Κυριακή, 29 Ιουνίου 2008

H τυπογραφική κατάθεση του Zαχαρία Kαλλιέργη

Ο ZΑXΑPIΑΣ KΑΛΛIEPΓHΣ αποτελεί τη σπουδαιότερη ίσως φυσιογνωμία της ελληνικής τυπογραφίας κατά τον 15ο και τον 16ο αιώνα. Στο πρόσωπό του συγκέντρωνε πολλές ιδιότητες. Hταν λόγιος, αντιγραφέας χειρογράφων, καλλιγράφος, σχεδιαστής και χαράκτης τυπογραφικών στοιχείων, τυπογράφος, διορθωτής και επιμελητής κλασικών κειμένων. Οι επιλογές του καθόρισαν το ελληνικό βιβλίο και οι προτάσεις του έγιναν αντικείμενο αντιγραφής από τους μεταγενέστερους τυπογράφους. Eζησε άλλωστε σε μια μεταβατική, πειραματική εποχή, όταν το έντυπο βιβλίο ακόμα διεμόρφωνε την ιδιαίτερη ταυτότητά του και σταδιακά προσπαθούσε να απαγκιστρωθεί από το χειρόγραφο. Το πέρασμα από τον 15ο στον 16ο αιώνα σηματοδοτεί σε γενικές γραμμές την περίοδο της ωριμότητας του ελληνικού εντύπου. Ο Ζαχαρίας Καλλιέργης διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτό.

Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο γύρω στο 1473. Γόνος ευγενούς οικογένειας της Κρήτης είχε σίγουρα λάβει αξιόλογη παιδεία, όπως δηλώνεται από τη μετέπειτα πορεία και το έργο του. Ωστόσο, δεν υπάρχουν ειδήσεις για τις σπουδές του. Hλθε στη Βενετία περίπου το 1490 και εργάστηκε ως αντιγραφέας χειρογράφων.



Καθ' όλην τη διάρκεια της ζωής του περνούσε με άνεση από το χειρόγραφο στο έντυπο και το αντίστροφο. Συνέχισε μάλιστα να εξασκεί το επάγγελμα του κωδικογράφου για βιοποριστικούς λόγους ανάμεσα στις περιόδους της πολυτάραχης τυπογραφικής δραστηριότητάς του. Συνεπώς, σε μια εποχή μετάβασης από το χειρόγραφο στο έντυπο, είχε γνώση και των δύο μορφών βιβλίου που η μία αποτελούσε συνέχεια της άλλης. Ο Καλλιέργης θεωρούσε ότι το έντυπο ελληνικό βιβλίο ήταν η συνέχεια του βυζαντινού χειρογράφου και την αντίληψή του αυτή προσπάθησε να την κάνει πράξη. Η βυζαντινή παράδοση αποτελούσε το σημείο της αναφοράς του, κάτι άλλωστε που δηλώνεται και με το τυπογραφικό σήμα του, που έχει ως μοτίβο τον δικέφαλο αετό του Βυζαντίου.


H πρώτη περίοδος της τυπογραφικής δραστηριότητας του Καλλιέργη καλύπτει το χρονικό διάστημα 1499-1500. Σε συνεργασία με τον επίσης Kρητικό Νικόλαο Βλαστό εξέδωσε το 1499 το λεξικό Μέγα Ετυμολογικόν, το οποίο αποτελεί ένα από τα αριστουργήματα της τυπογραφικής τέχνης. Η έκδοσή του προετοιμαζόταν επί έξι χρόνια με τη συνεργασία του Νικολάου Βλαστού και την οικονομική υποστήριξη της aννας Παλαιολογίνας Νοταρά, κόρης του Λουκά Νοταρά, η οποία βρισκόταν στη Βενετία μετά την aλωση. Πρόκειται για έκδοση μεγάλου σχήματος, η οποία αποτελούσε την κατάθεση μιας νέας και ώριμης πρότασης για το ελληνικό βιβλίο.
Προτάσσεται ένα ποίημα του Κρητικού λογίου και επιμελητή ελληνικών εκδόσεων Μάρκου Μουσούρου, ο οποίος εκθειάζει τη δραστηριότητα των Κρητών συντελεστών της έκδοσης και σκιαγραφεί το έργο του Καλλιέργη.


Πρωτότυπη γραμματοσειρά

Τα τυπογραφικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται στο Μέγα Ετυμολογικόν, είχαν σχεδιαστεί, χαραχθεί και κοπεί από τον Zαχαρία Kαλλιέργη με πρότυπο τον γραφικό του χαρακτήρα.
Hταν μια επισεσυρμένη γραμματοσειρά και τα τυπογραφικά στοιχεία είχαν τους τόνους και τα πνεύματα ενσωματωμένα στο γράμμα. Αντιθέτως, στις εκδόσεις του aλδου Μανούτιου υπήρχε ξεχωριστή αράδα των διακριτικών πάνω από τα γράμματα. Μάλιστα, ο Νικόλαος Βλαστός είχε ζητήσει το 1498 προνόμιο (privilegio) ισχύος δέκα ετών, για όλα τα βιβλία που θα τυπώνονταν με τους νέους τυπογραφικούς χαρακτήρες. Η γραμματοσειρά πάντως του Καλλιέργη είχε λύσει πολλά από τα προβλήματα, που δυστυχώς θα συνέχιζαν να υπάρχουν.

Το Μέγα Ετυμολογικόν κοσμείται με επίτιτλα και πρωτογράμματα, των οποίων το φυτικό διακοσμητικό μοτίβο ήταν από τα πλέον διαδεδομένα στα μεταβυζαντινά χειρόγραφα. Ο Ζαχαρίας Καλλιέργης το χρησιμοποιεί στις ξυλογραφίες των εντύπων βιβλίων του, έχοντας ως άμεσο πρότυπο τα μεταβυζαντινά χειρόγραφα, ιδίως τα δικά του και των συναδέλφων του κωδικογράφων που βρίσκονταν την εποχή εκείνη στη Βενετία. Τα επίτιτλα και τα πρωτογράμματα είναι σχεδόν πάντοτε τυπωμένα με κόκκινη μελάνη, χαρακτηριστικό που έχει την καταγωγή του στο χειρόγραφο. Η εκτεταμένη χρήση της ερυθροτυπίας στα κοσμήματα και στα αρχικά γράμματα αποτελεί ένα ακόμη από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της έκδοσης, το οποίο άσκησε μεγάλη επίδραση στους μεταγενέστερους.



Το ίδιο έτος με το Μέγα Ετυμολογικόν τυπώθηκε και το Υπόμνημα εις τας δέκα κατηγορίας του Αριστοτέλους του Σιμπλικίου. Το επόμενο έτος, το 1500, εξήλθαν δύο ακόμα εκδόσεις, το έργο του Αμμωνίου Υπόμνημα εις τα πέντε φωνάς [του Πορφυρίου] και η Θεραπευτική του Γαληνού, όπου υπάρχει η εικόνα τους συγγραφέα τυπωμένη με μαύρη μελάνη στο κέντρο του επιτίτλου στην πρώτη σελίδα του κειμένου. Από τους κολοφώνες των δύο τελευταίων εκδόσεων απουσιάζει, ωστόσο, το όνομα και το τυπογραφικό σήμα του Καλλιέργη.

Σε ορισμένα μάλιστα αντίτυπα της έκδοσης του Αμμωνίου έχει χρησιμοποιηθεί στα κοσμήματα της πρώτης σελίδας η χρυσοτυπία, η οποία αποτελεί κατάλοιπο του χειρογράφου και προϋποθέτει ιδιαίτερο κόπο, επιδεξιότητα και βέβαια οικονομικό κόστος. Ο Καλλιέργης είναι ο μόνος τυπογράφος, μαζί με τον Erhard Ratdolt, που χρησιμοποίησε την εκτύπωση με χρυσό κατά την Αναγέννηση, θέλοντας να αναδείξει την ομοιότητα του εντύπου με το χειρόγραφο. Στον κολοφώνα της ίδιας έκδοσης αποκαλείται η Βενετία ως βασιλίδα των πόλεων, ένας χαρακτηρισμός που μόνο για την Κωνσταντινούπολη είχε χρησιμοποιηθεί. Σε συνδυασμό με το τυπογραφικό σήμα του Καλλιέργη με τον δικέφαλο αετό και με την έκφραση του Βησσαρίωνα qoasi alterom Byzantiom στην επιστολή του προς τον Δόγη το 1468, δηλώνεται η σύνδεση
των Ελλήνων με τη Βενετία, η οποία αποτελούσε πλέον το οικονομικό και πνευματικό κέντρο τους.


H χρεοκοπία του τυπογραφείου


Oλα τα έντυπα της εκδοτικής περιόδου 1499-1500 τυπώνονται με τους ίδιους τυπογραφικούς χαρακτήρες και κοσμούνται με επίτιτλα και πρωτογράμματα του ιδίου τύπου, ενώ εκτεταμένη είναι η χρήση της ερυθροτυπίας.
Πάντως, το 1500 η τυπογραφική δραστηριότητα του εκδοτικού-τυπογραφικού συνεταιρισμού των Καλλιέργη - Βλαστού διακόπτεται και το τυπογραφείο κλείνει, προφανώς λόγω των οικονομικών προβλημάτων. Το κόστος για την παραγωγή των τεσσάρων βιβλίων, ιδίως του Μεγάλου Ετυμολογικού, σε συνδυασμό με άλλες δυσκολίες και με την υψηλή τιμή που τα ελληνικά έντυπα είχαν σε σχέση με τα λατινικά, οδήγησε το πρώτο αυτό ελληνικό τυπογραφείο σε παύση των εργασιών του. Τη διακίνηση των αδιάθετων αντιτύπων ανέλαβε στο εξής ο aλδος, ενώ τα κοσμήματα και οι τυπογραφικοί χαρακτήρες περιήλθαν με αγοραπωλησία στους τυπογράφους Gionti της Φλωρεντίας, οι οποίοι τα χρησιμοποίησαν στις ελληνικές, κλασικές κυρίως, εκδόσεις τους. Ο Καλλιέργης το 1501 μεταβαίνει με την οικογένειά του στην Πάδοβα, όπου ασχολείται με την αντιγραφή χειρογράφων. Οι εκδόσεις της περιόδου 1499-1500 είναι κλασικά κείμενα και λεξικά, τα οποία απευθύνονται στο ουμανιστικό αναγνωστικό κοινό της εποχής.



Το 1509 ο Καλλιέργης επανασυστήνει το τυπογραφείο του και τυπώνει τέσσερα βιβλία στη Βενετία. Η δεύτερη περίοδος της εκδοτικής – τυπογραφικής δραστηριότητάς του σηματοδοτείται από την αλλαγή στην επιλογή των τίτλων. Τα βιβλία, που εξέρχονται από τα πιεστήριά του, είναι λειτουργικά κείμενα και ένα λαϊκό ανάγνωσμα, που έχουν ως αποδέκτες το ευρύ, ελληνικό, ορθόδοξο αναγνωστικό κοινό. Στόχος του είναι να τυπώσει βιβλία για τους Eλληνες, όπως γράφει στον πρόλογο του Ωρολογίου, 1509, όπου εξαγγέλλει την έκδοση λειτουργικών κειμένων και παροτρύνει τους Eλληνες να αγοράσουν το βιβλίο, ώστε να μπορέσει να υλοποιήσει το σχέδιό του.

Eπαναδραστηριοποίηση


Μέσα σε ένα έτος τύπωσε το Ωρολόγιον, τα Εξεψάλματα, την Eκθεση Παραινετική του Αγαπητού διακόνου και, όπως σχετικά
πρόσφατα αποδείχθηκε, τον Απόκοπο του Μπεργαδή. Τα βιβλία αυτά είναι μικρότερου σχήματος από τα προηγούμενα και τα τυπογραφικά στοιχεία μοιάζουν με εκείνα του 1499-1500. Oπως γράφει στην έκδοση των Εξεψαλμάτων: ο ταπεινός υμών και ελάχιστος εν Χριστώ αδελφός, ζαχαρίας ο καλλιέργης ο εκ ρειθείμνης,... τουτονί τον χαρακτήρα και τύπον των γραμμάτων εποιήσατο. Τα επίτιτλα και τα πρωτογράμματα των εκδόσεών του είναι διαφορετικά από τα προηγούμενα αλλά πάντοτε βυζαντινού τύπου, ενώ η χρήση της ερυθροτυπίας είναι περιορισμένη σε σχέση με την πρώτη εκδοτική περίοδο.

Οι οικονομικές συνθήκες, ο απαιτούμενος χρόνος, οι τεχνικές της εκτύπωσης αλλά και το είδος του κειμένου οδήγησαν τον Καλλιέργη σε επαναπροσδιορισμό της τυπωμένης σελίδας κατά το 1509. Eτσι κατέθεσε μιαν ακόμη πρόταση για το έντυπο ελληνικό -λειτουργικό αυτήν τη φορά- βιβλίο, η οποία βρήκε μιμητές και καθόρισε κατά κάποιον τρόπο την τυπογραφική μορφή των λειτουργικών εκδόσεων. Ως πρότυπο χρησιμοποίησε τα χειρόγραφα, που ο ίδιος είχε αντιγράψει.

Δυστυχώς, ήταν βραχύβια η ζωή του τυπογραφείου του και η δεύτερη περίοδος της εκδοτικής δραστηριότητάς του τερματίστηκε την ίδια χρονιά, το 1509. Η προσπάθειά του, μαζί με άλλες (όπως του Λαόνικου και του Αλέξανδρου το 1486), προετοίμασε το έδαφος για την οργάνωση της συστηματικής παραγωγής λειτουργικών κειμένων και φυλλάδων από τον Πατρινό Ανδρέα Κουνάδη στη Βενετία από το 1521 και έπειτα.


Eλληνικό Γυμνάσιο Pώμης

Το 1513, ο Λέων ο Ι΄ (γιος του Λαυρεντίου του Μεγαλοπρεπούς των Μεδίκων, ηγεμόνα της Φλωρεντίας) εκλέγεται πάπας. Γνώστης και υποστηρικτής των ελληνικών γραμμάτων ιδρύει το Ελληνικό Γυμνάσιο της Ρώμης, όπου διδάσκουν επιφανείς Eλληνες λόγιοι, όπως ο Μάρκος Μουσούρος, ο Ιανός Λάσκαρις και ο Αρσένιος Αποστόλης. Ο Ζαχαρίας Καλλιέργης βρίσκεται στη Ρώμη πιθανόν από το 1513, όπου εργάζεται ως διδάσκαλος, εκδότης και τυπογράφος στο Ελληνικό Γυμνάσιο.



Η τρίτη περίοδος λοιπόν της τυπογραφικής δραστηριότητάς του, στη Ρώμη αυτήν τη φορά, καλύπτει τη χρονική περίοδο από το 1515 έως το 1523. Τα τυπογραφικά στοιχεία του και οι ξυλογραφίες του είχαν ήδη πωληθεί στους Gionti της Φλωρεντίας. Στις εκδόσεις που κυκλοφορούν από το 1515 έως 1523 εμφανίζεται μια νέα, παρεμφερής με τις προηγούμενες γραμματοσειρά. Στη Ρώμη ο Καλλιέργης τύπωσε πρώτα την έκδοση των έργων του Πινδάρου (1515). Ακολούθησαν μεταξύ άλλων τα Ειδύλλια του Θεοκρίτου (1515), οι Ωαι (1516), το έργο του Θωμά Μαγίστρου Ατθίδος διαλέκτου εκλογαί, κατά αλφάβητον (1517), η Εκλογή αττικών ρημάτων και ονομάτων του Φρυνίχου (1517), τα Σχόλια παλαιά εις την Ομήρου Ιλιάδα (1517), τα Ομηρικά ζητήματα του Πορφυρίου (1518), η Οκτώηχος (1520), τα Ερωτήματα του Εμμανουήλ Χρυσολωρά (1522), το Λεξικόν του Goarino Favorino (1523).

Πολλές εκδόσεις της Ρώμης έγιναν με τη συνεργασία του Ιταλού λογίου και τυπογράφου Cοrnelio Benigni, ο οποίος συνέδραμε οικονομικά και τεχνικά την εκδοτική προσπάθεια του Ελληνικού Γυμνασίου. Το τυπογραφικό σήμα του εμφανίζεται για πρώτη φορά μαζί με του Καλλιέργη στα Ειδύλλια του Πινδάρου. Η έκδοση των Εκλογών του Θωμά Μαγίστρου έγινε με την οικονομική συμπαράσταση του Πορτογάλου πρεσβευτή στη Ρώμη Michael Sylvios, τον οποίο ο Καλλιέργης ευχαριστεί στον πρόλογο.



Η χρήση της ερυθροτυπίας στις εκδόσεις της Ρώμης είναι ακόμα πιο περιορισμένη. Τα κοσμήματα είναι του ιδίου τύπου με εκείνα της δεύτερης εκδοτικής περιόδου στη Βενετία (1509), ωστόσο εντοπίζονται πολλά κενά στον χώρο των πρωτογραμμάτων. Το Ελληνικό Γυμνάσιο της Ρώμης έδωσε οπωσδήποτε στον Καλλιέργη τη δυνατότητα έκφρασης των ταλέντων του και εξάσκησης μιας γόνιμης και δημιουργικής δραστηριότητας. Από αισθητικής απόψεως, όμως, τα βιβλία του είναι διαφορετικά από εκείνα της Βενετίας και οπωσδήποτε όχι εφάμιλλα. Ωστόσο, οι εκδόσεις του χαρακτηρίζονται πάντοτε από μιαν ιδιαίτερη άποψη, έστω κι αν το απόθεμα των τυπογραφικών στοιχείων και των ξυλογραφιών που διέθετε ήταν περιορισμένο.

Μετά την τυπογραφική δραστηριότητά του στη Ρώμη, ο Καλλιέργης ασχολήθηκε με την αντιγραφή κωδίκων και το τελευταίο χρονολογημένο χειρόγραφο του είναι από το 1524. Μετά δεν έχουμε άλλες ειδήσεις για τη ζωή και το έργο του. Η τελευταία μαρτυρία για τον Νικόλαο Βλαστό χρονολογείται το 1514.

Αναμφισβήτητα, ο Καλλιέργης αποτελεί το σημείο καμπής του ελληνικού εντύπου βιβλίου. Tυπογράφος και κατασκευαστής τυπογραφικών στοιχείων γνώριζε τις εξελίξεις της τυπογραφικής τέχνης. Τα στοιχεία που εισήγαγε καθιερώθηκαν και έγιναν αντικείμενο μίμησης από τους συγχρόνους του και τους μεταγενέστερους τυπογράφους. Oι τυπογραφικοί χαρακτήρες, τα κοσμήματα και οι προτάσεις του για την τυπωμένη σελίδα, μέσω επαναλήψεων, χαρακτήρισαν το ελληνικό βιβλίο για τους επόμενους αιώνες.

Μέχρι τον Καλλιέργη το ελληνικό έντυπο σχεδόν δεν διέφερε από το ιταλικό, με το οποίο τυπωνόταν ταυτόχρονα και συχνά από τους ίδιους τυπογράφους. Πρόκειται, άλλωστε, για μια περίοδο πειραματισμών, ανάμεσα στο χειρόγραφο και στο έντυπο, ανάμεσα στο αρχέτυπο και στο παλαίτυπο, ανάμεσα στον 15ο και στον 16ο αιώνα, όχι μόνο για το ελληνικό αλλά και γενικά για το έντυπο της εποχής. Με τον Καλλιέργη το ελληνικό βιβλίο αποκτά εκείνα τα στοιχεία, τα οποία θα του επιτρέψουν να απαγκιστρωθεί από το ιταλικό και να αποκτήσει τη δική του ταυτότητα.



XPIΣTINΑ MΠΑNOY Διδάσκουσα στο Tμήμα Αρχειονομίας/Βιβλιοθηκονομίας του Ιονίου Πανεπιστημίου Επιμέλεια Αφιερώματος - Πέγκυ Κουνενάκη. Το άρθρο παραχωρήθηκε από την εφημερίδα "Καθημερινή" .

Δεν υπάρχουν σχόλια: