Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

«Ο χρόνος έχει πρόσωπο γυναίκας»


Τα βιβλία αυτοσυστήνονται. Ο συγγραφέας είναι ο επαρκέστερος πληρεξούσιος ανάμεσα στο έργο του και στον αναγνώστη. Οι λέξεις και τα πράγματα του συγγραφέα συναντούν τις λέξεις και τα πράγματα του ήρωα ή του αφηγητή.
Βιβλία πριν αρχίσουμε να τα φυλλομετράμε.

Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα

μυθιστόρημα

εκδόσεις Καστανιώτη

Ένα ανώνυμο ποίημα της αναγεννησιακής Κρήτης με τίτλο «Παλαιά και Νέα Διαθήκη», γραμμένο, μάλλον, στον Χάνδακα (Ηράκλειο), αλλά πρωτοδημοσιευμένο το 2004 στη Βενετία από το εκεί Ελληνικό Ινστιτούτο, συσχετίζει μέσα σε μερικές δεκάδες στίχους τη μοίρα του τραγικού Οιδίποδα με τον Ιούδα τον Ισκαριώτη.
Στο «Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα» επιχείρησα να συνδυάσω τον παραπάνω μύθο, που ο απόηχός του φτάνει μέχρι σήμερα, με γεγονότα τα οποία διαδραματίζονται με αφορμή το πασχαλινό κάψιμο του Ιούδα, την άνοιξη του 2000 στο «άβατον» ενός απομονωμένου ορεινού χωριού της Κρήτης, όταν έρχεται να εργαστεί εκεί μια νεαρή ελληνοεβραία δασκάλα. Τα δραματικά γεγονότα ωθούν επίσης τη δασκάλα να αναζητήσει τις ρίζες τής, μετά την Κατοχή, αποσιωπημένης οικογενειακής της ιστορίας.

Το βιβλίο ρέει σε δύο παράλληλες κοίτες, που ενώνονται μέσα στο μεγάλο μυθιστορηματικό ποτάμι. Από τη μια, δηλαδή, μεριά αναπτύσσεται ο μύθος που αποδίδει στον Ιούδα τα αρχετυπικά «αμαρτήματα» του Οιδίποδα, ανάγοντάς τον έτσι στο σύμβολο του απόλυτου, του διαχρονικού, αλλά και του διαπολιτισμικού κακού.

Από την άλλη, επιχειρείται η ανατομία μιας κλειστής, ανδροκρατούμενης, ορεινής κοινωνίας στη σημερινή Κρήτη. Εκεί όπου νόμος και παρανομία, η παραδοσιακή λιτή ζωή μαζί με την επίδειξη του σημερινού ανυπολόγιστου «μαύρου» χρήματος, οι πιο προοδευτικές αλλά και οι πιο σκοταδιστικές - έως και ρατσιστικές αντιλήψεις, η σιωπή των τοπικών Αρχών και η αποδοχή της συγκάλυψης από την κοινότητα συνθέτουν μιαν ιδιαίτερη τοπική ισορροπία και κινούν τα νήματα ζωής και θανάτου. Εκεί όπου τα ανερμήνευτα για τους τρίτους προβλήματα της οπλοκατοχής και της οπλοχρησίας, της ύπαρξης προστατών και της απουσίας του κράτους αφορούν σε αθώους και ενόχους, ενώνοντάς τους όμως όλους σε μιαν ιδιότυπη συμπεριφορά και στάση. Με ενδιέφερε ο εντοπισμός των κάθε λογής νημάτων, που είτε συνδέουν την παλιά με τη σύγχρονη ορεινή Κρήτη είτε έχουν πια κοπεί έχοντας συχνά μετατρέψει σε μαϊμουδισμό τις αλλοτινές αξίες.

Η αφήγηση εστιάζεται κυρίως στα γυναικεία πρόσωπα του μυθιστορήματος: τη μυθική Κιμπουρέα, μάνα και γυναίκα του Ιούδα· την αθηναία ελληνοεβραία δασκάλα· την ηλικιωμένη σπιτονοικοκυρά της η οποία αναγκάζεται να αναλάβει χρέη άντρα, και τη φιλενάδα της, μια γυναίκα που πλέκει και φτιάχνει μαντινάδες. Μέσα από τις κρυφές κι εύθραυστες ισορροπίες του τόπου, αυτές οι γυναίκες συνομίλησαν με τους ίσκιους των νεκρών, αυτές ανυψώθηκαν κάποια στιγμή σε ιέρειες, αυτές δέθηκαν μοιραία και στενά με τις ισχυρές αντρικές φυσιογνωμίες του μυθιστορήματος: τον Ιούδα και τον πατέρα του Ρουμπέμ, τον αγροτοποιμένα Πέτρο, τον δήμαρχο, τον δάσκαλο Χάρακα, τον Αδικημένο.

Αλλωστε, το βιβλίο καταλήγει με τη διαπίστωση ότι «Ο χρόνος έχει πρόσωπο γυναίκας».

Tης Ρέας Γαλανάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια: