Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανθρώπινες αξίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανθρώπινες αξίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Μαΐου 2010

Aκούς να λένε στα χωριά...



Ήμουνα στα Αλάτσατα, ένα ωραίο χωριό μισή ώρα από τη Σμύρνη και παρατηρούσα ένα τζαμί που «προσπαθεί να γίνει μουσείο». Τώρα πώς ένα τζαμί «προσπαθεί να γίνει μουσείο» είναι μια μεγάλη ιστορία που θα σας τη διηγηθώ μια άλλη φορά. Παρατηρούσα πάντως τους σοβάδες να βγαίνουν και να φανερώνονται σιγά σιγά τα χρώματα των αγιογραφιών. Οι τούρκοι εργάτες δίπλα μου είχαν παραξενευτεί με το ενδιαφέρον μου. Ετρωγαν ψωμί, έπιναν τούρκις κόλα και μου χαμογελούσαν βλέποντας να καταγράφω με την κάμερα πότε τα πρόσωπά τους και πότε τα λόγια του Προφήτη Μωάμεθ. Οι ρήσεις γραμμένες με μαύρες και πράσινες μπογιές ήταν παντού γύρω πάνω στους πανύψηλους ασπρισμένους τοίχους. «Ελα, έλα στην πλατεία, ήρθε ο Τουρκοκρητικός».

Η φωνή που με διέκοψε ήρθε από έναν άνθρωπο που είχα γνωρίσει το ξημέρωμα της ίδιας μέρας στο πλοίο από τη Χίο. Ερχόταν και αυτός από την Αθήνα, μαζί με τη γυναίκα του όμως που ήθελε να αναζητήσει τις σμυρναίικες ρίζες της. Ρωτώντας λοιπόν είχε πέσει πάνω στον Τζαζίμ Ινάμ, μια εμβληματική φιγούρα που είχε χρισθεί ατύπως ως ο έλληνας πρεσβευτής στο χωριό. Οποιος Ελληνας δηλαδή αναζητεί εδώ τα προγονικά του, στον Τζαζίμ τον στέλνουν. Τον Τουρκοκρητικό των Αλάτσατων! Δύο έχουν απομείνει άλλωστε σε αυτή την περιοχή. «Αν είσαι τυχερός, θα τον συναντήσεις» μου είχαν πει. «Γιατί είναι και αυτός με τα φεγγάρια του. Καμιά φορά χάνεται και επιστρέφει ύστερα από μέρες». Χωρίς δεύτερη σκέψη λοιπόν παράτησα το τζαμί και τους εργάτες και έτρεξα προς τα καφενεία της πλατείας. Ο Τζαζίμ ήταν εκεί ανάμεσα σε μια παρέα Ελληνίδων που τον ρωτούσαν αν ξέρει πού είναι «το τάδε γεφυράκι» και «το χασάπικο του τάδε». Σημάδια που τους είχαν πει κάποτε οι δικοί τους ότι θα τους οδηγήσουν στα προγονικά τους.
Με τις συστάσεις σηκώθηκε ολόρθος.

Ντυμένος στα καφετιά των αγροτών, με μια μάλλινη φανέλα κατάσαρκα, όπως θυμάμαι να φοράνε όλοι οι γέροι τα καλοκαίρια στην Κρήτη. «Ιντα κάνεις» ήταν ο κοφτός χαιρετισμός του. Και το χέρι τανάλια, όχι της μαγκιάς, αλλά της αγάπης. «Πού θα τα πούμε» τον ρώτησα σαν ηλίθιος απαιτητικός δημοσιογράφος. «Ιντα να πούμε» μου απάντησε, αυστηρά και χαμογελαστά μαζί, συνεχίζοντας όρθιος να μου σφίγγει το χέρι. Σάστισα και προ σπάθησα να το ξεκινήσω αλλιώς. «Ε, κάτσε να πιούμε μια» του είπα, έτσι όπως έχω ακούσει πολλές φορές να μου λένε στα καφενεία της Κρήτης.
«Δυο φορές ξένος». «Είναι αργά για μας να διατηρήσουμε τις μνήμες μας», σημειώνει η καθηγήτρια Αϊσέ Λαχούρ Κιρντούνς στην αρχή του βιβλίου «Δυο φορές ξένος» του Μπρους Κλαρκ. Η Αϊσέ, παιδί μιας οικογένειας που έφτασε και αυτή στην Τουρκία από την Κρήτη, σε αυτό το προλογικό της σημείωμα γράφει:

«Εκείνοι οι πρώτοι πρόσφυγες πήραν μαζί τις αναμνήσεις τους, αναμνήσεις που έπρεπε να είχαν καταγραφεί χωρίς καθυστέρηση. Εχουν περάσει ογδόντα χρόνια και οι αναμνήσεις παλεύουν με κάτι άλλο, έτοιμο να παραποιηθεί. Αλλά το επίκεντρο της διήγησης κάθε πρόσφυγα παραμένει το ίδιο. Να γεννιέσαι σε ένα μέρος, να γερνάς σε ένα άλλο. Και να αισθάνεσαι ξένος και στα δύο μέρη».

Πριν ταξιδέψω στη Σμύρνη είχα την τύχη να συναντήσω στην Αθήνα τον ίδιο τον συγγραφέα του βιβλίου «Δυο φορές ξένος», τον Μπρους Κλαρκ. Πέτυχα δηλαδή τον Κλαρκ σε ένα από τα περάσματά του από την Ελλάδα και ο πανύψηλος ευγενής Αγγλος δέχτηκε να πιούμε τσάι- τελικά καφέ ήπιε- και να μου μιλήσει για την έρευνά του στα απέναντι παράλια. Δημοσιογράφος και ερευνητής στο περιοδικό «Εκόνομιστ», ο Κλαρκ θυμάται με πολλή αγάπη τις συναντήσεις του με τους τελευταίους Τουρκοκρητικούς της Σμύρνης.

«Οι περισσότεροι μιλούν τα κρητικά όπως τα πήραν μαζί τους το ΄24» μου είπε και για να είμαι ειλικρινής δεν τον πίστεψα. Πώς είναι δυνατόν άνθρωποι που έχουν φύγει πριν από έναν αιώνα από τον τόπο τους να μιλούν ή να έχουν μάθει στα παιδιά τους να μιλούν μια γλώσσα που δεν θα ακούσουν ποτέ σε ένα άλλο σπίτι. Και όμως ο Κλαρκ είχε δίκιο. Και τώρα ο Τζαζίμ στέκεται μπροστά μου για να το επιβεβαιώσει. Γι΄ αυτό και εγώ θα προσπαθήσω να μεταφέρω στο χαρτί τη γλώσσα του όπως ακριβώς την άκουσα να φτάνει, κοφτή και κελαηδιστή, στα αυτιά μου.



Γεια σου πατρίδα. Ιντα κάνεις;
Καλά είμαι, δεν με θωρείς;
Μια κουβέντα ποτέ δεν άκουσα από τον μπαμπά μου για την Κρήτη, απ΄ τη μάνα μου μόνο
Εγώ θωρώ ότι είσαι Κρητίκαρος!
Οφου παντέρμη Κρήτη. Ο πατέρας σου από πού ήταν;
Από το Ηράκλειο. Και πότε έφυγε;
Το ΄24. Πήρε ούλη τη φαμελιά και ήρθε. Διωγμένος.
Εσύ εδώ γεννήθηκες;
Εδώ. Το 34. Και η μάνα από την Κρήτη;
Από πού θες μωρέ να ΄τανε; Μουσουλμάνοι;
Ε τσα, μπράβο. Τούρκοι;
Κρητικοί. Η μάνα μου απόθανε το ΄94, ήταν 92 χρονών και τουρκικά δεν είχε μάθει!
Δεν ήθελε να μάθει;
Δεν μπόρεσε. Νερό, ψωμί, έλα. Τέσσερις πέντε λέξεις ήξερε όλες κι όλες.
Εσύ έμαθες πρώτα τουρκικά και μετά κρητικά;
Πρώτα ελληνικά. Υστερος πήγα σχολείο κι έμαθα και τα τούρκικα.
Στο σπίτι μιλάγατε μόνο κρητικά;
Μόνο. Στο σπίτι μας, η μάνα της, ο αδερφός της, όλοι κρητικά εμιλούσαν. Αλλά γίνεται κανείς να είναι Τούρκος και τούρκικα να μη μιλεί;
Πόσοι ήρθανε τότε από το Ηράκλειο;
Ηρθανε 50-60 φαμελιές. Με το παπόρι. Και τώρα ούλοι αποθάνανε όσοι ήρθαν από την Κρήτη και τα παιδιά μας ελληνικά δεν ξέρουνε.
Πόσα παιδιά έχεις;
Τρία κοπέλια. Κορίτσια δεν έχω. Και δεν μιλάνε κρητικά;
Οϊ, μόνο λίγες λέξεις. Τι σου ΄λεγε ο πατέρας σου για την Κρήτη;
Πράμα. Μια κουβέντα ποτέ δεν άκουσα από τον μπαμπά μου για την Κρήτη, απ΄ τη μάνα μου μόνο.
Η μάνα σου τι έλεγε;
Παντέρμη Κρήτη. Συχνά το θυμόταν και το ΄λεγε, παντέρμη Κρήτη.
Επέστρεψαν ποτέ στο νησί;
Ποτές. Εγώ μονάχα πήγα το ΄90. Πήγες στα χωριά των γονιών σου;
Είκοσι οκτώ μέρες γύρισα όλη την Κρήτη και πήγαμε και στην Αθήνα. Εχω στην Ελλάδα πολλούς γνωστούς. Και φίλους καλούς.
Οι δικοί σου γιατί δεν πήγανε ποτέ στην Κρήτη;

Ε, τότες που ανοίξανε οι πόρτες, τότες ήταν άρρωστοι ή αποθαμένοι.
Μαντινάδες ποιος σου ΄μαθε;
Η μάνα μου.
Η μάνα σου μου τα ΄πεμψε τα ρόδα στο μαντίλι και μου ΄δωκε παραγγελιά να σου φιλώ τα χείλη.
Της άρεσαν οι μαντινάδες, ε;
Ούλες τσ΄ αγάπαε. Αρρώστησε μια φορά και την επήγα στο γιατρό, και μόλις εγαήραμε μου είπε:
Πάρε γιατρέ τα γιατρικά και πήγαινε στη δουλειά σου τον πόνο που ΄χω στην καρδιά δε γράφουν τα χαρτιά σου.
Η αγαπημένη σου;
Η γυναίκα μου. Η αγαπημένη σου μαντινάδα εννοούσα.
Τσι αγάπης τα βουνά ψηλά Θεέ μου χαμήλωσέ τα να τα ιδώ τα μάτια της κι ύστερα ψήλωσέ τα.
Πώς σε ανάθρεψε η μάνα σου, τι σου ΄λεγε;
Μου έλεγε για το νησί. Εγώ την Κρήτη δεν την εκάτεχα και σαν παραμύθι μου φαινότανε.
Πώς ζούσαν τότε;
Ε, με όλα τα καλά. Πλούσιοι ήτανε τότες εδά στην Κρήτη.
Είχανε προβλήματα με τους χριστιανούς;
Πράμα. Σαν τα αδέρφια περνούσανε! Τζαμί και εκκλησία δίπλα δίπλα.
Ε, βεβαίως. Ε τσα. Εσύ Χριστό- εγώ Αλλάχ.
Εγώ Αλλάχ, εσύ Χριστό. Εκτός από τη γυναίκα σου με ποιον άλλο μιλάς τώρα κρητικά εδώ;
Με τη γυναίκα μου και με την πεθερά μου. Γιατί η πεθερά μου είναι 105 χρονών κι ακόμα ζει. Και τα μυαλά της σβούρα.
Ερχονται συχνά τα τελευταία χρόνια Ελληνες εδώ;
Ερχονται καμιά φορά από τη Χίο, απ΄ την Αθήνα, απ΄ την Κρήτη, απ΄ τη Σαλονίκη. Κάθε τόσο έρχονται.
Να πιούμε καμιά τσικουδιά τώρα;
Μόνο μια, γιατί δεν αγαπώ να πίνω τη μέρα.
Το βράδυ πίνεις;
Λίγο. Εχω μπλιο και την καρδιά μου. Επινα πολύ... και το μαγκάλι πύρωσε με τα πολλά κάρβουνα. Τα αποφάγαμε και τα κρέατα και τις τσικουδιές.
Τσικουδιά πού έβρισκες όλα αυτά τα χρόνια;
Μου πέμπανε οι φίλοι. Εχω στη Χίο και παντού φίλους.
Πόσο χρονών είσαι;
Πόσο με θωρείς; Εξήντα πέντε;
Οϊ μωρέ. Εβδομήντα έξι πατημένα! Μια χαρά είσαι, πατρίδα.
Ευχαριστώ. Αντε, φεύγω, γιατί στεναχωρήθηκα.
Γιάντα;Δεν θέλεις να θυμάσαι την Κρήτη;
Γιατί να θέλω;
... Εναν πόνο έχω στην καρδιά και δεν τον φανερώνω.
Τι έλεγες όλα αυτά τα χρόνια όταν σε ρωτάγανε. Τι είσαι, Τούρκος, Ελληνας;
Τουρκοκρητικός έλεγα. Θα ΄θελες να μην είχαν φύγει οι δικοί σου από την Κρήτη; Να είχες μεγαλώσει εκεί;
Αφού οι μεγάλοι μου θα ΄θελαν να ήταν εκεί, κι εγώ θα ΄θελα να ΄μουν εκεί.
Θέλω να βγω στον ουρανό να ιδώ ο Θεός πώς κρίνει α που αγαπήσει και χωριστεί ίντα κακό του δίνει.
Γεια σου, λεβέντη μου.
Γεια σου, αδέρφι. Της Κρήτης να δώσεις χαιρετίσματα.
Αγάπα με να σ΄ αγαπώ θέλε με να σε θέλω γιατί θε να ΄ρθει ένας καιρός να θες και να μη θέλω.

Στο σπίτι μας, η μάνα της, ο αδερφός της, όλοι κρητικά εμιλούσαν. Αλλά γίνεται κανείς να είναι Τούρκος και τούρκικα να μη μιλεί;
Πώς νιώθεις όταν σου αλλάζουν το επίθετο;
«Φύγαμε», «μας έδιωξαν», «έπρεπε να φύγουμε». Ετσι τελειώνουν οι κουβέντες με τους Τουρκοκρητικούς που συναντώ εδώ στη Σμύρνη. Το ίδιο θα σου πουν βέβαια και οι Ρωμιοί που άφησαν την Πόλη αλλά και την Ιμβρο και ήρθαν «κυνηγημένοι» να μείνουν στα παράλια.



Είναι παράξενο, αλλά η πόλη που έχει γνωρίσει την πιο μεγάλη καταστροφή έχει γίνει καταφύγιο για πολλούς διωγμένους.
Με την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία μετακινήθηκαν από τη Μικρά Ασία στην Ελλάδα 1.650.000 τούρκοι υπήκοοι ελληνικού ορθόδοξου θρησκεύματος, και από την Ελλάδα στην Τουρκία 670.000 έλληνες υπήκοοι μουσουλμανικού θρησκεύματος. Ο Θεός που προσκυνούσαν τότε ήταν το μοναδικό κριτήριο για την ανταλλαγή και όλα τα άλλα παραμερίστηκαν. Οι μουσουλμάνοι της Κρήτης ας πούμε μπορεί το 1913 να ζήτησαν να καταταγούν ως εθελοντές στον ελληνικό στρατό κατά τον Μακεδονικό Αγώνα και τον Ελληνοβουλγαρικό πόλεμο, αυτό όμως δεν τους έκανε Ελληνες. Πόσοι ήταν οι μουσουλμάνοι της Κρήτης τους τελευταίους δύο αιώνες αναρωτήθηκα ανακινώντας το θέμα των Τουρκοκρητικών, αλλά οι απαντήσεις που παίρνω δεν με διαφωτίζουν πάντα.

«Στα μέσα του 18ου αιώνα, η μεγάλη πλειονότητα των 260.000 κατοίκων της Κρήτης ήταν μουσουλμάνοι».

«Οταν ξέσπασε στην ηπειρωτική Ελλάδα η Επανάσταση του 1821, ο πληθυσμός της Κρήτης ήταν περίπου 290.000, από τους οποίους οι 160.000 ήταν μουσουλμάνοι και οι 130.000 ήταν χριστιανοί». «Στη διάρκεια της μάλλον ήπιας αιγυπτιακής κατοχής, οι χριστιανοί αυξήθηκαν και αποτέλεσαν την πλειονότητα. Το 1858 ήταν 220.000 χριστιανοί και 60.000 μουσουλμάνοι».

«Στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν 303.000 χριστιανοί και 34.000 μουσουλμάνοι, που με τη σειρά τους υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν το νησί το 1923, όταν άρχισε να ισχύει το πρόγραμμα ανταλλαγής πληθυσμών της Συνθήκης της Λωζάννης».

«Αθώοι και φταίχτες». Και μετά είναι και τα ερωτήματα που θέτει η Μάρω Δούκα (συγγραφέας εκτός των άλλων του βιβλίου «Αθώοι και φταίχτες», όπου πρωταγωνιστεί ένας τουρκοκρητικός δημοσιογράφος). Πώς χάθηκαν οι περιουσίες τους; Ποιοι τις πήραν.
Ποιοι πλούτισαν; Πού πήγε η τουρκική πολιτιστική κληρονομιά της Κρήτης;
Οπως επίσης κανείς δεν μπορεί να μου πει πόσοι από αυτούς που έφυγαν από την Κρήτη έφυγαν πονεμένοι και πόσοι ένιωθαν ότι επιστρέφουν στη μητέρα πατρίδα.

Πόσοι πήραν τα ατμόπλοια για τη Συρία, πόσοι για τον Λίβανο, πόσοι για την Τουρκία.
Πώς ένιωθαν όταν υποχρεωτικά άλλαζαν τα κρητικά τους επίθετα; Πώς έζησαν πίσω από τα νέα τους ονόματα;

ΠΗΓΗ: Τα Νέα

Τρίτη 16 Μαρτίου 2010

Το παραμύθι με το σκιάχτρο



Φωτογραφίζω τα σκιάχτρα με συμπάθεια. Και για τα ίδια και για τους ανθρώπους που τα φτιάχνουν. Και για τα πουλιά που άλλοτε ξεγελιούνται κι άλλοτε όχι. Με συμπάθεια και κατανόηση. Χιλιάδες χρόνια πριν κάποιος μακρινός πρόγονος μπλεγμένος στο παιγνίδι του ανταγωνισμού των όντων σκέφτηκε ότι πρέπει να κοροϊδέψει τα πουλιά.
Συμπαθώ τα σκιάχτρα. Προσπαθώ να μαντέψω τα μυστικά τους, να συμμεριστώ την οδύνη τους. Χορταίνουν το λιοπύρι και παίζουν με το χρόνο φορώντας κουρελιασμένα ρούχα. Μερικές φορές έρχεται κι ο άνεμος για να παίξει μαζί τους, μερικές φορές αντιστέκονται, κι είναι τότε που τα αναρριχητικά φυτά σκαρφαλώνουν στα άδεια κορμιά τους.

Κάποτε στον κόσμο των παραμυθιών μπορεί ένα σκιάχτρο να ζωντανέψει, να αρχίσει να κουνά τα ισχνά μέλη του, κάποτε… Θυμάμαι ακόμη έναν παλιό παραμυθά. Τον είχα ακούσει ένα προχωρημένο απόγευμα, λίγο πριν νυχτώσει, στα παιδικά μου χρόνια. Έλεγε μια ιστορία για μια βασιλοπούλα· δεν θυμάμαι το παραμύθι. Όταν τέλειωσε, κοίταξε κάπου στο βάθος, είδε ένα άδειο ρούχο να κρέμεται και να πηγαίνει πέρα – δώθε στο φύσημα του ανέμου. Αυτό ήταν.
Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα σας. Κι άρχισε να λέει για ένα σκιάχτρο στο μποστάνι, σε χρόνο μακρινό κι απροσδιόριστο.
Μια φορά κι έναν καιρό. Το μποστάνι είχε απ’ όλα τα καλά. Πεπόνια, καρπούζια, κηπικά· παράδεισος. Πουλί πετούμενο δεν πλησίαζε. Και μια μέρα φάνηκε στο χωριό μια γριούλα με κουρελιασμένα ρούχα. Κλαδάκια από φασολιές κρέμονταν στα μανίκια της κι ένα καπέλο, δηλαδή τι καπέλο – πάτος από ένα σαπισμένο παλιό καλάθι ήταν, σκέπαζε το κεφάλι της. Δίπλα στα χέρια της κρεμόταν ένα παλιό ξεραμένο καλάμι. Και κρατούσε μιαν αρμαθιά με άδεια κουτάκια, τσίγκινα.
- Να σαν αυτά που κρατά το σκιάχτρο και χτυπούν όταν φυσά ο άνεμος.
Ήταν το σκιάχτρο που είχε γίνει άνθρωπος.


Ποτέ δεν κατάλαβα αν ήταν παραμύθι ή επινόηση της στιγμής. Είχε πετύχει όμως το σκοπό του. Σε μια γωνιά του δρόμου είμασταν καθισμένα πέντε – έξι παιδιά. Καθώς τον ακούγαμε φέρναμε στο νου μας όλα τα σκιάχτρα που είχαμε δει μέχρι τότε, προσπαθώντας να εντάξομε στο δικό μας χώρο και χρόνο το παραμύθι. Δε μπορεί, με κάποιο θα μοιάζει…
Δεν έμοιαζε με κανένα. Κάθε που πλησίαζα σε μια γνώριμη εικόνα ο παραμυθάς λες και το καταλάβαινε. Έβαζε κάτι καινούργιο στο παραμύθι και μου χαλούσε την εικόνα. Στο τέλος έβαλε κι ένα παράξενο φυτό να έχει φυτρώσει κάπου εκεί δίπλα. Έκανε φρούτα ροδοκόκκινα σαν το βερίκοκο, μεγάλα σαν καρπούζι και νόστιμα σαν όλα τα φρούτα μαζί. Άντε τώρα να καταλάβεις. Αυτό το φρούτο δεν το δοκίμασα ποτέ. Και πολύ φοβάμαι πως δεν θα το δοκιμάσω.
Παρακολουθώ από τότε τη γριούλα να περιφέρεται σαν αερικό στους δρόμους του χωριού και να κλείνουν οι πόρτες. Ακούγονται ακόμη σαν απόηχος μιας αδιερεύνητης μαγείας οι τρομαγμένες φωνές των παιδιών. Κανείς δεν την ανοίγει την πόρτα. Ποιος μπορεί να αντέξει ένα τέτοιο θέαμα;
Δεν ξέρω γιατί δεν μπορώ να φανταστώ τη γριά, δηλαδή το σκιάχτρο που ζωντάνεψε κι έγινε γριά, να καταλαγιάζει σε μια γωνιά. Ίσως επειδή κι εγώ, τώρα μεγάλος, αμφιβάλλω αν θα μπορούσα να τη δεχτώ, να την πάρω από τον κόσμο των φόβητρων και να την εντάξω στον κόσμο αυτών που φοβούνται, δηλαδή των ανθρώπων. Τελικά νομίζω πως οι άνθρωποι επινόησαν το σκιάχτρο με βάση την αρχή της ομοιότητας: Αφού φοβούνται οι ίδιοι θα φοβούνται και τα πουλιά.
Όσο κι αν οι άνθρωποι σήμερα γίνονται όλο και συχνότερα σκιάχτρα του άλλου εαυτού τους, δεν μπορώ να φανταστώ τη γριά του παραμυθιού να κάθεται σε τραπέζι, να πίνει καφέ δίπλα στους κανονικούς ανθρώπους. Αρκούμαι να παρακολουθώ το παραμύθι, να βλέπω τους πιο ψύχραιμους να ψάχνουν τρόπο να ξορκίσουν το κακό, τα μεγαλύτερα παιδιά να αρχίζουν πρώτα να πετροβολούν, τον παραμυθά να κάνει χειρονομίες – σα να πετά κι ο ίδιος πέτρες. Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω γιατί να είναι τόσο κακό η μεταμόρφωση ενός σκιάχτρου.
Ο παραμυθάς, που ήξερε τι σκεφτόμουν, τι σκεφτόμασταν όλοι, συνεχίζει. Κι όσο τα απορημένα μάτια μας τον κοιτάζουν, τόσο ζωντανεύει το λόγο του. Όταν μιλά για πετροβόλημα σκύβει και παίρνει μια πέτρα. Κι εγώ στοιχηματίζω αν ξεχαστεί και την πετάξει συνεπαρμένος από το λόγο του. Ο παραμυθάς μοιάζει πια με αλλοπαρμένο θεατρίνο που γοητεύεται από την αντίδραση του κοινού του. Οι διάλογοι ζωντανοί, οι χειρονομίες, τα χέρια που ανεβοκατεβαίνουν, ο λόγος, ο μύθος.

Το παραμύθι σταματά απότομα το ταξίδι μου:
Αφού είδε κι απόειδε η γριά έγινε πάλι σκιάχτρο. Διωγμένο από τους ανθρώπους ξαναπήγε στο περβόλι, οι φασολιές ξαναφύτρωσαν στη γη. Το φυτό με τα μεγάλα φρούτα, ροδοκόκκινα σαν βερίκοκο, ήταν εκεί. Μόνο που τώρα ήρθε η σειρά των άλλων σκιάχτρων να ξεσηκωθούν για να διώξουν τον άνθρωπο.
Πέρασαν χρόνια, λοιπόν, από τότε. Ακόμη και σήμερα όταν βλέπω σκιάχτρο προσπαθώ να μαντέψω αν είναι αληθινό ή αν είναι η γριά του παραμυθιού, εκείνη που προκαλούσε φόβο στους ανθρώπους και αισθήματα απέχθειας στα άλλα σκιάχτρα. Είναι αληθινά σκιάχτρα ή μήπως είναι ο φόβος που παίρνει ζωή και σχήμα; Τα φτιάχνομε επειδή φοβούμαστε τα πουλιά. Κι ύστερα τα βλέπουν τα πουλιά και φοβούνται με τη σειρά τους. Ο ένας φόβος φέρνει τον άλλο.
Το αιώνιο παιγνίδι της φύσης. Ο ανταγωνισμός. Η μάχη για την τροφή.
Η αιώνια γοητεία του προφορικού πολιτισμού. Της ανθρώπινης ευρηματικότητας. Και του παραμυθιού. Εκείνος ο παλιός παραμυθάς τα έλεγε όμορφα, έλεγε πως το σκιάχτρο γίνεται άνθρωπος. Σκέφτομαι, λοιπόν, πως το σκιάχτρο του παραμυθιού γίνεται άνθρωπος για να επιστρέψει πίσω το φόβο. Και προκαλεί φόβο στους ίδιους που το είχαν φτιάξει. Ένα παιγνίδι που δεν έχει τέλος.
Κι αν δεν είναι παραμύθι, τι πειράζει; Ο παλιός παραμυθάς ήξερε να δένει το λόγο, να ταξιδεύει με το νου, να παίρνει κι εμάς στα ταξίδια του.
Δεν θυμάμαι το τέλος. Ίσως και να μην είχε τέλος. Όταν έβλεπε ο παραμυθάς πως είχε κουραστεί το ακροατήριο, έκοβε την κουβέντα στη μέση:

- Αύριο το υπόλοιπο.

Τώρα το παραμύθι έχει τελειώσει. Τον παραμυθά έχω χρόνια να τον δω. Το δικό μας αύριο δεν έχει τέτοια παραμύθια.
Και τα σκιάχτρα λιγοστεύουν.

Έγραψε ο Νίκος Ψιλάκης

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

Ταυτότητα από τσιγαροκούτι…



Είναι από τις πιο συγκινητικές ιστορίες που έχω ακούσει… Αφηγητής ο εξαίρετος λόγιος, συνταξιούχος κτηνίατρος σήμερα, κ. Γιάννης Καραβαλάκης, γεννημένος και μεγαλωμένος στο Οροπέδιο Λασιθίου.

Κάπου στα 1945, στο Ψυχρό.

Στον αστυνομικό σταθμό υπηρετούσε ως σταθμάρχης ο Ευάγγελος Ζώγας. Δεν ήταν Κρητικός, αλλά είχε υπηρετήσει στο Οροπέδιο για αρκετά χρόνια – εκεί είχε ζήσει και κατά την περίοδο της ναζιστικής κατοχής. Δύσκολες εποχές, ο τόπος μόλις βγαλμένος από την περιπέτεια του πολέμου, το Λασίθι θρηνούσε ακόμη θύματα. Το φαινόμενο της αγροτικής εξόδου δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί και το Οροπέδιο κρατούσε καλά· ήταν αληθινό περιβόλι καθώς οι χιλιάδες ανεμόμυλοί του είχαν προσφέρει άφθονο νερό χωρίς ενεργειακό κόστος. Η εικόνα των χωριών ήταν διαφορετική από αυτήν που ξέρομε σήμερα. Η πλειοψηφία των ανθρώπων ήταν νέοι και τα σχολεία έσφυζαν από ζωή.

Ο σταθμάρχης της Αστυνομίας ήξερε να ψάλλει καθώς γνώριζε πολύ καλά τη βυζαντινή μουσική και τη σημειολογία της. Αποφάσισε, λοιπόν, να μαζεύει τα παιδιά του χωριού στο γραφείο του κάθε απόγευμα και να τα διδάσκει. Ανάμεσα στους μαθητές ήταν και ο κ. Καραβαλάκης, παιδί κι εκείνος με έφεση στα γράμματα. Σήμερα θυμάται με συγκίνηση και τον σταθμάρχη Ζώγα και τη διδασκαλία της βυζαντινής μουσικής, σημαντικό γεγονός για τους ανθρώπους μιας αγροτικής κοινότητας στην οποία σπάνιζαν τέτοιες ευκαιρίες. Άλλωστε, σε όλη την Κρήτη οι άνθρωποι προσπαθούσαν να μάθουν στα παιδιά τους γράμματα θεωρώντας την εκπαίδευση σαν μοναδικό δίαυλο που θα τους οδηγούσε σε μια καλύτερη ζωή. Ωστόσο, οι ευκαιρίες για σπουδή και μάθηση ήταν αρκετά περιορισμένες.

Στα χωριά λειτουργούσαν μόνο δημοτικά σχολεία. Κι αν ήθελε να φοιτήσει κανείς σε γυμνάσιο γνώριζε καλά πως έπρεπε να ξενιτευτεί από τα 12 χρόνια του. Ειδικά τα παιδιά από το Οροπέδιο έπρεπε να περπατούν για πολλές ώρες μέχρι να φτάσουν στο Γυμνάσιο Καστελίου, στην Πεδιάδα, περνώντας ολόκληρο τον ορεινό όγκο της Δίκτης.
Κάποιο βράδυ λοιπόν, την ώρα του μαθήματος της βυζαντινής μουσικής, εμφανίζεται στον αστυνομικό σταθμό ένας νέος άνδρας. Οι περισσότεροι στο Οροπέδιο τον ήξεραν ως πολυτεχνίτη, αφού ήξερε να επισκευάζει ομπρέλες και ποδήλατα, παρά το ότι η φύση του είχε στερήσει τη δυνατότητα της ομιλίας. Ήταν κωφάλαλος. Τον έλεγαν Φραγκίσκο – Φραγκιό στο κρητικό γλωσσικό ιδίωμα. Όλοι όμως τον ήξεραν με το όνομα «Βουβός». Η μειονεξία είχε γίνει ταυτότητα – η αδυναμία του να μιλήσει ήταν το χαρακτηριστικό που τον διαφοροποιούσε από τους άλλους.

Ο Φραγκίσκος είχε γεννηθεί και ζούσε στο Κάτω Μετόχι και καταγόταν από την οικογένεια των Ανδριάνηδων. Εκείνα τα χρόνια η όποια σωματική ή ψυχική μειονεξία εσήμαινε και την αυτόματη περιθωριοποίηση, φαινόμενο συνηθισμένο σε όλη την αγροτική Ελλάδα. Ωστόσο, η τοπική κοινωνία είχε σταθεί μάλλον με συμπάθεια στο κωφάλαλο παιδί. Γράμματα δεν είχε μάθει καθόλου. Δεν ήξερε ούτε να γράφει, ούτε να διαβάζει. Άλλωστε, πώς θα μπορούσε να φοιτήσει σε σχολείο ένα παιδί που δεν μιλούσε; Η κοινωνία του αναγνώριζε την ευφυΐα και του εμπιστευόταν εργασίες που απαιτούσαν αυξημένες ικανότητες.

Ας επιστρέψομε, όμως, στο Ψυχρό του 1945.

Ο «Βουβός» μπήκε στο γραφείο του σταθμάρχη και με νοήματα του εξήγησε ότι ήθελε να βγάλει ταυτότητα. Όλοι οι άνδρες του χωριού είχαν «Δελτία Ταυτότητος» εκτός από τον ίδιο. Κι εκείνη την εποχή οι «ταυτότητες» έμοιαζαν με μαγικά χαρτάκια. Είχε φτάσει η βοήθεια της Ούνρα και είχε αρχίσει η διανομή της στους φτωχούς και ταλαιπωρημένους από τα δεινά του πολέμου Έλληνες. Καθώς δεν υπήρχαν ούτε χρήματα ούτε ρούχα, τα πολύχρωμα και αταίριαστα ενδύματα που μοίραζε η «Ούνρα» (UNRA: United Nations Relief and Rehabilitation Administration) ήταν περιζήτητα σε όλη την ύπαιθρο, πολύ περισσότερο όμως σε ορεινές περιοχές όπου το ψύχος είναι δριμύ. Κι όποιος δεν είχε «ταυτότητα» δεν μπορούσε να πάρει. Να θυμίσομε πως η «Ούνρα» μοίραζε στους σχεδόν εξαθλιωμένους Έλληνες είδη πρώτης ανάγκης. Το κράτος και το παρακράτος συνεργάζονταν άψογα. Κι όταν ήθελαν να κρατήσουν τους τύπους μπορούσαν να το κάνουν χωρίς δυσκολία. Μπορούσαν να δώσουν στον Φραγκίσκο το μερίδιο που του αναλογούσε. Αλλά όταν θέλει το θεριό της γραφειοκρατίας και της επίσημης αυθαιρεσίας να δείξει τα δόντια του, ζητά… δελτία ταυτότητας.

Ο πανέξυπνος Φραγκιός ένιωσε τότε την πίκρα της στέρησης. Θεώρησε λογικό να διεκδικήσει το στοιχειώδες δικαίωμά του και αποφάσισε να το κάνει μόνος του. Έτσι βρέθηκε στο γραφείο του σταθμάρχη. Οι πληροφορίες που πήρε δεν ήταν καθόλου ευχάριστες. Ο Ζώγας του εξήγησε με όποιον τρόπο μπορούσε ότι χρειαζόταν φωτογραφία. Αλλιώς δεν μπορούσε να του βγάλει ταυτότητα.

Η ιστορία θα μπορούσε να τελειώσει εδώ. Σαν ένα όνειρο που δεν πραγματοποιείται, σαν μια ελπίδα που διαψεύδεται. Ίσως κάποιος άλλος να τα παρατούσε. Φωτογράφος στο Οροπέδιο δεν υπήρχε. Κι όποιος ήθελε φωτογραφίες έπρεπε ή να περιμένει κάποιον πλανόδιο – αμφίβολο αν μπορούσε ο πλανόδιος να βγάλει φωτογραφίες με τις προδιαγραφές του υπουργείου - ή να ταξιδέψει σε κάποια πόλη, στο Ηράκλειο, στη Νεάπολη, στον Άγιο Νικόλα, εκεί όπου υπήρχαν φωτογράφοι και φωτογραφεία. Και δεν είναι δύσκολο να καταλάβομε σήμερα πως κάτι τέτοιο ήταν σχεδόν αδύνατο για τα ανύπαρκτα οικονομικά του Φραγκιού και για την κοινωνική του θέση. Ο κωφάλαλος άνοιξε την πόρτα και έφυγε…

Το επόμενο απόγευμα, την ώρα που οι μαθητές του Ψυχρού παρακολουθούσαν το μάθημα της βυζαντινής μουσικής, εμφανίζεται και πάλι ο ίδιος επισκέπτης. Στα χέρια του κρατούσε ένα χοντρό χαρτί. Με χειρονομίες και νοήματα το παρέδωσε στον σταθμάρχη. Κι ήταν σα να του ’λεγε «σου έφερα τη φωτογραφία».

Ήταν ένα πακέτο από τσιγάρα. Αλλά στην πίσω πλευρά, στη λευκή, ήταν αποτυπωμένη η μορφή του. Τότε τα πακέτα των τσιγάρων κατασκευάζονταν με σκληρό χαρτόνι και ήταν «πλακέ». Στα χωριά μας δεν τα πετούσαν ποτέ. Οι μπακάληδες έγραφαν συχνά τις παραγγελίες τους σ’ αυτά, άλλοι έγραφαν ενθυμίσεις, ακόμη και τα ονόματα των τεθνεώτων που μνημόνευαν οι παπάδες σε τσιγαρόκουτες και τσιγαρόχαρτα τα έγραφαν. Αυτό, λοιπόν, ήταν και το μόνο πρόσφορο μέσο για τις δυνατότητες του Φραγκιού. Φωτογραφία δεν μπορούσε να βγάλει. Μπορούσε, όμως, να ζωγραφίσει ο ίδιος τη μορφή του. Αν και δεν είχε πιάσει ποτέ μολύβι στα χέρια του, πήρε έναν καθρέφτη από ποδήλατο και άρχισε να ζωγραφίζει.

Ο σταθμάρχης έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Η ομοιότητα του ανθρώπου με την αυτοπροσωπογραφία του δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί. Ήταν ολόιδιος! Και η ποιότητα της εικόνας εξαιρετική.

Ο Φραγκιός δεν είχε προσπαθήσει μέχρι τότε να ζωγραφίσει. Αυτή ήταν η πρώτη φορά, ίσως και η τελευταία. Η ανθρώπινη ευρηματικότητα και η ευφυΐα του ανθρώπου είχε θριαμβεύσει. Όμως, άλλα λέει ο νόμος της λογικής (της τετράγωνης λογικής του κωφάλαλου νέου) κι άλλα λένε οι νόμοι. Όπως είναι φυσικό, «δελτίον ταυτότητος» δεν μπορούσε εκδοθεί. Ο νόμος δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα της αποτύπωσης της ανθρώπινης μορφής σε κανένα ζωγράφο, ούτε σπουδαγμένο ούτε αυτοδίδακτο. Κι εκεί που δεν δίνουν λύση οι νόμοι, δίνουν οι άνθρωποι.

Ο Ζώγας πήρε το άδειο τσιγαροκούτι και φώναξε τον εισπράκτορα του λεωφορείου. Του έδωσε ένα χρηματικό ποσόν και το πακέτο και του παράγγειλε να πάρει μαζί του την επόμενη μέρα τον Φραγκίσκο στο Ηράκλειο, να τον πάει σ’ ένα φωτογραφείο και να περιμένει να πάρει τις φωτογραφίες. Του είπε ακόμη να αντιγράψει τη ζωγραφιά. Ο ευαίσθητος σταθμάρχης ήθελε να κρατήσει ως ενθύμιο αυτό το ωραίο σχέδιο.

Ένας από τους μαθητές που άκουγαν τη συζήτηση με τον εισπράκτορα σηκώθηκε αμέσως, έδωσε κι εκείνος λίγα κέρματα από το «χαρτζιλίκι» του και παρακάλεσε να του τυπώσουν ένα ακόμη αντίγραφο της προσωπογραφίας. Ο μαθητής αυτός δεν ήταν άλλος από τον φίλο μου τον Γιάννη Καραβαλάκη, στον οποίο χρωστούμε όχι μόνο την ωραία αφήγηση αλλά και το μοναδικό ίσως αντίγραφο της προσωπογραφίας.

Ο «Βουβός» από το Κάτω Μετόχι απέκτησε απροσδόκητα «δελτίον ταυτότητος». Ο σταθμάρχης απέκτησε, επίσης απροσδόκητα, ένα από τα πιο σημαντικά θυμητάρια της καριέρας του. Κι εμείς αποκτήσαμε μια πολύτιμη γνώση για τη δύναμη της ανθρώπινης θέλησης.

Όταν άκουσα την αφήγηση κοίταξα την προσωπογραφία. Δε έτυχε να δω ποτέ την πολυπόθητη ταυτότητα του αυτοσχέδιου ζωγράφου. Νομίζω, όμως, ότι πέρα από τους τύπους, τις διατάξεις, τους νόμους, τη γραφειοκρατία και όλα τα παρελκόμενα, η αληθινή ταυτότητα του κωφάλαλου καλλιτέχνη είναι αυτή η ζωγραφιά. Κανένα «νόμιμο» χαρτί δεν μπορεί να την αντικαταστήσει.

Ο Φραγκιός έζησε μέχρι το 1974. Πέθανε σε ηλικία 52 ετών. Δεν ξέρω αν έχει σωθεί τίποτ’ άλλο δικό του πέρα από την αγαθή ανάμνηση κι αυτό το ταλαιπωρημένο αντίγραφο που νομίζω πως αδικεί πολύ το πρωτότυπο. Σκέφτομαι πως οι δυνατότητες του φωτογράφου να αντιγράψει την αυτοπροσωπογραφία από το πακέτο των τσιγάρων ήταν κι αυτές περιορισμένες – ταιριαστές με μιαν Ελλάδα περιορισμένης κυριαρχίας, περιορισμένης δημοκρατίας και περιορισμένης φαντασίας.

Έγραψε ο κ. Νίκος Ψιλάκης