Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

Η λαλιά της Κρήτης | Μέρος 3ο



Ο γέρος κι αν ατζοπατεί κρυγιόρεμα τονε κρατεί

Νομίζω πως έχει ενδιαφέρον να ασχοληθούμε στο σημερινό δημοσίευμα, με τις λαϊκές ονομασίες των διαφόρων ασθενειών στην παλιά κρητική διάλεκτο, τότε που οι περισσότεροι, για να τις αντιμετωπίσουν, κατέφευγαν στους πρακτικούς γιατρούς, και πολύ συχνά σε διάφορα γιατροσόφια, αλλά και στις γνωστές γηθειές (αρχ। γοητείαι ).

Ας αρχίσουμε λοιπόν από τα κρυγιορέματα (κρυγιός + ρεύμα), όπως έλεγαν τους ρευματισμούς, από τους οποίους συχνά υποφέρουν οι ηλικιωμένοι, που θέλουν πολλές φορές να δείχνουν πως έχουν ακόμη δυνάμεις , αλλά μάταια αφού, όπως λέει και η παροιμία που αναφέραμε, οι πόνοι των αρθρώσεων τους επαναφέρουν στη σκληρή πραγματικότητα.

«Ο γέρος κι αν ατζοπατεί (κάνει πως χοροπηδά ) κρυγιόρεμα τονε κρατεί. Πότε πονεί η κουτάλα ντου (η ωμοπλάτη του), πότε ο κόκαλος (ο γοφός) και πότε τα νεφρά ντου».

Αλλά, όπως για τις περισσότερες αρρώστιες, είχαν και για τα ρεματικά (ρευματισμούς ), τη σχετική γηθειά.

« …Ω Παναγία μου και δεν εβρέθηκε κιανείς άθρωπος βαφτισμένος, μυρωμένος , τση μεγάλης Πέφτης να’χει αντίντερο(αντίδωρο) φαωμένο, να τα θερίσει, να τα φλοϊσει (φλογίσει, κάψει), στη μαδάρα να τα ξορίσει, σε πέτρα ριζιμιά, να φάνε και να πιούνε και να κατοικυριέψουνε κι απού το δούλο σου τούτο να μσέψουνε (να φύγουν».

Αν, τώρα οι ρευματισμοί, μόλις άκουγαν αυτά τα λόγια, αποχαιρετούσαν τον ασθενή κι έφευγαν «να κατοικυριέψουνε» στη μαδάρα, δεν μπορούμε να το ξέρουμε.

Άλλες ασθένειες που έχουν σχέση με μυοσκελετικά προβλήματα ήταν το λόστρεμα = εξάρθρωση, διάστρεμμα (λοστρεύγω < διαστρέφω και ξεσρταμπουλίζω), το στραβολαίμιασμα, ο πόνος στα κουτρούκια. «Επιαστήκανε τα κουτρούκια μου» (πιάστηκε ο αυχένας μου. Κουτρούκια ίσως από την κούτρα = κεφαλή). Όταν ο πόνος ήταν πολύ οξύς τον έλεγαν σουβλιά, από τη λέξη σουβλί ,ένα εργαλείο που είχαν οι τσαγκάρηδες, για να τρυπούν το σκληρό δέρμα. «Παναγία μου, μια σουβλιά που με κρατεί στη γ-κατίνα» (αισθάνομαι έντονο πόνο στην πλάτη). Όμως , όταν έλεγαν «πόνος με κρατεί», αναφέρονταν μόνο στον πόνο της κοιλιάς, που, όταν ήταν ξαφνικός και έντονος χρησιμοποιούσαν τη λέξη σφαγή. «Παρά να’ χεις τη σφαγή καλλιά να’ χεις το μ-πόνο». Είναι η αντίστοιχη της αρχ. παροιμίας «δυοίν κακοίν το μη χείρον βέλτιστον». Η κεφαλαργιά (κεφαλαλγία) ήταν ο πονοκέφαλος. Αλλά η φράση «το ψυχό μου πονεί» σήμαινε πως πονούσε το στομάχι. Ξενέφρισμα έλεγαν τον πόνο στα νεφρά από θλάση ή υπερδιάταση. «Μπορεί να ξενεφρίστηκε το κοπέλι για κειονά κλαίει». Τον ήκοψε πόντα (από το ιταλ. punta ) ή επόνθιασε έλεγαν για όποιον πάθαινε βαρύ κρυολόγημα και το συνηθισμένο φάρμακο ήταν οι κοφτές βεντόζες. Δηλαδή χάραζαν το δέρμα της πλάτης κι έπειτα με τις βεντούζες αφαιρούσαν το αίμα που έτρεχε. Οδυνηρός τρόπος αλλά πολύ αποτελεσματικός όπως έλεγαν. Τα συνώνυμα με τινάσσει, με συρριγώνει(αρχ. ριγόω-ώ) , μ’ έπιασε ρίγος , κεντώ(ιταλ. < incendiare =" καίω)" carbone =" άνθραξ)," risipola =" ερυσίπελας">βλοητός >βλοητό, ίσως κατ’ ευφημισμόν).

Αν τώρα το σπυρί είχε και πύο λεγόταν όμπιος ( <έμπυος> ) και κουφός, η φλεγμονή με διαπύηση του δαχτύλου κάτω από το νύχι. Δεν είχε βέβαια καμιά σχέση με την κώφωση, αλλά με το αρχ. κούφος = κοίλος. Η λούβα (αρχ. λώβη) ήταν η λέπρα και λουβιάρης ή μεσκίνης, ο λεπρός. «Αχι που να σε φέρουνε στη μεσκινιά μεσκίνη και να σου δίδου το νερό με μια οργιά σιτζίμι (σκοινί)».

Οι γνωστές μας μυρμηγκιές λέγονταν αγκουτσάκοι από τον αγκούτσακα (αγριαχλαδιά), ίσως, γιατί προεξέχουν πάνω στο δέρμα, όπως τ’ αγκάθια πάνω στα κλαδιά αυτού του δέντρου. Από τις παιδικές ασθένειες να θυμηθούμε την κατσίβερη , που την έλεγαν και λίνερη ή λίλερη κυρίως στη δυτική Κρήτη, από το μσν. ίλαρη < αρχ ιλαρά.

Για την επιληψία χρησιμοποιούσαν το επίθετο γλυκύ. «Τον ήπιασε το γλυκύ ντου». Η λέξη κατ’ ευφημισμόν, δηλαδή για να ξορκίσουν, όπως νόμιζαν το κακό, χρησιμοποιούσαν λέξεις με αντίθετη ή άλλη σημασία. Π.χ. Εύξεινος πόντος(αντί άξενος πόντος), οξαποδώ ή οξαποπά ( αντί διάβολος).

Για τις ενοχλήσεις του στομάχου, έχουμε το γνωστό ρήμα ανεγουλιώ ή ανεγουλιάζω ( < αναγούλα < ανά + λατ. gula = φάρυγγας ) και ανακερώνομαι, επειδή , όταν έχει κανείς τάση για εμετό κιτρινίζει σαν το κερί. Και «μ’ έπιασε μια νεκροψυχιά», δηλαδή σκοτοδίνη, τάση για λιποθυμία. Αλλά για τον πόνο στο στομάχι χρησιμοποιούσαν τη φράση « το ψυχό μου πονεί». Περισσότερο γνωστή είναι η φράση « του ’ρθε κόλπος» (έπαθε ανακοπή, πέθανε από ασθένεια της καρδιάς). Κόλπος από το ιταλ. colpo.

Στα μεσαιωνικά χρόνια η λέξη σήμαινε το χτύπημα και τον πόνο που προκαλούσε το χτύπημα, όπως παρατηρούμε στο στίχο « είτινος κόλπον έδιδε Ακρίτας ανδρειωμένος…». Αλλά τι σχέση μπορεί να έχουν οι πεταλούδες, με τις διαταραχές της όρασης; Ας το δούμε. Απ’ ότι ξέρω, στην Πεδιάδα, τις πεταλούδες, τις έλεγαν παπαδούλες. Όταν έβλεπαν λοιπόν μαύρα στίγματα, σαν μικρά έντομα, έλεγαν πως «παπαδουλίζουνε τα μάθια ντως». Πολλές φορές, όμως θεωρούσαν το γεγονός, αποτέλεσμα της πείνας. «Παπαδουλίζουνε τα μάθια μου απού τη μ-πείνα». Παπαδούλες έλεγαν και τα κομμάτια (σκελίδες) του ροδιού, ανάμεσα στις κίτρινες μεμβράνες στο εσωτερικό του. Η λέξη ίσως να έχει σχέση με την παπούλα (είδος οσπρίου), από το αρχ. πάππος = σπόρος. (Πβ. και τα παπούδια).

Το ορνιθοτυφλιάζω είχε τη σημασία του τυφλώνομαι, δε βλέπω κυρίως τη νύχτα όπως οι όρνιθες (οι κότες). Πίστευαν ακόμα πως πολλές αρρώστιες προέρχονταν από επίδραση δαιμονικών πλασμάτων. Αυτή η κακοποίηση ήταν η βιστιρά και το ρήμα βιστιρίζω (μσν. βιστιρίζω < ιταλ. investire = χτυπώ, επιτίθεμαι). Κι άλλοτε θεωρούσαν υπεύθυνη τη βασκανία (το φταρμό), όπως και σήμερα άλλωστε, ή τη γλωσσοφαγιά. Να θυμηθούμε και το καλικότριμμα, την πληγή που προκαλούν στα πόδια τα στενά παπούτσια. Η λέξη προέρχεται από το καλίκι + τρίμμα. Από το καλίκι έχουμε και το καλικώνω , αλλά και την καλίκωση. Το παπούτσι λοιπόν ήταν το καλίκι από το μσν.καλίγιον, υποκοριστικό του καλίγα ή καλίγη < λατ. caliga = υπόδημα.

Έτσι λοιπόν η γνωστή παροιμία « τον ψύλλο καλιγώνει», αναφέρεται στους πολύ έξυπνους ή τους πονηρούς , που καταφέρνουν τα πάντα. Λέξεις λησμονημένες κι άλλες που ανασαίνουν ακόμα. Και πίσω απ’ τις λέξεις αμέτρητος ο ανθρώπινος πόνος. Πόνος και φόβος που τον ξορκίζουμε καλύπτοντάς τον με τις φιλικές προσωπίδες των φράσεων και των ονομάτων. Ευώνυμος, Εύξεινος, Ευμενίδες…γλυκύ, βλοητό, αθός τση νιότης… Κι έτσι πορευόμαστε πάντα ανά τους αιώνες.

Πηγή:
Πατρίς

1 σχόλιο:

ΣΤΕΛΙΟΣ είπε...

Πολύ ωραία και δύσκολη δουλειά αυτή που καταπιάστηκες στο μλογκ σου. Μπράβο!!!