Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2009

Δεν ήταν νησί...


Βουνά είναι που τυχαίνει να βρέχονται γύρω γύρω από θάλασσα. Το ότι δεν είναι νησί φαίνεται καθαρά στις παραδόσεις του τόπου που καμία δεν έχει να κάνει με θάλασσα. Παρά τις νησιώτικες βράκες, μέχρι πριν λίγα χρόνια που γίναμε νεόπλουτοι, τη θάλασσα τη βλέπαμε με φόβο.
Μα πως έγινε αυτό; Εμείς, απόγονοι των θαλασσοπόρων Μινωϊτών, πολίτες θαλασσινής χώρας με παράδοση στη ναυτιλία και άλλα τέτοια αφηγήματα του συλλογικού μας φαντασιακού, πως και δεν έχουμε σχέση με τη θάλασσα;
Οι πρώτοι προπαππούδες μας που πάτησαν το νησί (μάλλον από τη μέση ανατολή, άγνωστο αν από πίεση αναζήτησης φαγητού ή τυχαία) πιθανώς βρήκαν άφθονα ήμερα ζώα για κυνήγι και περιορισμένη βλάστηση από τα τόσα φυτοφάγα που κυριαρχούσαν στο νησί χωρίς φυσικούς θηρευτές.
Σίγουρα για πολλά χρόνια δεν είχαν την ανάγκη να εκμεταλλευτούν τη θάλασσα είτε ως πόρο είτε για συγκοινωνία. Η κατάσταση θα έμοιαζε παραδεισένια. Άφθονη τροφή, ήπιο κλίμα, εκατοντάδες φυσικά καταφύγια, και κανείς να τους ανταγωνιστεί για αυτά. Ήταν αυτοί οι πρόγονοι των Μινωϊτών ή υπήρξε δεύτερο κύμα εποίκησης από αυτόν τον γνήσια θαλασσινό λαό; Οι ενδείξεις υποστηρίζουν τη δεύτερη υπόθεση αλλά δεν είναι ακόμη βέβαιο. Η τροφή μπορεί να είχε λιγοστέψει από το εντατικό κυνήγι προκαλώντας την αύξηση της βλάστησης. Οι Μινωίτες εκμεταλλεύτηκαν αυτόν τον πόρο για να μπορούν να αναπτύξουν την κυριαρχία τους στη θάλασσα. Κοινό χαρακτηριστικό των δύο εκτός από το κλίμα ήταν η σε μεγάλο βαθμό έλλειψη ανταγωνισμού.
Όπως συμβαίνει και στη φύση όταν για οποιοδήποτε λόγο έρθει ένα είδος με ακονισμένη την ικανότητα ανταγωνισμού αυτό γίνεται κυρίαρχο. Για παράδειγμα τα είδη που έρχονται από την ερυθρά θάλασσα (μέσω του Σουεζ), μια περιοχή έντονου ανταγωνισμού, κυριαρχούν στα λιγότερο μαθημένα μεσογειακά.
Οι από την Ελλάδα ορμώμενοι κατακτητές ψημένοι στις μάχες σάρωσαν ότι είχε απομείνει από τους Μινωίτες. Από τότε και μετά ή θάλασσα άλλαξε ρόλο για το νησί και από ασφαλής μόνωση έγινε ο δρόμος από τον οποίο ερχόταν ο επόμενος κατακτητής. Και αυτοί ήταν ουκ ολίγοι.
Στα υπόλοιπα νησιά η ναυτοσύνη διατηρήθηκε θέλοντας και μη. Δεν υπήρχε άλλος πόρος προς εκμετάλλευση. Πλήρωσαν όμως και το σχετικό τίμημα. Μόνο από την άλωση της Πόλης και μετά, η Σαντορίνη π.χ. άδειασε από ανθρώπους τρεις φορές εξ αιτίας των πειρατών. Οι τελευταίοι εξάλλου ήταν πολύ συχνά νησιώτες όπως οι διαβόητοι αδελφοί Μπαρμπαρόσα από τη Λέσβο.
Στην Κρήτη όμως υπήρχε και άλλη διέξοδος. Τα βουνά. Μέρος του τοπικού πληθυσμού απέφευγε τον κάθε φορά κατακτητή βγάζοντας με χίλια ζόρια το ψωμί του από τα, οικονομικώς ασύμφορα για τους κατακτητές, βουνά. Έμεινε λοιπόν το Μινωικό δαιμόνιο (γονίδιο θα το λέγαμε σήμερα) του θαλασσοπόρου βαθιά θαμμένο κάτω από στρώσεις «βουνού» και των άλλων λαών που διαφέντεψαν. Σπανίως ξετρύπωνε παρασέρνοντας άγνωστο πόσους ανώνυμους στην πειρατεία και σε άλλους δρόμους της θάλασσας. Στη μουσική παράδοση έχουν μείνει λίγα δείγματα: από τα πιο γνωστά ο Τζέγκας με το αρμενάκι του. Δεν χάθηκε όμως, όπως τίποτα δεν χάνεται οριστικά παρά αφήνει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τα σημάδια του. Στο μοναδικό μπαξέ που συμπήχθηκε στους Κρητικούς του σήμερα έχει απ’ όλα.
Αυτό που είναι όμως εντυπωσιακό είναι ότι αυτό που διατηρήθηκε και διατηρείται ζωντανό και παλλόμενο είναι η αγάπη που εμπνέει αυτός ο τόπος. Μέσα στο βούρκο της γλυκερής ζωής του νεόπλουτου υπάρχει ένα κλωστιδάκι γάργαρο νερό πολιτισμού που κρατά αντισκάρι. Είναι το βουνό που δύσκολα σκαρφαλώνει ο πολιτιστικός οδοστρωτήρας της Δύσης και οι ντόπιοι ρουφιάνοι του που μιλάνε για «ανάπτυξη» και φυλετικές καθαρότητες. Φαίνεται εξάλλου και στη χωροταξία της ανάπτυξης: Τα παράλια αλώθηκαν εύκολα και γρήγορα. Ή ανάποδα: οι επισκέπτες που δεν έρχονται για να καταναλώσουν το πρότυπο «ήλιος, θάλασσα, σεξ, αλκοόλ και ξενυχτάδικα» αναζητούν την Κρήτη στα βουνά.
Είναι ο πολιτισμός που αγαπά τη ζωή, που καλοδέχεται τον ξένο, που αγαπά τη θάλασσα για το καινούργιο που θα φέρει, αυτός που λέει ότι έχω ταυτότητα όσο υπάρχουν οι άλλοι και όχι να εξαφανιστούν οι άλλοι για να σώσω την ταυτότητά μου, πολιτισμός χωρίς φόβο. Το τελευταίο, όμως ήταν το ουσιαστικότερο χαρακτηριστικό των νησιωτικών πολιτισμών (ιδέα που άκουσα και υιοθετώ από τον Μ Μυλωνά). Πιθανότατα λοιπόν ο σημερινός πολιτισμός, παρόλο που φαίνεται βουνίσιος να είναι όντως στην καρδιά νησιώτης που έχει μάθει στα δύσκολα να καταφεύγει στα βουνά.

Χαινεύει τώρα εκεί πάνω μέχρι να έρθουν καλύτερες μέρες...

Γράφει ο Πέτρος Λυμπεράκης

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Τι είναι αυτό το μέρος όπου υπάρχουν κωνοφόρα και φυτά φίκου η μανόλιες {φωτο}
Και να μου πείτε πιο είναι το καλό παιδί που έχει το γιαπράκι

πυθαρακι είπε...

Aνώνυμε μάλλον δεν έχεις περπατήσει ψηλά στα βουνά της Κρήτης και σίγουρα δεν είσαι μελισσοκόμος.Γιατί τότε θα ήξερες ότι ψηλά στα βουνά του νησιού (βλ. Λευκά όρη), βγαίνει ένα μέλι που συνδυάζει όλα τα ευεργετικά συστατικά θυμαριού, βοτάνων και κωνοφόρων δένδρων. Θυμαρίσιο λέγεται.
Στα μεγάλα εκείνα υψόμετρα, ανθίζουν αρωματικά φυτά και βότανα και ιδιαίτερα το θυμάρι που δίνει τα μοναδικά χαρακτηριστικά του στο Κρητικό μέλι. Όσο για τα λουλούδια που βλέπεις δεν είναι ούτε φίκοι ούτε μανόλιες.Αυτά έχουν σκληρό κορμό και εκεί που το κλίμα είναι ζεστό θα γινόταν θεόρατα δέντρα.Αγριολούλουδα είναι,τα πιο γνωστά.Μαργαρίτες ονομάζονται.
Ξέρεις... εκείνα που μαδάμε και σιγομουρμουρίζουμε,"Μ΄αγαπά,δεν μ' αγαπά...".
Αυτά για την φωτογραφία.Όσο για το καλό παιδί που έχει το Γιαπράκι,λέγεται Μιχάλης και είναι εξαιρετικό παιδί.Άλλη απορία;

YΓ. Και φόρα το ονοματάκι σου σε παρακαλώ γιατί οι ανώνυμοι με φουντώνουν...