολαύσουμε τον ουράνιο θόλο. Απολαύσαμε τη βραδιά και τον ύπνο χάρη στη δροσιά που η κατασκευή προσδίδει στο δωμάτιο. Ξυπνήσαμε με τα κοκόρια. Μας κακοφάνηκε βέβαια που αναγκαστήκαμε να κουβαλήσουμε υλικά από το σούπερ μάρκετ για το πρωινό, το οποίο ετοιμάσαμε οι ίδιοι. Φαίνεται όμως ότι όταν κάνουμε εναλλακτικό τουρισμό, θα πρέπει να ξεχάσουμε τέτοιου είδους υπηρεσίες…

Ευτυχώς ο Μακρύγιαλος απέχει μόλις οκτώ λεπτά με το αυτοκίνητο. Οι πραγματικά γυμνασμένοι πηγαίνουν με τα πόδια στο χωριό και στη θάλασσα. Είστε ένας από αυτούς; Εχετε υπάρξει πρόσκοπος ή κατασκηνωτής; Αν ναι και αν θέλετε για λίγο να αφήσετε πίσω την πολύβουη ζωή σας, ξεκινήστε για τον Ασπρο Ποταμό. Θα είναι μια εξαιρετική ευκαιρία για περισυλλογή και ξεκούραση σε ένα παρθένο μέρος.

Πάρτε μαζί σας καλή παρέα και βιβλία…


Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Πέρα από την ανθρώπινη φυγή



Η παράσταση είναι η αρχαία διαδρομή μιας γυναίκας, θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε, προς τη μήτρα. Ακολουθώντας τους γρίφους της θέλει να μάθει να περπατά. Να κοιτάξει το κάθε μέλος, την κάθε άκρη του κορμιού ανάστροφα.

Η ψυχή είναι καταγεγραμμένη ως ”φυλακισμένη” στο σώμα. Τι συμβαίνει όμως όταν το κορμί, καταδικασμένο να εξυψώνεται σε Θεούς που δεν έχει δει ποτέ, θελήσει να διώξει την ψυχή από πάνω του; Να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη χωρίς καμιά ζωοδόχο πηγή; Ποια μυστικά και ποια μνήμη το ορίζει τότε;

Ο εξαγνισμός έρχεται μέσω της έκστασης. Ο δρόμος που την οδηγεί στην λύτρωση ξεκινά και τελειώνει στην τρυφερότητα. Και η αθωότητα χάνεται για να ξαναβρεθεί σπουδαία, σε μια ταπεινή γωνιά γεμάτη κόκκαλα.

Γ. Παπυράκης




Την προσπάθεια του ανθρώπου να υπερβεί τα όρια που του θέτει η θνητή του φύση, πραγματεύεται το έργο της Όλιας Λυδάκη «HORS CORPS». Η παράσταση παρουσιάζεται την Δευτέρα 30 και την Τρίτη 31 Αυγούστου στις 9.30 το βράδυ στη βόρεια χαμηλή πλατεία της πύλης Βηθλεέμ.

Η Όλια Λυδάκη μιλά για την πρωτοποριακή παράσταση που θα παρουσιάσει στο κοινό του Ηρακλείου αλλά και τα επόμενα σχέδιά της.

Κατ’ αρχάς, μιλήστε μας για την παράσταση που θα παρουσιαστεί στο Ηράκλειο.

«Στο έργο «Hors Corps: Πέραν του σώματος», παραγωγή της ομάδας «βίδα», επινοώ μία αλληλουχία από κινούμενα τοπία με πρωταγωνιστή ένα γυναικείο δίδυμο, δύο γυναικείες φιγούρες, που σαν αντίθετες επιφάνειες του ίδιου προσώπου συναντιούνται και χωρίζουν, ιχνηλατώντας με ανάγλυφες κινήσεις τον σκηνικό χώρο και χαρτογραφώντας τον με βάση τις εσωτερικές τους διακυμάνσεις.

Το έργο πραγματεύεται την προσπάθεια του ανθρώπου να υπερβεί τα όρια της θνητής του φύσης. Κατά την αναζήτησή του θα ακολουθήσει το ένστικτο του και μέσα στον διχασμό ύλης-πνεύματος θα ψάξει να εξαγνιστεί και να απελευθερωθεί, αναμετρώντας και εξαντλώντας τις δυνάμεις που κρύβονται στο σώμα του όσο και στη γή που πατά. Άλλοτε πάλι, ανάλαφρος και υπνωτισμένος, παραδίδεται ολοκληρωτικά στην ροή μιας ανώτερης δύναμης που φαίνεται να τον κινεί και να τον ορίζει.»

Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το χορό;

«Όπως τα περισσότερα παιδιά, ξεκίνησα να κάνω κλασικό μπαλέτο ως εξωσχολική δραστηριότητα. Η εκτόνωση της ενέργειας μέσα από την σωματική άσκηση, σε συνδυασμό με την μουσική και την υποκριτική, το «χτίσιμο» μιας ολόκληρης παράστασης με τα άλλα παιδιά και η λαχτάρα της έκθεσης μπροστά στο κοινό, με συνάρπαζαν.

Ο χορός εξελίχθηκε σύντομα σε μεγάλη αγάπη και επιλογή επαγγελματικής κατεύθυνσης, οπότε έφυγα για σπουδές χορού στην Γαλλία. Εκείνη την περίοδο και σε μία χώρα, όπως η Γαλλία, όπου οι κρατικοί θεσμοί ενισχύουν σημαντικά τις τέχνες και τα ιδρύματα εκπαίδευσης χορού φιλοξενούν φοιτητές από κάθε γωνιά του κόσμου, η αγάπη και η πίστη μου στο χορό δοκιμάστηκαν σημαντικά. Άρχισα να συνειδητοποιώ και να πειθαρχώ στις απαιτήσεις της δουλειάς μου, να πλάθω και να προσδιορίζω την προσωπική μου ταυτότητα.

Μέσα από τις συνεργασίες που ακολούθησαν με Έλληνες και ξένους χορογράφους από την αποφοίτησή μου έως σήμερα, τις περιοδείες σε πολλές ξένες χώρες και την επαφή με θεατές από διαφορετικές κουλτούρες, κατάλαβα καλύτερα πόσο σημαντικό ρόλο μπορεί να παίζει η τέχνη μέσα στην κοινωνία και ποια ήταν η θέση που ήθελα να καταλαμβάνω εγώ μέσα σε αυτήν.

Σήμερα, αν και συχνά αποθαρρύνομαι μπροστά στις δυσκολίες του επαγγέλματός μου, βρίσκω τρόπους να συμφιλιώνομαι μαζί τους και να επικεντρώνομαι στην διάδοση και στην ενίσχυση της τέχνης του χορού, είτε χορεύοντας και χορογραφώντας, είτε διδάσκοντας σε επαγγελματίες και ερασιτέχνες χορευτές.»

Μοιράζετε τη ζωή σας ανάμεσα στην Αθήνα και τη Γαλλία. Στο Ηράκλειο δεν σκέφτεστε να επιστρέψετε;

«Από τον καιρό που αποφοίτησα και με την υποστήριξη πάντα του φίλου και συνεργάτη Γιώργου Αντωνάκη, διευθυντή του Φεστιβάλ Ηρακλείου εδώ και χρόνια, επεδίωκα να παρουσιάζω στο κοινό της γενέτειράς μου τα έργα στα οποία συμμετείχα ώς χορεύτρια ή χορογραφούσα η ίδια. Από το 2003 συνεργάζομαι με την θεατρική ομάδα των Σχολών Ηρακλείου του Πανεπιστημίου Κρήτης, που αποτελείται από νέους με πολύ πείσμα και μεράκι. Επίσης προσπαθώ, όσο συχνότερα μου το επιτρέπει το πρόγραμμά μου, να οργανώνω στην Κρήτη σεμινάρια με σημαντικούς χορογράφους που απευθύνονται σε ερασιτέχνες και επαγγελματίες χορευτές.

Η επιλογή της ελληνικής πρωτεύουσας ως τόπος διαμονής είναι αναγκαία εφόσον για την ώρα με ενδιαφέρει κυρίως η στενή επαγγελματική συνεργασία με χορογράφους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.»

Ο χορός δεν έχει τη θέση που του αξίζει στη χώρα μας;

«Για να ανθήσει μια τέχνη, όπως ο χορός, και να διατηρηθεί ζωντανή σε μία χώρα χρειάζεται κατά την γνώμη μου πλούσια καλλιτεχνική διάθεση και παραγωγή μαζί με τεράστια κρατική υποδομή και μέριμνα που θα εξασφαλίζει την δημιουργία, την καλή λειτουργία και την συχνή ανανέωση των σχετικών θεσμών και μηχανισμών.

Σε προσωπικό επίπεδο μπορείτε να αναρωτηθείτε και μόνοι σας πόσο συχνά δημιουργείται στον νέο-Έλληνα το ερέθισμα να έρθει σε επαφή με ένα είδος τέχνης μέσα από την παιδεία και την ψυχαγωγία του!

Ρίξτε μια ματιά, επίσης, στον αριθμό των ανώτερων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων χορού και θεάτρου στην Ελλάδα, στην οργάνωση και στην ποιότητα των σπουδών που παρέχουν, εξετάστε την επιτυχή(;) λειτουργία κρατικών και ιδιωτικών θεάτρων και τον τρόπο με τον οποίο υποτίθεται πως το αρμόδιο υπουργείο τα στηρίζει και τα συντηρεί επαρκώς με τον θεσμό των κρατικών επιχορηγήσεων. Δείτε τις ελάχιστες προσφορές εργασίας και τις απογοητευτικές συνθήκες που τις συνοδεύουν και την χαοτική νομοθεσία και γραφειοκρατικό όγκο που επιβαρύνει ακόμα και την μικρότερη διοικητική διαδικασία για να πάρετε μια ιδέα για το αν η θέση του χορού στην χώρα μας μπορεί να είναι αυτή που θα έπρεπε να του αναλογεί....»

Υπάρχουν Έλληνες που ασχολούνται με το χορό;

«Είναι πολύ θετικό πως ο αριθμός των συμπατριωτών μας που ασχολούνται ερασιτεχνικά όσο και επαγγελματικά με τον χορό εδώ και στο εξωτερικό, καθώς και ο αριθμός όσων παρακολουθούν χορό στην Ελλάδα, ολοένα αυξάνεται. Χαίρομαι ιδιαίτερα όταν στο κοινό βρίσκονται πρόσωπα πέρα απο την βασική μερίδα των θεατών που αποτελείται από συγγενείς, φίλους και συναδέλφους εξοικειωμένους με τις χοροθεατρικές παραστάσεις.»

Ποια είναι τα σχέδιά σας;

«Αυτή την περίοδο βρίσκομαι σε πρόβες με την νέα ταλαντούχα χορογράφο της ομάδας Fόρα etc, Μέντη Μέγα, για την δημιουργία ενός σόλο που στοχάζεται πάνω στην φύση και την λειτουργία των σύγχρονων μέσων και που θα παρουσιαστεί στην Αθήνα τον ερχόμενο Οκτώβριο. Παράλληλα, ετοιμάζουμε με την, επί πολλών χρόνων δασκάλα και συνεργάτιδά μου, χορογράφο Carlotta Ikeda ένα παιδικό χοροθεατρικό έργο πάνω στην ζωή του Ιάπωνα μοναχού Ikkyu που υπήρξε ένας πολύ σημαντικός δάσκαλος της φιλοσοφίας ζεν αλλά και του οποίου η ζωή έγινε πολύ δημοφιλές περιοδικό κόμικ στη Ιαπωνία και στην Ευρώπη. Η παράσταση αυτή θα ανέβει στο Μπορντώ στις αρχές Νοεμβρίου.

Πέρα από τις δύο αυτές παραγωγές θα ακολουθήσω την φετινή προγραμματισμένη περιοδεία της ομάδας Ariadone που παρουσιάζει προηγούμενα έργα της Carlotta Ikeda σε Γαλλία και εξωτερικό και θα αφιερώσω χρόνο σε διδασκαλίες και σεμινάρια χορού butoh.»

Πηγή: Εφημερίδα Πατρίς

Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

O Νεραϊδόσπηλιος



Πηγαίνοντας στο Νεραϊδόσπηλιο, στους Αστρακούς Πεδιάδος, είχε ξυπνήσει μέσα μου μια μικρή, πολύ μικρή κρυφή ελπίδα, ότι θα δω επιτέλους τις Νεράιδες ή έστω απ' αυτές, ένα σημάδι τους, ας πούμε. Κι ότι θα εκπληρωθεί έτσι ένα παιδικό μου όνειρο, που μου είχε στοιχίσει πολλούς κόπους, ξενύχτια και περπάτημα στο παρελθόν। Μια ελπίδα σαν κι αυτή που έχουν όλοι οι μεγάλοι, που δεν έχουν σκοτώσει ακόμα το μικρό παιδί μέσα τους, ότι ο Άγιος Βασίλης θα ’ρθει αυτή την Πρωτοχρονιά και θα τους φέρει το δώρο τους. Ότι όλα αυτά τα ωραία και αγνά (παραμύθια;) που πιστέψαμε ως παιδιά, δε μπορεί να ’ναι ολότελα ψέματα. Κάπου πρέπει να υπάρχει μια δόση αλήθειας, ή έστω αληθοφάνειας.

"Ας ήταν να δω έστω και μια απ' αυτές" σκεφτόμουν, καθώς κατηφόριζα το μονοπάτι, "κι ας είναι μόνο για μια στιγμή, όσο διαρκεί ένα ανοιγόκλεισμα ματιών". Κι ας ήξερα ότι θα διαψευστώ για άλλη μια φορά, δε μπορούσα (ή μάλλον δεν ήθελα) να σκοτώσω αυτή τη μικρή ελπίδα μέσα μου. "Δε βαριέσαι" σκεφτόμουν, "έχω διαψευστεί και έχω απογοητευτεί τόσες φορές στο παρελθόν αναζητώντας τις, που μια φορά πάνω ή κάτω δεν έχει πια καμιά ιδιαίτερη σημασία".

Τις Νεράιδες αναζητούσα λοιπόν στο Νεραϊδόσπηλιο των Αστρακών, έναν απ’ τους πολλούς Νεραϊδόσπηλιους της Κρήτης και ένα από τα πολλά μέρη που αναφέρονται ως τόποι εμφάνισής τους.

Οι θυγατέρες του Νηρέα στην αρχαιότητα, οι νύμφες των νερών, μετονομάστηκαν σε Νεράιδες και με το όνομα αυτό πέρασαν στη Νεοελληνική λαϊκή μας παράδοση. Ο λαός μας τις θεωρεί ως γυναίκες εξαίρετου κάλλους και ομορφιάς, με μακριά μαλλιά, με κάτασπρη σάρκα που φεγγοβολά στο σκοτάδι και το διασπά, ντυμένες με άσπρο αραχνοΰφαντο πέπλο. Η όψη τους είναι γλυκιά, οι κινήσεις τους αέρινες και το τραγούδι κι ο χορός τους σαγηνεύουν τους ανθρώπους. Δεν είναι ορατές όμως απ’ όλους τους ανθρώπους, παρά μόνον απ' τους "αλαφροΐσκιωτους" και τους "Σαββατογεννημένους".

Ζουν κοντά στη φύση, ιδιαίτερα όμως τους αρέσουν τα μέρη με πολλά νερά, δροσιά, δέντρα και λουλούδια. Οι τόποι εμφάνισής τους σχετίζονται άμεσα με τους τόπους λατρείας των αρχαίων νυμφών, των Νηρηίδων, που γινόταν σε τρίστρατα, σε δισταύρια, σε σπηλιές, σε πηγές, σε ποτάμια ή κοντά στη θάλασσα. Αγαπούν ιδιαίτερα το χορό, τη μουσική και τα τραγούδια και είναι ιδιαίτερα προκλητικές την ώρα του χορού τους. Κυριολεκτικά, εκείνη την ώρα, μαγεύουν τους (τυχόν) περαστικούς, μαγνητίζοντας τα βλέμματα και το μυαλό τους.



Αυτά είναι σε γενικές γραμμές τα γενικά χαρακτηριστικά των Νεράιδων, όπως εξελίχθηκαν και διαμορφώθηκαν από την αρχαιότητα (Νηρηίδες) ως τις μέρες μας(Νεράιδες). Από ’κει και πέρα όμως, οι παραδόσεις και οι θρύλοι που σχετίζονται μ’ αυτές είναι τόσο πολλοί, με τόσες παραλλαγές από τόπο σε τόπο (καθώς η μυθοπλαστική φαντασία του λαού μας είναι τεράστια και δεν μπορεί ν’ αφήσει τίποτα στην τύχη, τίποτα να γίνει μόνο του), ώστε κάθε μέρος που αναφέρεται ως τόπος εμφάνισής τους να έχει τη δική του μοναδική, ξεχωριστή, διαφορετική ιστορία. Τη δική του ιδιαιτερότητα.

Ας αφήσουμε όμως το θρύλο του Νεραϊδόσπηλιου των Αστρακών να ξετυλιχθεί μπρος τα μάτια μας, μεταφέροντάς μας συγχρόνως σε μια άλλη εποχή, στην εποχή που "υπήρχαν" οι Νεράιδες και οι άνθρωποι (ιδίως οι άντρες), τις έβλεπαν, τις ερωτεύονταν ή τις φοβόταν κι ας προσπαθήσουμε μετά μαζί να καταλάβουμε γιατί σήμερα δεν υπάρχουν πια. Εξαφανίστηκαν όπως και τόσα άλλα είδη από τούτο τον πλανήτη ή εμείς χάσαμε τη δυνατότητα να τις βλέπουμε; Να "βλέπουμε" και "κάτι" παραπέρα από το τυπικό είδωλο που αποτυπώνεται στον αμφιβληστροειδή του ματιού μας;

Λέει λοιπόν ο θρύλος, όπως τον κατέγραψε ο Βασίλης Γ. Χαρωνίτης στο βιβλίο του "Η Κρήτη των Θρύλων" (τόμος Β') ότι στο Νεραϊδόσπηλιο των Αστρακών που βρίσκεται μέσα στο φαράγγι του Καρτερού, πήγαιναν οι Νεράιδες και χόρευαν.

Αυτή την υποβλητική σπηλιά, με τις πολλές πηγές, τα κρύα νερά, τα δέντρα και τα πλατάνια γύρω γύρω, που είναι κάπως αποκομμένη από τη γύρω περιοχή. εξαιτίας του ότι βρίσκεται μέσα στο φαράγγι, είχαν διαλέξει για τόπο τους οι Νεράιδες! Ώσπου μια νύχτα, ένας νέος, καλός λυράρης, άκουσε το τραγούδι τους και από περιέργεια μπήκε στη σπηλιά. Κι εκεί τις είδε! Οι Νεράιδες, με ξέπλεκα μαλλιά, πεπλοντυμένες, λουσμένες στο φως μιας αιώνιας άνοιξης, χόρευαν! Η λάμψη τους διασπούσε το σκοτάδι, το τραγούδι τους του χάιδευε τ’ αυτιά και τα μάτια του δεν χόρταιναν να βλέπουν τον "αέρινο" χορό τους.

Συνεπαρμένος απ’ όλα τούτα τα πρωτόγνωρα που ξετυλίγονταν μπροστά στα μάτια του, έπιασε χωρίς να το καταλάβει τη λύρα του και τις συνόδεψε στο χορό. Οι Νεράιδες ακολούθησαν το παίξιμό του και ξετρελάθηκε ο νέος από τα όσα γίνηκαν μπροστά του. Την αυγή, άμα χάθηκαν οι Νεράιδες, ο λυράρης δεν ήξερε αν έζησε ένα όνειρο ή αν πραγματικά συνόδεψε τις Νεράιδες στο χορό τους με τη λύρα του. Μα το επόμενο και το μεθεπόμενο βράδυ, οδηγημένος από κάποια αόρατη δύναμη, βρέθηκε πάλι στη σπηλιά και με τη λύρα του έπαιζε ασταμάτητα για τις Νεράιδες που χόρευαν. Σιγά σιγά, η ματιά του σταμάτησε πάνω σε μια απ’ αυτές και δεν χόρταινε να την κοιτάζει! Ήταν ερωτευμένος μαζί της!

Όταν το συνειδητοποίησε, πήγε σε μια γριά πολύξερη και ζήτησε τη βοήθειά της. Η γριά, αφού τον άκουσε με προσοχή, του είπε πως άμα πλησιάζει η ώρα να λαλήσουν οι πετεινοί (οπότε χάνονται οι Νεράιδες), ν’ αρπάξει από τα μαλλιά εκείνη που αγαπούσε και να μην την αφήσει με κανέναν τρόπο. Ήρθε το βράδυ και ο νέος πήρε τη λύρα του και πήγε στη σπηλιά, όπου άρχισε να παίζει όσο γλυκύτερα μπορούσε, χορευτικούς σκοπούς. Σε λίγο, παρουσιάστηκαν οι Νεράιδες και πιάστηκαν στο χορό.

Λίγο προτού λαλήσουν οι πετεινοί, ο νέος άφησε τη λύρα του και έκαμε όπως τον είχε συμβουλέψει η γριά. Η Νεράιδα αντιστάθηκε με λύσσα, αγρίεψε, έβαλε τις φωνές, μα τίποτα! Ο νέος την κρατούσε γερά! Άρχισε τότε να μεταμορφώνεται πότε σε σκύλο, πότε σε φωτιά, πότε σε φίδι, πότε σε καμήλα, αλλά ο λυράρης την κρατούσε γερά από τα μαλλιά και δεν την άφηνε. Ξαφνικά, λάλησαν οι πετεινοί κι οι άλλες Νεράιδες εξαφανίστηκαν. Τότε εκείνη που κρατούσε ο νέος ξανάγινε πανέμορφη, όπως ήταν πριν και τον ακολούθησε στο σπίτι του. Έζησε μαζί του ένα χρόνο, του γέννησε ένα γιο, αλλά τη μιλιά της δεν την άκουσε ποτέ!



Δυστυχισμένος καθώς ήταν ο νέος λυράρης με τη βουβαμάρα της Νεράιδας - γυναίκας του, μεταχειρίστηκε όλα τα μέσα για να την κάνει να μιλήσει, χωρίς αποτέλεσμα όμως. Ξαναπήγε λοιπόν στη γριά και της ζήτησε τη συμβουλή της. Εκείνη του ορμήνεψε να πυρώσει καλά το φούρνο κι ύστερα να πάρει το παιδί από τα χέρια της γυναίκας του, να κάνει πως θα το πετάξει μέσα στο φούρνο και να πει: "Δε μου μιλείς; Τότε ρίχνω κι εγώ το παιδί σου στο φούρνο". Ακολούθησε πιστά τη συμβουλή της, μα τη στιγμή που έκανε ότι θα έριχνε το παιδί στη φωτιά, η Νεράιδα χίμηξε πάνω του σέρνοντας φωνή: "Μη σκύλε το παιδί μου!". Του τ’ άρπαξε από τα χέρια και έγιναν άφαντοι, μάνα και παιδί μαζί.

Απελπισμένος τους αναζήτησε με φωνές, παρακάλια και κλάματα, αλλά μάταια. Η Νεράιδα - μάνα και το παιδί, δεν ξαναφάνηκαν πια. Πήγε λένε στις αδελφές της, αλλά αυτές δεν τη δέχτηκαν. Δεν της συχώρεσαν το ότι άφησε άνθρωπο και την άγγιξε και τη μόλυνε. Γι’ αυτό αναγκάστηκε και πήγε λίγο πιο πέρα σε μια βρύση που τη λένε Λούτρα. Εκεί τη βλέπουν δυο - τρεις φορές το χρόνο να κρατεί το παιδί στην αγκαλιά της και να κλαίει. Οι άλλες εξακολουθούν να χορεύουν και να τραγουδούν, χωρίς όμως να έχουν πια λύρα να τις συνοδεύει και χωρίς την αδελφή τους. Η Νεράιδα - μάνα κάθεται λυπημένη παραπέρα και κλαίει. Τα δάκρυά της πέφτουν πάνω στο νερό και το θολώνουν, γι’ αυτό τα νερά του Νεραϊδόσπηλιου εμφανίζονται θολά πότε - πότε.

Αυτά λοιπόν, λέει ο θρύλος. Γύρω από το Νεραϊδόσπηλιο των Αστρακών υπάρχουν πολλές πηγές και σχισμές από τις οποίες βγαίνει νερό, συνοδευόμενο από ένα ελαφρύ θόρυβο, κάτι σαν κλάμα. Και μετά από κάθε νεροποντή στη γύρω περιοχή, τα νερά των πηγών θολώνουν. Τούτα τα απλά φαινόμενα πυροδότησαν τη φαντασία του λαού μας και τον οδήγησαν στην κατασκευή του μύθου για τη Νεράιδα που κλαίει.

Φαινόμενα που παρατηρούνται και σήμερα. Γιατί και σήμερα τα "δάκρυα της Νεράιδας" εξακολουθούν να θολώνουν τα νερά του ποταμού. Τόσα χρόνια δε στερέψανε. Τρέχουν ακόμα απ' τα μάτια της. Μόνο που τα τελευταία χρόνια τρέχουν μερικές φορές, κυριολεκτικά "μαύρα δάκρυα". Και τα νερά του ποταμού δε θολώνουν απλά, αλλά παίρνουν ένα σκούρο καφέ ως μαύρο χρώμα, αναδίδοντας μια έντονη δυσοσμία. Όχι, δεν άλλαξε η χημική σύσταση των δακρύων της Νεράιδας. Για κατσίγαρο πρόκειται! Για κατσίγαρο που ρίχνουν (άθελα θέλω να πιστεύω), τα ελαιουργεία της περιοχής, ανεξέλεγκτα, σε κάποιους χώρους στην ευρύτερη περιοχή του Νεραϊδόσπηλιου, λερώνοντας έτσι τη φύση, τα υπόγεια νερά και την ψυχή μου (πιστεύω και τη δική σας, αγαπητοί αναγνώστες).

Τα πετρώματα της γύρω περιοχής, εξαιτίας της μεγάλης τους υδροπερατότητας δεν μπορούν να συγκρατήσουν μέσα τους τα νερά και να τα "φιλτράρουν", όπως κάνουν άλλου είδους πετρώματα, αλλά τα απελευθερώνουν άμεσα, οδηγώντας τα στις σπηλιές του Νεραϊδόσπηλιου, μέσα από "δρόμους" που έχει χαράξει εδώ και αιώνες με το αλάθευτο "χέρι" της η φύση.

Αυτά σχετικά με τα "δάκρυα" της Νεράιδας. Αλλά με τις ίδιες τις Νεράιδες τι γίνεται; Υπήρξαν ή όχι; Κι αν ναι, γιατί δεν τις βλέπουμε σήμερα; Γιατί εγώ, αν και Σαββατογεννημένος, δεν τις έχω δει ποτέ κι ας τις έχω αναζητήσει τόσο πολύ; Γιατί κατέληξα μάταιος αναζητητής τους, εγώ, που ούτε με τη φαντασία μου δεν μπορούσα να τις πλάσω, αφού τόσα πολλά είχα ακούσει γι' αυτές (ας όψεται η γιαγιά μου και οι άλλες γυναίκες της γειτονιάς του χωριού μου), για την εξωτική ομορφιά του χορού και της θωριάς τους, για την αιώνια νιότη τους και για τα βάσανα που περίμεναν οποιονδήποτε προσπαθούσε να τις κάνει "δικές του";

Μάταια τις αναζήτησα σε σπηλιές, σε ρεματιές (κυρίως), σε τρίστρατα, σε δισταύρια, σε πανσεληνόφωτες, φεγγαρόφωτες ή αφέγγαρες νύχτες, μεσάνυχτα, μεσημέρια, δειλινά και αυγές. Τίποτα, Νεράιδες πουθενά!

Ώσπου κατάλαβα! Κατάλαβα τη δυνατότητα που είχαν "τα μάτια" των παλιών αντρών που τις έβλεπαν (γιατί κυρίως οι άντρες είχαν αυτό το προνόμιο) και την αδυναμία των δικών μου. Ας όψεται η σεξουαλική απελευθέρωση, η χειραφέτηση της γυναίκας, οι φεμινίστριες, το πλησίασμα των δυο φύλων, η άρση του ενδυματολογικού καθωσπρεπισμού των περασμένων ετών και το ... πλυντήριο (κι αυτό άντρας το ανακάλυψε).



Πήγαιναν οι γυναίκες παλιά (που δεν υπήρχαν ούτε πλυντήρια ούτε σκάφες ούτε νερό στα σπίτια) να πλύνουν τα ρούχα στους ποταμούς, στα ρέματα και στα ρυάκια, ξεκινώντας πολύ πρωί, αξημέρωτα ακόμα και πολλές φορές έμεναν εκεί όλη μέρα, μέχρι το βράδυ, ακόμα κι όταν η νύχτα είχε αρκετά προχωρήσει. Άλλωστε είχαν να κάνουν τόσες δουλειές: να βράσουν νερό, να πλύνουν τα ρούχα, να τα ξεπλύνουν, να τα στραγγίξουν, να τα απλώσουν στον ήλιο να στεγνώσουν, να τα μαζέψουν και να φύγουν. Έβγαζαν τα "περιττά" ρούχα τους, μένοντας με τα εσώρουχα (μεσοφόρι) και μέσα στα νερά έπλεναν. Πολλές φορές, καθώς περίμεναν τα απλωμένα ρούχα να στεγνώσουν, εκμεταλλεύονταν την ευκαιρία για ένα μπάνιο στα καθαρά νερά του ποταμού.

Όλοι οι ποταμοί είχαν καθαρά νερά τότε κι ας μη ξεχνάμε ότι ο κόσμος δεν πήγαινε καλοκαιρινές διακοπές εκείνες τις εποχές. Περνούσαν λοιπόν (τυχαία;) οι καημένοι οι άντρες, μόνιμα "πεινασμένοι" για γυναικείο σώμα, χάδι, τρυφερότητα και ομορφιά, μονίμως ακόρεστοι, έβλεπαν αυτό το πρωτοφανές γι’ αυτούς θέαμα και έμεναν έκθαμβοι. Έβλεπαν τα απόκρυφα γυναικεία μέλη (χέρια, πόδια, καμιά φορά και κάτι παραπάνω), κάτασπρα, με τις σταγόνες του νερού να στραφταλίζουν στον ήλιο, τα μακριά μαλλιά ξέπλεκα και ... "έχαναν τη λαλιά τους" (αρκετές φορές και κυριολεκτικά).

Έτσι δημιούργησαν το μύθο σχετικά με τις Νεράιδες, για το χορό τους και την ομορφιά τους. Οι πιο πεζοί και συνάμα ρεαλιστές (οι "χορτάτοι";) το εκμεταλλεύονταν ανάλογα (οι "ματάκηδες" της εποχής). Οι άλλοι, οι πιο αλλοπαρμένοι και ίσως πιο "πεινασμένοι σεξουαλικά", έβλεπαν ... Νεράιδες! Έτσι δημιουργήθηκαν κατά τη γνώμη μου οι διάφοροι μύθοι σχετικά με τις Νεράιδες. Το στηρίζω ακόμη στο ότι κανείς δε μου διηγήθηκε ποτέ ότι τις είδε χειμώνα, με βροχή, με κρύο ή με χιόνι. Άνοιξη, καλοκαίρι και φθινόπωρο τις έβλεπαν. Επίσης δεν αναφέρονται σε Βόρειες χώρες, αλλά μόνο σε Μεσογειακές.

Και σήμερα δεν υπάρχουν Νεράιδες; Υπάρχουν, είναι η απάντηση. Μόνο που έχουν αλλάξει χώρο και χορό. Υπάρχουν στα μπαράκια, στα κέντρα, στα clubs, στις pubs, στις καφετέριες, στους δρόμους, στις πλατείες. Δίπλα μας είναι. Και δε χορεύουν πια στους ρυθμούς της λύρας, αλλά της τζαζ, της ροκ, της ποπ, της τέκνο, της ραπ, της χέβυ μέταλ μουσικής. Ενδυματολογικά, μοιάζουν πολύ με τις Νεράιδες, αλλά εκεί που σίγουρα τις ξεπερνούν είναι στο ότι εξακολουθούν να "παίρνουν" σε μεγαλύτερο βαθμό τα μυαλά και τη λαλιά εμάς των αντρών.

Αλήθεια, έχετε παρατηρήσει πόσο όμορφες είναι σχεδόν όλες οι κοπέλες τα τελευταία χρόνια;

Πηγή: "ΣΤΙΓΜΕΣ", το Κρητικό περιοδικό

Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

Το φεγγάρι σκόνταψε...



«…Χτές βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου τα παιδιά… Είχανε κλείσει ένα σωρό τζιτζίκια στο κουτί των μολυβιών, και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν κάτου απ΄το προσκεφάλι τους ένα τραγούδι που το ξέραν τα παιδιά από πάντα και το ξεχνούσαν με τον ήλιο.

Χρυσά βατράχια κάθονταν στις άκρες των ποδιών χωρίς να βλέπουν στα νερά τη σκιά τους. Κι ήτανε σαν αγάλματα μικρά της ερημιάς και της γαλήνης.

Τότε το φεγγάρι σκόνταψε στις ιτιές κι έπεσε στο πυκνό χορτάρι. Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα. Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι κι όλη τη νύχτα παίζανε στον κάμπο.

Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά, κι όπου πατούν αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα. Μα, ευτυχώς, οι μεγάλοι που ξέρουν πολλά, δεν καλοβλέπουν. Μονάχα οι μάνες κάτι υποψιάστηκαν.

Γι αυτό τα παιδιά κρύβουνε τα χρυσωμένα χέρια τους στις άδειες τσέπες, μην τα μαλώσει η μάνα τους που όλη τη νύχτα παίζανε κρυφά με το φεγγάρι.»

(Γ. Ρίτσος, Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού)