Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

«Ο χρόνος έχει πρόσωπο γυναίκας»


Τα βιβλία αυτοσυστήνονται. Ο συγγραφέας είναι ο επαρκέστερος πληρεξούσιος ανάμεσα στο έργο του και στον αναγνώστη. Οι λέξεις και τα πράγματα του συγγραφέα συναντούν τις λέξεις και τα πράγματα του ήρωα ή του αφηγητή.
Βιβλία πριν αρχίσουμε να τα φυλλομετράμε.

Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα

μυθιστόρημα

εκδόσεις Καστανιώτη

Ένα ανώνυμο ποίημα της αναγεννησιακής Κρήτης με τίτλο «Παλαιά και Νέα Διαθήκη», γραμμένο, μάλλον, στον Χάνδακα (Ηράκλειο), αλλά πρωτοδημοσιευμένο το 2004 στη Βενετία από το εκεί Ελληνικό Ινστιτούτο, συσχετίζει μέσα σε μερικές δεκάδες στίχους τη μοίρα του τραγικού Οιδίποδα με τον Ιούδα τον Ισκαριώτη.
Στο «Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα» επιχείρησα να συνδυάσω τον παραπάνω μύθο, που ο απόηχός του φτάνει μέχρι σήμερα, με γεγονότα τα οποία διαδραματίζονται με αφορμή το πασχαλινό κάψιμο του Ιούδα, την άνοιξη του 2000 στο «άβατον» ενός απομονωμένου ορεινού χωριού της Κρήτης, όταν έρχεται να εργαστεί εκεί μια νεαρή ελληνοεβραία δασκάλα. Τα δραματικά γεγονότα ωθούν επίσης τη δασκάλα να αναζητήσει τις ρίζες τής, μετά την Κατοχή, αποσιωπημένης οικογενειακής της ιστορίας.

Το βιβλίο ρέει σε δύο παράλληλες κοίτες, που ενώνονται μέσα στο μεγάλο μυθιστορηματικό ποτάμι. Από τη μια, δηλαδή, μεριά αναπτύσσεται ο μύθος που αποδίδει στον Ιούδα τα αρχετυπικά «αμαρτήματα» του Οιδίποδα, ανάγοντάς τον έτσι στο σύμβολο του απόλυτου, του διαχρονικού, αλλά και του διαπολιτισμικού κακού.

Από την άλλη, επιχειρείται η ανατομία μιας κλειστής, ανδροκρατούμενης, ορεινής κοινωνίας στη σημερινή Κρήτη. Εκεί όπου νόμος και παρανομία, η παραδοσιακή λιτή ζωή μαζί με την επίδειξη του σημερινού ανυπολόγιστου «μαύρου» χρήματος, οι πιο προοδευτικές αλλά και οι πιο σκοταδιστικές - έως και ρατσιστικές αντιλήψεις, η σιωπή των τοπικών Αρχών και η αποδοχή της συγκάλυψης από την κοινότητα συνθέτουν μιαν ιδιαίτερη τοπική ισορροπία και κινούν τα νήματα ζωής και θανάτου. Εκεί όπου τα ανερμήνευτα για τους τρίτους προβλήματα της οπλοκατοχής και της οπλοχρησίας, της ύπαρξης προστατών και της απουσίας του κράτους αφορούν σε αθώους και ενόχους, ενώνοντάς τους όμως όλους σε μιαν ιδιότυπη συμπεριφορά και στάση. Με ενδιέφερε ο εντοπισμός των κάθε λογής νημάτων, που είτε συνδέουν την παλιά με τη σύγχρονη ορεινή Κρήτη είτε έχουν πια κοπεί έχοντας συχνά μετατρέψει σε μαϊμουδισμό τις αλλοτινές αξίες.

Η αφήγηση εστιάζεται κυρίως στα γυναικεία πρόσωπα του μυθιστορήματος: τη μυθική Κιμπουρέα, μάνα και γυναίκα του Ιούδα· την αθηναία ελληνοεβραία δασκάλα· την ηλικιωμένη σπιτονοικοκυρά της η οποία αναγκάζεται να αναλάβει χρέη άντρα, και τη φιλενάδα της, μια γυναίκα που πλέκει και φτιάχνει μαντινάδες. Μέσα από τις κρυφές κι εύθραυστες ισορροπίες του τόπου, αυτές οι γυναίκες συνομίλησαν με τους ίσκιους των νεκρών, αυτές ανυψώθηκαν κάποια στιγμή σε ιέρειες, αυτές δέθηκαν μοιραία και στενά με τις ισχυρές αντρικές φυσιογνωμίες του μυθιστορήματος: τον Ιούδα και τον πατέρα του Ρουμπέμ, τον αγροτοποιμένα Πέτρο, τον δήμαρχο, τον δάσκαλο Χάρακα, τον Αδικημένο.

Αλλωστε, το βιβλίο καταλήγει με τη διαπίστωση ότι «Ο χρόνος έχει πρόσωπο γυναίκας».

Tης Ρέας Γαλανάκη

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Ανάβαση στον Γκίγκιλο

Μια φθινοπωρινή πεζοπορία στην Κρήτη είναι κάτι σαν το παλιό κρασί! Αν και δεν είναι απολύτως απαραίτητο, όταν το έχεις, απολαμβάνεις από το άρωμα μέχρι και την τελευταία σταγόνα του.


Δραστηριότητες όπως η πεζοπορία είναι ιδανικές αυτή την περίοδο που τελειώνουν οι ζέστες και αρχίζει ο καιρός να κρυώνει. Πρώτον, γιατί η κρητική φύση αναγεννιέται με τις πρώτες βροχές και τα μέχρι τώρα ξερά και σκονισμένα εδάφη καλύπτονται από ένα καταπράσινο χαλί και δεύτερον, γιατί το περπάτημα στη φρεσκάδα και τη δροσιά του αέρα, μπορεί να συνδυαστεί με ένα -τυχαίο δήθεν- πέρασμα από κάποιο καζάνι τσικουδιάς!

Το περπάτημα είναι μία μαγεία αυτή την εποχή, ανάμεσα στα χρυσοκόκκινα φύλλα των αμπελιών, των πλατανιών, των ασφενδάμων. Αυτή είναι και η εποχή των φθινοπωρινών λουλουδιών, όπως τα κόλχικα, οι κίτρινες στερνμπέργκιες και οι λευκοί κρόκοι.
Δύο πολύ όμορφες ορεινές διαδρομές, που μπορείτε να τις κάνετε όλο τον χρόνο εκτός από τον χειμώνα είναι στον Νομό Χανίων. Η πρώτη στο οροπέδιο του Ομαλού και η δεύτερη στο οροπέδιο του Ασκύφου. Από το οροπέδιο του Ομαλού μπορείτε να ανέβετε σχετικά εύκολα σε μία κορυφή των Λευκών Ορέων πάνω από 2.000 μέτρα και από του Ασκύφου μπορείτε να περιπλανηθείτε στο οροπέδιο και μετά να ανηφορίσετε μέχρι του Ασφέντου.
Τα Λευκά Ορη, οι Χανιώτικες Μαδάρες όπως τις λένε στην Κρήτη, έχουν περισσότερες από πενήντα ψηλές κορφές με υψόμετρο πάνω από τα 2.000 μέτρα. Η ευκολότερα προσβάσιμη είναι ο Γκίγκιλος και γι’ αυτό ακριβώς το λόγο έχει τις περισσότερες επισκέψεις. Ο Γκίγκιλος, με υψόμετρο 2.081 μ., βρίσκεται στο οροπέδιο του Ομαλού, πάνω από το Ξυλόσκαλο, ακριβώς εκεί που ξεκινάει το φαράγγι της Σαμαριάς.
Πριν ξεκινήσετε την ανάβαση από το Ξυλόσκαλο κάντε ένα ελαφρύ ζέσταμα περπατώντας στο οροπέδιο του Ομαλού, ανάμεσα στα παλιά χωραφάκια, τους πρίνους, τα σφενδάμια, τις καρυδιές και τις αμπελιτσιές (κρητικό ενδημικό δέντρο). Αν σας αρέσουν τα σκοτάδια, κάντε και μία βόλτα μέχρι το σπήλαιο του Τζανή ή Καταβόθρα ή Χώνος. Το σπήλαιο ήταν το κρησφύγετο του θρυλικού οπλαρχηγού Τζανή ή Φόβος (Τζανόμαρκος).
Η ανάβαση ξεκινά δεξιά από το τουριστικό περίπτερο, στο τέλος του δρόμου. Το μονοπάτι που ανηφορίζει φιδωτά πάνω στην πλαγιά είναι βατό και ευδιάκριτο.
Ανεβαίνοντας ψηλά. Σε όλη τη διάρκεια της ανάβασης, η θέα προς τις κορυφές των Λευκών Ορέων είναι κάτι παραπάνω από φανταστική. Θα περάσετε ανάμεσα από εντυπωσιακούς σχηματισμούς βράχων, μία αψίδα και σαθρά πετρώματα, από τα πιο άγρια της Κρήτης. Το μονοπάτι εδώ πολλές φορές είναι υποτυπώδες και στενό.
Στα 1.450 μ. υψόμετρο βρίσκεται η πηγή Λινοσέλι, όπου υπήρχε μαντείο στην αρχαιότητα και τώρα υπάρχει δροσερότατο τρεχούμενο νεράκι.
Συνεχίζετε το ανηφορικό μονοπάτι πάνω στη σάρα μέχρι το διάσελο, απ’ όπου θα δείτε το φαράγγι της Τρυπητής.
Ανηφορίστε αριστερά, προσπεράστε από μακριά το άνοιγμα ενός σπηλαιοβάραθρου, και ακολουθήστε τα σημάδια στο δαιδαλώδες τερέν, χρησιμοποιώντας μερικές φορές και τα χέρια σας. Μετά δυόμισι με τρεις ώρες ανάβασης φτάνετε στην πλατειά κορφή, η οποία όμως δεν είναι η ψηλότερη κορφή.
Θα χρειαστείτε περίπου 20’ χωρίς μονοπάτι και λίγο σκαρφάλωμα μέχρι να φθάσετε στην κυρίως κορυφή. Αυτό το τελευταίο κομμάτι είναι το πιο άγριο και συνάμα πιο όμορφο της ανάβασης.


ΣΤΟ ΟΡΟΠΕΔΙΟ ΑΣΚΥΦΟΥ

Ανάμεσα από τις κορυφές των Λευκών Ορέων Κάστρο (2.218 μ.), Τρυπάλι (1.493 μ.) και Αγκάθες (1.511 μ.), σχηματίζεται μια μικρή λεκάνη, πόλγη κατά το επιστημονικότερο. Η λεκάνη αυτή ήταν, λέει, πολύ παλιά μία λίμνη και το όνομά της το πήρε από το σκύφος που σημαίνει κύπελλο. Οπως και να έχει, το μικρό αυτό οροπέδιο σήμερα είναι ιδανικό μέρος για πεζοπόρους και καλοφαγάδες. Φυσικά, αν συνδυαστεί το πρώτο με το δεύτερο, μιλάμε για τον τέλειο συνδυασμό.
Οι σφακιανές πίτες, τα τσιγαριαστά με τα ντόπια κρέατα, τα παξιμάδια και οι πατάτες της περιοχής, είναι το... βαρύ πυροβολικό της γεύσης. Πραγματικά είναι η καλύτερη κατάληξη μιας πεζοπορίας, ειδικά αν ο καιρός είναι λίγο κρύος.
Η ανάβαση στο Κάστρο, η διάσχιση μέχρι την Ανώπολη, η ανάβαση στις Αγκάθες και η διάσχιση μέχρι τ’ Ασφένδου, είναι στην πρώτη γραμμή των πεζοπορικών διαδρομών.
Η κλασικότερη πεζοπορική διαδρομή από του Ασκύφου είναι προς το οροπέδιο του Νιάτου, στο καταφύγιο της Ταύρης και από κει στην κορφή Κάστρο, αλλά πρέπει να διαθέσει κανείς οπωσδήποτε δύο μέρες.
Αν ψάχνετε για κάτι εντυπωσιακό, πηγαίνετε στο φαράγγι της Ιμπρου. Αν πάλι θέλετε κάτι πιο ήσυχο και μοναδικό περάστε το φαράγγι του Ασφέντου.
Ξεκινήστε την πορεία σας από τις Καρές ή το Αμμουδάρι και κατηφορίστε στον μικρό και γραφικό οικισμό Γωνί, που δεσπόζει στη μέση του εύφορου οροπεδίου. Από εκεί συνεχίζετε τον χωματόδρομο που φεύγει νοτιανατολικά του χωριού. Εκεί που η πεδιάδα σβήνει, σύντομα θα δείτε το παλιό καλντερίμι, που αρχικά εναλλάσσεται με τον δρόμο. Στη διακλάδωση πάρτε τον αριστερό δρόμο και εκεί που τελειώνει η περίφραξη κάνετε αριστερά μέσα στη ρεματιά βρίσκοντας πάλι το παλιό μονοπάτι, εγκαταλείποντας τον δρόμο οριστικά.
Συνεχίστε μέχρι το διάσελο, όπου θα φτάσετε μετά μιας ώρας περπάτημα από το Γωνί και κατηφορίστε στο παλιό καλντερίμι μέχρι μια στάνη, όπου πλέον ακολουθείτε τον χωματόδρομο, περνώντας πού και πού στο παλιό μονοπάτι.
Φτάνετε στο χωριό Ασφέντου, τρεις ώρες περίπου από την αρχή της πορείας. Μόνο λίγα σπίτια κατοικούνται εδώ και αυτά μόνο το καλοκαίρι. Ο μικρός ορεινός οικισμός, από παλιά κατοικούνταν μόνο το καλοκαίρι και τον χειμώνα οι κάτοικοι κατέβαιναν στα παραθαλάσσια μετόχια τους.
Μόλις φτάσετε στον οικισμό συνεχίζετε για λίγο ευθεία. Περάστε τον κεντρικό δρόμο και κατηφορίστε μέσα από παλιά χωραφάκια, στην κοίτη της ρεματιάς, όπου και θα βρείτε το παλιό καλντερίμι. Τα τοιχώματα του φαραγγιού αρχίζουν να στενεύουν. Το τοπίο γίνεται επιβλητικό και πανέμορφο. Το παλιό καλντερίμι σε πολλά σημεία είναι τέλεια διατηρημένο και έχει πλάτος γύρω στο ενάμισι μέτρο.
Σε μιάμιση ώρα από του Ασφέντου βρίσκεστε στο χωριό Αγιος Νεκτάριος, απ’ όπου μπορείτε με ταξί να γυρίσετε στα χωριά του Ασκύφου.

ΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΣΕ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ

Δύο έμπειροι ορειβάτες από την Κρήτη, ο Αγγελος Ασαριωτάκης και ο Γιάννης Κορνάρος, έγραψαν έναν πεζοπορικό οδηγό, για να προσθέσουν, όπως λένε οι ίδιοι, ένα μικρό λιθαράκι στο οικοδόμημα της Κρήτης. Ενα κέντρισμα για να γνωρίσουν κι άλλοι την Κρήτη που γνώρισαν και αγάπησαν οι ίδιοι μέσα από τις ατελείωτες πεζοπορίες στα μονοπάτια, στα γιδόστρατα, στις μαδάρες, στα φαράγγια, στις παραλίες και στα λογής λογής μικρά και μεγάλα χωριά.
Είναι φανερή η προτίμηση των συγγραφέων στα πιο άγνωστα και απομακρυσμένα μέρη της Κρήτης, αλλά δεν παραλείπουν να περιγράψουν και απλές ή γνωστότερες διαδρομές. Ο οδηγός είναι κατατοπιστικός με λεπτομερείς περιγραφές των σημαντικότερων και ωραιότερων πεζοπορικών και ορειβατικών διαδρομών της Δυτικής Κρήτης (Νομοί Χανίων και Ρεθύμνου). Οι 51 διαδρομές, που καλύπτουν τα ενδιαφέροντα τόσο των ορειβατών όσο και των απλών περιηγητών, παρουσιάζονται αναλυτικά, ?ε όλες τις πληροφορίες (διάρκεια, βαθμός δυσκολίας, διαμονή κ.λπ.).

EΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Ο εξοπλισμός για την ανάβαση στον Γκίγκιλο δεν είναι διαφορετικός από αυτόν σε οποιοδήποτε ψηλό βουνό. Το κυριότερο είναι ένα καλό ζευγάρι παπούτσια, τα οποία πρέπει να καλύπτουν τον αστράγαλο και να έχουν καλή σόλα. Το καπέλο και τα γυαλιά ηλίου είναι απαραίτητα όπως και ένα μακρυμάνικο φανελάκι, για την προστασία από τις υπεριώδεις ακτίνες. Αυτή την εποχή το αδιάβροχο και ένα «φλις» δεν είναι διόλου περιττά και φυσικά ένα ζευγάρι μπαστούνια για πεζοπορία είναι πολύ χρήσιμα, ειδικά στις κατηφόρες.

ΤΙ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ

Το βιβλίο έχει μεταφραστεί και προς το παρόν κυκλοφορεί μόνο στην αγγλική γλώσσα. Ο πλήρης τίτλος είναι «Hikes, Walks and Rambles in Western Crete-A Guide». Μετάφραση στα αγγλικά: Aρίστος Γρηγοριάδης. Επιμέλεια: Chris Stokes. Εκδόσεις Κριτική. Στην εισαγωγή δίνονται πρακτικές πληροφορίες για τον απαραίτητο εξοπλισμό, αλλά και για τα διαφορετικά είδη των μονοπατιών και τις πιθανές δυσκολίες που θα συναντήσει ο πεζοπόρος. Στον οδηγό περιλαμβάνονται ακόμα στοιχεία για τη γεωλογία, τη χλωρίδα, τα αξιοθέατα, τους κατοίκους, τη μυθολογία, την ιστορία αλλά και την καθημερινότητα του νησιού.

Πηγή: ethnos

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Λογοτεχνάσματα και άλλες ιστορίες...

Την αγαπώ. Είναι όμορφη.
Όταν είμαι μακρυά της μου λείπει.
Όταν είμαι κοντά της με νευριάζει.
Και γκρινιάζω για τα άσχημα της,
που συναντώ και που κάθε μέρα
γίνονται περισσότερα.
Μ'αυτή την είδηση,με πήρε,ξανά
αγκαλιά. Η Κρήτη.


Το δεύτερο Σπίτι της Λογοτεχνίας στην Ελλάδα είναι γεγονός.
Στεγάζεται σε ένα παλιό σχολείο του 1882, που λειτουργούσε ώς το 1975,
στο χωριό Κράσι του Δήμου Μαλίων.
Θα φιλοξενεί Ελληνες συγγραφείς και μεταφραστές
ελληνικών έργων σε μια ξένη γλώσσα.
Το παλιό σχολείο όπου στεγάζεται το Σπίτι της Λογοτεχνίας,
είναι αποτέλεσμα συνεργασίας της διευθύντριας
του Ευρωπαϊκού Κέντρου Μετάφρασης - Λογοτεχνία και Επιστήμες του Ανθρώπου (ΕΚΕΜΕΛ) Ελένης Ζέρβα και του δημάρχου Μαλίων, Κ. Λαγουδάκη.
Η πρόταση έγινε από τη δημοτική αρχή προς την κ. Ζέρβα
τον Σεπτέμβριο του 2008.
Και έγινε αποδεκτή όταν η δεύτερη επισκέφθηκε το Κράσι
και διαπίστωσε ότι το οίκημα θα μπορούσε να μετατραπεί
σε Σπίτι της Λογοτεχνίας.
Ενα χρόνο και ένα μήνα αργότερα, το Σάββατο 17 Οκτωβρίου,
έγιναν τα εγκαίνια.
Τόσο χρειάστηκε ώστε να ανακατασκευαστεί το παλιό σχολείο
σ' ένα σύγχρονο χώρο υποδοχής δημιουργών (μαζί με την οικοσκευή).
Τη διαμόρφωση εσωτερικά και εξωτερικά ανέλαβε η τεχνική διεύθυνση του δήμου, με χρήματα (120.000 ευρώ) από εθνικούς πόρους - από τα Ολοκληρωμένα Προγράμματα Ανάπτυξης Αγροτικών Χωρών.
Ο πρόεδρος του ΕΚΕΜΕΛ Θωμάς Σκάσσης εκτιμά
ότι το Σπίτι της Λογοτεχνίας «θα προσφέρει στους ανθρώπους του πνεύματος το κατάλληλο περιβάλλον εργασίας» και τονίζει ότι «η τοπική κοινωνία αγκάλιασε με συγκινητικό τρόπο την εμπνευσμένη αυτή πρωτοβουλία».
Από την πλευρά της, η Ελένη Ζέρβα διαβεβαιώνει ότι
«αν και υπάρχουν ήδη πολλές αιτήσεις για φιλοξενία στο Κράσι,
«θα δοθεί απόλυτη προτεραιότητα στους Ελληνες
δημιουργούς και στους μεταφραστές ελληνικής λογοτεχνίας προς ξένες γλώσσες».
Δεν κρύβει την πρόθεσή της να υπάρξουν κοινές δράσεις
με τον Δήμο Μαλίων, με στόχο να έχει λόγο και η τοπική κοινωνία.
Το Κράσι, γενέτειρα της οικογένειας Αλεξίου (Λευτέρη, Γαλάτειας, Ελλης),
βρίσκεται στις υπώρειες της Σελένας, σε υψόμετρο 600 μ.
Απέχει εννέα χιλιόμετρα από τα Μάλια και έχει 180 κατοίκους.
Στο χωριό αυτό, στις αρχές του εικοστού αιώνα,
παραθέριζαν ως φιλοξενούμενοι της οικογένειας Αλεξίου
ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Κώστας Βάρναλης, ο Γιώργος Βέης,
η Ελλη Αλεξίου, ο Βάσος Δασκαλάκης.
Το πρώτο Σπίτι της Λογοτεχνίας ιδρύθηκε το 2003 στο χωριό Λεύκες της Πάρου.
Αυτή τη στιγμή υπάρχουν στην Ευρώπη δεκατρία τέτοια κέντρα,
που στις 25 Μαρτίου 2000 δημιούργησαν το Δίκτυο Διεθνών Κέντρων Μεταφραστών Λογοτεχνίας. Οι χώρες που συμμετέχουν είναι: Γερμανία, Βέλγιο, Ισπανία, Γαλλία, Μ. Βρετανία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Ιρλανδία, Ιταλία, Ολλανδία, Σλοβακία, Σουηδία.

* Δικαίωμα υποβολής αίτησης φιλοξενίας, ανεξαρτήτως ηλικίας, έχουν όσοι έχουν εκδώσει ένα βιβλίο. Το ποσό για τη διαμονή μιας εβδομάδας είναι 70 ευρώ το άτομο
για τους υπηκόους της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Για υπηκόους άλλων χωρών, το κόστος ανέρχεται σε 20 ευρώ το άτομο.

Αιτήσεις στο ΕΚΕΜΕΛ: Λυκαβηττού 2 & Ακαδημίας, 10671 Αθήνα, τηλ.: 0030-210-3639520, fax: 0030-210-3639350, e-mail: grammateia@ekemel.gr

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Vakayi Giridiye


Μετά την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης του 1821, ο Σουλτάνος μπροστά στην αδυναμία του να αντιμετωπίσει την κατάσταση ζήτησε τη βοήθεια του υποτελή του αντιβασιλιά της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλι. Έτσι από το Μάιο του 1822 ο Μεχμέτ Άλί Χασάν Πασάς είχε ξεμπαρκάρει στη Σούδα. Ο Μωχάμετ Άλι συνέχισε την παρουσία του στην Κρήτη μέχρι το 1830. Με το λεγόμενο Πρωτόκολλο του Λονδίνου (3 Φεβρουαρίου1830 ν. η.) καθορίστηκαν τα σύνορα του νεοπαγούς ελληνικού κράτους και έμεινε έξω η Κρήτη, ερημωμένη και πικραμένη από το γεγονός ότι οι αγώνες της, αποδείχτηκαν μάταιοι. Μένοντας η Κρήτη εκτός Ελλάδος ο Σουλτάνος μεταβίβασε στον Μωχάμετ Άλι επίσημα το νησί σαν ανταμοιβή των υπηρεσιών του παίρνοντας ένα σχεδόν συμβολικό τίμημα εικοσιπέντε εκατομμύρια γρόσια.
Ο δεύτερος τουρκοαιγυπτιακός πόλεμος του 1839 με τη μεσολάβηση των Δυνάμεων καταλήγει στη Συνθήκη του Λονδίνου του 1840, με την οποία ο Μωχάμετ Άλι, παρά τις θριαμβευτικές του νίκες, περιορίζεται στην Αίγυπτο. Μαζί με τις άλλες κτήσεις του χάνει και την Κρήτη, που επανέρχεται στην τουρκική κυριαρχία. Με το σουλτανικό φιρμάνι διορισμού του Μουσταφά Πασά Διοικητή Κρήτης, που έφθασε στην Κρήτη στις 8 Δεκεμβρίου 1840, λήγει και τυπικά η περίοδος της Αιγυπτοκρατίας. Ο Στρατής Παπαμανουσάκης χαρακτηρίζει την δεκάχρονη περίοδο της αιγυπτιοκρατίας στην Κρήτη με τον μουσικό όρο «ιντερμέτζο στην Τούρκικη κατοχή» και Βασίλης ο Ψιλάκης την χαρακτηρίζει ως περίοδο «εστιλβωμένης δουλείας».

Ο Μωχάμετ Άλι, εκτός από τα δημόσια έργα που κατασκεύασε στην Κρήτη έργα, ίδρυσε και δύο τυπογραφία, ένα στα Χανιά και ένα στο Ηράκλειο. Το τυπογραφείο στα Χανιά ήταν μεγαλύτερο και σ΄ αυτό τυπώθηκε και εκδόθηκε για πρώτη φορά εφημερίδα στην Κρήτή (1831), η «Βακάι Γκιριτιγιέ» γνωστή σε μας ως «Βακάι Γκιρίτ» (Vakayi Giridiye – Κρητικά Γεγονότα), στα πρότυπα της εφημερίδας «Βακάι Μισιριριγιά » (Vakayi – Misiriya – Αιγυπτιακά Γεγονότα), που εκδιδόταν στην Αίγυπτο.
Η Βακάι Γκιριτιγιέ ήταν εβδομαδιαία και δίγλωσση, τουρκικά και ελληνικά. Επιθεωρητή και εκδότη της εφημερίδος όρισε τον Αλί εφένδη Ζάμ, στον όποιον έδωσε πληρεξούσιο να την ίδρυση και του έστειλε όλα το απαιτούμενο τούρκικο υλικό από την Αίγυπτο, και ζήτησε από τον διοικητή του νησιού να συμπλήρωση το ελληνικό υλικό από τον Μωρία. Βοηθό στην έκδοση της εφημερίδας όρισε τον Χουσέν εφένδη τον Καντερλήν, που εργαζόταν πριν στην «Βακάι Μισιριγιά» και γνώριζε την τυπογραφική τέχνη.
Η εφημερίδα περιλάμβανε μετεωρολογικές πληροφορίες και στα κύρια άρθρα της τα εσωτερικά και εξωτερικά γεγονότα, που σχετίζονται με τον Μωχάμετ Άλι, τις πολεμικές του δραστηριότητες και, τις νίκες του. Στην εφημερίδα καταχωρούνταν τα εσωτερικά γεγονότα του νησιού, δικαστικές, διοικητικές, ιδρυτικές υποθέσεις και ποινικές αποφάσεις της κυβέρνήσης, ο αριθμός των εμπορικών πλοίων, που ελλιμενιζόταν στο νησί, με την δήλωση τι φέρνουν και τι παραλαμβάνουν και γενικά την δραστηριότητα της κυβέρνήσης, αναφέροντας τις διορθώσεις που επέφερε στα διάφορα μέρη του νησιού και το ενδιαφέρον της κυβέρνησης στο πεδίο της υγείας.
Στην εφημερίδα ήταν συνδρομητές πολλοί ανώτεροι αξιωματούχοι του στρατού και επίσημοι από την Κρήτη και την Αίγυπτο και όλοι οι πρόξενοι και εκπρόσωποι των ξένων κρατών στην Κρήτη.


Σε ιδιαίτερο τόμο διατηρήθηκαν τα τεύχη της εφημερίδας στο συμβούλιο των Χανίων, ταυτόχρονα ετοιμάσθηκε ολόκληρος τόμος με τις εφημερίδες που στάλθηκε στη βιβλιοθήκη (Ταφταρχανά) του Καΐρου.

Η Ζενάπ Ισμάντ Ρασέντ αναφέρει ότι χαρακτηριστικό σήμα της εφημερίδας ήταν «οι πυραμίδες με δένδρο ελιάς» Τα τεύχη όμως, που υπάρχουν στην Ελλάδα έχουν ως σήμα δύο δένδρα και ανάμεσα τους ένα κάστρο. Από παρατήρηση και συγκριτισμό των εξήντα φύλλων της Βακάι Γκιριτιγιέ, που συνέλεξα σε ηλεκτρονική μορφή από ξένα πανεπιστήμια και έχω στην διάθεση μου ως και των φύλλων που υπάρχουν στην Ελλάδα, παρατήρησα τα παρακάτω.
Η εφημερίδα ξεκίνησε το 1831 με σήμα δύο δένδρα και ένα κάστρο, γύρω στο 1832, άγνωστο πότε μια και δεν μπορούμε να έχουμε όλα τα φύλλα της εφημερίδας, το σήμα αλλάζει και γίνεται δυο δένδρα ελιάς με δύο λόφους, που πιθανόν να αντιπροσωπεύουν τις Αιγυπτιακές πυραμίδες αλλά πιθανόν να αντιπροσωπεύουν και τα δυο ψηλά βουνά της Κρήτης, Λευκά όρη και Ψηλορείτη. Από το 1833 και μετά το σήμα της εφημερίδας ξαναγίνεται δύο δένδρα και ένα κάστρο μέχρι τον Ιανουάριο του 1834. Από τον Ιανουάριο του 1834 και μετά δεν υπάρχει σήμα στην εφημερίδα.

Στην Ελλάδα σήμερα σώζονται μόνο δεκατέσσερα (14) πρωτότυπα φύλλα στο Ιστορικό αρχείο Κρήτης (Χανιά) και ένα (1) στη Βικελαία Βιβλιοθήκη (Ηράκλειο). Δυστυχώς το επίσημο κράτος και πάλι αδιαφορεί για την συλλογή των φύλλων της εφημερίδας, που αποτελεί πρωτογενή ιστορική πηγή και επαφίεται στο μεράκι των ιδιωτών για την συλλογή της.

Σημείωση: Βιβλιογραφία από το βιβλίο του Παπαδάκη Χαρίδημου Α. «Οι Αφρικανοί στην Κρήτη-Χαλικούτες»

Οι φρουροί της θάλασσας


Σύγχρονα μνημεία μοναδικής αρχιτεκτονικής και σύμβολα της τεράστιας ελληνικής ναυτικής παράδοσης, οι φάροι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνικού παράκτιου τοπίου, αφού βρίσκονται παντού.

Από τους Αντίπαξους ως την Πύλο, και από τα Ψαρά ως την Ελαφόνησο της Κρήτης, οι φωτοδότες αυτοί, κυλινδρικοί, τετράγωνοι, οκταγωνικοί ή μεταλλικοί, έχουν ιδιαίτερη αισθητική και ιστορική σημασία.
Χτισμένοι τον 19ο ή στις αρχές του 20ού αιώνα, στο σκοτάδι είναι αόρατοι, ενώ οι αναλαμπές τους φωτίζουν τις νυχτερινές ναυτικές διαδρομές. Στο φως της ημέρας, από την άλλη, αποπνέουν μυστήριο, γαλήνη και ένα αίσθημα ασφάλειας.
«Από τους 120 παραδοσιακούς φάρους που αριθμεί το ελληνικό φαρικό δίκτυο, μόνο 20 διατηρούνται σε καλή κατάσταση, αυτοματοποιημένοι πλέον, ενώ στους υπόλοιπους έχουν αφήσει τα σημάδια τους οι πληγές από τη φθορά του χρόνου και τις καταστροφές που άφησε πίσω του ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος», επισημαίνει ο διευθυντής των ΕΛ.ΤΑ. κ. Βασίλειος Σχοινάς.
Πέντε από τα αγέρωχα αυτά κτίσματα, που υψώνονται στα λιμάνια της Σύρου, της Aνδρου, των Χανίων, της Πάρου και του Καστελόριζου, παρουσιάζονται στη νέα Αναμνηστική Σειρά Γραμματοσήμων που κυκλοφορεί από τα Ελληνικά Ταχυδρομεία και φιλοτέχνησε ο Γήσης Παπαγεωργίου.
Ο φάρος στην νησίδα Μεγίστη στο Καστελόριζο, που κατασκευάστηκε το 1917. Ο μοναδικός φάρος Τουρλίτης στη Χώρα της Άνδρου, χτισμένος πάνω σε βράχο μέσα στη θάλασσα, με κυλινδρικό πύργο ύψους 7 μέτρων, που μοιάζει σαν να αναδύθηκε από το νερό. Ο φάρος Κόρακας στην Πάρο, στην άκρη του ομώνυμου ακρωτηρίου, που χτίστηκε το 1887 από τη γαλλική εταιρεία Φάρων, ένα τετράγωνο, πέτρινο κτίσμα.
Ο εμβληματικός φάρος στο παλιό λιμάνι των Χανίων, που θυμίζει λίγο μιναρέ, πολυφωτογραφημένος με τον ήλιο να δύει πίσω του. Τέλος, ο φάρος της Σύρου, στο ερημικό νησάκι Γαϊδουρονήσι, στην είσοδο του λιμανιού της Ερμούπολης.
Έλαμψε για πρώτη φορά το 1834, ενώ μέρος του καταστράφηκε κατά τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρόκειται για τον ψηλότερο φάρο του ελληνικού φαρικού δικτύου, ύψους 29 μέτρων.

Πηγή: ethnos

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Ένας Αινστάιν από την Κρήτη


Ο μαθητής Μανώλης Βλατάκης βραβεύτηκε από τη NASA για τον «Σχεδιασμό του Υπερηχητικού Αεροσκάφους του 2020»
H διεθνής επιστημονική κοινότητα «Cogito», που απαρτίζεται από πανεπιστημιακούς απ’ όλο τον κόσμο, όλων των γνωστικών αντικειμένων (φιλοσοφία, μαθηματικά, αστροφυσική, πληροφορική κ.λπ.), τον αποκαλεί «Αϊνστάιν».

Το προσωνύμιο, που απονέμεται μάλιστα από ειδική επιτροπή της «Cogito», το είχε αποκτήσει πριν από την πρόσφατη βράβευσή του από τη NASA στον διαγωνισμό «Σχεδιασμός του Υπερηχητικού Αεροσκάφους του 2020». Οπως και πολύ πριν η Ελλάδα ανακαλύψει, μέσω Γιώργου Παπανδρέου, τον γκουρού της οικονομίας Τζόζεφ Στίγκλιτς, ο Μανώλης Γκαραγκούνης-Βλατάκης αντάλλασσε e-mails με τον νομπελίστα καθηγητή.

Ποιος είναι όμως ο βραβευμένος και διεθνώς καταξιωμένος Ελληνας σύγχρονος «Αϊνστάιν»; Μα ένας 17χρονος μαθητής της Γ’ τάξης του... ταπεινού Λυκείου Καρέα, που εδώ και καιρό είναι ο πρώτος Ελληνας που έγινε δεκτός στη «νεανική ομάδα» του «Cogito».

Πριν από λίγους μήνες απέσπασε το 3ο βραβείο της NASA στον παραπάνω διαγωνισμό. Η πρώτη διάκριση πήγε στο βασιλικό κολέγιο της Ινδίας, η δεύτερη στο ρουμανικό παράρτημα του MIT και η τρίτη στο... Γενικό Λύκειο Καρέα. Σημειώνεται ότι οι χαρακτηρισμοί της NASA για το επίπεδο του διαγωνισμού περιλαμβάνουν τις λέξεις «Υψηλού Επιπέδου» και «Ακαδημαϊκός».

Οι κεντρικοί άξονες
Η εργασία του χαρισματικού 17χρονου Μανώλη προσπάθησε να απαντήσει στο αίτημα εκπομπής μηδενικών ρύπων με το υδρογόνο ως αποκλειστικό καύσιμο και παράλληλη οριστική επίλυση των περιορισμών που παρουσιάζει η χρήση του.

Αλλοι κεντρικοί άξονες της εργασίας ήταν ο ριζικός περιορισμός του θορύβου χάρη στην εξέλιξη μιας τεχνικής που χρησιμοποιούνταν παλαιότερα στα διαστημόπλοια, το σχετικά περιορισμένο κόστος της όλης κατασκευής και ο επαναστατικός νέος κινητήρας. Βοηθός και συνεργάτης του ήταν ο Δημήτρης Τσούνης.

Ο Μανώλης είναι παλαιός γνώριμος του αμερικανικού αεροναυπηγικού γίγνεσθαι. Πριν από δύο χρόνια η εργασία του, ως μαθητή της Α’ λυκείου τότε, «Σχεδιασμός Καινοτομιών στον Αεροδυναμικό Τομέα με ορίζοντα το 2052», απέσπασε εύφημο μνεία.

«Μέσα από βιβλία και πολύ διάβασμα κατάφερα να αποκτήσω μια εικόνα του τι αναμένεται να συμβεί στον χώρο μέχρι το 2030. Προσπάθησα να φανταστώ πού θα πάει το πράγμα 20 χρόνια αργότερα», εξηγεί στο «Εθνος της Κυριακής» ο Μανώλης. Οι πύλες της NASA άνοιξαν για τον ταλαντούχο νεαρό μαθητή χάρη στο, καρτεσιανής έμπνευσης, διεθνές φόρουμ «Cogito».

«Oλα ξεκίνησαν από το μάθημα πληροφορικής της Γ’ γυμνασίου, όταν η καθηγήτρια διέγνωσε την κλίση μου στα μαθηματικά. Με έφερε αμέσως σε επαφή με σημαντική συνάδελφό της του αμερικανικού πανεπιστημίου John Hopkins. Στη συνέχεια εξετάστηκα μέσω Ιντερνετ σε μαθηματικά, φυσική και χημεία. Λίγο αργότερα έγινα δεκτός στη «νεανική ομάδα» της κοινότητας «Cogito». Με αυτόν τον τρόπο δίνεται στα παιδιά η δυνατότητα να ανακαλύψουν τον πιθανό μαικήνα και τελικά τον δρόμο τους», υπογραμμίζει ο εκκολαπτόμενος... καθηγητής.

E-MAIL ΜΕ ΣΤΙΓΚΛΙΤΣ
«Ακούγεται τρελό αλλά ανταλλάσσαμε e-mails με τον Τζόζεφ Στίγκλιτς». Η επικοινωνία του 17χρονου μαθητή με τον νομπελίστα καθηγητή αφορούσε -τι άλλο;- την οικονομική κρίση. Ξεκίνησε από ένα, υπό προϋποθέσεις, ανοικτό φόρουμ, όπου οι συμμετέχοντες μπορούσαν να υποβάλλουν ερωτήσεις στον διακεκριμένο ακαδημαϊκό. Συνεχίστηκε σε περισσότερο προσωπικό επίπεδο για θέματα που αφορούσαν τις έννοιες του χρέους και του ελλείμματος.

ΤΑ ΧΟΜΠΙ
Μαντινάδες, 3 γλώσσες και κολύμπι

Ο Μανώλης χειρίζεται 3 ξένες γλώσσες, είναι μαθητής του 20 και κατάγεται από την Κρήτη. Θεωρείται διαπρεπής «μαντιναδολόγος» με ταλέντο στη σύνθεση και στον αυτοσχεδιασμό, αλλά η σχέση του με τη μουσική είναι συνολικότερη. Διαβάζει πάντοτε με μουσική υπόκρουση, είτε πρόκειται για τους παραδοσιακούς δρόμους της κρητικής λύρας είτε για τον Ιγκι Ποπ. Συνεχίζει να μελετά τον Πλάτωνα, να διαβάζει ιστορικά μυθιστορήματα, καθώς και την «Ασκητική» του Καζαντζάκη, «το πανέμορφο βιβλίο με τις άπειρες προεκτάσεις, που αποκαλύπτονται μέσα από τις διαδοχικές αναγνώσεις». «Αισθάνομαι παρατηρητής των διαδρομών της Ιστορίας. Λατρεύω το κολύμπι μακρινών αποστάσεων, τον χορό και το θέατρο», τονίζει.

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ
Παρά τις διακρίσεις πρέπει να δώσει Πανελλαδικές

Ο Μανώλης Βλατάκης δεν έχει καμία σχέση με τον τυπικό «σπασίκλα». Συμμετείχε στο 15μελές του σχολείου του επί τρία χρόνια, δίνοντας μάχες για τα κτιριακά προβλήματα που βρίσκονται ακόμα σε εκκρεμότητα.

Το παράπονό του είναι ότι, παρ’ όλες τις μοναδικές διακρίσεις που έχει καταφέρει μέχρι σήμερα, η ακαδημαϊκή του διαδρομή είναι υποχρεωμένη να περάσει μέσα από την πεπατημένη των Πανελλαδικών Εξετάσεων, αφού προς το παρόν το προνόμιο της απαλλαγής από αυτές αναλογεί μόνο σε όσους διακρίνονται στις βαλκανιάδες και ολυμπιάδες μαθηματικών, φυσικής κ.λπ. Επιπλέον, η προετοιμασία για τις Πανελλαδικές τού στερεί εκ των πραγμάτων τη δυνατότητα της συμμετοχής στον φετινό διαγωνισμό της NASA.

Εκσυγχρονισμός
«Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για τον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας που πρέπει να συμπεριλάβει θεσμούς όπως η Ολυμπιάδα ρομποτικής, οι διαγωνισμοί της NASA κ.λπ. Πρόκειται για αναγκαιότητα που ξεπερνά κατά πολύ τις όποιες προσωπικές μου ακαδημαϊκές βλέψεις», λέει ο Μανώλης.

Το καλοκαίρι που μας πέρασε ο Μανώλης Βλατάκης ήταν εισηγητής του «Παγκόσμιου Συνεδρίου για τα Χαρισματικά και Ταλαντούχα Παιδιά», που έγινε στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας.

«ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ»
Κάποια στιγμή οι αλλοδαποί συνάδελφοι του «Cogito» ζήτησαν από τον Μανώλη ένα δείγμα για να κατανοήσουν τη χροιά του ελληνικού προφορικού λόγου. Ο 17χρονος μαθητής έφτιαξε ένα αρχείο ήχου και το διοχέτευσε στο αντίστοιχο διαδικτυακό φόρουμ της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας. Η επιλογή του ήταν απλή αλλά στοχευμένη. Ο νεαρός «Αϊνστάιν» απήγγειλε τη «Ρωμιοσύνη»...

www.ethnos.gr

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Κοφίνι, κοφινάκι...


Το μέλι βρήκε το δρόμο του στα βάζα. Τα σταφύλια ωρίμασαν. Ο άνθρωπος τα γεύεται. Τα ξεζουμίζει για να μεθύσει με την απαραίτητη χαρά που συνοδεύει αυτό το υπέροχο καταστάλαγμα. Λίγο από αυτό το βράζει μέχρι που μυρίζει πετιμέζι και φανταστική φυσική γλύκα. Με λίγο αλεύρι και σπάταλα καρύδια και κανέλες και σουσάμι η γειτονιά γλείφει τα δάκτυλά της για μουσταλευριά.
Αθάνατες γεύσεις, διονυσιακές μυρουδιές. Ακόμα και τα στράφυλλα μοσχοβολούν κι ας βράζουν στο ζουμί τους. Χαίρονται που θα μεθοκοπούν οι κρητικοί με τη συνοδεία αφράτων αμύγδαλων.
Η αμυγδαλόψυχα έρχεται και γλυκαίνει τους βαθμούς της τσικουδιάς. Μου λείπουν αυτά στην πόλη μα αν ισχύει αυτό που λέει και το τραγούδι πως «ο χρόνος σέβεται αυτόν που ονειρεύεται», μια μέρα θα τα ξαναζήσω όλα αυτά. Δεν ξέρω βέβαια αν θα υπάρχουν και τότε μερακλήδες που θα αντέχουν να χορεύουν και να τραγουδούν στο πατητήρι κρατώντας εκείνη την τρομακτική στην όψη τσουγκράνα για να στοιβιάζουν τα σταφύλια και αν θα υπάρχουν καζάνια για να βράζουν «οι διαβόλοι» …που αρκεί ένα ποτηράκι για να κάνει κανείς κέφι.
Έτσι μεθυστικό και διονυσιακό τον ήθελα τον Οκτώβρη, να στάζει κρασί για να μεθύσουν οι φίλοι και να πουν στην υγεία της ζωής.Τον ήθελα γεμάτο κοφίνια με σταφύλια έτσι … ως δόξα και τιμή στο κοφινάκι που κουβάλησα μωρό κι εγώ κάποτε. Χάζι με κάνανε μιας και στους καιρούς μας που να δεις πια κοφινάκι να ροβολάει τις πλαγιές γεμάτο σταφύλια και λαίμαργες μελισσούλες.

Κοφινάκι το πολύ πολύ να δεί κανείς πίσω από κανένα καναπέ με αποξηραμένα και μπόλικη μπόλικη σκόνη.

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

O ράφτης της ζωής


Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο, έγραψε. Και ανέλυσε με βαθύτερο τρόπο τον Αντίπαλο εραστή. Η συγγραφέας των σχέσεων, Μάρω Βαμβουνάκη,
μοιράζεται μαζί μας τον δικό της παράδεισο, προσφέροντας μικρές «μπουκίτσες» ζωής.

Η συγγραφέας που βάζει το μαχαιράκι της μνήμης όσο πιο βαθιά γίνεται. Mε χρώμα και μουσική, με ήχους όπως τα βήματα σε ξύλινο πάτωμα. Aπαλά, απαλά σαν βηματάκια σε ύφασμα βελούδο. Mας πήρε από το χέρι κι από τον έρωτα μας οδήγησε στον Θείο Eρωτα. Aπό την αναζήτηση του ενός στην αναζήτηση των πάντων. Mε όλα τα μέσα: γράφοντας και ζωγραφίζοντας, τώρα φωτογραφίζοντας. Bαθύτατα ψυχαναλυτική, ξυπνά μνήμες και χαμένους παράδεισους στον καθέναν. Mε περισσότερα από τριάντα βιβλία της στις προθήκες (Nτούλια, Xρόνια πολλά γλυκιά μου, O αντίπαλος εραστής, Oι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο, H μοναξιά είναι από χώμα, Tα πράγματα που ζουν απ’ τον χαμό κ.α.) κρατά ένα κομματάκι όντως ζωής για τον καθέναν. H Mάρω Bαμβουνάκη στη συνέντευξη που ακολουθεί μας χαρίζει γενναιόδωρα και τις εικόνες της. Eικόνες ζωής που ξετυλίγονται από τα Xανιά, στη Pόδο και στην Aθήνα κι ενώνουν το παρόν με το άχρονο. Διότι «είμαστε τόποι όπως και οι τόποι είναι πρόσωπα». Kαι επειδή «δίχως μνήμη ο άνθρωπος αποδομείται». «Kάθε βιβλίο, ένα νέο λαγούμι προς τον απόκρυφο εαυτό και την πνοή που με ζωντάνεψε», παραδέχεται. Nα αναβιώσει, να κατανοήσει τι έγινε, ποια είναι: «Yπάρχει πιο διεγερτικό κίνητρο απ’ αυτό το δύσκολο αίνιγμα; Σαν λιθοξόος που λαξεύει ένα βράχο για να βγάλει στο φως την κρυμμένη μορφή».

Oι πρώτες εικόνες της ζωής σας; Tι είναι τα Xανιά για σας και κατά πόσο υπάρχουν ή επανέρχονται στο έργο σας;
Mάρω Bαμβουνάκη: Kάτι σαν ομίχλη, από τούλι, μάλλον η κουνουπιέρα στην κούνια μου. Hχος, βροχής έξω, ίσως γιατί γεννήθηκα φθινόπωρο. Tρίξιμο βημάτων στο ξύλινο πάτωμα ή στην ξύλινη σκάλα μας. Kάποιος έρχεται, ο μπαμπάς μου μάλλον που όλο έλειπε... Bλέπετε, ως εικόνες σας λέω ήχους τελικά. Πάντα τα μπερδεύω αυτά. Για το τι είναι για μένα τα Xανιά δεν γίνεται να σας πω. Δεν το χωράω κάτι τέτοιο και με κομματιάζει. Mου είναι αδύνατον να ξεπεράσω μια τέτοια χαρμολύπη.
Iσχύει αυτό που λέγεται για την «πατρίδα» των παιδικών μας χρόνων; Kαι κατά πόσο είναι ασφαλής ή επισφαλής, αληθινή ή ψευδαισθησιακή;
Aλλο κόσμος φανταστικών κι άλλο κόσμος αοράτων. Tα αόρατα και τα νοούμενα είναι στη ζωή μας τα πιο υπαρκτά και δραστικά. Kαι βέβαια ισχύει η πατρίδα των παιδικών μας χρόνων! Πού θα βαδίζαμε αλλιώς, ποια χαρτογραφία θα μας προσανατόλιζε; Eμπνέει και αναστατώνει η νοσταλγία της διότι -μια και τα παιδιά ζουν μεταφυσικά-πάει πολύ πίσω, ριζώνει στην αρχή μας, στον παράδεισό μας, τον χαμένο και τον ερχόμενο.

Tο πρώτο σας ραντεβού με τη λογοτεχνία; Ως ανάγνωσμα αλλά και ως γράψιμο...
Πάντα στα Xανιά. Στην τετάρτη δημοτικού διάβαζα το Eνα δέντρο μεγαλώνει στο Mπρούκλιν της Mπέτι Σμιθ, σε συνέχειες στη Διάπλαση των Παίδων. Eπί μήνες ζούσα μ’ αυτό. Πρώτη φορά ένιωσα πόσο σε συμφιλιώνει με τον εαυτό σου ένα λογοτέχνημα και γλυκάθηκα. Tο πρώτο μου γράψιμο ήταν με την πρώτη πρώτη έκθεση στο σχολείο. Mόλις βρέθηκα μπρος στην άδεια λευκή σελίδα του τετραδίου ένιωσα ό,τι και τώρα: Hδονικό ίλιγγο για άλμα στο κενό. Tον ίδιο φόβο και μαγνήτη μιας δημιουργικής αβύσσου. Πάντοτε. Μια ζωή.

Πόσο χρονών φύγατε απ’ τα Xανιά; Oι πρώτες εικόνες απ’ την Aθήνα;
Eφυγα όταν έμπαινα στην έκτη δημοτικού. Eφυγα με απερίγραπτη θλίψη, γιατί εκεί ήμουν ευτυχισμένη και το ήξερα ότι ήμουν ευτυχισμένη, δεν είναι συνηθισμένο αυτό. Tην τελευταία μέρα, κι όπως όλα μας τα πράγματα ήταν αμπαλαρισμένα για τη μετακόμιση, ορκίστηκα μέσα μου με πείσμα: Θα ξαναγυρίσω να ζήσω εδώ! Aκόμα δεν το τήρησα. Eφυγαν ή πέθαναν και τόσοι δικοί μου εκεί... Mε ματώνουν όλο και πιο πολύ οι επιστροφές μου. Περισσότερο πόλη-μνήμη παρά παρόν. Kι εγώ σαν μνήμη κυκλοφορώ στους δρόμους όταν πηγαίνω. Zηλεύω εκείνους που ζουν και τελειώνουν στα χώματα που γεννήθηκαν. Δεν θα είναι τυχαίο το ότι ο Θεός μας γεννά σ’ έναν συγκεκριμένο τόπο τον καθένα. Iσως να είναι ανοησία που απομακρυνόμαστε, το πληρώνουμε με διαρκή εξορία μετά. Iσως και πουθενά αλλού να μην μπορεί κανείς να βρει τον πιο αληθινό εαυτό του. H πρώτη εικόνα μου απ’ την Aθήνα ήταν όπως μπαίναμε χαράματα στον Πειραιά με το πλοίο, το Aγγέλικα ίσως, απ’ τη Σούδα. Oμίχλη και κάτι πολύ μακριά, ψηλά, κοντά στον ουρανό, σαν τεράστιο ρολόι μέσα στην πάχνη. Hταν ο Παρθενώνας. Θυμάμαι και τον κινηματογράφο Eσπερο στη Σταδίου όταν μας πήγε ο πατέρας μου να δούμε μια υπέροχη ταινία: H ωραιότερη μέρα της ζωής μου, με την Παιδική χορωδία της Bιέννης.

H Aθήνα πέρασε στο έργο σας και πώς;
H Aθήνα -και παρά τη βασανιστική σύγκριση με τα Xανιά- με κέρδισε. Πάντα -και παράλληλα με κάθε απώλεια- εμένα το «εδώ και τώρα» με κερδίζει. Oπου κι αν βρεθώ, η περιέργεια και ο μαγνητισμός του καινούριου είναι πολύ ισχυρά. Eίναι αδύνατον να εντοπίσω τις επιδράσεις της Aθήνας σ’ αυτό που είμαι και κάνω, είναι αμέτρητες και μυστικές. Στο Oχι άλλη αναβολή, Mιχάλη, που είναι αυτοβιογραφικό της εφηβείας μου, η παρουσία της Aθήνας είναι διαβρωτική. Oταν το έγραφα ξαναταξίδεψα σ’ εκείνο το μυθικό τότε πέλαγος της οδού Πατησίων.

H Pόδος σίγουρα σας σημάδεψε. Tι ήταν εκείνο που πρωτοείδατε όταν βρεθήκατε στο νησί; Εικόνες που σημαίνουν Ρόδο;
H Pόδος -μια και δεν μπορούσα να γυρίσω στα Xανιά- στάθηκε η πατρίδα της επιλογής μου. Πρωτοέφτασα με καράβι και η εικόνα της απίστευτα ωραίας προκυμαίας της, μόλις στρίψουμε τη βενετσιάνικη νομαρχία, μ’ όλη τη μουσειακή παράθεση της Iστορίας στη σειρά, με άφησε άναυδη. Mα υπάρχει τέτοια πόλη; απορούσα. Kαι δεν την είχα δει ακόμα νύχτα με φεγγάρι ή χειμωνιάτικη και έρημη από τουρίστες, με τα εκεί πρόσωπα της ζωής μου, άγνωστα ακόμα, έτσι όπως την ερωτεύτηκα και ρίζωσα μετά. Mε αιχμαλώτισε, με σημαδεύει και πηγαινοέρχομαι.

Eπηρεάζουν οι τόποι το έργο, τον χαρακτήρα μας;
Oι τόποι είναι πλασμένοι από χώμα, νερό και πνοές, όπως κι εμείς. Eίμαστε τόποι όπως και οι τόποι είναι πρόσωπα. Eγώ κι από μια γειτονιά της Aθήνας να περνώ, κατακλύζομαι αυτόματα από συναισθηματικούς συνειρμούς ανάλογα με το ποιος δικός μου έζησε ή ζει εκεί, τι θυμίζει. Δίχως μνήμη ο άνθρωπος αποδομείται. Aμα πάθει κάποιος αμνησία, η έκφραση του προσώπου του μεταμορφώνεται. Γίνεται τρομαχτικά άγνωστος και για τους πιο κοντινούς του.

Eν τέλει, είμαστε οι επιλογές μας ή οι καταβολές μας;
Aχ! το μέγα μυστήριο της ελεύθερης επιλογής!... Eχουν χυθεί ωκεανοί μελάνης στους αιώνες για το πόσο ελεύθεροι είμαστε. Πιστεύω πως ο άνθρωπος καθορίζεται από τρία κομμάτια του: Tην κληρονομικότητά του, την αγωγή και το περιβάλλον του και την ελευθερία του. Tην τρομερή ελευθερία του που μπορεί να φέρει τούμπα και τα δύο προηγούμενα. Φοβόμαστε όμως να είμαστε ελεύθεροι γιατί η ελευθερία απαιτεί δουλειά κι ευθύνη. Προτιμούμε να ζαρώνουμε σε μια «ξεκούραστη» δυστυχία, σε μια ηδονική γκρίνια, από τους ανοιχτούς ορίζοντες. Aν δεν μπορούσαμε να διαλέγουμε ελεύθερα δεν θα είχε νόημα να έρθει ο Xριστός να μας καλέσει να τον διαλέξουμε. Oλα θα ήταν καλουπωμένα και ακίνητα ερήμην μας. Mου φαίνεται πολύ άνοστη και γελοία η θεωρία του ντετερμινισμού. Δυστυχώς ή ευτυχώς είμαστε ελεύθεροι ακόμα και να μην είμαστε ελεύθεροι. Πόσο μ’ αρέσει η φράση: Γεννηθήκαμε με το πρόσωπο που μας χάρισε ο Θεός και με τα χρόνια αποκτούμε το πρόσωπο που μας αξίζει!

Yπάρχουν πρόσωπα που σας καθόρισαν όπου δίχως αυτά θα ήσασταν άλλη και αλλιώς θα γράφατε;
Pωτάτε για πρόσωπα;... Mα οι άλλοι είναι η κόλαση και ο παράδεισός μας. Tο αλωνάκι που αλέθεται ο εγωκεντρισμός μας. Oι άλλοι είναι οι μάρτυρες πως υπάρχουμε. O καθρέφτης που ψάχνουμε το ποιοι είμαστε ή πώς δείχνουμε. H ανταλλαγή της σχέσης και μόνο μας πλάθει. Aλλοι, πάρα πολλοί άλλοι είμαι εγώ και ό,τι κάνω. Mέσα μου γίνεται συνωστισμός! Zωντανοί άλλοι και κάποιοι νεκροί περισσότερο ζωντανοί από κάποιους που ζουν ακόμα. Nεκροί που όσο περνά ο καιρός και η αγάπη τους αποσαφηνίζεται, με πλησιάζουν πιο κοντά. Mόνο ό,τι αγαπάμε γνωρίζουμε, δεν υπάρχει άλλο σχολειό. Oλα τ’ άλλα, φαντασιώσεις εγωισμού και σκιές ονείρων, στιγμιαίες.

Aυτά τα περί εμμονών, ότι δηλαδή ένα βιβλίο είναι μια ζωή που γράφουμε, αληθεύουν; Oι δικές σας εμμονές;
Kατά κάποιο τρόπο, ναι. Kάθε βιβλίο είναι ένα νέο λαγούμι προς τον απόκρυφο εαυτό και την πνοή που με ζωντάνεψε. Nα αναβιώσω, να κατανοήσω τι έγινε, ποια είμαι. Yπάρχει πιο διεγερτικό κίνητρο απ’ αυτό το δύσκολο αίνιγμα;
Ξανακοιτάζοντας το παρελθόν, το βλέπετε διαφορετικό;
Tο πιο γοητευτικό ίσως στοιχείο της ψυχανάλυσης -τρομαχτικό για κάποιους- είναι ότι σε βάζει να υποψιάζεσαι ότι αυτό που πιστεύεις για παρελθόν σου δεν είναι το αληθινό παρελθόν σου. Πως οι απωθήσεις όσων σε φόβισαν ή απαγορεύεται να ποθείς σε έκαναν να παραμορφώσεις στη συνείδησή σου όσα έζησες. H εξιδανίκευση του παρελθόντος μας είναι ένας επικίνδυνος αμυντικός μηχανισμός. Oσο τολμάς να ξεσκεπάσεις, τόσο ξαναδιαβάζεις τα παλιά αλλιώς. Tι ενδιαφέρουσα που είναι η μνήμη και η αναβίωση! Tόσα στρώματα σεναρίων, τόσοι λαβύρινθοι μέχρι την αλήθεια που σώζει!

Zωγραφίζετε και φωτογραφίζετε. Tι είναι εκείνο που σας κάνει να θέλετε να εκφραστείτε με εικόνες;
Παλιά ζωγράφιζα πολύ. Mετά φωτογράφιζα και φωτογραφίζω. Aπό ενθουσιασμό για μια ωραιότητα μπρος μου, αλλά και από πανικό να διασώσω κάτι απ’ το τώρα που διαρκώς φεύγει. Mε τον καιρό γίνομαι πιο ψύχραιμη. Kαταλαβαίνω πως η φωτογραφία δεν συλλαμβάνει εντέλει αυτό που ζητάς. Πάλι φεύγει. Kαλύτερα η μνήμη. Eκείνη ξέρει πώς θα τακτοποιήσει την εμπειρία μας, έχει άλλη σοφία στην κατάταξη και την ανακατάταξη, άλλη ζωντάνια απ’ την ακινησία της φωτογραφίας, που ψοφάει με τον χρόνο σαν καρφιτσωμένη νεκρή πεταλούδα.

Στο οικογενειακό σας πάνθεον, βλέπουμε Nτοστογιέφσκι και Φρόιντ, τοπία γκρίζα, εικόνες αγίων και μάσκες... Aκόμα και η μάσκα (η επιλογή της) είναι αποκαλυπτική της εικόνας μας; Yπάρχουν εικόνες - καταφύγιο για σας;
Nαι, υπάρχουν πάντα τα προσωπικά μας εικονοστάσια. Mορφές που λαχταρούμε κοντά μας, είτε πρόσωπο με πρόσωπο, είτε πίσω από μάσκα. H κορυφαία όμως εικόνα μου είναι ο Xριστός της Mονής Xιλανδαρίου. Πάντα.
Aλλά και στα βιβλία σας οι εικόνες είναι καθοριστικές...
Eικόνες, νοήματα, ήχοι, αισθήματα, αρώματα, συνεργάζονται για να «δεις». Kάθε αίσθηση αναζητά τις υπόλοιπες για να λειτουργήσει. Παλιά ήθελα να γίνω ζωγράφος, ανάγκη που μου ικανοποιήθηκε όταν άρχισα να γράφω ιστορίες. Kαι η μουσική!...Tι κόσμοι! Tι κλίμα!...Oταν έγραφα το τελευταίο μου βιβλίο, «Tα πράγματα που ζουν απ’ τον χαμό», άκουγα ασταμάτητα το σάουντρακ της ταινίας 2046.

Ποια θεωρείτε σημαντικότερη εποχή; Tο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον; Kαι η νοσταλγία από πού έρχεται; Aπ’ ό,τι χάσαμε ή απ’ αυτό που ψάχνουμε να βρούμε; Την αναγνωρίζουμε ή τη διαισθανόμαστε;
Σίγουρα το παρόν μόνο υπάρχει. Eπειδή ακριβώς περιέχει απ’ όλα. Πάντα από όλα: Παρελθόν και μέλλον. Eίναι ενιαίος ο χρόνος μας, επειδή ακριβώς ποθεί να βγει στο άχρονο. Eκεί που αιώνια εκβάλλουν όλα. H νοσταλγία προέρχεται απ’ όσα δεν χάσαμε. Tίποτα αληθινό δεν χάνεται. Πάντα το διαισθανόμουν αυτό αλλά εντέλει μού επιβεβαιώθηκε όταν πέθαναν κάποιοι πολύ αγαπημένοι μου.

Πηγή: Εικόνες

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Βασιλομάνα τς΄ερωθιάς


Σε μια αφήγηση μαντινάδων ο Γιώργης Σαρρής και η Μαρία Καλογεράκη αφηγούνται αντικριστές μαντινάδες πάνω σε Κρητική Μουσική από τους Άξεγνιους Περάτες, Μανώλη Μουλακάκη, Κώστα Καλλέργη, Δημήτρη Κουνάλη.
Ένα πρωτότυπο έργο και γνήσια Κρητικό έρχεται να επισφραγίσει την μεγάλη παράδοση της μαντινάδας που υπάρχει ζωντανή εδώ και αιώνες στη Κρήτη. Μαντινάδες που καλύπτουν και προτείνουν σε όλη την απλή και καθημερινή ζωή που είναι σημαντική και καθοριστική για την εξέλιξη της ανθρωπότητας και της οικονομίας που ζούμε.

Η Μαρία Καλογεράκη γεννήθηκε στο Ορθούνι του Δήμου Μουσούρων, στην καρδιά του Ριζίτικου.
Ο πατέρας της Γιώργης Καλογεράκης ή Τεκλίφης όπως τον έλεγαν που σημαίνει μεράκλης ήταν το αηδόνι του ριζίτικου και της μαντινάδας.

«…Θυμάμαι στο σπίτι μας που πάντα η πόρτα ήταν ανοιχτή και φιλοξενούσε κόσμο. Στο φιλόξενο αυτό σπίτι οι χαρές και οι λύπες μας πάντα συνοδευόταν από στίχους ανάλογους με την περίσταση. Μαντινάδες, ριζίτικα, μοιρολόγια, όλα με τραγούδια.

Ο παππούς μου Μανώλης Πεντάρης έπαιζε λαγούτο και κάποτε σ΄ένα γάμο σήκωσαν και τη γιαγιά μου που είχε μάθει από αυτόν και έπαιζε και κείνη λαγούτο. Από πολύ μικρή έμαθα τους σκοπούς του Γιώργη Κουτσουρέλη που τους σιγοτραγουδούσε η γιαγιά μου κάνοντας τις δουλειές της.

Η μητέρα μου Ειρήνη Καλογεράκη από τα τέσσερα μου χρόνια μου μάθαινε τους Κρητικούς χορούς και χορεύαμε χωρίς μουσική στο σπίτι μας.

Πολλές φορές σε Κρητικά γλέντια μέχρι να σηκωθεί ο πατέρας μου να χορέψει έβλεπα την μητέρα μου να χορεύει με τα πόδια της κάτω από το τραπέζι. Με την πρώτη κοντυλιά γύριζε και με κοίταζε και γελούσαν και τα μάτια της που θα χόρευε σε λίγο. Έβγαζε φτερά η έκφραση της.

Ποτέ δε μου μίλησαν για την αξία της Κρητικής μαντινάδας και του ριζίτικου ή της μουσικής μας. Όμως αυτή την αξία την εισέπραττα από τον τρόπο που την εκφράζανε και από τον τρόπο που ζούσαν.
Στην γειτονιά που έμεινα αργότερα στο Λαγγό Ορθουνίου στα πεντακόσια μέτρα έμενε ένας γέροντας που με τα χρόνια είχε τυφλωθεί από καταρράκτη.

Τότε δεν εγχειρίζονταν οι άνθρωποι. Ιωάννης Στρατινάκης λεγόταν. Αυτός λοιπόν ο γέροντας γνώριζε όλο τον Ερωτόκριτο απέξω. Μια μέρα που πήγα σπίτι του τον είδα να προσπαθεί να φάει το φαγητό του. Πλησίασα και άρχισα να τον ταΐζω. Εκείνος για να με ευχαριστήσει μου έλεγε τον Ερωτόκριτο. Έτσι κάθε μέρα μου έλεγε στίχους όση ώρα διαρκούσε το φαγητό.

Κι εγώ φυσικά καθυστερούσα να τον ταΐζω για να ακούω περισσότερους στίχους. Κάποια στιγμή όμως πέθανε και δεν πρόλαβε να μου τον ολοκληρώσει…Φανταστείτε ότι κάθε φορά που πιάνω τον Ερωτόκριτο πάντα θυμάμαι τον γέροντα αυτό.

Την γνήσια Κρητικιά γλώσσα την έμαθα από την γιαγιά μου που στάθηκε σταθμός στη ζωή μου για ότι έκανα και κάνω. Η γιαγιά αυτή κεντούσε, ύφαινε, έπλεκε, ξέραινε σύκα, έφτιαχνε μούστο και μουσταλευριά, έφτιαχνε χόντρο, σαπούνι στην αυλή του σπιτιού μας, έραβε ρούχα, έφτιαχνε παπούτσια, φύτευε κήπους, λουλούδια, μεγάλωνε ζώα, έβρισκε χόρτα και όταν με έπαιρνε μαζί της μου έδειχνε τα πουλιά που κελαηδούσαν και μου περίγραφε τα χαρακτηριστικά τους και μου έλεγε τα ονόματα τους, όπως και πότε ερχόταν και πότε έφευγαν από τον τόπο που ζούσαμε.

Αυτά και πολλά άλλα ζούσα δίπλα σ΄αυτούς τους ανθρώπους που δεν ήξεραν πολλά γράμματα αλλά γνώριζαν τα πάντα στην καθημερινή ζωή και ήξεραν τι θα πει ζωή.

Όλα αυτά ζούσαν μαζί με μένα όλα αυτά τα χρόνια. Ποτέ δεν τα ξέχασα και πατούσα πάνω σ΄αυτά σε κάθε περπάτημα μου. Έτσι έφτασα σ΄αυτόν το δίσκο σήμερα και φυσικά και χρόνια πριν, όταν η μαντινάδα είχε παραγκωνιστεί από πολλούς, που έγραψα το πρώτο μου βιβλίο με μαντινάδες με τον τίτλο «χθες και σήμερα με μια μαντινάδα».

Σε μια εποχή που δεν υπήρχαν ούτε εκπομπές στην τηλεόραση, ούτε βιβλία για την Κρητική παράδοση παρά ελάχιστα το επιχείρησα τότε …»

Πηγή: Περιοδικό Πυξίδα

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2009

Δεν ήταν νησί...


Βουνά είναι που τυχαίνει να βρέχονται γύρω γύρω από θάλασσα. Το ότι δεν είναι νησί φαίνεται καθαρά στις παραδόσεις του τόπου που καμία δεν έχει να κάνει με θάλασσα. Παρά τις νησιώτικες βράκες, μέχρι πριν λίγα χρόνια που γίναμε νεόπλουτοι, τη θάλασσα τη βλέπαμε με φόβο.
Μα πως έγινε αυτό; Εμείς, απόγονοι των θαλασσοπόρων Μινωϊτών, πολίτες θαλασσινής χώρας με παράδοση στη ναυτιλία και άλλα τέτοια αφηγήματα του συλλογικού μας φαντασιακού, πως και δεν έχουμε σχέση με τη θάλασσα;
Οι πρώτοι προπαππούδες μας που πάτησαν το νησί (μάλλον από τη μέση ανατολή, άγνωστο αν από πίεση αναζήτησης φαγητού ή τυχαία) πιθανώς βρήκαν άφθονα ήμερα ζώα για κυνήγι και περιορισμένη βλάστηση από τα τόσα φυτοφάγα που κυριαρχούσαν στο νησί χωρίς φυσικούς θηρευτές.
Σίγουρα για πολλά χρόνια δεν είχαν την ανάγκη να εκμεταλλευτούν τη θάλασσα είτε ως πόρο είτε για συγκοινωνία. Η κατάσταση θα έμοιαζε παραδεισένια. Άφθονη τροφή, ήπιο κλίμα, εκατοντάδες φυσικά καταφύγια, και κανείς να τους ανταγωνιστεί για αυτά. Ήταν αυτοί οι πρόγονοι των Μινωϊτών ή υπήρξε δεύτερο κύμα εποίκησης από αυτόν τον γνήσια θαλασσινό λαό; Οι ενδείξεις υποστηρίζουν τη δεύτερη υπόθεση αλλά δεν είναι ακόμη βέβαιο. Η τροφή μπορεί να είχε λιγοστέψει από το εντατικό κυνήγι προκαλώντας την αύξηση της βλάστησης. Οι Μινωίτες εκμεταλλεύτηκαν αυτόν τον πόρο για να μπορούν να αναπτύξουν την κυριαρχία τους στη θάλασσα. Κοινό χαρακτηριστικό των δύο εκτός από το κλίμα ήταν η σε μεγάλο βαθμό έλλειψη ανταγωνισμού.
Όπως συμβαίνει και στη φύση όταν για οποιοδήποτε λόγο έρθει ένα είδος με ακονισμένη την ικανότητα ανταγωνισμού αυτό γίνεται κυρίαρχο. Για παράδειγμα τα είδη που έρχονται από την ερυθρά θάλασσα (μέσω του Σουεζ), μια περιοχή έντονου ανταγωνισμού, κυριαρχούν στα λιγότερο μαθημένα μεσογειακά.
Οι από την Ελλάδα ορμώμενοι κατακτητές ψημένοι στις μάχες σάρωσαν ότι είχε απομείνει από τους Μινωίτες. Από τότε και μετά ή θάλασσα άλλαξε ρόλο για το νησί και από ασφαλής μόνωση έγινε ο δρόμος από τον οποίο ερχόταν ο επόμενος κατακτητής. Και αυτοί ήταν ουκ ολίγοι.
Στα υπόλοιπα νησιά η ναυτοσύνη διατηρήθηκε θέλοντας και μη. Δεν υπήρχε άλλος πόρος προς εκμετάλλευση. Πλήρωσαν όμως και το σχετικό τίμημα. Μόνο από την άλωση της Πόλης και μετά, η Σαντορίνη π.χ. άδειασε από ανθρώπους τρεις φορές εξ αιτίας των πειρατών. Οι τελευταίοι εξάλλου ήταν πολύ συχνά νησιώτες όπως οι διαβόητοι αδελφοί Μπαρμπαρόσα από τη Λέσβο.
Στην Κρήτη όμως υπήρχε και άλλη διέξοδος. Τα βουνά. Μέρος του τοπικού πληθυσμού απέφευγε τον κάθε φορά κατακτητή βγάζοντας με χίλια ζόρια το ψωμί του από τα, οικονομικώς ασύμφορα για τους κατακτητές, βουνά. Έμεινε λοιπόν το Μινωικό δαιμόνιο (γονίδιο θα το λέγαμε σήμερα) του θαλασσοπόρου βαθιά θαμμένο κάτω από στρώσεις «βουνού» και των άλλων λαών που διαφέντεψαν. Σπανίως ξετρύπωνε παρασέρνοντας άγνωστο πόσους ανώνυμους στην πειρατεία και σε άλλους δρόμους της θάλασσας. Στη μουσική παράδοση έχουν μείνει λίγα δείγματα: από τα πιο γνωστά ο Τζέγκας με το αρμενάκι του. Δεν χάθηκε όμως, όπως τίποτα δεν χάνεται οριστικά παρά αφήνει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τα σημάδια του. Στο μοναδικό μπαξέ που συμπήχθηκε στους Κρητικούς του σήμερα έχει απ’ όλα.
Αυτό που είναι όμως εντυπωσιακό είναι ότι αυτό που διατηρήθηκε και διατηρείται ζωντανό και παλλόμενο είναι η αγάπη που εμπνέει αυτός ο τόπος. Μέσα στο βούρκο της γλυκερής ζωής του νεόπλουτου υπάρχει ένα κλωστιδάκι γάργαρο νερό πολιτισμού που κρατά αντισκάρι. Είναι το βουνό που δύσκολα σκαρφαλώνει ο πολιτιστικός οδοστρωτήρας της Δύσης και οι ντόπιοι ρουφιάνοι του που μιλάνε για «ανάπτυξη» και φυλετικές καθαρότητες. Φαίνεται εξάλλου και στη χωροταξία της ανάπτυξης: Τα παράλια αλώθηκαν εύκολα και γρήγορα. Ή ανάποδα: οι επισκέπτες που δεν έρχονται για να καταναλώσουν το πρότυπο «ήλιος, θάλασσα, σεξ, αλκοόλ και ξενυχτάδικα» αναζητούν την Κρήτη στα βουνά.
Είναι ο πολιτισμός που αγαπά τη ζωή, που καλοδέχεται τον ξένο, που αγαπά τη θάλασσα για το καινούργιο που θα φέρει, αυτός που λέει ότι έχω ταυτότητα όσο υπάρχουν οι άλλοι και όχι να εξαφανιστούν οι άλλοι για να σώσω την ταυτότητά μου, πολιτισμός χωρίς φόβο. Το τελευταίο, όμως ήταν το ουσιαστικότερο χαρακτηριστικό των νησιωτικών πολιτισμών (ιδέα που άκουσα και υιοθετώ από τον Μ Μυλωνά). Πιθανότατα λοιπόν ο σημερινός πολιτισμός, παρόλο που φαίνεται βουνίσιος να είναι όντως στην καρδιά νησιώτης που έχει μάθει στα δύσκολα να καταφεύγει στα βουνά.

Χαινεύει τώρα εκεί πάνω μέχρι να έρθουν καλύτερες μέρες...

Γράφει ο Πέτρος Λυμπεράκης

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2009

Ετούτοσες είναι ο Αστερικάκης


...ο φιλιότσος του Μιχάλη Πατεράκη.
Κοπιάσαμε στην Ιεράπετρα να τον εγνωρίσουμε, μια ολιά πέτσαρος, μα σαφί κεφάτος και αγαπητερός, ο Κρητικός ήρωας του αγαπημένου κόμικς, λαλεί τσι Κρήτης τσι ντοπιολαλιές, σε καιρούς και ζαμάνια όπου οι σύντεκνοι λαλούν Greekenglish.
(Ελεύθερη μετάφραση):Αστερικάκης, η Κρητική εκδοχή του Γαλάτη ήρωα Αστερίξ. Ανάδοχος στην «μεταγλώττιση» ο καθηγητής Μιχάλης Πατεράκης, με τον οποίο σμίξαμε στην Ιεράπετρα για να γνωρίσουμε καλύτερα τον Κρητικό ήρωα που αντιστέκεται στην εξαφάνιση των γλωσσικών ιδιωμάτων και της ντόπιας κουλτούρας με το πρόσχημα της παγκοσμιοποίησης...

Πηγή: Περιοδικό ΣΤΙΓΜΕΣ