Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Ξεμπλέκοντας τα δίχτυα...



Που στην καληώρα είναι η ..άκρη;

ΚΙΣΑΜΟΣ 2010

Να'χεν η θάλασσα βουνά
κι άγρια μονοπάθια
να πάρω ενα και να'ρθώ
μάθια γλυκά μου μάθια

Θάλασσα απ'ολα τα νερά
και τα ποτάμια πίνεις
κι απ' τα δικά μου δάκρυα
πλατύτερη να γίνεις(Ψαραντώνης)

Ω,την παντέρμη θάλασσα
αμοναχή φουσκώνει
αμοναχή λυσσομανεί
και μόνη χαμηλώνει

Γιάννης Αγγελάκας

Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Το σαλιγκάρι και ο σκαντζόχοιρος

Διλήμματα του φαγητού και του έρωτα...

Ας μιλήσουμε για φαγητό… Σε πολλά μέρη της Πελοποννήσου (ίσως και αλλού, δεν το ξέρω) τρώνε τα σκαντζοχοιράκια. Τα θεωρούν μάλιστα εξαιρετικό μεζέ. Δεν έτυχε ποτέ να βρεθώ καλεσμένος σε τραπέζι με τέτοιο έδεσμα, αλλά και να μου τύχαινε δεν θα το έβαζα στο στόμα μου. Θα σιχαινόμουν. Όπως μάθει κανείς. Στην Κρήτη, τους σκαντζόχοιρους δεν τους πειράζουμε. Και φυσικά, δεν τους τρώμε. Θεωρούνται φιλικά ζωάκια που από τη φύση τους βρίσκονται πολύ κοντά στους ανθρώπους.



Ας μιλήσουμε και για σεξ. Γιατί δεν τρώμε τους σκαντζόχοιρους; Διότι είναι τα μόνα ζώα που κάνουν έρωτα ακριβώς όπως οι άνθρωποι. Επειδή έχουν τ’ αγκάθια στην πλάτη και ελεύθερη είναι μόνο η κοιλιά τους, η κοπέλα ξαπλώνει ανάσκελα και το αγόρι μπρούμυτα από πάνω της. Κάνουν την επονομαζόμενη (στον κόσμο των δίποδων) «στάση των παντρεμένων». Και επειδή κανένα άλλο ζώο δεν ζευγαρώνει μ’ αυτό τον τρόπο ενώ αντιθέτως οι άνθρωποι το κάνουν κατά κόρον, η Κρητική μυθοπλασία (βουτηγμένη στον ιδιόρρυθμο ερωτισμό της) τοποθέτησε το χαριτωμένο σκαντζοχοιράκι κοντύτερα στον άνθρωπο από οποιοδήποτε άλλο τετράποδο.

Πάμε πίσω στο φαγητό. Εμείς στην Κρήτη τρελαινόμαστε για σαλιγκάρια. Δεν τα θεωρούμε μεζεδάκι που τρώμε καμιά φορά, αν τύχει… Είναι μέσα στον κορμό της διατροφής μας. Γι’ αυτό και ξεχυνόμαστε μαζικά στα χωράφια για να τα μαζέψουμε, όταν ξεπροβάλουν από τις τρύπες τους. Οι χοχλιοί «βγαίνουν» και περιδιαβαίνουν δυο φορές τον χρόνο. Στα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου για να φάνε και στα μέσα Μαρτίου για να αναπαραχθούν. Τον Οκτώβρη βοσκάνε, τον Μάρτη κάνουν έρωτα. Τότε βγαίνουμε κι εμείς με τα καλάθια και τους ρημάζουμε. Την άλλη μέρα είναι στο τσουκάλι μας.

Ας ξαναπάμε στο σεξ. Το ταπεινό σαλιγκάρι θεωρείται ο πιο προωθημένος ερωτικά οργανισμός του πλανήτη. Γιατί; Το σαλιγκάρι είναι ερμαφρόδιτο, έχει δηλαδή πάνω του θηλυκό και αρσενικό μέρος, ολοκληρωμένα και τα δύο. Όμως δεν αυτογονιμοποιείται, όπως άλλα ερμαφρόδιτα. Για να υπάρξει ερωτική πράξη χρειάζονται δύο σαλιγκάρια. Ενώνονται με τον ακόλουθο πρωτοφανή τρόπο: Το αρσενικό μέρος του ενός γονιμοποιεί το θηλυκό μέρος του άλλου, ενώ την ίδια στιγμή του αρσενικό μέρος του άλλου γονιμοποιεί το θηλυκό μέρος του ενός. Ασύλληπτο για τα πεπερασμένα όρια της ανθρώπινης ερωτικής εμπειρίας. Όμως, αυτή η άκρως ενδιαφέρουσα και πολύπλοκη ένωση, δεν μπορεί να γίνει μέσα στον ελάχιστο χώρο που κουρνιάζουν. Πρέπει να βγουν έξω, όπου είναι εκτεθειμένα στους αδηφάγους σαλιγκαροφάγους.

Τα σκαντζοχοιράκια λοιπόν διαθέτουν έναν μόνο τρόπο να κάνουν έρωτα. Τον πιο βαρετό. Αλλά αυτός τα σώζει. Τα σαλιγκαράκια από την άλλη, έχουν τη δυνατότητα να βιώσουν την ύψιστη ηδονή, μόνο που αυτή τα εκθέτει σε μέγιστο κίνδυνο. Βέβαια, ούτε οι σκαντζόχοιροι ούτε οι χοχλιοί γνωρίζουν αυτή τη διάσταση του ζητήματος. Κάνουν ότι τους υπαγορεύει η φύση τους. Πλην οι άνθρωποι, διαθέτουν το προνόμιο (και την κατάρα) να σκέφτονται, να φαντάζονται, να επιλέγουν.

Οπότε έρχομαι να θέσω το απλό ερώτημα ή δίλημμα:

Εσείς σκεπτόμενοι ευφάνταστοι αναγνώστες και αναγνώστριες μου, τι θα επιλέγατε αλήθεια; Να έχετε υπέρ υμών τις πιθανότητες της ηδονής ή τις πιθανότητες της επιβίωσης;

Μην απαντήσετε αμέσως και κυρίως μην απαντήσετε εύκολα αυτό που μοιάζει ηρωικότερο. Βάλτε τα κάτω πρώτα…

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

Τσουπ Τσουπ Χοτέλ



Υπάρχουν λίγα μέρη στην Ευρώπη, όπως η Χερσόνησος στην Κρήτη, όπου κάθε καλοκαίρι τα βορειοευρωπαϊκά οιστρογόνα ξεκινούν έναν βρόμικο πόλεμο με τις μπουνταλάδικες εγχώριες τεστοστερόνες, δημιουργώντας ένα πελώριο εργοστάσιο παραγωγής άτσαλου ερωτισμού.

Μια παραμορφωμένη βλέννα λαγνείας, τεχνητού πάθους και φτηνής καύλας κολλάει κάθε νύχτα στα σοκάκια της Χερσονήσου και υπόσχεται ρεφενέ παρτουζίτσες με ελεύθερη είσοδο στους αφελείς.



Η μυθολογία της παρτούζας, εδώ και δεκαετίες καταδυναστεύει κάθε ανδρικό εγκέφαλο που γεννιέται σε ακτίνα τουλάχιστον 80 χιλιομέτρων από τη Χερσόνησσο, και ανδρώνεται με κάτι φανταστικές μυθοπλασίες για ανείπωτα όργια με Σουηδέζες νεράιδες που ξύνονται, γλείφονται και τρίβονται όλες μαζί τις καλοκαιρινές νύχτες με αποκλειστικό σκοπό να προσφέρουν χαρά στα green Boys της κρητικής υπαίθρου που παρατάνε τους αγρούς και τρέχουν κατά πάνω τους με έντονο πριαπισμό.

Ο Γκόγκος είχε μεγαλώσει με τέτοιες συνταρακτικές ιστορίες. Το χωριό του παππού του, το Πισκοπιανό, βρισκόταν δίπλα στον «κόλυμπο τση μαγαρισάς», όπως χαρακτήριζε η γιαγιά του τη Χερσόνησο, και ο Γκόγκος είχε αποφασίσει από μικρός να εξαντλήσει όποιες πιθανότητες είχε να βιώσει τα ύστερα του κόσμου. Τα ξυσίματα και τα γλειψίματα που άκουγε από πιτσιρικάς του είχαν κάνει το μυαλό σορμπέ, το οποίο και αποφάσισε να βγάλει από το ψυγείο το καλοκαίρι που τελείωσε το Λύκειο και να το σερβίρει σε οποιαδήποτε αλλοδαπή αποφάσιζε να πιάσει πρώτη το κουταλάκι και να κατασπαράξει το ψιλόλιγνο μαυριδερό του κορμί, τα πράσινα μάτια και τη χαίτη των Duran Duran στο πίσω μέρος του κρανίου του.



Το Τσουπ Τσουπ, το μικρό μπαρ του Παραντάιζ Χοτέλ που έπιασε δουλειά αρχές Ιουνίου, ήταν το πρώτο βήμα προς την ερωτική σοκολασία. Οι εποχές τότε ήταν καλές. Τέλη του '80 ο πλανήτης ψαχνόταν ν' απαλλαγεί από τις βάτες της «Δυναστείας» και τις δαντελωτές κιλότες της Αλέξις Κόλμπι. Η μικρή κωμόπολη των 5.000 κατοίκων το καλοκαίρι εικοσαπλασίαζε εύκολα τον πληθυσμό της, κυρίως με αποτριχωμένα μπικίνια σκανδιναβικής κατασκευής, και η προοπτική να βρεθείς ξημερώματα στα πατώματα οποιουδήποτε μπιτς μπαρ χωρίς να προλάβεις καν να βγάλεις το προφυλακτικό από τις κάλτσες σου ήταν πολύ μεγάλη.

Ο Γκόγκος αδημονούσε και η αδημονία του σχημάτιζε πανάδες κάτω απ' τα αυτιά. Δούλευε ήδη μια εβδομάδα ως μπάρμαν σ' ένα στρατηγικής σημασίας μπαρ πάνω στην παραλία και δεν είχε καταφέρει ούτε καν να μυρίσει την καβαλίνα της φοράδας. Τα μάτια του έβλεπαν τα εκτυφλωτικά στράπλες αραδιασμένα στη σειρά και το μυαλό του έκανε τυφλωτικές ξάπλες αρνούμενο να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι έπρεπε να διασπάσει τόνους εξατμισμένου αντηλιακού στην ατμόσφαιρα, να πλησιάσει την πρώτη σεζλόνγκ που έβλεπε και να πει «Hi» σε κάποια αφυδατωμένη πλάτη.



Ντρεπόταν. Για την ακρίβεια δεν ντρεπόταν ακριβώς, απλώς δεν είχε το απαραίτητο θράσος να χωθεί στη βασιλόπιτα με τον τρόπο που επιτάσσουν τα άγρια ένστικτα του Έλληνα κάμακλα. Η ευαισθησία μπορεί να είναι σοβαρό προσόν στον έρωτα, αλλά στο one night stand είναι η απόλυτη τραγωδία. Η φράση «δείξε μου τα βυζιά σου» είναι ένας πυροβολισμός που ακούγεται -και συμβαίνει- μετά από τέσσερα σφηνάκια νοθευμένης τεκίλας και όχι μετά από σινεμά, φαγητό, ελαφριά τζαζ και γαλλικό κρασί.

Ο Γκόγκος περίμενε να βρει πράγματα που δεν υπάρχουν. Όπως ας πούμε μια ευλύγιστη, ευαίσθητη, ευπροσάρμοστη και ευσυνείδητη φυσική ξανθιά 30άρα, η οποία θα τον πάρει απ' το χέρι, θα του απαγγείλει Λόρκα και θα τον βουτήξει σαν ταμπόν βαθιά μέσα στον κόλπο της. Ολόκληρο.

Από την πρώτη εβδομάδα άρχισε να συνειδητοποιεί ότι το σύστημα του τουριστικού έρωτα δεν λειτουργούσε όπως ακριβώς το είχε φανταστεί.



Τη δεύτερη εβδομάδα μόλις και μετά βίας κατάφερνε να καταπολεμήσει την κατάθλιψη από την προηγούμενή του ανακάλυψη και την τρίτη εβδομάδα, αργά το απόγευμα της Δευτέρας, έσκασαν μύτη στο ξενοδοχείο η Γκίζελα, η Σιμόν και η Τζουλιέτα. Με πολλά χαμόγελα και ελάχιστα ρούχα. Τοποθέτησαν έξι εκπληκτικά βυζιά πάνω στην μπάρα του Τσουπ Τσουπ και παράγγειλαν ρουμ σέρβις. Τρεις μαργαρίτες ροδάκινο.

Τη στιγμή που ο Γκόγκος ετοιμαζόταν να πάει τα ποτά στο δωμάτιο, κι ενώ τα έμβολα της λίμπιντο είχαν ήδη ξεκαλουπώσει τις βασικές δομές της λογικής του, εμφανίστηκε από την παραλία ένας πανικόβλητος τουριστικός πράκτορας, ο οποίος σε σπασμένα ελληνικά τον παρακάλεσε να ειδοποιήσει προσωπικά την κυρία Σιμόν Γκούντρουμερ από το 117 να έρθει αμέσως να τον συναντήσει στο μπαρ. Ο αδερφός της είχε δολοφονηθεί άγρια στη Στοκχόλμη και η κυρία έπρεπε να αναχωρήσει άμεσα για την πατρίδα της.

Ο Γκόγκος συνειδητοποίησε ότι το 117 ήταν το δωμάτιο με τις τρεις ολοκαίνουργιες αφίξεις στο οποίο ετοιμαζόταν να πάει τα ποτά κι έτσι σε λιγότερο από 20 δευτερόλεπτα χτυπούσε τρομοκρατημένος την πόρτα με 3 μαργαρίτες στα χέρια και μια τεράστια μαραμένη έκφραση στο πρόσωπο.



Αυτό που αντίκρισε, αρχικά του νέκρωσε τον εγκέφαλο. Διάφορα αυτοκινούμενα πίξελ από μια βρεγμένη, γυμνή πανύψηλη Σουηδέζα μ' ένα τεράστιο χαμόγελο συνέθεσαν ένα φωτεινό σύμπαν στο οπτικό του πεδίο, το οποίο ο Γκόγκος από την πρώτη στιγμή αρνήθηκε ν' αντιμετωπίσει με ρεαλισμό. Έκλεισε τα μάτια και κράτησε την αναπνοή του. Η ψυχή του βούρκωσε από την ιερή συγκίνηση των εραστών της θερινής περιόδου και ταυτόχρονα αισθάνθηκε τον θυρεοειδή του να τεντώνεται σαν χορδή υπερφυσικού τσέλου.

Ενώ στεκόταν σαν τοτέμ στο άνοιγμα της πόρτας, τα αυτοκινούμενα πίξελ τον αγκάλιασαν και χωρίς αναστολές του έσκασαν ένα παιχνιδιάρικο φιλί στο στόμα. Έπειτα τον τράβηξαν προς το βάθος του δωματίου, στο μπάνιο, όπου οι υπόλοιπες 2 νεράιδες των Νιμπελούγκεν τρίβονταν και ξύνονταν αφρισμένες μέσα σ' ένα ονειρικό σύστημα από υδρατμούς.

Όπως ακριβώς στα παιδικά του όνειρα.



Με μια βαθιά μυσταγωγική συστολή σηκώθηκαν και τον αγκάλιασαν όλες μαζί, προσπαθώντας ταυτόχρονα να του βγάλουν την μπλούζα.

- Ποια είναι η Σιμόν; Ψέλισε ξέπνοα ο Γκόγκος περιστοιχισμένος από ένα σύμπλεγμα δραστήριων χεριών.

- Εγώ. Απάντησε η κοπέλα που του είχε ανοίξει την πόρτα, τραβώντας απαλά το μανίκι της μπλούζας του.

- Εεε... λοιπόν... Σιμόν άκου. Πρέπει να πας στο μπαρ... εε κάτι πρέπει να σου πουν κάποιος, που εεε...

- Τώρα δεν θέλω ν' ακούσω κανέναν. Θέλω μόνο να βγάλεις την μπλούζα σου. Τον έκοψε εκείνη ελαφρώς επιτακτικά.

- Eεε... ξέρεις κάτι που... κάποιος συμβαίνει κάποιο πράγμα, που εσύ είναι...

- Κοίτα, μην ταράζεσαι τόσο, μπες στην μπανιέρα μαζί μας και άσε τα πράγματα να συμβαίνουν, οk;

Για κάποιο λόγο ο Γκόγκος σκέφτηκε -μ' αυτήν τη σειρά- τον τουριστικό πράκτορα που περίμενε στο μπαρ, μια βιντεοκασέτα με την Μπο Ντέρεκ που είχε δει πρόσφατα, τη γιαγιά του, ένα ανοιγμένο καπάκι κόκα κόλα και τον αδερφό της στο ψυγείο κάποιου νεκροτομείου στα προάστια της Στοκχόλμης. Μια ανώφελη κοινωνική αλληλεγγύη πανευρωπαϊκών διαστάσεων τον διαπέρασε σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Της έπιασε το χέρι από τον καρπό και με όση αποφασιστικότητα βρήκε εκεί γύρω μουρμούρισε.

- Πρέπει να πας στο μπαρ. Σε περιμένει κάποιος.

- Εε, ποιος λοιπόν; Ρώτησε εκείνη δύσθυμα.

- Ε... ένας τουριστικός πράκτορας.

Εκείνη τον κοίταξε αναστενάζοντας.

- Γαμώτο, είναι ο μαλάκας για την εκδρομή στη Σαντορίνη. Αναστέναξε ακόμα μια φορά.

- Οk! Θα πάω, αλλά όταν επιστρέψω θέλω να σε βρω μέσα στην μπανιέρα με την Γκίζελα και την Τζουλιέτ. Εντάξει;

Φόρεσε το μπουρνούζι της, του έγλειψε το αυτί και έφυγε ξυπόλυτη απ' το δωμάτιο.



Από το βιβλίο «Φάδερ Ημών» του Μάνου Βουράκη. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανίδα.

Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

Μέρες Πορφύρας



Ξεκίνησαν και φέτος οι πολιτιστικές εκδηλώσεις του Δήμου Μακρύ Γιαλού για την καλοκαιρινή περίοδο. Μουσικές βραδιές, θεατρικές παραστάσεις, παραδοσιακές βραδιές αλλά και διοργανώσεις αναμετρήσεων και διακρίσεων φιλοξενούνται και φέτος στις «Μέρες Πορφύρας», έναν καθιερωμένο πλέον θεσμό, που συνεχίζεται για τρίτη χρονιά.



Η έναρξη των εκδηλώσεων θα πραγματοποιηθεί στις 16 Ιουλίου στις 20:00 στο Δασάκι του Κουτσουρά με μια γιορτή αφιερωμένη σε όλους τους μαθητές της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης που ξεχώρισαν για τις επιδόσεις τους την περασμένη σχολική χρονιά. Οπως τόνισε η πρόεδρος της Πολιτιστικής Επιτροπής, Χαρά Παθιάκη, «η συγκεκριμένη εκδήλωση πραγματοποιείται για τρίτη συνεχή χρονιά. Είναι μια ξεχωριστή και διαφορετική εκδήλωση που στοχεύει στην επιβράβευση όλων των αριστούχων μαθητών του δήμου μας για την επιτυχή προσπάθεια που για όλη τη χρονιά κατέβαλαν για την κατάκτηση της γνώσης. Η εκδήλωση θα έχει παράλληλα και ψυχαγωγικό τόνο, αφού οι παραβρισκόμενοι θα έχουν τη δυνατότητα να ζήσουν ξεχωριστές μουσικές στιγμές από τη χορωδία του Δημήτρη Θραψανιώτη».



Σκάκι

Οι εκδηλώσεις θα συνεχιστούν με τη διοργάνωση ενός Τουρνουά Σκακιού, τη Δευτέρα 2 Αυγούστου, στις 18:00, στον νέο διαμορφωμένο παραλιακό πεζόδρομο της Ανάληψης. Το Τουρνουά θα πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της προσπάθειας που τα τελευταία τρία χρόνια έχει ξεκινήσει από Δήμο Μακρύ Γιαλού για την εκμάθηση σκακιού στους νέους της περιοχής και σε αυτό μπορούν να συμμετάσχουν όλοι όσοι το επιθυμούν, δηλώνοντας συμμετοχή στο τηλέφωνο 2843340943 (κ. Κοϊνάς), μέχρι και τις 30 Ιουλίου.



Γιορτή

Παραδοσιακές γεύσεις συνδυασμένες με τους παραδοσιακούς ήχους του βιολιού θα έχουν τη δυνατότητα να απολαύσουν όλοι όσοι βρεθούν στο Λιμανάκι του Μακρύ Γιαλού την Κυριακή 8 Αυγούστου στις 20:00. Η καθιερωμένη γιορτή της κρητικής κουζίνας θα πραγματοποιηθεί και φέτος, αναδεικνύοντας τις διατροφικές μας παραδόσεις. Κρητικά παραδοσιακά φαγητά και γλυκά, μαγειρεμένα και φτιαγμένα από γυναίκες της περιοχής μας, θα κοσμούν τον μπουφέ που θα δημιουργηθεί, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στους επισκέπτες του τόπου να τα δοκιμάσουν και να γνωρίσουν, ενώ, παράλληλα, το συγκρότημα του Βαγγέλη Βαρδάκη θα διασκεδάσει τους παραβρισκόμενους. Οπως τόνισε η κυρία Παθιάκη «στην ξεχωριστή αυτή γιορτή της κουζίνας μας περιμένουμε όλες τις νοικοκυρές να έρθουν για να συμβάλουν και αυτές με τις δημιουργίες τους στην προβολή της κρητικής μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής».

Μένοντας πιστοί στις παραδόσεις, τη Δευτέρα 9 Αυγούστου στις 20:00 στο Δασάκι του Κουτσουρά, το Θεατρικό Εργαστήρι Ζαρού θα ανεβάσει την παράσταση «Τα Ανεβαλώματα». Πρόκειται για μια παράσταση βασισμένη στις κρητικές συνήθειες και ιδιαιτερότητες, η οποία μας υπόσχεται άφθονες στιγμές γέλιου και διασκέδασης.



Οι εκδηλώσεις θα ολοκληρωθούν με μια μουσική βραδιά από τους Αξέγνιους Περάτες την Παρασκευή 13 Αυγούστου στις 20:30 στο Λιμανάκι του Μακρύ Γιαλού.

Οπως ανέφερε η κυρία Παθιάκη, «ο Δήμος Μακρύ Γιαλού και η Κοινωφελής Επιχείρηση του δήμου χρηματοδοτούν και φέτος πολιτιστικές εκδηλώσεις που σκοπό έχουν την ψυχαγωγία των δημοτών αλλά και την προβολή του τόπου μας. Είμαστε κοντά σε κάθε δημότη, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την πρόοδο και την ψυχαγωγία που τόσο πολύ την έχουμε ανάγκη, γι' αυτό και η είσοδος θα είναι ελεύθερη. Τέλος, όπως επισήμανε ο δήμαρχος Μακρύ Γιαλού και πρόεδρος της Κοινωφελής Επιχείρησης, Θεοδόσιος Καλαντζάκης, «η Δημοτική Αρχή από το ξεκίνημα της θητείας της επικεντρώθηκε στον πολιτισμό, οργανώνοντας δράσεις για όλους τους δημότες, με στόχο την ψυχαγωγία, την ενημέρωση και την ανάδειξη του τόπου μας. Σας προσκαλούμε όλους να απολαύσετε και φέτος τις εκδηλώσεις του Δήμου Μακρύ Γιαλού».

Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

Το καφενείο του μύθου και της ιστορίας



Η Ελλάδα, η ιστορία, ο μύθος, η φαντασία και η πραγματικότητα κλεισμένη σε κάμποσα τετραγωνικά μέτρα καλύπτουν κάθε ελεύθερη επιφάνεια: τοίχους, κολώνες, πάγκους, καρέκλες.

Ένα συνονθύλευμα μορφών αποτελούμενο από τόσο συγκεχυμένα στοιχεία, προερχόμενα από διαφορετικές εποχές, χώρους και ρόλους, είναι τακτοποιημένα σε ομάδες και συνθέτουν ένα αρμονικό σύνολο.



Ανθρωποκεντρικός ο χαρακτήρας του έργου. Στο επίκεντρο της προσοχής του καλλιτέχνη ο άνθρωπος, όχι τα έργα του. Ο άνθρωπος με το νου και την ψυχή, τη φαντασία και το συναίσθημα, την αγωνία και τα όνειρα, τους στόχους αποθηκευμένα στο τμήμα του σώματος που στέκεται πάνω στους ώμους.

Με τις ρυτίδες να διαγράφουν τη γραμμή των φρυδιών σκάβοντας βαθιά το μέτωπο…

Με μάτια λίμνες ατέλειωτες, όπου βάρκα η σκέψη ταξιδεύει σε νερά βαθιά και μερικές φορές άγνωστα …

Με τα χείλη σφιγμένα και αποφασιστικά την ώρα της περίσκεψης και των μεγάλων αποφάσεων…

Με σώματα ελεύθερα πλασμένα από τη φαντασία του καλλιτέχνη εκεί που δε υπάρχει η δέσμευση της πραγματικότητας. Ολόσωμα, εναέρια σε μια γερτή σχεδόν οριζόντια στάση τα πλάσματα της φαντασίας. Σε πορτρέτα τα πρόσωπα της ιστορίας…



Άραγε ποιος δάσκαλος ευτύχησε να έχε αυτό «τον πιο καλό το μαθητή»;

Τυχερός που ευτύχησε να μιλήσει μέσα στη καρδιά του μαθητή, να ξυπνήσει την αγάπη για την ιστορία, να τον ταξιδέψει στους χώρους «του τότε και του εκεί».

Ένα παιδί που κατάπινε στη μνήμη του ονόματα, πόλεις, χρονολογίες, μάχες, κατορθώματα, άθλους, τα μηρύκαζε και κάποια στιγμή έβγαλε μορφές φτιαγμένες στο δικό του καλούπι του μυαλού, όπως θα έλεγε ο Καντ. Από τη ρόγα του πινέλου του πετάχτηκε το χρώμα σα γάλα για να θρέψει τις επόμενες γενιές.



Σε κάθε πτυχή του μυαλού και της καρδιάς έχει εισχωρήσει ο μύθος και η ιστορία. Από κει διαμορφωμένη η σκέψη -αναπολώντας το χρόνο που δεν έζησε- ποτέ κατευθύνει το χέρι γεφυρώνοντας την απόσταση των αιώνων κι ανοίγει ένα συνεχή διάλογο μαζί τους..

Κάθομαι στην καρέκλα με δέος και φόβο μην ακουμπήσω και προσβάλω την ιερή μορφή που εικονίζεται στην πλάτη της. Κοιτάζω απέναντί μου την καρέκλα όπου απεικονίζεται η αρπαγή της Ευρώπης...

Το δικό μου ταξίδι στο χρόνο έχει ξεκινήσει…

ΥΓ1 Το Παραδοσιακό καφενείο "Ο ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΝΟΣ" είναι ένα καφενείο όπου ...συναντάς Έλληνες ζωγραφισμένους -με την ιδιαιτερότητα της τέχνης του Γιάννη Διαμαντάκη- από όλες τις εποχές και τους πνευματικούς χώρους. Βρίσκεται στο Μοχό Ηρακλείου.

YΓ2 Oι φωτογραφίες είναι της κ. Μαρίας Γιακουμάκη

Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

Αλιεύοντας ελπίδες...



Δύσκολες μέρες. Ψαρεύω ελπίδες. Δίχτυα παντού.

Πολύκεντρο Σητείας, 29-5-2010. Ο σκηνοθέτης Φίλιππος Κουτσαφτής και η αρχαιολόγος Στέλλα Χρυσουλάκη, προβάλλουν την ταινία τους "Μια μέρα με τον Μίνωα". Θέμα της 30λεπτης ταινίας, ένα τριήμερο του 1988 στο Δημοτικό σχολείο της Ζάκρου, στο ανάκτορο της Κάτω Ζάκρου και στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Σητείας. Πρωταγωνιστούν τα παιδικά μάτια των μαθητών, που παίζουν και μαθαίνουν αναλαμβάνοντας ρόλους που τους μοιράζει η Στέλλα. Τα μέλη της βασιλικής οικογένειας ανακαλύπτουν τα βασιλικά διαμερίσματα, οι τεχνίτες τα εργαστήρια, ενώ οι τροβαδούροι, μόνον αυτοί, έχουν το ελεύθερο να σεργιανούν παντού.



Συμπρωταγωνιστούν οι αρχαίες πέτρες που χαμογελούν και τα μοναδικά ευρήματα που αποκαλύπτουν μια άλλη καθημερινότητα και ξεχασμένες διαδρομές στη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Από τότε, 22 χρόνια, ο Φίλιππος επιμένει. Παρακολουθεί την ανασκαφή, τους μαθητές που έγιναν γονείς, την τοπική κοινωνία και τη σχέση της με τα αρχαία. Ζητεί ενίσχυση να κάνει την ταινία του μεγάλη. Μεγάλη. Αποσπά ψίχουλα υποσχέσεων. Την ίδια στιγμή, φτωχοί και σπάταλοι, δαπανούμε πακτωλούς δανεικών για τουριστική προβολή. Καλύτερη προβολή της Ελλάδας απ’ αυτή την ταινία δεν μπορώ να φανταστώ.



Ρούσσα Εκκλησιά, ταβέρνα "Πλάτανος", Σαββατόβραδο, 12-6-2010, βραδιά και παρέα εξαιρετική. Ο Μιχάλης Περράκης, νεαρός μαθηματικός και δόκιμος που έχει χρεωθεί την ίδρυση Αστεροσκοπείου στου Μισιριού, λίγο πιο ψηλά, στην εγκαταλελειμμένη βάση ραντάρ, προτείνει το επιδόρπιο. Αποδεκτό. Σε 10 λεπτά είμαστε εκεί. Με το laser μας μυεί στους γαλαξίες. Μικρή, Μεγάλη Άρκτος, Πολικός, Βέγας, ο τεράστιος Σκορπιός, Ανδρομέδα, Βερενίκη, Κασσιόπη... Οποία απόλαυση. Μάθημα οριζόντων, πολλαπλώς χρήσιμο. Κι οι ιδέες να κατεβαίνουν ασταμάτητες. Νά εδώ, στο αστεροσκοπείο, θα έρχονται σχολεία να μαθαίνουν τα αστέρια κι ελληνική μυθολογία ταυτόχρονα. Εναλλακτικός, ουράνιος τουρισμός. Αλλά και τόσο γήινος, αφού τις νύχτες οι θαλασσινοί επί αιώνες αυτά τα αστέρια είχαν για GPS.



Ιεράπετρα, μπροστά στο παλιό τζαμί, μια βδομάδα μετά, 19-6-2010. Η πλατεία γεμάτη. Ο καλός φιλόλογος Μανόλης Τζάβλας με την παρέα του γράφουν Ιστορία. Μαζί με ξένους που ζουν στην περιοχή, οικονομικούς μετανάστες από Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία, Τουρκία, Ρωσία, Βαλκάνια, αλλά και με άλλους ευκατάστατους απ' την προηγμένη Δύση, μόνιμους κατοίκους της περιοχής. Επιλέγουν ποιητές και ποιήματα των χωρών τους και τα απαγγέλλουν. Μελαψοί δουλεμένοι εργάτες, ξανθές γυναίκες της Ανατολικής Ευρώπης, μια Ρουμάνα μαθήτρια, φοιτήτρια πια σε ελληνικό ΑΕΙ, φινετσάτοι Δυτικοευρωπαίοι. Όλοι μια αγκαλιά με τους στίχους τους. Στην οθόνη, δίπλα, η ελληνική μετάφραση. Με μια σπειροειδή γεωγραφική πορεία καταλήγουν στην ποιητική Ελλάδα, που εκπροσωπείται επάξια. Πέρασαν κι απ' την Ιρλανδία και τον Γέιτς, "πάτα αλαφρά γιατί πατάς απάνω στα όνειρά μου".



Να σημειώσω ότι το γεραπετρίτικο βράδυ της 19-6-2010 θα μπει στην ιστορία, όχι για την ποιητική βραδιά, που ελάχιστοι την έμαθαν, αλλά γιατί την ίδια ώρα λίγο πιο πέρα απ' το τζαμί μια άλλη Ιεράπετρα, πιο επίσημη, πιο γκλαμουράτη και πιο μαζική, μοχθούσε να μπει στο βιβλίο Γκίνες με τη μεγαλύτερη, και ακριβότερη, υποθέτω, σαλάτα του κόσμου. Και τα κατάφερε.



Διορθώνω λοιπόν. Δύσκολες μέρες. Ψαρεύω ελπίδες. Ρίχνω δίχτυα σε γη, σε ουρανό, σε στίχους, αλλ' όχι παντού. Οι καλύτερες μέρες είναι και θέμα επιλογών.

Έγραψε ο Αντώνης Ανηψητάκης
Πηγή: Aνεκτίμητη

Τρίτη, 13 Ιουλίου 2010

Ο χορός του κόσμου


Κάθε χρόνο, την τελευταία εβδομάδα του Ιουλίου, στα Ανώγεια της Κρήτης διοργανώνονται τα Υακίνθεια, πολιτιστικές γιορτές που υμνούν τον έρωτα, την αγάπη, την ζωή και τα πολλαπλά της νοήματα, ό,τι ψιθυρίζουν η φύση και οι πέτρες του βουνού.

Σε μια εποχή όπου όλα υπακούουν στους αριθμούς και δοκιμάζεται η αξιοπρέπεια μας, τα Υακίνθεια έρχονται να υψώσουν ανάστημα. Βάζοντας τον πολιτισμό να πει τον δικό του λόγο με τον χορό του κόσμου.


Κλικάρετε στην εικόνα για να διαβάσετε το φετινό πρόγραμμα των Υακινθείων

Η γιορτή των "Υακινθείων εκδηλώσεων Πολιτισμού" έχει γίνει πλέον σημείο αναφοράς πολιτισμικών ανταλλαγών. Φέτος, τα Υακίνθεια πετούν πέρα από την μικρή μεσόγειο και καλούν χορευτές από 3 ηπείρους. Βραζιλιάνους, Αιγύπτιους, Ιταλούς. Μια προσέγγιση για αντίσταση σε μια εποχή που μας εκβιάζει να είμαστε θλιμμένοι με το χορό των χρωμάτων, διότι ο πολιτισμός οφείλει πάντα να σηκώνει ανάστημα.

Μια ιδέα που πηγάζει από την πιεστική πλέον ανάγκη να γίνουν αντιληπτά και να εκτιμηθούν στη σωστή τους αξία, η ζωή, το έργο, ο πολιτισμός και η σημασία της τέχνης.



Μια παλιά κουβέντα λέει:

"Mέρα που δεν εγέλασες, είναι χαμένη μέρα".

Το μήνυμα που στέλνουν τα φετινά Υακίνθεια είναι να ξαναθυμηθούμε το χτες. Τις σχέσεις των ανθρώπων παλιά, που αν και έζησαν σε δύσκολες εποχές ήταν πιο ευτυχισμένοι. Να ξορκίσουμε το κακό και να προχωρήσουμε στη σωστή βάση. Να ξαναγυρίσουμε στη φύση που μας δίδαξε το απαραίτητο και να ξεφύγουμε από το περιττό, από τα πλαστά διλήμματα.
Να σταματήσουμε να σκορπάμε τους εαυτούς μας. Να ξανακοιταχτούμε στα μάτια.

Να αγωνιστούμε για να ξανακερδίσουμε την χαμένη μας ζωή.

Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

Ο βράχος με τους αχινούς



Για αχινούς, πηγαίναμε με τον πατέρα μου τα Σάββατα του Ιουλίου. Ο Αύγουστος στο Κρητικό πέλαγος έχει μελτέμι, άρα τρικυμία, άρα θολό βυθό, ενώ το ψάρεμα του αχινού χρειάζεται καθάρια νερά.

Τις Κυριακές πάλι, το οικογενειακό τελετουργικό περιλάμβανε και τη μητέρα μου, συνεπώς η συγκομιδή των αχινών αποκλειόταν καθότι αμιγώς ανδρική δουλειά. Τα Σάββατα όμως που η μάνα μου καθάριζε το σπίτι κι έπλενε τα ρούχα στη σκάφη, οι άνδρες παίρναμε τα σύνεργα και φεύγαμε πρωί-πρωί για τη θάλασσα.

Μάσκες, αναπνευστήρες, τρίαινες, ένα ξύλινο τελάρο, κάμποσα μέτρα λεπτό σκοινί, ένα μακρόστενο γυάλινο ποτήρι της μουστάρδας ΕΚΜΑ που πουλιόταν με τάπωμα, ψαλίδι, κουταλάκι, λίγο λάδι και μια βελόνα καρφιτσωμένη πάνω σ’ ένα κομματάκι ύφασμα για να διακρίνεται.

Δεν πηγαίναμε σε παραλία, αλλά σε κάποιο βραχώδες σημείο όπου τα νερά ήταν βαθιά. Αρκεί ο βράχος να είχε κάποιο φυσικό σκαλοπάτι για να μπορούμε να σκαρφαλώνουμε στην έξοδο. Τα απόκρημνα αυτά μέρη ήταν συνήθως μακριά απ’ τον δρόμο και η πορεία δυο φορτωμένων ανθρώπων ως εκεί, ήταν από μόνη της μια μικρή περιπέτεια. Πολλές φορές, η BMW (R52, με καλάθι στο πλάι και τον υπέροχο ίσιο διακόπτη στην κορυφή του χοντρού μπροστινού φαναριού) έμενε παρκαρισμένη ως και ένα χιλιόμετρο μακριά. Όσο πιο απομακρυσμένο και δυσπρόσιτο ήταν το σημείο, τόσο μεγαλύτερη θα ήταν η συγκομιδή, αφού στα κοντινά και εύκολα οι δεκάδες ερασιτέχνες αχινοψαράδες θα είχαν ήδη βγάλει τους καλύτερους.



Θυμάμαι τον Μανόλη (σα να τον βλέπω τώρα μπροστά μου) να βγάζει και να διπλώνει προσεκτικά πάνω στον βράχο το λευκό του πουκάμισο και το μακρύ γκρι παντελόνι του. Σαν βέρος παραδοσιακός Κρητικός που ήταν, ουδέποτε διανοήθηκε να φορέσει κοντομάνικο στενό μπλουζάκι ή κοντό παντελονάκι, ούτε καν μέσα στο σπίτι μας. Το θεωρούσε ξεγιβεντισμό, δηλαδή ντροπή, εξευτελισμό. Ούτε αντηλιακό βάζαμε κι ας μέναμε με τις ώρες κάτω απ’ τον ήλιο. Τα μαγιό τα λέγαμε τότε "μπανιερό" και ο πατέρας μου φορούσε ένα μπανιερό με ζώνη. Έδενε τη μια άκρη του σκοινιού στη ζώνη και την άλλη στο τελάρο για να μην το πάρει η θάλασσα. Μπαίναμε και αρχίζαμε τις βουτιές προς τον βυθό ψάχνοντας τη λεία μας. Εγώ έμενα κοντά στον βράχο, αυτός έφευγε προς τα βαθιά με το τελάρο να τον ακολουθεί. Όταν έβγαζα αχινό, τον πέταγα πάνω στον βράχο και μάλιστα μέσα-μέσα διότι με το παραμικρό κυματάκι θα μπορούσαν να «περπατήσουν» και να ξαναπέσουν στη θάλασσα. Ο πατέρας μου τους έβαζε στο τελάρο.

Ο βρώσιμος αχινός δεν βρίσκεται έξω-έξω που σκάει το κύμα, ούτε σε ρωγμές του βράχου κοντά στην επιφάνεια. Ο καλός αχινός πρέπει να έχει δύο με τρία μέτρα θάλασσα από πάνω του, είναι μεγάλος, κατάμαυρος, με αγκάθια χοντρά, ολοζώντανα, γεμάτα υγεία. Ζει στις υπόγειες χαραμάδες των βράχων ή δίπλα στις πέτρες του βυθού και οι μεγαλύτεροι δύσκολα χωράνε στην παλάμη ενός ενήλικου άνδρα. Δύο μεσαίοι χωράνε με το ζόρι και μόνο αν καρφώσουμε τον έναν μέσα στον άλλον.

Οι μικροί αχινοί που ζουν κατά εκατοντάδες σε βραχάκια στα ρηχά, αυτοί οι καφετιοί με τα μικρά ανεμικά αγκαθάκια, δεν τρώγονται. Εμείς τους λέγαμε «Οβραίους». Τότε δεν ήξερα γιατί, αργότερα κατάλαβα ότι ο χαζός αντισημιτισμός επιβίωνε με χίλιους τρόπους. Ο καλός αχινός δεν είναι ξέμπαρκος στον βυθό, είναι κάπου σκαλωμένος. Σε πέτρα, σε βράχο, σε φύκι. Γι’ αυτό χρειάζεται η τρίαινα, για να τον ξεσκαλώσεις. Αν προσπαθήσεις να το κάνεις με το χέρι, υποχρεωτικά θα πιέσεις τα αγκάθια του με τα δάχτυλα σου.

Αυτά όμως, ως γνωστόν έχουν την ακόλουθη ιδιότητα: Το τελευταίο χιλιοστό τους είναι τόσο εύθραυστο, που μόλις χωθεί κάπου σπάει. Αν σου καρφωθεί ένα μακρύ αγκάθι αχινού, δεν μπορείς να το τραβήξεις σαν βελόνα προς τα πίσω και να απαλλαχτείς. Η άκρη σπάει και μένει μέσα στο κρέας, όχι από την πλαϊνή κίνηση, αλλά από την ίδια την πρόσκρουση.



Εγώ μάζευα όσους αχινούς μπορούσα μέχρι βάθος δύο άντε δυόμισι μέτρα (πιτσιρίκι ήμουν, πόσο βαθιά να πήγαινα;) κι έπειτα ανέβαινα στα βράχια και περίμενα τον πατέρα μου να τελειώσει. Το τελάρο που επέπλεε ήταν η σημαδούρα της θέσης του. Τον έβλεπα να κάνει κάθετη κατάδυση και καταλάβαινα την άνοδο του στην επιφάνεια από τον πίδακα του νερού που ξερνούσε ο αναπνευστήρας του. Έκανε μερικές απλωτές για να φθάσει στο τελάρο κι έριχνε μέσα την ψαριά του. Για να βγει έξω, έπρεπε το τελάρο να ξεχειλίσει από αχινούς. Άλλωστε ήταν μετρημένο. Ένα γεμάτο τελάρο, οκτώ με δέκα μερίδες αχινοσαλάτα στο τραπέζι. Η τρίαινα τον δυσκόλευε στην κίνηση, την προτιμούσε όμως από το μαχαίρι για λόγους αισθητικής. Αντιπαθούσε σφόδρα τους "φιγουρατζήδες" που έδεναν στη γάμπα τους θήκες με οδοντωτές γυαλιστερές λάμες, λες και στις ειρηνικές μας θάλασσες θα αντιμετώπιζαν όλα τα θηριώδη χταπόδια και τα θωρακισμένα καλαμάρια-γίγαντες του Ιουλίου Βερν.

Βατραχοπέδιλα δεν καταδέχτηκε ποτέ να βάλει στα πόδια του, αν και θα τον διευκόλυναν στις καταδύσεις του. Τα θεωρούσε «αηδίες των Αμερικάνων τουριστών» και κατέτασσε αμέσως όσους τα φορούσαν στην κατηγορία των ανθρώπων που δεν ήξεραν κολύμπι και φοβόντουσαν τη θάλασσα.



Κατά τη γνώμη του, ήταν έγκλημα καθοσιώσεως να ξεκινήσει ένα παιδί τη μαθητεία του στο κολύμπι φορώντας «αυτά τα νάιλον βατραχοπόδαρα». Πίστευε ότι ποτέ στη ζωή του δεν θα ήταν αυτάρκης μέσα στη θάλασσα. Στις επίμονες πιέσεις μου ν’ αποκτήσω κι εγώ ένα ζευγάρι όπως οι φίλοι μου, το επιχείρημα του ήταν απλοϊκά αφοπλιστικό: «Όταν βουλιάξει το καράβι και πέσεις στη θάλασσα μέσα στη νύχτα, θα έχεις πέδιλα μαζί σου για να φορέσεις; Όχι. Και τότε, τι θα κάνεις; Θα πνιγείς.» Αν και κάτι δε μου πήγαινε καλά στη δομή του ζοφερού αυτού επιχειρήματος, ομολογώ ότι ουδέποτε κατάφερα να αρθρώσω έναν πειστικό αντίλογο, ικανό να αντιπαρατεθεί στην τραγωδία ενός μεταμεσονύχτιου Τιτανικού μεσοπέλαγα.

Όταν γέμιζε το τελάρο με αχινούς, το ανεβάζαμε πάνω και αρχίζαμε αμέσως να τους καθαρίζουμε, εκεί κάτω απ’ τον ήλιο. Στο σπίτι ήταν αδύνατο να γίνει αυτή η δουλειά. Θα μας πλάκωνε η μάνα μου. Σ’ αυτό το περίεργο θαλασσινό, ο όγκος των αγκαθωτών απορριμμάτων είναι ακριβώς ίδιος με τον όγκο της πρώτης ύλης.

Ο Μανόλης καθάριζε με το ψαλίδι τα αγκάθια κάθε αχινού σε μια πλευρά, έκανε μια τομή στο εύθραυστο κέλυφος, το έκοβε κυκλικά και μου τον έδινε. Εγώ έβγαζα το κομμένο μέρος και με το κουταλάκι έριχνα προσεκτικά το ισχνό περιεχόμενο του νερουλού κορμιού του μέσα στο ποτήρι, προσέχοντας να μην πέφτουν σπασμένα αγκάθια. Τρώγαμε κατ’ ευθείαν δυο τρεις στην αρχή, αλλά οι υπόλοιποι πήγαιναν για το σπίτι. Όση ώρα καθαρίζαμε, ο πατέρας μου μιλούσε. Ιστορίες, απόψεις, αποφθέγματα… Είχε πράγματα να πει ο Μανόλης. Οκτώ χρόνια φυλακή είχε καταδικαστεί ως έφηβος από τους Γερμανούς (έκανε τον έναν στην Αγιά, μετά φύγανε) κι είχε μια αναπηρία στο αριστερό αυτί από έκρηξη νάρκης έξω απ’ το Βογατσικό στον εμφύλιο.

Ήταν ο πιο καθαρός άνθρωπος που γνώρισα ποτέ. Καθαρόαιμος κεντρώος Βενιζελικός, αντιπαθούσε στην ίδια αναλογία δεξιούς και κομμουνιστές, αντιμιλιταριστής αν και ήταν άσσος στο σημάδι, σταθερός υπερασπιστής αδύναμων και κατατρεγμένων, περήφανος και αξιοπρεπής, θεωρούσε τη φτώχεια του απόδειξη της εντιμότητας του. Ο πλούτος ήταν γι’ αυτόν συνώνυμο ύποπτων δραστηριοτήτων και επ’ ουδενί λόγω προϋπόθεση ευτυχίας. Αν υπήρχε κάτι με αξία σ’ αυτή τη ζωή, ήταν η τιμή. Στέρεα προσωπικότητα μιας άλλης εποχής…



Όταν τελειώναμε το καθάρισμα των αχινών, ταπώναμε το ποτήρι με το πολύτιμο υλικό και πετούσαμε τ’ απομεινάρια σε κάποια βαθιά ρωγμή του βράχου για να μην τα πατήσει ο επόμενος ξυπόλητος ψαράς που θα απόσωνε ως εκεί. Πριν φύγουμε, βγάζαμε τ’ αγκάθια που σίγουρα είχαν καρφωθεί στα δάχτυλα μας. Γι’ αυτό είχαμε μαζί μας λάδι και βελόνα. Σκάβαμε με τη βελόνα προσεκτικά ο ένας το δέρμα του άλλου, στο σημείο που φαινόταν το μαύρο στίγμα. Του βάζαμε λάδι που διευκόλυνε την «εγχείρηση». Αυτό θα μπορούσε να γίνει στο σπίτι, όμως η εξόρυξη είναι ευκολότερη όταν τα ακροδάχτυλα έχουν μουλιάσει από τη μακρά παραμονή στο αλμυρό νερό (είχαν παππουδιάσει, λέγαμε εμείς). Μετά μαζεύαμε τον εξοπλισμό και παίρναμε τον δρόμο του γυρισμού. Ήταν πια μεσημέρι και μας περίμενε η μάνα μου να φάμε. Τα Σάββατα είχαμε πάντα τηγανητό ψάρι (γαύρο ή γόπα) και χόρτα, οπότε η αχινοσαλάτα ήταν αναπόσπαστο μέρος του μενού. Κρέας τρώγαμε Πέμπτη και Κυριακή, τις Πέμπτες μαγειρευτό, την Κυριακή στον φούρνο.

Θα αναρωτηθείτε, ίσως, γιατί έκανα όλη αυτή τη μεγάλη περιγραφή.

Ίσως διότι είναι καλοκαίρι και οι αχινοί είναι καλοκαιρινό θέμα. Ίσως πάλι να με οδήγησε σ’ αυτό το κείμενο η απρόσμενη έλευση δύο εικόνων. Θυμάμαι πριν σαράντα χρόνια εκεί στον βράχο των αχινών, τον Μανόλη να βγαίνει από τη θάλασσα με τα νερά να τρέχουν από πάνω του και εμένα (τον μικρούλη) να τον κοιτάζω με δέος. Πόσο πελώριος και μεγαλόπρεπος φάνταζε στα παιδικά μάτια μου καθώς ορθωνόταν μπροστά μου! Πόση περηφάνια και ασφάλεια ένιωθα δίπλα σ’ αυτόν τον γίγαντα που μ’ αγαπούσε και μαζεύαμε μαζί αχινούς!

Κι έπειτα ήρθε η δεύτερη εικόνα, πάλι αρχές Ιουλίου πριν λίγα χρόνια. Να περπατώ στον διάδρομο του Ευαγγελισμού, με τον Μανόλη δίπλα μου να σέρνει τα πόδια του, τραβώντας έναν ορό κρεμασμένο σ’ ένα σίδερο με ροδάκια. Δεν μιλούσαμε, αλλά καθώς τον κρατούσα απ’ τον αγκώνα, διαπίστωσα ότι αυτός ο πελώριος άνθρωπος ήταν πλέον πιο κοντός από μένα και στα μισά μου κιλά. Σαν παιδάκι που δεν είχε μεγαλώσει ακόμα. Όπως ήμουν εγώ τότε, πάνω στον βράχο μας. Τα γεράματα και οι χημειοθεραπείες τον είχαν λιώσει. Είναι τόσο άδικο, να γίνεται έτσι ο άνθρωπος. Τέτοιες μέρες τον είχα βάλει στο νοσοκομείο χτυπημένο από τη λευχαιμία και έφυγε δίχως να προλάβω να του ανταποδώσω τις ιστορίες του…

Έγραψε ο Δημήτρης Καμπουράκης

Σάββατο, 3 Ιουλίου 2010

Ταξιδεύοντας στο «χωριό» του Καζαντζάκη



Μάθημα για την εφαρμογή των επιταγών της σύγχρονης μουσειολογίας στην πράξη, και μάλιστα σε περιοχή μακριά από το εθνικό κέντρο, δίνει το Νέο Μουσείο Καζαντζάκη, που εγκαινιάζεται σήμερα στις 19।00 στη Μυρτιά Ηρακλείου Κρήτης. Το πρώτο σύγχρονο μουσείο συγγραφέα στη χώρα μας ανατρέπει την παρωχημένη άποψη ότι μουσείο μπορεί να αποκαλείται το πατρικό σπίτι ενός συγγραφέα στη γενέθλια γη ή στον τόπο διαμονής του, όπου φιλοξενούνται σκόρπια οικογενειακά και προσωπικά αντικείμενα, εκδόσεις έργων που κυκλοφορούν στο εμπόριο, φωτογραφίες και φύλλα χειρογράφων, σε χώρους όπου συνήθως δεν υπάρχει η δυνατότητα οργανωμένης έκθεσης αλλά και εύκολης πρόσβασης και επίσκεψης.

Το Μουσείο Καζαντζάκη, που κλείνει ήδη 27 χρόνια ζωής, εγκαινιάστηκε το 1983 από την τότε υπουργό Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη . Η δημιουργία του οφείλεται στη δωρεά και στις φροντίδες του σκηνογράφου και ενδυματολόγου Γιώργου Ανεμογιάννη, ο οποίος είχε συγγένεια με την οικογένεια του Νίκου Καζαντζάκη. Ο Γ. Ανεμογιάννης δώρισε το αρχικό οίκημα όπου στεγάστηκε το μουσείο και ανέλαβε την αναζήτηση υλικού για τη ζωή και το έργο του συγγραφέα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με τη συμπαράσταση της Ελένης Καζαντζάκη, η οποία προσέφερε αρχειακό υλικό. Οι ανάγκες για έναν νέο χώρο που θα στέγαζε τον όγκο του υλικού- το οποίο με τα χρόνια είχε πολλαπλασιαστεί- και τη δυνατότητα αξιοποίησης, έκθεσης και μελέτης του σύμφωνα με τα νέα δεδομένα της μουσειολογικής επιστήμης κατέληξαν στη δημιουργία του Νέου Μουσείου Καζαντζάκη.



Στο Μουσείο, που αποτελείται από ένα σύνολο κτιρίων στην κεντρική πλατεία της Μυρτιάς, βρίσκονται Επιστολικό Αρχείο με δείγματα αλληλογραφίας του Καζαντζάκη με μεγάλους στοχαστές, πολιτικούς και λογοτέχνες της εποχής του, Ολόγραφα-Αυτόγραφα, ΕκδόσειςΑρθρα και Μελέτες στα ελληνικά και σε άλλες γλώσσες, Αρχείο Τύπου, Φωτογραφικό Αρχείο, Αρχείο Ηχου, Αρχείο Κινούμενης Εικόνας, Θεατρικό Αρχείο με μακέτες, κοστούμια και υλικό από θεατρικές παραστάσεις έργων του, Εργα Τέχνης (πορτρέτα και γλυπτά με τη μορφή του) και Προσωπικά Αντικείμενα του συγγραφέα. Το μουσείο έχει προχωρήσει στην ψηφιοποίηση των συλλογών του και έχει αξιοποιήσει το υλικό τους με έντυπες, ηλεκτρονικές, πολυμεσικές εκδόσεις. Προσφέρει επίσης εκπαιδευτικά προγράμματα σε μαθητές, ενώ διαχρονικοί στόχοι του παραμένουν η διοργάνωση συνεδρίων, η διευκόλυνση ερευνητών και η προβολή και μελέτη του έργου του Καζαντζάκη.



Το μουσείο υλοποιήθηκε με τη συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του υπουργείου Πολιτισμού και φέρει τη σφραγίδα των αρχιτεκτόνων κ. Γιώργου Ψωμαδάκη και κυρίας Μαρίας Μαρίνου, στους οποίους ανήκει ο σχεδιασμός του νέου μουσείου, του συγγραφέα και γραφίστα κ. Δημήτρη Καλοκύρη , ο οποίος ανέλαβε την καλλιτεχνική επιμέλεια, και της κυρίας Λίτσας Χατζοπούλου, η οποία έγραψε και επιμελήθηκε τα κείμενα.

Στην αποψινή τελετή εγκαινίων, στην οποία την κυβέρνηση θα εκπροσωπήσει ο υπουργός Εθνικής Αμυνας κ. Ευάγγελος Βενιζέλος, θα μιλήσουν ο καθηγητής κ. Γιώργος Γραμματικάκης, πρόεδρος του Δ.Σ. του μουσείου, ο κ. Κωνσταντίνος Αλαβάνος, διευθυντής του τηλεοπτικού σταθμού της Βουλής, ο κ. Αγγελος Δεληβορριάς, διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη, και η ποιήτρια και βαφτισιμιά του Καζαντζάκη κυρία Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ . Τραγούδια εμπνευσμένα από το έργο του Νίκου Καζαντζάκη- από τον κύκλο «Καπετάν Μιχάλη» του Μάνου Χατζιδάκι και από τον «Ζορμπά» του Μίκη Θεοδωράκη - θα ερμηνεύσει η Μαρία Φαραντούρη, σε μια συναυλία ανοιχτή στο κοινό.



Εν αναμονή του Μουσείου Σικελιανού στη Λευκάδα και του Μουσείου Καβάφη στην Πλάκα, το Νέο Μουσείο Καζαντζάκη θέτει ψηλά τον πήχη των απαιτήσεων επισκεπτών και μελετητών.

«Σπουδαίο για την ίδια την Κρήτη»

Ο Νίκος Καζαντζάκης απέκτησε ένα μουσείο-υπόδειγμα για τα ελληνικά δεδομένα «Το Νέο Μουσείο Καζαντζάκη είναι σπουδαίο όχι μόνο για τη συντήρηση της μνήμης ενός μεγάλου συγγραφέα αλλά και για την ίδια την Κρήτη και τον πολιτισμό» είπε στο «Βήμα» ο κ. Γιώργος Γραμματικάκης, που συμπλήρωσε ότι «το Νέο Μουσείο Καζαντζάκη αφομοίωσε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις αλλά και την αντίληψη που δεσπόζει στα σύγχρονα μουσεία». Καθώς ευρίσκεται κοντά σε χώρους ευρύτερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος, μόλις 15 χλμ. από το Ηράκλειο και 11 χλμ. από τον αρχαιολογικό χώρο της Κνωσού, ελπίδα του ΔΣ είναι το Νέο Μουσείο να αποτελέσει πόλο ευρύτερων πολιτιστικών δραστηριοτήτων.

«Εχουμε αρκετές ιδέες. Δεν θέλω να πω μεγάλα λόγια, θα τις ανακοινώσουμε μόλις είμαστε έτοιμοι» υπόσχεται ο κ. Γραμματικάκης.

Πηγή: To Bήμα