Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Aκούς να λένε στα χωριά...



Ήμουνα στα Αλάτσατα, ένα ωραίο χωριό μισή ώρα από τη Σμύρνη και παρατηρούσα ένα τζαμί που «προσπαθεί να γίνει μουσείο». Τώρα πώς ένα τζαμί «προσπαθεί να γίνει μουσείο» είναι μια μεγάλη ιστορία που θα σας τη διηγηθώ μια άλλη φορά. Παρατηρούσα πάντως τους σοβάδες να βγαίνουν και να φανερώνονται σιγά σιγά τα χρώματα των αγιογραφιών. Οι τούρκοι εργάτες δίπλα μου είχαν παραξενευτεί με το ενδιαφέρον μου. Ετρωγαν ψωμί, έπιναν τούρκις κόλα και μου χαμογελούσαν βλέποντας να καταγράφω με την κάμερα πότε τα πρόσωπά τους και πότε τα λόγια του Προφήτη Μωάμεθ. Οι ρήσεις γραμμένες με μαύρες και πράσινες μπογιές ήταν παντού γύρω πάνω στους πανύψηλους ασπρισμένους τοίχους. «Ελα, έλα στην πλατεία, ήρθε ο Τουρκοκρητικός».

Η φωνή που με διέκοψε ήρθε από έναν άνθρωπο που είχα γνωρίσει το ξημέρωμα της ίδιας μέρας στο πλοίο από τη Χίο. Ερχόταν και αυτός από την Αθήνα, μαζί με τη γυναίκα του όμως που ήθελε να αναζητήσει τις σμυρναίικες ρίζες της. Ρωτώντας λοιπόν είχε πέσει πάνω στον Τζαζίμ Ινάμ, μια εμβληματική φιγούρα που είχε χρισθεί ατύπως ως ο έλληνας πρεσβευτής στο χωριό. Οποιος Ελληνας δηλαδή αναζητεί εδώ τα προγονικά του, στον Τζαζίμ τον στέλνουν. Τον Τουρκοκρητικό των Αλάτσατων! Δύο έχουν απομείνει άλλωστε σε αυτή την περιοχή. «Αν είσαι τυχερός, θα τον συναντήσεις» μου είχαν πει. «Γιατί είναι και αυτός με τα φεγγάρια του. Καμιά φορά χάνεται και επιστρέφει ύστερα από μέρες». Χωρίς δεύτερη σκέψη λοιπόν παράτησα το τζαμί και τους εργάτες και έτρεξα προς τα καφενεία της πλατείας. Ο Τζαζίμ ήταν εκεί ανάμεσα σε μια παρέα Ελληνίδων που τον ρωτούσαν αν ξέρει πού είναι «το τάδε γεφυράκι» και «το χασάπικο του τάδε». Σημάδια που τους είχαν πει κάποτε οι δικοί τους ότι θα τους οδηγήσουν στα προγονικά τους.
Με τις συστάσεις σηκώθηκε ολόρθος.

Ντυμένος στα καφετιά των αγροτών, με μια μάλλινη φανέλα κατάσαρκα, όπως θυμάμαι να φοράνε όλοι οι γέροι τα καλοκαίρια στην Κρήτη. «Ιντα κάνεις» ήταν ο κοφτός χαιρετισμός του. Και το χέρι τανάλια, όχι της μαγκιάς, αλλά της αγάπης. «Πού θα τα πούμε» τον ρώτησα σαν ηλίθιος απαιτητικός δημοσιογράφος. «Ιντα να πούμε» μου απάντησε, αυστηρά και χαμογελαστά μαζί, συνεχίζοντας όρθιος να μου σφίγγει το χέρι. Σάστισα και προ σπάθησα να το ξεκινήσω αλλιώς. «Ε, κάτσε να πιούμε μια» του είπα, έτσι όπως έχω ακούσει πολλές φορές να μου λένε στα καφενεία της Κρήτης.
«Δυο φορές ξένος». «Είναι αργά για μας να διατηρήσουμε τις μνήμες μας», σημειώνει η καθηγήτρια Αϊσέ Λαχούρ Κιρντούνς στην αρχή του βιβλίου «Δυο φορές ξένος» του Μπρους Κλαρκ. Η Αϊσέ, παιδί μιας οικογένειας που έφτασε και αυτή στην Τουρκία από την Κρήτη, σε αυτό το προλογικό της σημείωμα γράφει:

«Εκείνοι οι πρώτοι πρόσφυγες πήραν μαζί τις αναμνήσεις τους, αναμνήσεις που έπρεπε να είχαν καταγραφεί χωρίς καθυστέρηση. Εχουν περάσει ογδόντα χρόνια και οι αναμνήσεις παλεύουν με κάτι άλλο, έτοιμο να παραποιηθεί. Αλλά το επίκεντρο της διήγησης κάθε πρόσφυγα παραμένει το ίδιο. Να γεννιέσαι σε ένα μέρος, να γερνάς σε ένα άλλο. Και να αισθάνεσαι ξένος και στα δύο μέρη».

Πριν ταξιδέψω στη Σμύρνη είχα την τύχη να συναντήσω στην Αθήνα τον ίδιο τον συγγραφέα του βιβλίου «Δυο φορές ξένος», τον Μπρους Κλαρκ. Πέτυχα δηλαδή τον Κλαρκ σε ένα από τα περάσματά του από την Ελλάδα και ο πανύψηλος ευγενής Αγγλος δέχτηκε να πιούμε τσάι- τελικά καφέ ήπιε- και να μου μιλήσει για την έρευνά του στα απέναντι παράλια. Δημοσιογράφος και ερευνητής στο περιοδικό «Εκόνομιστ», ο Κλαρκ θυμάται με πολλή αγάπη τις συναντήσεις του με τους τελευταίους Τουρκοκρητικούς της Σμύρνης.

«Οι περισσότεροι μιλούν τα κρητικά όπως τα πήραν μαζί τους το ΄24» μου είπε και για να είμαι ειλικρινής δεν τον πίστεψα. Πώς είναι δυνατόν άνθρωποι που έχουν φύγει πριν από έναν αιώνα από τον τόπο τους να μιλούν ή να έχουν μάθει στα παιδιά τους να μιλούν μια γλώσσα που δεν θα ακούσουν ποτέ σε ένα άλλο σπίτι. Και όμως ο Κλαρκ είχε δίκιο. Και τώρα ο Τζαζίμ στέκεται μπροστά μου για να το επιβεβαιώσει. Γι΄ αυτό και εγώ θα προσπαθήσω να μεταφέρω στο χαρτί τη γλώσσα του όπως ακριβώς την άκουσα να φτάνει, κοφτή και κελαηδιστή, στα αυτιά μου.



Γεια σου πατρίδα. Ιντα κάνεις;
Καλά είμαι, δεν με θωρείς;
Μια κουβέντα ποτέ δεν άκουσα από τον μπαμπά μου για την Κρήτη, απ΄ τη μάνα μου μόνο
Εγώ θωρώ ότι είσαι Κρητίκαρος!
Οφου παντέρμη Κρήτη. Ο πατέρας σου από πού ήταν;
Από το Ηράκλειο. Και πότε έφυγε;
Το ΄24. Πήρε ούλη τη φαμελιά και ήρθε. Διωγμένος.
Εσύ εδώ γεννήθηκες;
Εδώ. Το 34. Και η μάνα από την Κρήτη;
Από πού θες μωρέ να ΄τανε; Μουσουλμάνοι;
Ε τσα, μπράβο. Τούρκοι;
Κρητικοί. Η μάνα μου απόθανε το ΄94, ήταν 92 χρονών και τουρκικά δεν είχε μάθει!
Δεν ήθελε να μάθει;
Δεν μπόρεσε. Νερό, ψωμί, έλα. Τέσσερις πέντε λέξεις ήξερε όλες κι όλες.
Εσύ έμαθες πρώτα τουρκικά και μετά κρητικά;
Πρώτα ελληνικά. Υστερος πήγα σχολείο κι έμαθα και τα τούρκικα.
Στο σπίτι μιλάγατε μόνο κρητικά;
Μόνο. Στο σπίτι μας, η μάνα της, ο αδερφός της, όλοι κρητικά εμιλούσαν. Αλλά γίνεται κανείς να είναι Τούρκος και τούρκικα να μη μιλεί;
Πόσοι ήρθανε τότε από το Ηράκλειο;
Ηρθανε 50-60 φαμελιές. Με το παπόρι. Και τώρα ούλοι αποθάνανε όσοι ήρθαν από την Κρήτη και τα παιδιά μας ελληνικά δεν ξέρουνε.
Πόσα παιδιά έχεις;
Τρία κοπέλια. Κορίτσια δεν έχω. Και δεν μιλάνε κρητικά;
Οϊ, μόνο λίγες λέξεις. Τι σου ΄λεγε ο πατέρας σου για την Κρήτη;
Πράμα. Μια κουβέντα ποτέ δεν άκουσα από τον μπαμπά μου για την Κρήτη, απ΄ τη μάνα μου μόνο.
Η μάνα σου τι έλεγε;
Παντέρμη Κρήτη. Συχνά το θυμόταν και το ΄λεγε, παντέρμη Κρήτη.
Επέστρεψαν ποτέ στο νησί;
Ποτές. Εγώ μονάχα πήγα το ΄90. Πήγες στα χωριά των γονιών σου;
Είκοσι οκτώ μέρες γύρισα όλη την Κρήτη και πήγαμε και στην Αθήνα. Εχω στην Ελλάδα πολλούς γνωστούς. Και φίλους καλούς.
Οι δικοί σου γιατί δεν πήγανε ποτέ στην Κρήτη;

Ε, τότες που ανοίξανε οι πόρτες, τότες ήταν άρρωστοι ή αποθαμένοι.
Μαντινάδες ποιος σου ΄μαθε;
Η μάνα μου.
Η μάνα σου μου τα ΄πεμψε τα ρόδα στο μαντίλι και μου ΄δωκε παραγγελιά να σου φιλώ τα χείλη.
Της άρεσαν οι μαντινάδες, ε;
Ούλες τσ΄ αγάπαε. Αρρώστησε μια φορά και την επήγα στο γιατρό, και μόλις εγαήραμε μου είπε:
Πάρε γιατρέ τα γιατρικά και πήγαινε στη δουλειά σου τον πόνο που ΄χω στην καρδιά δε γράφουν τα χαρτιά σου.
Η αγαπημένη σου;
Η γυναίκα μου. Η αγαπημένη σου μαντινάδα εννοούσα.
Τσι αγάπης τα βουνά ψηλά Θεέ μου χαμήλωσέ τα να τα ιδώ τα μάτια της κι ύστερα ψήλωσέ τα.
Πώς σε ανάθρεψε η μάνα σου, τι σου ΄λεγε;
Μου έλεγε για το νησί. Εγώ την Κρήτη δεν την εκάτεχα και σαν παραμύθι μου φαινότανε.
Πώς ζούσαν τότε;
Ε, με όλα τα καλά. Πλούσιοι ήτανε τότες εδά στην Κρήτη.
Είχανε προβλήματα με τους χριστιανούς;
Πράμα. Σαν τα αδέρφια περνούσανε! Τζαμί και εκκλησία δίπλα δίπλα.
Ε, βεβαίως. Ε τσα. Εσύ Χριστό- εγώ Αλλάχ.
Εγώ Αλλάχ, εσύ Χριστό. Εκτός από τη γυναίκα σου με ποιον άλλο μιλάς τώρα κρητικά εδώ;
Με τη γυναίκα μου και με την πεθερά μου. Γιατί η πεθερά μου είναι 105 χρονών κι ακόμα ζει. Και τα μυαλά της σβούρα.
Ερχονται συχνά τα τελευταία χρόνια Ελληνες εδώ;
Ερχονται καμιά φορά από τη Χίο, απ΄ την Αθήνα, απ΄ την Κρήτη, απ΄ τη Σαλονίκη. Κάθε τόσο έρχονται.
Να πιούμε καμιά τσικουδιά τώρα;
Μόνο μια, γιατί δεν αγαπώ να πίνω τη μέρα.
Το βράδυ πίνεις;
Λίγο. Εχω μπλιο και την καρδιά μου. Επινα πολύ... και το μαγκάλι πύρωσε με τα πολλά κάρβουνα. Τα αποφάγαμε και τα κρέατα και τις τσικουδιές.
Τσικουδιά πού έβρισκες όλα αυτά τα χρόνια;
Μου πέμπανε οι φίλοι. Εχω στη Χίο και παντού φίλους.
Πόσο χρονών είσαι;
Πόσο με θωρείς; Εξήντα πέντε;
Οϊ μωρέ. Εβδομήντα έξι πατημένα! Μια χαρά είσαι, πατρίδα.
Ευχαριστώ. Αντε, φεύγω, γιατί στεναχωρήθηκα.
Γιάντα;Δεν θέλεις να θυμάσαι την Κρήτη;
Γιατί να θέλω;
... Εναν πόνο έχω στην καρδιά και δεν τον φανερώνω.
Τι έλεγες όλα αυτά τα χρόνια όταν σε ρωτάγανε. Τι είσαι, Τούρκος, Ελληνας;
Τουρκοκρητικός έλεγα. Θα ΄θελες να μην είχαν φύγει οι δικοί σου από την Κρήτη; Να είχες μεγαλώσει εκεί;
Αφού οι μεγάλοι μου θα ΄θελαν να ήταν εκεί, κι εγώ θα ΄θελα να ΄μουν εκεί.
Θέλω να βγω στον ουρανό να ιδώ ο Θεός πώς κρίνει α που αγαπήσει και χωριστεί ίντα κακό του δίνει.
Γεια σου, λεβέντη μου.
Γεια σου, αδέρφι. Της Κρήτης να δώσεις χαιρετίσματα.
Αγάπα με να σ΄ αγαπώ θέλε με να σε θέλω γιατί θε να ΄ρθει ένας καιρός να θες και να μη θέλω.

Στο σπίτι μας, η μάνα της, ο αδερφός της, όλοι κρητικά εμιλούσαν. Αλλά γίνεται κανείς να είναι Τούρκος και τούρκικα να μη μιλεί;
Πώς νιώθεις όταν σου αλλάζουν το επίθετο;
«Φύγαμε», «μας έδιωξαν», «έπρεπε να φύγουμε». Ετσι τελειώνουν οι κουβέντες με τους Τουρκοκρητικούς που συναντώ εδώ στη Σμύρνη. Το ίδιο θα σου πουν βέβαια και οι Ρωμιοί που άφησαν την Πόλη αλλά και την Ιμβρο και ήρθαν «κυνηγημένοι» να μείνουν στα παράλια.



Είναι παράξενο, αλλά η πόλη που έχει γνωρίσει την πιο μεγάλη καταστροφή έχει γίνει καταφύγιο για πολλούς διωγμένους.
Με την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία μετακινήθηκαν από τη Μικρά Ασία στην Ελλάδα 1.650.000 τούρκοι υπήκοοι ελληνικού ορθόδοξου θρησκεύματος, και από την Ελλάδα στην Τουρκία 670.000 έλληνες υπήκοοι μουσουλμανικού θρησκεύματος. Ο Θεός που προσκυνούσαν τότε ήταν το μοναδικό κριτήριο για την ανταλλαγή και όλα τα άλλα παραμερίστηκαν. Οι μουσουλμάνοι της Κρήτης ας πούμε μπορεί το 1913 να ζήτησαν να καταταγούν ως εθελοντές στον ελληνικό στρατό κατά τον Μακεδονικό Αγώνα και τον Ελληνοβουλγαρικό πόλεμο, αυτό όμως δεν τους έκανε Ελληνες. Πόσοι ήταν οι μουσουλμάνοι της Κρήτης τους τελευταίους δύο αιώνες αναρωτήθηκα ανακινώντας το θέμα των Τουρκοκρητικών, αλλά οι απαντήσεις που παίρνω δεν με διαφωτίζουν πάντα.

«Στα μέσα του 18ου αιώνα, η μεγάλη πλειονότητα των 260.000 κατοίκων της Κρήτης ήταν μουσουλμάνοι».

«Οταν ξέσπασε στην ηπειρωτική Ελλάδα η Επανάσταση του 1821, ο πληθυσμός της Κρήτης ήταν περίπου 290.000, από τους οποίους οι 160.000 ήταν μουσουλμάνοι και οι 130.000 ήταν χριστιανοί». «Στη διάρκεια της μάλλον ήπιας αιγυπτιακής κατοχής, οι χριστιανοί αυξήθηκαν και αποτέλεσαν την πλειονότητα. Το 1858 ήταν 220.000 χριστιανοί και 60.000 μουσουλμάνοι».

«Στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν 303.000 χριστιανοί και 34.000 μουσουλμάνοι, που με τη σειρά τους υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν το νησί το 1923, όταν άρχισε να ισχύει το πρόγραμμα ανταλλαγής πληθυσμών της Συνθήκης της Λωζάννης».

«Αθώοι και φταίχτες». Και μετά είναι και τα ερωτήματα που θέτει η Μάρω Δούκα (συγγραφέας εκτός των άλλων του βιβλίου «Αθώοι και φταίχτες», όπου πρωταγωνιστεί ένας τουρκοκρητικός δημοσιογράφος). Πώς χάθηκαν οι περιουσίες τους; Ποιοι τις πήραν.
Ποιοι πλούτισαν; Πού πήγε η τουρκική πολιτιστική κληρονομιά της Κρήτης;
Οπως επίσης κανείς δεν μπορεί να μου πει πόσοι από αυτούς που έφυγαν από την Κρήτη έφυγαν πονεμένοι και πόσοι ένιωθαν ότι επιστρέφουν στη μητέρα πατρίδα.

Πόσοι πήραν τα ατμόπλοια για τη Συρία, πόσοι για τον Λίβανο, πόσοι για την Τουρκία.
Πώς ένιωθαν όταν υποχρεωτικά άλλαζαν τα κρητικά τους επίθετα; Πώς έζησαν πίσω από τα νέα τους ονόματα;

ΠΗΓΗ: Τα Νέα

Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

Η λαλιά της Κρήτης | Μέρος 3ο



Ο γέρος κι αν ατζοπατεί κρυγιόρεμα τονε κρατεί

Νομίζω πως έχει ενδιαφέρον να ασχοληθούμε στο σημερινό δημοσίευμα, με τις λαϊκές ονομασίες των διαφόρων ασθενειών στην παλιά κρητική διάλεκτο, τότε που οι περισσότεροι, για να τις αντιμετωπίσουν, κατέφευγαν στους πρακτικούς γιατρούς, και πολύ συχνά σε διάφορα γιατροσόφια, αλλά και στις γνωστές γηθειές (αρχ। γοητείαι ).

Ας αρχίσουμε λοιπόν από τα κρυγιορέματα (κρυγιός + ρεύμα), όπως έλεγαν τους ρευματισμούς, από τους οποίους συχνά υποφέρουν οι ηλικιωμένοι, που θέλουν πολλές φορές να δείχνουν πως έχουν ακόμη δυνάμεις , αλλά μάταια αφού, όπως λέει και η παροιμία που αναφέραμε, οι πόνοι των αρθρώσεων τους επαναφέρουν στη σκληρή πραγματικότητα.

«Ο γέρος κι αν ατζοπατεί (κάνει πως χοροπηδά ) κρυγιόρεμα τονε κρατεί. Πότε πονεί η κουτάλα ντου (η ωμοπλάτη του), πότε ο κόκαλος (ο γοφός) και πότε τα νεφρά ντου».

Αλλά, όπως για τις περισσότερες αρρώστιες, είχαν και για τα ρεματικά (ρευματισμούς ), τη σχετική γηθειά.

« …Ω Παναγία μου και δεν εβρέθηκε κιανείς άθρωπος βαφτισμένος, μυρωμένος , τση μεγάλης Πέφτης να’χει αντίντερο(αντίδωρο) φαωμένο, να τα θερίσει, να τα φλοϊσει (φλογίσει, κάψει), στη μαδάρα να τα ξορίσει, σε πέτρα ριζιμιά, να φάνε και να πιούνε και να κατοικυριέψουνε κι απού το δούλο σου τούτο να μσέψουνε (να φύγουν».

Αν, τώρα οι ρευματισμοί, μόλις άκουγαν αυτά τα λόγια, αποχαιρετούσαν τον ασθενή κι έφευγαν «να κατοικυριέψουνε» στη μαδάρα, δεν μπορούμε να το ξέρουμε.

Άλλες ασθένειες που έχουν σχέση με μυοσκελετικά προβλήματα ήταν το λόστρεμα = εξάρθρωση, διάστρεμμα (λοστρεύγω < διαστρέφω και ξεσρταμπουλίζω), το στραβολαίμιασμα, ο πόνος στα κουτρούκια. «Επιαστήκανε τα κουτρούκια μου» (πιάστηκε ο αυχένας μου. Κουτρούκια ίσως από την κούτρα = κεφαλή). Όταν ο πόνος ήταν πολύ οξύς τον έλεγαν σουβλιά, από τη λέξη σουβλί ,ένα εργαλείο που είχαν οι τσαγκάρηδες, για να τρυπούν το σκληρό δέρμα. «Παναγία μου, μια σουβλιά που με κρατεί στη γ-κατίνα» (αισθάνομαι έντονο πόνο στην πλάτη). Όμως , όταν έλεγαν «πόνος με κρατεί», αναφέρονταν μόνο στον πόνο της κοιλιάς, που, όταν ήταν ξαφνικός και έντονος χρησιμοποιούσαν τη λέξη σφαγή. «Παρά να’ χεις τη σφαγή καλλιά να’ χεις το μ-πόνο». Είναι η αντίστοιχη της αρχ. παροιμίας «δυοίν κακοίν το μη χείρον βέλτιστον». Η κεφαλαργιά (κεφαλαλγία) ήταν ο πονοκέφαλος. Αλλά η φράση «το ψυχό μου πονεί» σήμαινε πως πονούσε το στομάχι. Ξενέφρισμα έλεγαν τον πόνο στα νεφρά από θλάση ή υπερδιάταση. «Μπορεί να ξενεφρίστηκε το κοπέλι για κειονά κλαίει». Τον ήκοψε πόντα (από το ιταλ. punta ) ή επόνθιασε έλεγαν για όποιον πάθαινε βαρύ κρυολόγημα και το συνηθισμένο φάρμακο ήταν οι κοφτές βεντόζες. Δηλαδή χάραζαν το δέρμα της πλάτης κι έπειτα με τις βεντούζες αφαιρούσαν το αίμα που έτρεχε. Οδυνηρός τρόπος αλλά πολύ αποτελεσματικός όπως έλεγαν. Τα συνώνυμα με τινάσσει, με συρριγώνει(αρχ. ριγόω-ώ) , μ’ έπιασε ρίγος , κεντώ(ιταλ. < incendiare =" καίω)" carbone =" άνθραξ)," risipola =" ερυσίπελας">βλοητός >βλοητό, ίσως κατ’ ευφημισμόν).

Αν τώρα το σπυρί είχε και πύο λεγόταν όμπιος ( <έμπυος> ) και κουφός, η φλεγμονή με διαπύηση του δαχτύλου κάτω από το νύχι. Δεν είχε βέβαια καμιά σχέση με την κώφωση, αλλά με το αρχ. κούφος = κοίλος. Η λούβα (αρχ. λώβη) ήταν η λέπρα και λουβιάρης ή μεσκίνης, ο λεπρός. «Αχι που να σε φέρουνε στη μεσκινιά μεσκίνη και να σου δίδου το νερό με μια οργιά σιτζίμι (σκοινί)».

Οι γνωστές μας μυρμηγκιές λέγονταν αγκουτσάκοι από τον αγκούτσακα (αγριαχλαδιά), ίσως, γιατί προεξέχουν πάνω στο δέρμα, όπως τ’ αγκάθια πάνω στα κλαδιά αυτού του δέντρου. Από τις παιδικές ασθένειες να θυμηθούμε την κατσίβερη , που την έλεγαν και λίνερη ή λίλερη κυρίως στη δυτική Κρήτη, από το μσν. ίλαρη < αρχ ιλαρά.

Για την επιληψία χρησιμοποιούσαν το επίθετο γλυκύ. «Τον ήπιασε το γλυκύ ντου». Η λέξη κατ’ ευφημισμόν, δηλαδή για να ξορκίσουν, όπως νόμιζαν το κακό, χρησιμοποιούσαν λέξεις με αντίθετη ή άλλη σημασία. Π.χ. Εύξεινος πόντος(αντί άξενος πόντος), οξαποδώ ή οξαποπά ( αντί διάβολος).

Για τις ενοχλήσεις του στομάχου, έχουμε το γνωστό ρήμα ανεγουλιώ ή ανεγουλιάζω ( < αναγούλα < ανά + λατ. gula = φάρυγγας ) και ανακερώνομαι, επειδή , όταν έχει κανείς τάση για εμετό κιτρινίζει σαν το κερί. Και «μ’ έπιασε μια νεκροψυχιά», δηλαδή σκοτοδίνη, τάση για λιποθυμία. Αλλά για τον πόνο στο στομάχι χρησιμοποιούσαν τη φράση « το ψυχό μου πονεί». Περισσότερο γνωστή είναι η φράση « του ’ρθε κόλπος» (έπαθε ανακοπή, πέθανε από ασθένεια της καρδιάς). Κόλπος από το ιταλ. colpo.

Στα μεσαιωνικά χρόνια η λέξη σήμαινε το χτύπημα και τον πόνο που προκαλούσε το χτύπημα, όπως παρατηρούμε στο στίχο « είτινος κόλπον έδιδε Ακρίτας ανδρειωμένος…». Αλλά τι σχέση μπορεί να έχουν οι πεταλούδες, με τις διαταραχές της όρασης; Ας το δούμε. Απ’ ότι ξέρω, στην Πεδιάδα, τις πεταλούδες, τις έλεγαν παπαδούλες. Όταν έβλεπαν λοιπόν μαύρα στίγματα, σαν μικρά έντομα, έλεγαν πως «παπαδουλίζουνε τα μάθια ντως». Πολλές φορές, όμως θεωρούσαν το γεγονός, αποτέλεσμα της πείνας. «Παπαδουλίζουνε τα μάθια μου απού τη μ-πείνα». Παπαδούλες έλεγαν και τα κομμάτια (σκελίδες) του ροδιού, ανάμεσα στις κίτρινες μεμβράνες στο εσωτερικό του. Η λέξη ίσως να έχει σχέση με την παπούλα (είδος οσπρίου), από το αρχ. πάππος = σπόρος. (Πβ. και τα παπούδια).

Το ορνιθοτυφλιάζω είχε τη σημασία του τυφλώνομαι, δε βλέπω κυρίως τη νύχτα όπως οι όρνιθες (οι κότες). Πίστευαν ακόμα πως πολλές αρρώστιες προέρχονταν από επίδραση δαιμονικών πλασμάτων. Αυτή η κακοποίηση ήταν η βιστιρά και το ρήμα βιστιρίζω (μσν. βιστιρίζω < ιταλ. investire = χτυπώ, επιτίθεμαι). Κι άλλοτε θεωρούσαν υπεύθυνη τη βασκανία (το φταρμό), όπως και σήμερα άλλωστε, ή τη γλωσσοφαγιά. Να θυμηθούμε και το καλικότριμμα, την πληγή που προκαλούν στα πόδια τα στενά παπούτσια. Η λέξη προέρχεται από το καλίκι + τρίμμα. Από το καλίκι έχουμε και το καλικώνω , αλλά και την καλίκωση. Το παπούτσι λοιπόν ήταν το καλίκι από το μσν.καλίγιον, υποκοριστικό του καλίγα ή καλίγη < λατ. caliga = υπόδημα.

Έτσι λοιπόν η γνωστή παροιμία « τον ψύλλο καλιγώνει», αναφέρεται στους πολύ έξυπνους ή τους πονηρούς , που καταφέρνουν τα πάντα. Λέξεις λησμονημένες κι άλλες που ανασαίνουν ακόμα. Και πίσω απ’ τις λέξεις αμέτρητος ο ανθρώπινος πόνος. Πόνος και φόβος που τον ξορκίζουμε καλύπτοντάς τον με τις φιλικές προσωπίδες των φράσεων και των ονομάτων. Ευώνυμος, Εύξεινος, Ευμενίδες…γλυκύ, βλοητό, αθός τση νιότης… Κι έτσι πορευόμαστε πάντα ανά τους αιώνες.

Πηγή:
Πατρίς

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Όχι άλλα χαράτσια στη μετακίνηση...


Η επιτροπή ενάντια στην ακρίβεια στο Ηράκλειο ξεκινάει καμπάνια ενάντια στο υπέρογκο κόστος μετακίνησης μέσα στην πόλη.

Για να κυκλοφορήσει ο Ηρακλειώτης στην πόλη με οποιοδήποτε μέσο, θέλει καθημερινά μία μικρή περιουσία:

Αστικά λεωφορεία, δημοτικά πάρκινγκ (με 4 ευρώ είσοδο), κλήσεις της δημοτικής αστυνομίας, βενζίνη (η πιο ακριβή στην Ελλάδα)

H πάγια αυτή κατάσταση επιδεινώνεται τώρα που οι μισθοί και οι συντάξεις εξαφανίζονται λόγω ΔΝΤ.

Για αυτό πρέπει όλοι να οργανωθούμε και να αντιδράσουμε!

ΑΝΤΕΧΕΤΕ ΝΑ ΠΛΗΡΩΝΕΤΕ ΤΟΣΟ ΑΚΡΙΒΗ ΒΕΝΖΙΝΗ;

(Η βενζίνη στο Ηράκλειο - και γενικότερα στην Κρήτη - βρίσκεται στα υψηλότερα επίπεδα της χώρας μας)

ΑΝΤΕΧΕΤΕ ΝΑ ΠΛΗΡΩΝΕΤΕ ΤΟΣΟ ΑΚΡΙΒΑ ΤΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΜΑΖΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ;

(Το κόστος του εισιτηρίου στο Ηράκλειο είναι 1.30€ ενώ το μέσο κόστος σε όλη την Ελλάδα είναι περίπου 0.80€ ενώ στην Αθήνα είναι 1.00€ και ισχύει παντού, για πολλές ώρες και για πολλές διαδρομές)

ΑΝΤΕΧΕΤΕ ΝΑ ΠΛΗΡΩΝΕΤΕ ΤΙΣ ΚΛΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ;

(Σε μια πόλη με ελάχιστους αν όχι ανύπαρκτους χώρους στάθμευσης και πανάκριβα δημοτικά και ιδιωτικά parking)



Επειδή δεν αντέχουμε όλα τα παραπάνω, ιδιαίτερα στην παρούσα περίοδο γενικότερης οικονομικής κρίσης, που περικόπτονται οι μισθοί και οι συντάξεις και που η ανεργία αυξάνεται συνεχώς, ζητούμε:

Την άμεση μείωση του κόστους των εισιτηρίων

Τη λήψη μέτρων για την μείωση της τιμής της βενζίνης

Δωρεάν δημοτικό parking

Δημιουργία περισσότερων χώρων στάθμευσης

Μαζί μπορούμε να το πετύχουμε και στο Ηράκλειο, όπως πετύχαμε τη δέσμευση του προέδρου των ΚΤΕΛ Ηρακλείου ότι δεν θα υπάρξουν αυξήσεις στην τιμή των εισιτηρίων για ενάμιση χρόνο, όπως πέτυχαν στη Θεσσαλονίκη την ακύρωση της αύξησης του εισιτηρίου και τη μείωση της τιμής του φυσικού αερίου, όπως πέτυχαν στην Αθήνα και στην υπόλοιπη Ελλάδα την επανεξέταση της πληρωμής των διοδίων.

Ας οργανωθούμε όλοι μαζί για να διεκδικήσουμε τα αυτονόητα!

Ενημερωθείτε για τη δράση της επιτροπής μας στο http://www.akribeia-stop.gr/index.php

email : akribeia.stop.ira@gmail.com
Τηλέφωνα επικοινωνίας Ηρακλείου: 6932255748 – 6936546600 – 6932523543

Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

Περί Ανάγνωσης ή Επιστολές Προς Έναν Αναγνώστη



Φωτογραφία της Έφης Ψιλάκη με τίτλο "Συντροφικότητα"

Ένα πορτοκαλί μισοφέγγαρο ανατέλει στο παράθυρό μου καθώς πέφτει η πάχνη της νύχτας που θα μουσκέψει τα ώριμα σύκα, τα σκληρά ακόμα σταφύλια και τον τάφο της λατρευτής μου γάτας...

"Ετοιμάζω τη βαλίτσα μου" μου γράφει από ένα σουηδικό νησί ο Θοδωρής Kαλλιφατίδης, ένας συγγραφέας που εκτιμώ πολύ (και όχι μόνο επειδή επέλεξε και κατάφερε να κάνει το μεγάλο άλμα να γράφει και σε άλλη από τη μητρική του γλώσσα και να γλυτώσει από τα τερτίπια και τα αδιέξοδα των πολύπαθων ελληνικών) για τον οποίο όμως, θα σου μιλήσω άλλη φορά. Όπως και για το θάνατο και τη βαλίτσα που μια ζωή ετοιμάζουμε ο καθένας με τα φτωχά του μέσα κι υπάρχοντα και τις εικασίες του για το πού θα μας πάει το τελευταίο ταξίδι.

H αγαπημένη γάτα δε με παρακολουθεί καθώς σου γράφω, τα γαλανά της μάτια δε θα ξανανοίξουν, η βαλίτσα παραμένει ανοιχτή και ήρθε η ώρα να κάνω κι εγώ το μικρό μου άλμα για να σε ξαναβρώ. Hταν μια πίκρα, μια οργή που με απαμάκρυνε από σένα για δυο μήνες.

-«Tί δεν υπάρχει για τον ήρωα;» ρωτούσε ο Eφές.

-«Έλεος» απαντούσαν τα κιζάνια που θα γίνονταν ζεϊμπέκοι, σου έγραφα πριν τρία χρόνια συστήνοντάς σου το ενημερωτικότατο νεοεκδοθέν βιβλίο «Oι Ζεϊμπέκοι Της Mικράς Aσίας» του Θωμά Kοροβίνη.

-"Tί δεν υπάρχει για τα ελληνικά"; "Mέλλον", σκεπτόμουν.

Xρειάστηκε να δανείσω το δικό μου αντίτυπο στο γιατρό του νησιού μας που το ψάχνει να το στείλει στον αδελφό του στην Kύπρο, μα δεν πρόκειται να το βρεί: Eχει ήδη αποσυρθεί από τα μεγάλα βιβλιοπωλεία γιατί τα ακριβά τους ράφια αδειάζουν και γεμίζουν με νέα βιβλία σα να ήταν μπακάλικα που πουλάν είδος αναλώσιμο με ημερομηνία λήξεως.

Aυτά είχα στο νου μου όταν σου μιλούσα γιά βιβλιοπωλεία άλλων εποχών. Διότι φέτος έκλεισαν και το παλιό μικρό μας της Mυκόνου μα και το άλλο του Kολωνακίου τα οποία είχανε πάντα όλα μου τα βιβλία κι όχι μόνο τα τελευταία επιτραπέζια και 'ευπώλητα' (όπως τα ονομάζουν ευφημιστικά). Kαι το ξεκαθαρίζω, δεν είμαι απ' αυτούς που υποψιάζονται ό,τι χαίρονται οι πολλοί κι ελπίζω να σου το έχω αποδείξει ως σήμερα. Mόνο που το ξέρω πως στη δική μας τη δουλειά (των συγγραφέων) και τη δική μας την απόλαυση (των αναγνωστών) τα πράγματα προχωρούν αργά, από στόμα σε στόμα και θέλουνε το χρόνο και το χώρο τους. O χρόνος για τον καλλιτέχνη είναι ελαστικός και το ίδιο οφείλει να είναι και ο χώρος.

Θέλει εύρος η πνευματική ζωή -και δεν το λέω μόνο μεταφορικά. Zούμε σε μια χώρα δίχως οργανωμένες βιβλιοθήκες· τα βιβλιοπωλεία οφείλουν να τις αντικαθιστούν. Kαι ανακάλυψα ότι αυτολογοκρινόμουν. Έχοντας ήδη αποφύγει να μιλήσω για πολλά, όπως, λόγου χάριν, τα εξαιρετικά ημερολόγια του Iωνα Δραγούμη που εκδόθηκαν πριν περίπου δέκα χρόνια (και δε θα τα βρεις παρά δεν ξέρω που), καταλαβαίνεις πως όταν έφτασα να αισθάνομαι πως δε θα βρεις ούτε αυτό που διάβασα χθες (και σήμερα ωρίμασε μέσα μου ώστε να θέλω να το κουβεντιάσουμε) πόσο άχρηστο μου φάνηκε αυτό που κάνω. Mάταιος κομπασμός ή χαμένος κόπος και η παλιά μου η αιώνια 'θλίψις πνεύματος'.

Ωστόσο, αν 'το φιρμάνι είναι του σουλτάνου, το βουνό είναι του ζεϊμπέκη' έλεγαν οι παλιοί πολεμιστές της Σμύρνης και του Aϊδινιού και απόψε το αποφάσισα πως δε θα πέσουμε αμαχητί. Kι αν είναι να χαθεί ο πόλεμος, εμείς θα έχουμε προσπαθήσει και θα γκρεμιστούμε από ψηλά.

Πολύ ψηλά, απ' τα βουνά της δυτικής Kρήτης κι απ' τα 'ριζά' τους από όπου μας έρχονται τα ριζίτικα που ζούνε και τραγουδιούνται ή απαγγέλονται αυτούσια κι αναλλοίωτα εδώ και πάνω από χίλια χρόνια -πριν από την ανάκτηση της Kρήτης από το Nικηφόρο Φωκά, το 961. "O Διγενής" από τότε "ψυχομαχεί κι η γη τόνε τρομάσσει", όπως αιώνες τώρα αναρωτιόμαστε

"πότε θα κάνει ξαστεριά...
να ζώνομουν σπαθί και να πιανα κοντάρι
να πρόβαινα στον Oμαλό, στη στράτα των Mουσούρω...

...να κάμω μάνες δίχως γιούς, γυναίκες δίχως άντρες,
να κάμω και μωρά παιδιά με δίχως τσι μανάδες",

ριζίτικο τόσο παλιό που το μιμείται ο λόγιος Mιχαήλ Γλυκάς όταν το 1156 γράφει:

"γονείς ατέκνους καθιστά, τέκνα χωρίς γονέων..."


Tα ριζίτικα ήταν τα παλιότερα· οι μαντινάδες της ανατολικής Kρήτης ήρθαν αργότερα, επί Eνετών μαζί με την ομοιοκαταληξία, όπως ήρθαν κι οι λόγιοι συγγραφείς που γράψανε σε μια δημοτική διάλεκτο που είναι ακόμα κατανοητή στον τόπο που πρωτογράφτηκε. Mπορεί οι Mουσούροι να μην υπάρχουν πια (μια από τις δώδεκα οικογένειες που φτάσανε στην Kρήτη με το Φωκά και βάλανε σε τόσους μπελάδες τους Eνετούς που τελικά χάνονται τα ίχνη τους διότι, όπως πολλοί ντόπιοι στους αιώνες, άλλαξαν το όνομα ή ακόμα και την πίστη τους) όμως το όνομα, η γλώσσα και η ποίηση μένει εδώ και μας δίνει κουράγιο.

Σου είπα, θα το παλέψουμε. Kι έχω την ευκαιρία, σαν όπλο, να κρατώ στα χέρια μου τη "Λαϊκότητα Της Kρητικής Λογοτεχνίας" του Mπάμπη Δερμιτζάκη, που, όπως λέει ο ίδιος ο συγγραφέας:

"Αυτό το βιβλίο και να θέλετε να το αγοράσετε, δεν υπάρχει στην αγορά. Δυστυχώς. Ευτυχώς το έχετε σε ηλεκτρονική μορφή".

Xάρη σ' αυτό, πέρασα όλη την ημέρα στη θάλασσα με την Eρωφίλη, την Aρετούσα τον ερωτοχτυπημένο Eρωτόκριτο τη Pοδάνθη και αλλους φίλους από τα παλιά. Πολύ παλιά, διότι αν δεν είσαι Kρητικός ίσως να μην τα θυμάσαι παρά αμυδρά, από το σχολείο όταν είχες προσπεράσει τη μαγεία τους μέσα στη φούρια των εξετάσεων και την εγωιστική αναισθησία της εφηβίας.

Ξαναβρήκα αυτούσια τα 'ώφου!' της Kρητικής μου θείας που έπαιζε βιολί, την άλλη θεία μου τη Mαρία τη δασκάλα που ζούσε στο Pέθυμνο σ' ένα στενό τόσο στενό, που νόμιζες πως το παράθυρο του απέναντι σπιτιού ήταν μέρος του δωματίου της κι οι εικόνες τους, η προφορά, το μπρίο καί τα θλιμμένα 'ώφου' τους ξαναήρθαν μαζί με τις ρίμες και τις ιστορίες καί τις μελαγχολίες τους από τα βάθη των αιώνων να με εξοπλίσουν και να με στηρίξουν στο δικό μου αγώνα.

Tο επίσημο ταξίδι αρχίζει με τον Λεονάρδο Δελλαπόρτα που γεννήθηκε γύρω στο 1350 και είναι ο πρώτος Kρητικός συγγραφέας που γνωρίζουμε. "M' αυτόν", λέει ο Δερμιτζάκης "αρχίζει μια σειρά συγγραφέων που, ξεκινώντας από τη δημοτική, θα καταλήξουν στο Κρητικό ιδίωμα." κι αναζητά τι υπήρχε πριν και αν "Η επαναστατική εποποιΐα των προηγούμενων διακοσίων χρόνων δεν γνώρισε άραγε τους ραψωδούς της;" Nαι, γνώρισε. Tα ανώνυμα ριζίτικα, βέβαια, το λέει πιο κάτω και σ' αυτά ακουμπάμε ακόμα κι ας τραγουδιώνται πια με μουσική κι όχι μόνο από άνδρες.

Kι από εκεί ξεκινώ, παίρνω κουράγιο, ξεχνάω τη βαλίτσα και χαίρομαι που το τελευταίο ταξίδι πάλι αναβάλλεται καθώς ανεβαίνει ψηλότερα στον ουρανό το λευκό, πια, μισό φεγγάρι και λέω είναι τύχη που ζούμε και που μεγαλώνουμε.

Διότι, έχω τη δύναμη πια να περπατήσω την Kρήτη, να προσπεράσω γελώντας το φανατικό μισογυνισμό τού αρχοντορωμαίου δικηγόρου Στέφανου Σαχλίκη, ο οποίος στα τέλη του 15ου αιώνα, έχοντας σπαταλήσει, ξαναφτιάξει και ξανασπαταλήσει την περιουσία του, κατέληξε στη φυλακή από όπου, με άγριο μένος κατά των γυναικών, συμβουλεύει τους νέους καί κυρίως τον 'κόπελλον' Φραντζισκή, γιο φίλου του. Πρέπει ο 'κόπελλος' λοιπόν να αποφεύγει τρία πράγματα: της νύχτας τα γυρίσματα, τα ζάρια αλλά, κυρίως, τις πολιτικές.

"...ο που πιστεύει πολιτικής χάνει καί την τιμή του". Διότι εκείνη "λέγει τον ομμάτια μου, ψυχή μου καί καρδιά μου, απαντοχή, ελπίδα μου, θάρρος παρηγοριά μου" μα "η πολιτική τον κόπελλον τον θέλει να γελάσει", να του πάρει όσα μπορεί "καί πριν να την αφήσει αυτός, άλλον γυρεύει νάβρη".

Πολιτική, βέβαια, τότε έλεγαν την πόρνη, δηλαδή, κατά Σαχλίκη, όλες μας, μα ακόμα κι αυτή η αλλαγή της έννοιας της λέξης έχει μια νοστιμιά που κάνει τα πορνογραφικά παραληρήματα του φυλακισμένου διασκεδαστικότατα. Kαι σύγχρονα γιατί μας μεταφέρουν στις μαντινάδες που ακούμε σήμερα σε δρόμους καί πανηγύρια. Πολιτικές είμαστε για κάποιους ίσως επειδή, σαν την Πανώρια του Xορτάτση, δεν ενδίδουμε και ενώ εκείνοι υμνούν

"ένα χιονάτο κούτελο, δυό μάτια ζαφειρένια,
δυό χείλη κατακοκκινα, δυό χέργια μαρμαρένια"

η αδιαφορία μας τους σπρώχνει να παραπονιούνται (με τον παραλογισμό του προσβεβλημένου):

"το γέλιο μου πικραίνει τη, θλίβει τη η χαρά μου..."

Aλλά, για άλλους τυχερότερους είμαστε Aρετούσες κι Eρωφίλες που θρηνούμε την αγάπη μας:

"Ώφου πρικύ μου ριζικό κι αντίδική μου μοίρα
τόσο γοργό με εκάμετε νύφη γιαμιά και χήρα",

αφού, όπως ξέρουμε όλοι,

"χωρίς αέρα το πουλί, χωρίς νερό το ψάρι
χωρίς αγάπη δε μπορεί κόρη και παλικάρι"

ή

"...κείνος, μάστορας καλός γιατ' ήταν του πολέμου,
μέρα και νύκτα δυνατό πόλεμον έδιδέ μου...
Κι ώρες γλυκύς μου φαίνετο, κι ώρες πρικύς περίσσια
κι ώρες στρατιώτης δυνατός, κι ώρες παιδάκιν ίσια...
Κι εδά που καλορίζικη παρ' άλλην εκρατούμου
και χίλιες έτασσα χαρές κι ανάπαψες του νου μου,
τόνε θωρώ, τον πίβουλο και την αγάπη αρχίζει
τη ψεύτικη..."

Tέτοια είναι η ιστορία μας. 'Aλλες υποφέρουν στα χέρια του κύρη τους που δε θέλει τον αγαπημένο τους και τις φυλακίζει σαν την Aρετούσα, άλλες σαν την άμοιρη Eλληνίδα Σουζάνα ερωτεύονται έναν Tούρκο Σαλή-Mπαχρή που δεν καταφέρνει να τις σώσει από τον ντροπιασμένο αδελφό που τις σφάζει κι ο Σαλή-Mπαχρής τους, σαν το Pωμαίο, μαχαιρώνεται κι ο ίδιος έτσι που στο τέλος τους θάβουν πλάι πλάι:

"Eκειά που θάψανε το νιό εβγήκε κυπαρίσσι
εκειά που θάψανε τη νιά εβγήκε καλαμιώνας.
Kαθε πρωί, κάθε βραδύ και κάθε νιό φεγγάρι,
έσκυφτεν ο κυπάρισσος κι εφίλειε το καλάμι.
Kάθε Σαββάτο, Kυριακή και κάθε μπαϊράμι
έσκυφτεν ο κυπάρισσος κι εφίλειε το καλάμι"

και τέτοια αγάπη συγκίνησε ακόμα και τον παπά που όταν το είδε τράβαγε τα γένεια του και φώναζε:

"Aμάν Aλλάχ, γειτόνοι μου, αμάν Aλλάχ παιδιά μου".

Tούρκος αγάς είναι που κλέβει καί τη Pοδάνθη μα αυτή δεν του δίνεται. Tον ξεγελά, τον σφάζει στο κρεβάτι, "βάζει τα ρούχα του Xουρσίτ, ζώνεται τ' άρματά του" κι ανεβαίνει στο βουνό όπου γίνεται ο Σπανομανώλης, ο πιο γενναίος πολεμιστής του Kαπετάν Kαζάνη και μόνο όταν σκοτώνεται στη μάχη ανακαλύπτουν πως ήταν γυναίκα.

Tα έργα είναι αμέτρητα. Aπό τα ποιμενικά που ο Σολωμός έβρισκε κωμικές τις υπερβολές τους όταν ο ερωτευμένος ανησυχούσε μήπως από το πάθος του πάρει φωτιά το δάσος, ως τα επικά και βέβαια, τον Eρωτόκριτο του Kορνάρου που ο Παλαμάς ενοχλημένος που δεν είχε πάρει τη θέση που του άξιζε έλεγε το 1907: "Nτροπή στο έθνος που ακόμη δεν κατάλαβε".

Nτροπή και σε μας σήμερα, όχι που δεν αναγνωρίσαμε επισήμως το ένα ή το άλλο, μα που αφηνόμαστε και δεν αντιδρούμε. Έργα σαν του Δερμιτζάκη ανοίγουν πόρτες. Kι οι πόρτες αυτές έχουν από πίσω κάστρα παλιά και δρόμους αναγεννησιακά χτισμένους, που ποτέ δε βλέπεις πού σε οδηγούν. Tο ένα βιβλίο μας πάει στο άλλο κι αυτή η "αλληλεγγύη πεθαμένων και ζωντανών" που έλεγε ο Σεφέρης είναι εντέλει η μόνη μας επανάσταση όταν έχουμε την τύχη να ζούμε σε καιρούς ή τόπους δίχως πόλεμο.

Διότι αν ξέρουμε πού ήμασταν μαντεύουμε πού πάμε και μόνο τότε και μόνον έτσι, η συνέχεια έπεται...

Γράφει η Χρονοπούλου Δάφνη

Σάββατο, 1 Μαΐου 2010

Πρωτομαγιάς εικόνες



Εικόνα 1η: Στον ουρανό της πόλης εμφανίστηκαν, τελικώς, τα ...χελιδόνια. Προς στιγμήν ...φοβήθηκα πως φέτος μας είχαν ...ξεχάσει ή απηυδισμένα με ότι βλέπουν σ’ αυτή τη δύσμοιρη πόλη αποφάσισαν να την ...παρακάμψουν!

Είναι λοιπόν μια ευχάριστη νότα που σπάζει τη μονοτονία των βάρβαρων θορύβων από τα λογής - λογής δίκυκλα και των λοιπών θορυβωδών οχημάτων. Σπαθίζουν τους αιθέρες με δύναμη και χάρη όταν πραγματοποιούν τους ταχύτατους ακροβατικούς ελιγμούς τους και χαίρεσαι να τα βλέπεις και ταυτόχρονα ν’ ακούς τις κραυγές, προφανώς, θριάμβου, όταν συναντούν την επίσης ιπτάμενη τροφή τους. Τα έντομα.

Φυσικά η παρουσία τους εμπλουτίζει και τον φτωχό φτερωτό πληθυσμό της πόλης που έχει μειωθεί στον κλασσικό ...Κοπρίτη*, τα Περιστέρια και στσοι ...Κοράκους! Που είναι οι μόνοι που χαίρονται με ότι βλέπουν γύρω τους, χωρίς όμως να ξεχνούν και να μας ...κράζουν!

Οι αριθμοί των χελιδονιών έχουν δυστυχώς μειωθεί και παραμένουν επικίνδυνα μικροί αφού ως γνωστόν λιγότερα πουλιά βρίσκουν το δρόμο της επιστροφής χρόνο με το χρόνο.

Αφορμή και πάλι ο άνθρωπος. Αυτό το σοφόμωρον τέρας που καταστρέφει ότι αγγίξει. Με τα φυτοφάρμακα από τη μιά αλλά και τη μανία του να καταστρέφει τις φωλιές τους από την άλλη, έστω κι αν είναι γνωστό ότι, το χελιδόνι επιστρέφει στη φωλιά του γενιά με γενιά! Κάτι σαν τον Οδυσσέα δηλ. στην Ιθάκη του. Δικαιολογία γι αυτή την αχαρακτήριστη τακτική;

Λόγοι ...καθαριότητος!

Και από ποιούς; Από εκείνους που χαίρονται, στην κυριολεξία, να ζουν πάνω στα σκουπίδια με τα οποία φροντίζουν να πνίγουν την πόλη τους ολόκληρο το χρόνο!

Εικόνα 2: Δεν έχομε δα και πολλά πάρκα και κανένα, δυστυχώς, άξιο λόγου. Εκείνο όμως που είναι περισσότερο επισκέψιμο από τους επισκέπτες του Ηρακλείου, τους λέμε και ...τουρίστες αν δεν κάνω λάθος αλλά και για καλύτερη ...αναγνώριση από τους ...αρμοδίους, είναι εκείνο του Θεοτοκόπουλου στο κέντρο της πόλης.

Προσέφερε λίγη σκιά για όσους από αυτούς ήθελαν να ξαποστάσουν, να φάνε ένα σάντουιτς ή ένα σουβλάκι και να γράψουν μια κάρτα για τους φίλους τους πίσω στην πατρίδα.

Σήμερα τους στερήσαμε κι αυτό το ελάχιστο. Οι ξυλοκόποι του Δήμου έχουν κατακρεουργήσει τα λιγοστά δέντρα του πάρκου σε σημείο που παρουσιάζουν εικόνα καταστροφής ύστερα από ...τυφώνα 5!

Έτσι στην πόλη μας έχομε μια, ίσως, παγκόσμια μοναδικότητα! ...Πάρκα δίχως δέντρα! Θα μου πουν οι...αρμόδιοι, πόσο κοινότοπη έχει καταντήσει αυτή η λέξη(!), ότι ...έπρεπε να ανανεωθούν! Bull shit! Απ’ ότι ξέρω έτσι ή κάπως έτσι κλαδεύουν τις ...ελιές για μεγαλύτερη παραγωγή!

Τα δέντρα του πάρκου έχουν άλλο σκοπό και τον σκοπό αυτό τον στέρησαν από τους ζωντανούς αλλά άλαλους οργανισμούς που «καλλώπιζαν» το πάρκο.

Δεν μπορούν πλέον να δώσουν σκιά στους ανθρώπους αλλ’ ούτε και να προσφέρουν ένα κατάλληλο κλαδί για να χτίσει τη φωλιά του ο Κοτσυφός, που μας έκανε τη χάρη να «μετακομίσει» στην πόλη ή και στη δεκοχτούρα που είδε τα μικρά της να κατακρεουργούνται από τις γάτες όταν ενέσκηψαν οι ξυλοκόποι στο πάρκο!

Η όλη λοιπόν επιχείρηση του κλαδέματος είχε κατά την γνώμη μου αλλά και πολλών συμπολιτών, έναν και μοναδικό σκοπό. Να μή βρίσκουν κλαδί να... κάτσουν τα πουλιά με την ενοχλητική συνήθεια να κουτσουλίζουν! Ήταν λοιπόν πολύ πιο εύκολη λύση το ανελέητο κλάδεμα που βλέπομε, από το να βάζαμε έναν εργάτη να καθαρίζει καθημερινώς το πάρκο, για να μην παραπονούνται οι περίοικοι για βρώμα και δυσωδία! Τώρα αν μερικοί από δαύτους κάνουν, ενσυνείδητα όμως, αλλά στο ...τετράγωνο, ότι και τα πουλιά, βρωμίζουν δηλ. το πάρκο, στοιβάζοντας, σε κάθε γωνιά του, τα σκουπίδια τους χωρίς ενδοιασμό ή δεύτερη σκέψη, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο κατά μια λαϊκή ρήση.

Δεν φτάνει βέβαια ότι στοιβάζουν τις σακούλες τους στις γωνιές του πάρκου, φροντίζουν και να τις σύρουν μέχρις εκεί, αφήνοντας πίσω τους στο πλακόστρωτο, μαύρους διαδρόμους λίπους και λαδιού! Ίσως για ενδόμυχα θέλουν να μοιάσουν με ...άσφαλτο κι όχι με γρανίτη που προφανώς ήθελε ο αρχιτέκτονας που το σχεδίασε!

Μήπως όμως πρέπει να ...κλαδέψομε και το άγαλμα του Ελ Γκρέκο;

Έχω ξαναγράψει ότι ο Μεγάλος Κρης θυμίζει ...Αφρικανό, με τις κουτσουλιές των περιστεριών στην κεφαλή του να τον ...μαυρίζουν. Είχα κάποτε παρακαλέσει να τον ...λυπηθούν και να βάλουν έναν άνθρωπο να ξεπλύνει τη βρωμιά από το άγαλμα του. Αλλά που να βρεθεί ...χρόνος και η χαμένη ευαισθησία μας!

Εξακολουθούν λοιπόν να πληθαίνουν οι κουτσουλιές στην κεφαλή του Θεοτοκόπουλου και να γίνονται και ...διάσημες, με τις φωτογραφίες των επισκεπτών, να ταξιδεύουν σ’ όλο τον κόσμο!

Τώρα αν αυτή η εγκατάλειψη ανάγεται στην ...τουριστική προβολή της πόλης ή στην οικονομία ...νερού; Θα σας γελάσω!

Σκηνή 3. Δεν είναι όμως μόνο η άθλια εικόνα των κατακρεουργημένων δέντρων που κάνουν αντιπαθητικό το πάρκο. Η μόνιμη πλέον «κατάληψή» του και η επίσης μόνιμη παρουσία εκεί, των ...«εργοδοτών» των αναρίθμητων ...Όλιβερ Τουίστ που «δουλεύουν» στο κέντρο της πόλης, δεν αφήνει πολλές προοπτικές για έναν ...κοινό θνητό να απολαύσει ότι έχει απομείνει εκεί.

Και ο νοών νοείτο.

Δεν σταματάει όμως εδώ η υποβάθμιση του κέντρου της πόλης.

Στην άλλη πλευρά της 25ης Αυγούστου, στην πλατεία Αγ. Τίτου, μια άλλη ομάδα ...υποδοχής ξένων, συμπληρώνει την εικόνα.

Εκτός από τις εναλλασσόμενες νεαρές ζητιάνες στην πόρτα του Ναού, μια ομάδα, μονίμως μεθυσμένων, ξένων ...συν-ευρωπαίων, καυγαδίζει, βρίζει και φυσικά ζητιανεύει, επί μονίμου βάσεως. Όχι για τον ...επιούσιον αλλά για την αναζήτηση της επόμενης μπύρας, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να σβήσουν την ασίγαστη δίψα τους για αλκοόλ!

Αλλά τί φταίμε εμείς και η γειτονική εκκλησία; Φαντάζομαι τίποτα!

Είμαι όμως περίεργος να μάθαινα πως άραγε αντιμετωπίζονται οι ...μετανάστες του είδους από τις χώρες προέλευσής τους.

Μήπως τους χορηγούν τα ...ναύλα τους προκειμένου να τους ...φορτώσουν σε μας;

Σκηνή 4. Και στο ανοιξιάτικο σκηνικό μπαίνουν οι παραλίες! Δεν έχω ιδέα ποιός τις εκμεταλλεύεται και ποιός καρπώνεται τα αλμυρά, φαντάζομαι, ενοίκια τους. Κάποιος Δήμος προφανώς. Την Κυριακή λοιπόν βρέθηκα στην παραλία της Αμνισσού. Από το Τομπρούκ μέχρι και τον Καρτερό πρέπει να είναι η μεγαλύτερη παραλία της πόλης. Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη από το πλήθος των λουομένων που εκμεταλλεύτηκαν τον ζεστό καιρό για ένα ανοιξιάτικο απόγεμα στη θάλασσα. Αλλά περπατώντας στην αμμουδιά ένοιωσα αηδία. Το σκουπίδι που βασίλευε παντού προξενούσε θλίψη και σε μένα τουλάχιστον, αγανάκτηση! Άραγε τόσο μεγάλη είναι η δαπάνη για ένα καλό καθαρισμό της παραλίας; Πως στο διάβολο θέλομε τουρισμό μ’ αυτό το χάλι;

Σκηνή 5. Μακριά από την ομάδα των «εργοδοτών» της, σ’ ένα πεζούλι του πάρκου Θεοτοκοπούλου, μια μικρούλα Ρομά κάθεται κρατώντας στο χέρι ένα κίτρινο λουλούδι ξυνίθρας. Το χαϊδεύει, του μιλά κι είναι τόση η ένταση των αισθημάτων της που κάνουν το πρόσωπό της να λάμπει και να μοιάζει να βρίσκεται κάπου μακριά. Φαντάζομαι δημιουργούσε στο μυαλό της έναν φανταστικό παραμυθένιο κόσμο όπως όλα τα παιδιά του κόσμου που μπορούν να ονειρεύονται είτε ζουν σε παλάτια είτε σ’ ένα τσιγγάνικο αντίσκηνο! Εικόνα αισιοδοξίας αλλά και προβληματισμού. Ποιοί μπορούν ατιμώρητα να στερούν από αυτά τα παιδιά την παιδεία, υποχρεωτική υποτίθεται στη χώρα μας και ποιός μπορεί και οφείλει, να διορθώσει την απαράδεκτη αυτή κατάσταση;

Ίσως σας κούρασα για άλλη μια φορά. Αλλά παρ’ όλες τις γκρίζες εικόνες που σας περιέγραψα, ...η Άνοιξη είναι εδώ!

Μην την αφήσετε να γίνει θύμα της κρίσης! ...Προϋπαντήστε την ...στην εξοχή όπως μας παραγγέλνει ο ποιητής!

* Ο Στέλιος Κ. Φραγκούλης είναι τυπογράφος