Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

Βασιλομάνα τς΄ερωθιάς


Σε μια αφήγηση μαντινάδων ο Γιώργης Σαρρής και η Μαρία Καλογεράκη αφηγούνται αντικριστές μαντινάδες πάνω σε Κρητική Μουσική από τους Άξεγνιους Περάτες, Μανώλη Μουλακάκη, Κώστα Καλλέργη, Δημήτρη Κουνάλη.
Ένα πρωτότυπο έργο και γνήσια Κρητικό έρχεται να επισφραγίσει την μεγάλη παράδοση της μαντινάδας που υπάρχει ζωντανή εδώ και αιώνες στη Κρήτη. Μαντινάδες που καλύπτουν και προτείνουν σε όλη την απλή και καθημερινή ζωή που είναι σημαντική και καθοριστική για την εξέλιξη της ανθρωπότητας και της οικονομίας που ζούμε.

Η Μαρία Καλογεράκη γεννήθηκε στο Ορθούνι του Δήμου Μουσούρων, στην καρδιά του Ριζίτικου.
Ο πατέρας της Γιώργης Καλογεράκης ή Τεκλίφης όπως τον έλεγαν που σημαίνει μεράκλης ήταν το αηδόνι του ριζίτικου και της μαντινάδας.

«…Θυμάμαι στο σπίτι μας που πάντα η πόρτα ήταν ανοιχτή και φιλοξενούσε κόσμο. Στο φιλόξενο αυτό σπίτι οι χαρές και οι λύπες μας πάντα συνοδευόταν από στίχους ανάλογους με την περίσταση. Μαντινάδες, ριζίτικα, μοιρολόγια, όλα με τραγούδια.

Ο παππούς μου Μανώλης Πεντάρης έπαιζε λαγούτο και κάποτε σ΄ένα γάμο σήκωσαν και τη γιαγιά μου που είχε μάθει από αυτόν και έπαιζε και κείνη λαγούτο. Από πολύ μικρή έμαθα τους σκοπούς του Γιώργη Κουτσουρέλη που τους σιγοτραγουδούσε η γιαγιά μου κάνοντας τις δουλειές της.

Η μητέρα μου Ειρήνη Καλογεράκη από τα τέσσερα μου χρόνια μου μάθαινε τους Κρητικούς χορούς και χορεύαμε χωρίς μουσική στο σπίτι μας.

Πολλές φορές σε Κρητικά γλέντια μέχρι να σηκωθεί ο πατέρας μου να χορέψει έβλεπα την μητέρα μου να χορεύει με τα πόδια της κάτω από το τραπέζι. Με την πρώτη κοντυλιά γύριζε και με κοίταζε και γελούσαν και τα μάτια της που θα χόρευε σε λίγο. Έβγαζε φτερά η έκφραση της.

Ποτέ δε μου μίλησαν για την αξία της Κρητικής μαντινάδας και του ριζίτικου ή της μουσικής μας. Όμως αυτή την αξία την εισέπραττα από τον τρόπο που την εκφράζανε και από τον τρόπο που ζούσαν.
Στην γειτονιά που έμεινα αργότερα στο Λαγγό Ορθουνίου στα πεντακόσια μέτρα έμενε ένας γέροντας που με τα χρόνια είχε τυφλωθεί από καταρράκτη.

Τότε δεν εγχειρίζονταν οι άνθρωποι. Ιωάννης Στρατινάκης λεγόταν. Αυτός λοιπόν ο γέροντας γνώριζε όλο τον Ερωτόκριτο απέξω. Μια μέρα που πήγα σπίτι του τον είδα να προσπαθεί να φάει το φαγητό του. Πλησίασα και άρχισα να τον ταΐζω. Εκείνος για να με ευχαριστήσει μου έλεγε τον Ερωτόκριτο. Έτσι κάθε μέρα μου έλεγε στίχους όση ώρα διαρκούσε το φαγητό.

Κι εγώ φυσικά καθυστερούσα να τον ταΐζω για να ακούω περισσότερους στίχους. Κάποια στιγμή όμως πέθανε και δεν πρόλαβε να μου τον ολοκληρώσει…Φανταστείτε ότι κάθε φορά που πιάνω τον Ερωτόκριτο πάντα θυμάμαι τον γέροντα αυτό.

Την γνήσια Κρητικιά γλώσσα την έμαθα από την γιαγιά μου που στάθηκε σταθμός στη ζωή μου για ότι έκανα και κάνω. Η γιαγιά αυτή κεντούσε, ύφαινε, έπλεκε, ξέραινε σύκα, έφτιαχνε μούστο και μουσταλευριά, έφτιαχνε χόντρο, σαπούνι στην αυλή του σπιτιού μας, έραβε ρούχα, έφτιαχνε παπούτσια, φύτευε κήπους, λουλούδια, μεγάλωνε ζώα, έβρισκε χόρτα και όταν με έπαιρνε μαζί της μου έδειχνε τα πουλιά που κελαηδούσαν και μου περίγραφε τα χαρακτηριστικά τους και μου έλεγε τα ονόματα τους, όπως και πότε ερχόταν και πότε έφευγαν από τον τόπο που ζούσαμε.

Αυτά και πολλά άλλα ζούσα δίπλα σ΄αυτούς τους ανθρώπους που δεν ήξεραν πολλά γράμματα αλλά γνώριζαν τα πάντα στην καθημερινή ζωή και ήξεραν τι θα πει ζωή.

Όλα αυτά ζούσαν μαζί με μένα όλα αυτά τα χρόνια. Ποτέ δεν τα ξέχασα και πατούσα πάνω σ΄αυτά σε κάθε περπάτημα μου. Έτσι έφτασα σ΄αυτόν το δίσκο σήμερα και φυσικά και χρόνια πριν, όταν η μαντινάδα είχε παραγκωνιστεί από πολλούς, που έγραψα το πρώτο μου βιβλίο με μαντινάδες με τον τίτλο «χθες και σήμερα με μια μαντινάδα».

Σε μια εποχή που δεν υπήρχαν ούτε εκπομπές στην τηλεόραση, ούτε βιβλία για την Κρητική παράδοση παρά ελάχιστα το επιχείρησα τότε …»

Πηγή: Περιοδικό Πυξίδα

Δεν υπάρχουν σχόλια: