Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

Ο βράχος με τους αχινούς



Για αχινούς, πηγαίναμε με τον πατέρα μου τα Σάββατα του Ιουλίου. Ο Αύγουστος στο Κρητικό πέλαγος έχει μελτέμι, άρα τρικυμία, άρα θολό βυθό, ενώ το ψάρεμα του αχινού χρειάζεται καθάρια νερά.

Τις Κυριακές πάλι, το οικογενειακό τελετουργικό περιλάμβανε και τη μητέρα μου, συνεπώς η συγκομιδή των αχινών αποκλειόταν καθότι αμιγώς ανδρική δουλειά. Τα Σάββατα όμως που η μάνα μου καθάριζε το σπίτι κι έπλενε τα ρούχα στη σκάφη, οι άνδρες παίρναμε τα σύνεργα και φεύγαμε πρωί-πρωί για τη θάλασσα.

Μάσκες, αναπνευστήρες, τρίαινες, ένα ξύλινο τελάρο, κάμποσα μέτρα λεπτό σκοινί, ένα μακρόστενο γυάλινο ποτήρι της μουστάρδας ΕΚΜΑ που πουλιόταν με τάπωμα, ψαλίδι, κουταλάκι, λίγο λάδι και μια βελόνα καρφιτσωμένη πάνω σ’ ένα κομματάκι ύφασμα για να διακρίνεται.

Δεν πηγαίναμε σε παραλία, αλλά σε κάποιο βραχώδες σημείο όπου τα νερά ήταν βαθιά. Αρκεί ο βράχος να είχε κάποιο φυσικό σκαλοπάτι για να μπορούμε να σκαρφαλώνουμε στην έξοδο. Τα απόκρημνα αυτά μέρη ήταν συνήθως μακριά απ’ τον δρόμο και η πορεία δυο φορτωμένων ανθρώπων ως εκεί, ήταν από μόνη της μια μικρή περιπέτεια. Πολλές φορές, η BMW (R52, με καλάθι στο πλάι και τον υπέροχο ίσιο διακόπτη στην κορυφή του χοντρού μπροστινού φαναριού) έμενε παρκαρισμένη ως και ένα χιλιόμετρο μακριά. Όσο πιο απομακρυσμένο και δυσπρόσιτο ήταν το σημείο, τόσο μεγαλύτερη θα ήταν η συγκομιδή, αφού στα κοντινά και εύκολα οι δεκάδες ερασιτέχνες αχινοψαράδες θα είχαν ήδη βγάλει τους καλύτερους.



Θυμάμαι τον Μανόλη (σα να τον βλέπω τώρα μπροστά μου) να βγάζει και να διπλώνει προσεκτικά πάνω στον βράχο το λευκό του πουκάμισο και το μακρύ γκρι παντελόνι του. Σαν βέρος παραδοσιακός Κρητικός που ήταν, ουδέποτε διανοήθηκε να φορέσει κοντομάνικο στενό μπλουζάκι ή κοντό παντελονάκι, ούτε καν μέσα στο σπίτι μας. Το θεωρούσε ξεγιβεντισμό, δηλαδή ντροπή, εξευτελισμό. Ούτε αντηλιακό βάζαμε κι ας μέναμε με τις ώρες κάτω απ’ τον ήλιο. Τα μαγιό τα λέγαμε τότε "μπανιερό" και ο πατέρας μου φορούσε ένα μπανιερό με ζώνη. Έδενε τη μια άκρη του σκοινιού στη ζώνη και την άλλη στο τελάρο για να μην το πάρει η θάλασσα. Μπαίναμε και αρχίζαμε τις βουτιές προς τον βυθό ψάχνοντας τη λεία μας. Εγώ έμενα κοντά στον βράχο, αυτός έφευγε προς τα βαθιά με το τελάρο να τον ακολουθεί. Όταν έβγαζα αχινό, τον πέταγα πάνω στον βράχο και μάλιστα μέσα-μέσα διότι με το παραμικρό κυματάκι θα μπορούσαν να «περπατήσουν» και να ξαναπέσουν στη θάλασσα. Ο πατέρας μου τους έβαζε στο τελάρο.

Ο βρώσιμος αχινός δεν βρίσκεται έξω-έξω που σκάει το κύμα, ούτε σε ρωγμές του βράχου κοντά στην επιφάνεια. Ο καλός αχινός πρέπει να έχει δύο με τρία μέτρα θάλασσα από πάνω του, είναι μεγάλος, κατάμαυρος, με αγκάθια χοντρά, ολοζώντανα, γεμάτα υγεία. Ζει στις υπόγειες χαραμάδες των βράχων ή δίπλα στις πέτρες του βυθού και οι μεγαλύτεροι δύσκολα χωράνε στην παλάμη ενός ενήλικου άνδρα. Δύο μεσαίοι χωράνε με το ζόρι και μόνο αν καρφώσουμε τον έναν μέσα στον άλλον.

Οι μικροί αχινοί που ζουν κατά εκατοντάδες σε βραχάκια στα ρηχά, αυτοί οι καφετιοί με τα μικρά ανεμικά αγκαθάκια, δεν τρώγονται. Εμείς τους λέγαμε «Οβραίους». Τότε δεν ήξερα γιατί, αργότερα κατάλαβα ότι ο χαζός αντισημιτισμός επιβίωνε με χίλιους τρόπους. Ο καλός αχινός δεν είναι ξέμπαρκος στον βυθό, είναι κάπου σκαλωμένος. Σε πέτρα, σε βράχο, σε φύκι. Γι’ αυτό χρειάζεται η τρίαινα, για να τον ξεσκαλώσεις. Αν προσπαθήσεις να το κάνεις με το χέρι, υποχρεωτικά θα πιέσεις τα αγκάθια του με τα δάχτυλα σου.

Αυτά όμως, ως γνωστόν έχουν την ακόλουθη ιδιότητα: Το τελευταίο χιλιοστό τους είναι τόσο εύθραυστο, που μόλις χωθεί κάπου σπάει. Αν σου καρφωθεί ένα μακρύ αγκάθι αχινού, δεν μπορείς να το τραβήξεις σαν βελόνα προς τα πίσω και να απαλλαχτείς. Η άκρη σπάει και μένει μέσα στο κρέας, όχι από την πλαϊνή κίνηση, αλλά από την ίδια την πρόσκρουση.



Εγώ μάζευα όσους αχινούς μπορούσα μέχρι βάθος δύο άντε δυόμισι μέτρα (πιτσιρίκι ήμουν, πόσο βαθιά να πήγαινα;) κι έπειτα ανέβαινα στα βράχια και περίμενα τον πατέρα μου να τελειώσει. Το τελάρο που επέπλεε ήταν η σημαδούρα της θέσης του. Τον έβλεπα να κάνει κάθετη κατάδυση και καταλάβαινα την άνοδο του στην επιφάνεια από τον πίδακα του νερού που ξερνούσε ο αναπνευστήρας του. Έκανε μερικές απλωτές για να φθάσει στο τελάρο κι έριχνε μέσα την ψαριά του. Για να βγει έξω, έπρεπε το τελάρο να ξεχειλίσει από αχινούς. Άλλωστε ήταν μετρημένο. Ένα γεμάτο τελάρο, οκτώ με δέκα μερίδες αχινοσαλάτα στο τραπέζι. Η τρίαινα τον δυσκόλευε στην κίνηση, την προτιμούσε όμως από το μαχαίρι για λόγους αισθητικής. Αντιπαθούσε σφόδρα τους "φιγουρατζήδες" που έδεναν στη γάμπα τους θήκες με οδοντωτές γυαλιστερές λάμες, λες και στις ειρηνικές μας θάλασσες θα αντιμετώπιζαν όλα τα θηριώδη χταπόδια και τα θωρακισμένα καλαμάρια-γίγαντες του Ιουλίου Βερν.

Βατραχοπέδιλα δεν καταδέχτηκε ποτέ να βάλει στα πόδια του, αν και θα τον διευκόλυναν στις καταδύσεις του. Τα θεωρούσε «αηδίες των Αμερικάνων τουριστών» και κατέτασσε αμέσως όσους τα φορούσαν στην κατηγορία των ανθρώπων που δεν ήξεραν κολύμπι και φοβόντουσαν τη θάλασσα.



Κατά τη γνώμη του, ήταν έγκλημα καθοσιώσεως να ξεκινήσει ένα παιδί τη μαθητεία του στο κολύμπι φορώντας «αυτά τα νάιλον βατραχοπόδαρα». Πίστευε ότι ποτέ στη ζωή του δεν θα ήταν αυτάρκης μέσα στη θάλασσα. Στις επίμονες πιέσεις μου ν’ αποκτήσω κι εγώ ένα ζευγάρι όπως οι φίλοι μου, το επιχείρημα του ήταν απλοϊκά αφοπλιστικό: «Όταν βουλιάξει το καράβι και πέσεις στη θάλασσα μέσα στη νύχτα, θα έχεις πέδιλα μαζί σου για να φορέσεις; Όχι. Και τότε, τι θα κάνεις; Θα πνιγείς.» Αν και κάτι δε μου πήγαινε καλά στη δομή του ζοφερού αυτού επιχειρήματος, ομολογώ ότι ουδέποτε κατάφερα να αρθρώσω έναν πειστικό αντίλογο, ικανό να αντιπαρατεθεί στην τραγωδία ενός μεταμεσονύχτιου Τιτανικού μεσοπέλαγα.

Όταν γέμιζε το τελάρο με αχινούς, το ανεβάζαμε πάνω και αρχίζαμε αμέσως να τους καθαρίζουμε, εκεί κάτω απ’ τον ήλιο. Στο σπίτι ήταν αδύνατο να γίνει αυτή η δουλειά. Θα μας πλάκωνε η μάνα μου. Σ’ αυτό το περίεργο θαλασσινό, ο όγκος των αγκαθωτών απορριμμάτων είναι ακριβώς ίδιος με τον όγκο της πρώτης ύλης.

Ο Μανόλης καθάριζε με το ψαλίδι τα αγκάθια κάθε αχινού σε μια πλευρά, έκανε μια τομή στο εύθραυστο κέλυφος, το έκοβε κυκλικά και μου τον έδινε. Εγώ έβγαζα το κομμένο μέρος και με το κουταλάκι έριχνα προσεκτικά το ισχνό περιεχόμενο του νερουλού κορμιού του μέσα στο ποτήρι, προσέχοντας να μην πέφτουν σπασμένα αγκάθια. Τρώγαμε κατ’ ευθείαν δυο τρεις στην αρχή, αλλά οι υπόλοιποι πήγαιναν για το σπίτι. Όση ώρα καθαρίζαμε, ο πατέρας μου μιλούσε. Ιστορίες, απόψεις, αποφθέγματα… Είχε πράγματα να πει ο Μανόλης. Οκτώ χρόνια φυλακή είχε καταδικαστεί ως έφηβος από τους Γερμανούς (έκανε τον έναν στην Αγιά, μετά φύγανε) κι είχε μια αναπηρία στο αριστερό αυτί από έκρηξη νάρκης έξω απ’ το Βογατσικό στον εμφύλιο.

Ήταν ο πιο καθαρός άνθρωπος που γνώρισα ποτέ. Καθαρόαιμος κεντρώος Βενιζελικός, αντιπαθούσε στην ίδια αναλογία δεξιούς και κομμουνιστές, αντιμιλιταριστής αν και ήταν άσσος στο σημάδι, σταθερός υπερασπιστής αδύναμων και κατατρεγμένων, περήφανος και αξιοπρεπής, θεωρούσε τη φτώχεια του απόδειξη της εντιμότητας του. Ο πλούτος ήταν γι’ αυτόν συνώνυμο ύποπτων δραστηριοτήτων και επ’ ουδενί λόγω προϋπόθεση ευτυχίας. Αν υπήρχε κάτι με αξία σ’ αυτή τη ζωή, ήταν η τιμή. Στέρεα προσωπικότητα μιας άλλης εποχής…



Όταν τελειώναμε το καθάρισμα των αχινών, ταπώναμε το ποτήρι με το πολύτιμο υλικό και πετούσαμε τ’ απομεινάρια σε κάποια βαθιά ρωγμή του βράχου για να μην τα πατήσει ο επόμενος ξυπόλητος ψαράς που θα απόσωνε ως εκεί. Πριν φύγουμε, βγάζαμε τ’ αγκάθια που σίγουρα είχαν καρφωθεί στα δάχτυλα μας. Γι’ αυτό είχαμε μαζί μας λάδι και βελόνα. Σκάβαμε με τη βελόνα προσεκτικά ο ένας το δέρμα του άλλου, στο σημείο που φαινόταν το μαύρο στίγμα. Του βάζαμε λάδι που διευκόλυνε την «εγχείρηση». Αυτό θα μπορούσε να γίνει στο σπίτι, όμως η εξόρυξη είναι ευκολότερη όταν τα ακροδάχτυλα έχουν μουλιάσει από τη μακρά παραμονή στο αλμυρό νερό (είχαν παππουδιάσει, λέγαμε εμείς). Μετά μαζεύαμε τον εξοπλισμό και παίρναμε τον δρόμο του γυρισμού. Ήταν πια μεσημέρι και μας περίμενε η μάνα μου να φάμε. Τα Σάββατα είχαμε πάντα τηγανητό ψάρι (γαύρο ή γόπα) και χόρτα, οπότε η αχινοσαλάτα ήταν αναπόσπαστο μέρος του μενού. Κρέας τρώγαμε Πέμπτη και Κυριακή, τις Πέμπτες μαγειρευτό, την Κυριακή στον φούρνο.

Θα αναρωτηθείτε, ίσως, γιατί έκανα όλη αυτή τη μεγάλη περιγραφή.

Ίσως διότι είναι καλοκαίρι και οι αχινοί είναι καλοκαιρινό θέμα. Ίσως πάλι να με οδήγησε σ’ αυτό το κείμενο η απρόσμενη έλευση δύο εικόνων. Θυμάμαι πριν σαράντα χρόνια εκεί στον βράχο των αχινών, τον Μανόλη να βγαίνει από τη θάλασσα με τα νερά να τρέχουν από πάνω του και εμένα (τον μικρούλη) να τον κοιτάζω με δέος. Πόσο πελώριος και μεγαλόπρεπος φάνταζε στα παιδικά μάτια μου καθώς ορθωνόταν μπροστά μου! Πόση περηφάνια και ασφάλεια ένιωθα δίπλα σ’ αυτόν τον γίγαντα που μ’ αγαπούσε και μαζεύαμε μαζί αχινούς!

Κι έπειτα ήρθε η δεύτερη εικόνα, πάλι αρχές Ιουλίου πριν λίγα χρόνια. Να περπατώ στον διάδρομο του Ευαγγελισμού, με τον Μανόλη δίπλα μου να σέρνει τα πόδια του, τραβώντας έναν ορό κρεμασμένο σ’ ένα σίδερο με ροδάκια. Δεν μιλούσαμε, αλλά καθώς τον κρατούσα απ’ τον αγκώνα, διαπίστωσα ότι αυτός ο πελώριος άνθρωπος ήταν πλέον πιο κοντός από μένα και στα μισά μου κιλά. Σαν παιδάκι που δεν είχε μεγαλώσει ακόμα. Όπως ήμουν εγώ τότε, πάνω στον βράχο μας. Τα γεράματα και οι χημειοθεραπείες τον είχαν λιώσει. Είναι τόσο άδικο, να γίνεται έτσι ο άνθρωπος. Τέτοιες μέρες τον είχα βάλει στο νοσοκομείο χτυπημένο από τη λευχαιμία και έφυγε δίχως να προλάβω να του ανταποδώσω τις ιστορίες του…

Έγραψε ο Δημήτρης Καμπουράκης

5 σχόλια:

HATZIKOS είπε...

ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ.
ΧΙΛΑΔΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΙΕΣ ΜΟΥ ΞΥΠΝΗΣΕΣ.ΕΓΩ ΑΚΟΜΑ ΣΥΝΕΧΙΖΩ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΩ.
ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΛΗΠΕΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΑΙΜΙΝΚΓ ΠΟΥ ΑΚΟΥΓΕΤΕ ΕΔΑ.
ΣΤΗΝ ΓΕΜΩΣΗ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ ΓΕΜΩΖΕΙ ΚΑΙ Ο ΑΧΙΝΙΟΣ ΑΒΓΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΛΙΓΩΣΗ ΑΔΕΙΑΖΕΙ.
ΝΑΣΑΙ ΚΑΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗ ΕΚΠΛΗΞΗ ΠΟΥ ΕΝΟΙΩΣΑ ΟΝΤΕ ΔΙΑΒΑΣΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ.

AdeGia είπε...

Ακριβως ετσι ηταν και οι δικες μου εξορμησεις με τον πατερα μου στο Λιβυκο.Θυμαμαι το πρωτο ψαροτουφεκο δωρο.Μετα στην συντροφια προστεθηκε ο "Κακαβος",ειχε μανια με την κακκαβια.
Μεγαλωνοντας εγω,αντρακι για τον πατερα,δεν γυρναγαμε σπιτι.
Καθομαστε μολις βγαιναμε απο την θαλασσα στο καφενειο.που εμπαινε λες μες στο νερο,ανοιγαμε μερικους αχινους με το πιρουνι,σταζαμε λεμονι,και πιναμε παγωμενες ρακες κοιτωντας το Γαιδουρονησι.
Και εκει μια μερα αποφασισαμε,ο πατερας κι εγω, ολοι οι επομενοι απο εμας να εχουν το ιδιο ονομα.Μ'αγορια μα κοριτσια.

πυθαρακι είπε...

HATZIKOS

θα ξεκινήσω λέγοντας σας ότι ο τρόπος που γράφετε μου αρέσει πολύ.Ίσως επειδή ξεχάσαμε επιμελώς τις ρίζες μας στις μέρες μας,και μιλάμε μια γλώσσα που δεν έχει πια καμιά ομορφιά.
Χαίρομαι που σας άρεσε το κείμενο και σας ξύπνησε αναμνήσεις.Είναι πολύ παραστατικός ο Δημήτρης Καμπουράκης στην ιστορία του.Κι αφού μπόρεσε να ξεκλειδώσει μνήμες σημαίνει ότι όσα έγραψε έχουν αξία.
Αυτό που γράψατε... "ΣΤΗΝ ΓΕΜΩΣΗ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ ΓΕΜΩΖΕΙ ΚΑΙ Ο ΑΧΙΝΙΟΣ ΑΒΓΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΛΙΓΩΣΗ ΑΔΕΙΑΖΕΙ, δεν το ήξερα.Βουνίσια βλέπετε.
Σας ευχαριστώ για την επίσκεψη και το σχόλιο σας.Να είσαστε κι εσείς καλά και εύχομαι να πιάσετε πολλούς αχινούς τούτο το καλοκαίρι.Κάνουν καλό μεζέ με την ρακί.

AdeGia

σε σένα δεν θα πω λέξη. Απλά θα κλείσω τα μάτια και θα "δω"...
Σ ευχαριστώ.

ΣΤΕΛΙΟΣ είπε...

Ξέρεις, τον τελευταίο καιρό δεν είμαι και τόσο καλά, έχει αρχίσει να μου τη βαράει που λένε και με τέτοια εκπληκτικά κείμενενα, σαν αυτό, τέλος πάντων...
Τα λέμε...

πυθαρακι είπε...

Στέλιο,τον τελευταίο καιρό κανείς μας δεν είναι καλά.Γι αυτό και προσωπικά νιώθω την ανάγκη να κρατιέμαι μακρυά από όλη αυτή την τρέλα που επικρατεί γύρω μου και να χάνομαι σε κείμενα σαν αυτό.
Εύχομαι γρήγορα να συνέλθουμε όλοι.Να ξαναβρούμε την δύναμη,το κουράγιο και το χαμόγελο που χάσαμε.