Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

«Έρωτας στον καιρό της ειρωνείας»


Το διαρκές θέμα της φθοράς των σχέσεων, της απιστίας, αλλά και του πειρασμού της αυτοκτονίας, απασχολεί την Αγγέλα Καστρινάκη στο πρώτο μυθιστόρημά της.

Συνδυάζοντας τη γυναικεία ευαισθησία με τον σύγχρονο τρόπο γραφής, η συγγραφέας συνθέτει ένα ψυχογραφικό μυθιστόρημα με πολλές κοινωνιολογικές συνιστώσες γύρω από το «ευτυχισμένο» μικροαστικό μοντέλο ζωής.

Το μυθιστόρημα είναι αναστοχαστικό, με συγγραφικά αυτοσχόλια και συλλογισμούς γύρω από διάσημα ερωτικά τρίγωνα: οι «Εκλεκτικές συγγένειες» του Γκαίτε, η «Απιστία» του Μπέργκμαν και παθιασμένη σχέση της Πηνελόπης Δέλτα με τον Ίωνα Δραγούμη αποτελούν αφορμές στοχασμού για τον έρωτα.

Η διαφορά είναι πως η ιστορία της Αγγέλας Καστρινάκη διαδραματίζεται στις μέρες μας, την εποχή της άκρας αυτοσυνειδησίας, με άλλα λόγια στα χρόνια της ειρωνείας.

Στο «Έρωτας στον καιρό της ειρωνείας» μια νεαρή γυναίκα με ικανοποιητική ζωή συνάπτει αιφνιδίως εξωσυζυγική σχέση. Ο άντρας της, την ίδια εποχή, αποκτά και αυτός έναν εκτός γάμου δεσμό με αρκετά νεότερή του κοπέλα.

Το μεγάλο πάθος της την οδηγεί στη λυτρωτική απώλεια κάθε αναστολής και αυτοελέγχου, στην πλήρη ταύτιση με τον άλλο και με τον εαυτό της, στη χαρούμενη συμφιλίωση ακόμα και με την ιδέα του θανάτου. Αναλώνεται όμως μάλλον γρήγορα.

Όταν έρχεται η κρίσιμη ώρα των αποφάσεων, βαθιές μεταβολές στη σχέση του αρχικού ζευγαριού συντελούν στην επανεκτίμηση της νηφαλιότητας, του χιούμορ και της αυτοσυνείδησης, στην επιστροφή της ειρωνείας.

Η σχέση όμως του άντρα με την κατά πολλά χρόνια νεότερή του κοπέλα, διατηρείται, δημιουργώντας νέες ισορροπίες, την πάλη με το αίσθημα της ζήλιας και, για τη σύζυγο που επανέκαμψε, τη νοσταλγία του πάθους, την πιθανότητα να ξαναρχίσει κάποτε μια καινούργια ιστορία έρωτα. Πρόκειται για ένα τέλος ανοιχτό.
Στο μυθιστόρημα, παρόλο που τα πάθη είναι έντονα, κανείς από τους ήρωες δεν προβαίνει σε ακραίες πράξεις. Η συγγραφέας δηλώνει –σε σχόλιά της μέσα στο κείμενο– πως δεν συμπαθεί τέτοιου είδους λύσεις. Στην εποχή της αυτοσυνείδησης, στο καιρό της ειρωνείας, η πιο ταιριαστή λύση είναι ο συμβιβασμός – κάτι που προσλαμβάνει τόσο πολιτικές όσο και αισθητικές προεκτάσεις (μεταρρυθμίσεις μάλλον παρά ρήξεις, ρεαλισμός περισσότερο παρά συμβολισμός και μυστικισμός).
Οι έρωτες και, κυρίως, οι απιστίες έχουν τις σταθερές τους τόσο στη ζωή όσο και στη λογοτεχνία। Ζήλειες, κτητικά σύνδρομα, αισθήματα προδοσίας και εγκατάλειψης, εκδικητικές διαθέσεις। Στην κλασική λογοτεχνία, μάλιστα, τα πάθη αυτού του είδους έχουν την τάση να δραματοποιούνται. Όπως σωστά λέει η Αγγέλα Καστρινάκη στο νέο της μυθιστόρημα Έρωτας στον καιρό της ειρωνείας, συνήθως σφραγίζονται με τον θάνατο: η Άννα Καρένινα πεθαίνει στις ράγες ενός τρένου, η Οτιλία και ο Εδουάρδος, οι παράνομοι εραστές στις Εκλεκτικές Συγγένειες του Γκαίτε, πεθαίνουν και αυτοί και η απατημένη σύζυγος Καρλότα τους θάβει μαζί σε μία έκρηξη γενναιοφροσύνης. Ο Ντ. Χ. Λόρενς μόνο σπάει τη συνήθεια, οδηγώντας τη Λαίδη Τσάτερλι διά βίου στην αγκαλιά του εραστή της- βάζοντάς την μάλιστα να φερθεί άσπλαχνα απέναντι στον ανάπηρο σύζυγό της. Η ελληνική εκδοχή αυτού του τύπου ρομάντζου είναι, βέβαια, το τρίγωνο Στέφανος Δέλτα- Πηνελόπη Δέλτα- Ίων Δραγούμης, αν και το πάθος δεν ολοκληρώθηκε σεξουαλικά. «Ώς πού πήγε;», ρώτησε ο Στέφανος Δέλτα όταν εκείνη του εξομολογήθηκε τον έρωτά της για τον Δραγούμη. «Ώς το φιλί», απάντησε εκείνη και αυτός απάντησε περιφρονητικά: «Δεν ντράπηκες;». Βέβαια για τους εραστές του τωρινού αιώνα, λέει η Καστρινάκη, το σώμα είναι το πρώτο που πρέπει να δοθεί και να δοκιμαστεί. Η ψυχή έρχεται δεύτερη, ως πιο σημαντική. «Σήμερα απατάμε με την ψυχή, όχι με το σώμα», λέει. Σπεύδει όμως να διευκρινίσει ότι οι απατημένοι δεν αισθάνονται το ίδιο και συνεχίζουν να θέτουν το ερώτημα του Δέλτα: «Ώς πού;». Στον Έρωτα στον καιρό της ειρωνείας ο (Αθηναίος) απατημένος σύζυγος λέγεται και αυτός Στέφανος. Τα άλλα ονόματα διαφέρουν: Μέλπω η σύζυγος, Μάριος ο εραστής της που είναι Θεσσαλονικιός. Αυτό είναι το βασικό τρίγωνο, με προεκτάσεις των πλευρών του τη Στέλλα, σύζυγο του Μάριου, και τη Μάνια, μια φοιτήτρια με την οποία ο ακτινολόγος- και καθηγητής στην Πάτρα- Στέφανος αναπτύσσει επίσης ένα φλερτ. Σαν σε γιγαντοοθόνηΗ Αγγέλα Καστρινάκη πιάνει τις φάσεις του έρωτα μία μία και τις ξετινάζει. Αναλύει σε βάθος όσα λένε και όσα αισθάνονται οι ήρωες και οδηγεί την ιστορία σε κάποιο τέλος, χωρίς οσμή θανάτου. Με εξαίρεση το πρώτο μισό του δεύτερου μέρους- το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη- όπου η ερωτική ιστορία απογειώνεται και μυθοποιείται, δημιουργώντας ενόχληση όμως στον αναγνώστη για τα γλυκανάλατα χαρακτηριστικά της, το βιβλίο προσπαθείκαι σε μεγάλο βαθμό πετυχαίνει - να κάνει σύμμαχο και συνένοχο τον αναγνώστη, ο οποίος επιπλέον όχι μόνο δεν κοιτάζει από την κλειδαρότρυπα, αλλά είναι σαν να κοιτάζει από γιγαντοοθόνη, όπου μπορεί να «διαβάσει» και τις πιο μύχιες σκέψεις των πρωταγωνιστών. Η συγγραφέας, πανεπιστημιακός η ίδια και με γερή θεωρητική σκευή, επιδίδεται εδώ σε ένα σύνθετο εγχείρημα. Βγάζει τις φλούδες του λογοτεχνικού κρεμμυδιού, απογυμνώνει δηλαδή τον μύθο από τον περιβάλλοντα χώρο (τα χωροχρονικά στοιχεία που μας δίνει για τη ζωή των ηρώων είναι στοιχειώδη) και εστιάζει στον πυρήνα, που είναι το μυαλό και η ψυχή των πρωταγωνιστών. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγει την άνευ ουσίας αναμέτρηση με μεγάλα έργα της λογοτεχνίας και ταυτόχρονα τα μελετά. Ενώ δηλαδή πρόκειται για μια πλήρη ιστορία, με αρχή μέση και τέλος, εν τέλει το βιβλίο περνάει από διαδοχικές μεταμορφώσεις, εξελισσόμενο επιπλέον σε ένα δοκίμιο για το ίδιο του το θέμα, τον έρωτα και την απιστία, που είναι λογοτεχνικά αρχετυπικό. Το εγχείρημα είναι οπωσδήποτε αξιόλογο, ενδιαφέρον και προκλητικό, πρωτότυπο για τα ελληνικά δεδομένα, ενώ το μείγμα είναι τέτοιο που δεν χάνεται το ενδιαφέρον για την ίδια την εξέλιξη του μύθου.
Πάθος αλλά και χιούμορ, απώλεια του αυτοελέγχου αλλά και ειρωνεία, αποτελούν τα αντικείμενα του μυθιστορήματος, όπως και τους τρόπους της γραφής του.

Η Αγγέλα Καστρινάκη γεννήθηκε το 1962. Είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στον Τομέα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης. Εκτός από το πεζογραφικό της έργο, τέσσερις συλλογές διηγημάτων, έχει εκδώσει τρία επιστημονικά βιβλία για το χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας.

Διακρίσεις:
-2005: Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου – Κριτικής για το τελευταίο της βιβλίο «Η λογοτεχνία την ταραγμένη δεκαετία ’40-‘5» (εκδ. Πόλις)
-Βραβείο Ipekci, 1999


Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010

Η λαλιά της Κρήτης | Μέρος 2ο



Η μέρα ανοιξιάτικη. Η εξοχή στο χωριό υπέροχη. Ένα ελαφρό αεράκι σκορπούσε δωρεάν γύρη κι αρώματα χαϊδεύοντας απαλά δέντρα , θάμνους και ταπεινά αγριόχορτα. Κοίταζα με θαυμασμό την τόσο πλούσια χλωρίδα του τόπου μας και σκεφτόμουν πως οι ίδιες λέξεις, τα ίδια ονόματα πολλών φυτών ακούγονται εδώ και χιλιάδες χρόνια αυτούσια ή λίγο μόνο φθαρμένα από τη χρήση τόσων αιώνων.



Μια συστάδα από αγγελάμους που έσκυβαν υποτακτικά το κεφάλι σαν να γύριζαν από μάχη χαμένη, μ’ έκανε να θυμηθώ πως αυτή η λέξη αγγέλαμος μας παραπέμπει στους αρχαίους Δωριείς προγόνους μας, αφού προέρχεται από το δωρικό τύπο αγελαμαίος (αττ. αγελημαίος = αυτός που ανήκει στην αγέλη, στην ομάδα).

Σε μια επιγραφή που βρέθηκε στην αρχαία πόλη της Κρήτης, Δρήρο, υπάρχει η λέξη αγέλαοι = τα μέλη της αγέλης των νέων που έπαιρναν μέρος σε εκστρατεία. Έτσι λοιπόν ονομάστηκαν αγγέλαμοι τα ζιζάνια , που μοιάζουν με το δημητριακό βρόμη, επειδή φυτρώνουν πολλοί μαζί ως ομάδα, ως αγέλη. Αυτό λοιπόν το ζιζάνιο μου έδωσε την αφορμή να ασχοληθώ περισσότερο με τα ονόματα της κρητικής χλωρίδας.



Όπως είναι γνωστό, η κρητική διάλεκτος διέσωσε πολλά συντακτικά και γραμματικά στοιχεία της αρχαίας και βυζαντινής περιόδου, αλλά και πολλούς τύπους λέξεων, οι οποίοι ήταν σε χρήση ακόμη και στα ομηρικά χρόνια, κυρίως λόγω της γεωγραφικής θέσης του νησιού, που ήταν απόμακρο και αποκομμένο από τον υπόλοιπο κορμό της χώρας μας. Έτσι η δυσκολία της επικοινωνίας με άλλες περιοχές συνέβαλε στο να διατηρηθούν αλώβητα, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 20ου αι , ο τρόπος ζωής, τα ήθη και έθιμα, αλλά και η γλώσσα με τα επιμέρους ιδιώματά της..

Ενδεικτικά θα αναφέρω στο σημερινό δημοσίευμα κάποιες λέξεις αρχαιοπινείς (αυτούσιες ή καταγόμενες από την αρχαία Ελληνική), οι οποίες έχουν σχέση με τη χλωρίδα της Κρήτης।



Η αβρωνιά π. χ. , είναι η βρυωνία ή βρυωνίς των Αρχαίων (βρυωνία >βρωνία >βρωνιά >αβρωνιά ).



Η αγκάραθος ή αγκαραθιά, ένας θάμνος παρόμοιος με τη φασκομηλιά. Στις κορφές των κλαδιών του αναπτύσσονται οι καρποί του, που μοιάζουν με μικρές κεφαλές. Από την αρχ. ελληνική λέξη κάρα =κεφαλή ,το προθετικό α και την κατάληξη -θος έχουμε τον τύπο α-καρα-θος > αγκάραθος. Και βέβαια το γνωστό μοναστήρι της Αγκαράθου.



Ο Άγγρουστας ή αγγρουστος, το ζιζάνιο αγριάδα, η αρχ. άγρωστις, που έδωσε το όνομά της σε όλα τα όμοιά της αγρωστώδη φυτά. Από τα αρχαία χρόνια θεωρείται διουρητικό, κατάλληλο βότανο για τους πάσχοντες από πέτρα στα νεφρά ή στη χολή, όπως αναφέρει ο Διοσκορίδης, ο οποίος θεωρείται πατέρας της φαρμακολογίας.



Ο αδύσκυαμος είναι ο υοσκύαμος ή Διός κύαμος, ένα δηλητηριώδες φυτό, που όπως πίστευαν οι παλιότεροι, είχε την ιδιότητα «να παγουδιάζει τσι πόνους στα ντόδια». Και κατά το Διοσκορίδη, η ρίζα του υοσκύαμου «μετ’ όξους εψηθείσα οδονταλγίας εστί διάκλυσμα». (Περί ύλης ιατρικής, 4,68,5)



Οι αρχαίες λέξεις στύραξ, σφένδαμνος, τρίβολος διατηρήθηκαν στην κρητική διάλεκτο σχεδόν αμετάβλητες, ως αστύρακας, ασφένταμος, ατρίβολος.



Ο άρτηκας είναι ο αρχαίος νάρθηξ, από την αιτιατική του οποίου, προήλθε : τον νάρθηκα > τον άρθηκα > τον άρτηκα. Όπως μαθαίνουμε από τον Ιπποκράτη με κομμάτια από νάρθηκα ( άρτηκα), στερέωναν και έδεναν τα κατάγματα. Αλλά και ο Προμηθέας μέσα σε ένα κομμάτι από το στέλεχος αυτού του ταπεινού θάμνου έκρυψε τη φωτιά για να τη φέρει στους ανθρώπους, «εν κοίλω νάρθηκι».



Ο απούρανος είναι ένα μικρό αγκαθωτό φυτό, που αρέσει στις κατσίκες. Απούρανος από το αρχ. απύρηνος. Εδώ συναντούμε την προφορά ου αντί του υ και το δωρικό α αντί του η. ( Θεοφράστου, Φυτών Ιστορία, 4, 13, 2 ).

Η ατσουμαλιά, θάμνος με γαλακτώδη και δηλητηριωδη χυμό είναι ο αρχ. τιθύμαλος > τιθυμαλέα > τσουμαλέα > τσουμαλιά. Σύμφωνα με το λεξικό Σουϊδα, διαβόητος ήταν ο λακωνικός τιθύμαλος, που τον χρησιμοποιούσαν ως φάρμακο για τις τσίμπλες των ματιών. Το φυτό αναφέρεται και από το Διοσκορίδη ( Περί ύλ. ιατρ., 4, 64 ).

Η ασφεντιλιά είναι ο αρχ. ασφόδελος, φυτό της Περσεφόνης και των θεών του Άδη. Οι ψυχές των ηρώων σύμφωνα με τον Όμηρο ησύχαζαν σε « ασφοδελόν λειμώνα», (λιβάδι με ασφοδέλους, στην Κρήτη λέγεται ασφεντιλιάς ) Οδυσσ. Λ, 539. Επειδή το στέλεχος της ασφεντιλιάς είναι λεπτό και εύθραυστο έλεγαν την παροιμία «με τσ’ ασφεντιλιές δε γ-κάνουν μεσοδόκια», γι’ αυτούς που δεν είναι κατάλληλοι λόγω ανικανότητας ή άγνοιας για κάποια δουλειά.



Τα ωραία χορταρικά τσόχος αρχάτζικας, σταφυλίνακας ασκόλυμπρος, σειρίδα ή γλκοσειρίδα, λάπαθο, κουρνοπόδι ή κουρνόποδας ήταν γνωστά και στους αρχαίους Έλληνες. Είναι αντίστοιχα ο σόγχος ή σόγκος, ο σκάνδιξ, ο σταφυλίνος, το σκόλυμον, η σέρις, το λάπαθον και ο κορωνόπους, δηλαδή το πόδι της κουρούνας (κορώνης ). Αυτό το χορταρικό, που γίνεται συνήθως τσιγαριστό μαζί με άλλα χόρτα, που εδώ στην Κρήτη τα λέμε γιαχνερά, μοιάζει πράγματι (τα φύλλα του) με το πόδι πτηνού, (κουρούνας), εξού και κορωνόπους. Υπήρχε όμως και το υποκοριστικό κορωνοπόδιον. (Αέτιος, 11, 54 ). Μ’ αρέσει να φαντάζομαι πως σ’ αυτόν τον τόπο μια γιαγιά, όπως η δική μου, πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια μάθαινε στην εγγονή της να μαζεύει τα ίδια χόρτα, σόγχους, σκολύμους, κορωνοπόδια και τόσα άλλα πολύτιμα δώρα της φύσης.

Αλλά, αφού αναφερθήκαμε στους ασκολύμπρους, ας προσθέσουμε και κάτι άλλο, κατά τη γνώμη μου, ενδιαφέρον. Το ξέρατε πως και οι αρχ. Έλληνες είχαν τα αποσμητικά τους; Μας το βεβαιώνει και ο Αέτιος και ο Διοσκορίδης. Ο ασκόλυμπρος, λένε και οι δύο, είναι πολύ καλό αποσμητικό. «Σκολύμου η ρίζα…ει αφεψήσας αυτήν τις εν οίνω πίνοι και δια τούτο τας των μασχαλών και όλου του σώματος ιάται δυσωδίας» (Αέτιος, 1, 363). «Ποιεί δε προς τους έχοντας τας μασχάλας και το λοιπόν σώμα δυσώδες εψηθείσα εν οίνω και πινομένη»(Διοσκ., Περί ύλης, ιατρ. 3,14).



Στην αρχ. ελληνική γλώσσα μας παραπέμπουν και τα ονόματα μικρών και μεγαλύτερων θάμνων, που φυτρώνουν σ’ ολόκληρη την Κρήτη, όπως π.χ. ο θύμος (αρχ. θύμος ), η αστοιβίδα (αρχ. στοιβή), η αλαδανιά (αρχ. λάδανον ή λήδανον ), το αχινοπόδι (αρχ. εχινόπους ), η θρύμπα (αρχ. θύμβρα), το ρουκάλι (η αρχ. ερείκη ), και τα χρησιμοποιούσαν κυρίως ως προσανάμματα , αλλά και η ακονυζά (αρχ. κόνυζα ), «η υπερέχουσα τω θάμνω και τοις φύλλοις πλατυτέρα και βαρύοσμος», εντομοαπωθητικό σύμφωνα με τον Διοσκορίδη, ο οποίος προσθέτει «και κώνωπας απελαύνει, κτείνει δε και ψύλλους» (μήπως πρέπει κι εμείς να ξαναγυρίσουμε σ’ αυτούς τους απλούς και οικολογικούς τρόπους και ο αζόγυρος (αρχ. οζόγυρος, με το πρώτο συνθετικό από τα ρήμα όζω = μυρίζω, επειδή τα φύλλα του αναδίδουν μια άσχημη μυρωδιά).

Το φλησκούνι, από το μσν. φλησκούνιν ή βλησκούνιν, υποκοριστικό του αρχ. βλήχων. Φυτρώνει σε υγρά μέρη, συνήθως δίπλα σε ρυάκια και χρησιμοποιείται ως αφέψημα ήδη από τα αρχαία χρόνια. Έχει ανοιχτό πράσινο χρώμα και ίσως γι’ αυτό τον καχεκτικό, τον ωχροκίτρινο, τον έλεγαν φλησκουνιάρη.

Η φινοκακαλιά, φυτό από τα στελέχη του οποίου φτιάχνουν σκούπες, είναι το φιλόκαλιν των Βυζαντινών, από το γνωστό από το Θουκυδίδη αρχ. ρήμα φιλοκαλώ = είμαι φίλος του καλού, του ωραίου (φιλοκαλούμεν μετ’ ευτελείας…). Η φιλοκαλία, δηλαδή, η αγάπη για το ωραίο κατέληξε να σημαίνει και την αγάπη για την καθαριότητα, αφού συνήθως το καθαρό είναι ωραίο και αρέσει σ’ όλους μας. Έτσι λοιπόν το μέσο, το όργανο, με το οποίο σκουπίζουμε και κάνουμε ωραίο το σπίτι μας ονομάστηκε φινοκαλιά. Θυμάμαι πολύ καλά πως η γιαγιά μου έλεγε τα σκουπίδια φινοκαλίδια.



Δεν είναι συναρπαστικό το ταξίδι των λέξεων ανά τους αιώνες ; Έχουν βέβαια κι αυτές, όπως όλοι οι ταξιδιώτες τις περιπέτειές τους, που μπορεί να είναι ενδιαφέρουσες, αλλά συχνά συνοδεύονται από μικρές ή μεγάλες απώλειες. Όμως είναι γεγονός πως σε σύγκριση με μας, οι λέξεις τα καταφέρνουν πολύ καλύτερα στην πάλη τους με το χρόνο. Χάνουν κάποια μέλη, αλλάζουν μορφή ή φωνή, αλλά επιβιώνουν. Ακόμη και ως δάνεια σε άλλες ξένες γλώσσες. Μεγάλη τελικά η τέχνη της προσαρμογής.

Πηγή: Πατρίς Της Ευαγγελίας Πετρουγάκη

Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

Μονή Παναγίας Γκουβερνιώτισσας


Σε μια κατάφυτη λοφοπλαγιά, πάνω από το χωριό Ποταμιές βρίσκεται η Μονή Γκουβερνιώτισσας που χρονολογείται πιθανά στο β’ μισό του 14ου αι. π.Χ.

Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα λειτουργούσε ως μοναστηριακό μετόχι του Παναγίου Τάφου των Ιεροσολύμων. Στις μέρες μας η Μονή δεν λειτουργεί, διατηρούνται όμως σε αρκετά καλή κατάσταση οι κτηριακές της εγκαταστάσεις με κελιά και παλιούς φούρνους, καθώς και ο ναός της Παναγίας που αποτελούσε το καθολικό της μονής στην περίοδο της Ενετοκρατίας.

Ο ναός, που ακολουθεί τον αρχιτεκτονικό τύπο του ελεύθερου σταυρού με τρούλο, διαθέτει εντυπωσιακό τοιχογραφικό διάκοσμο του 14ου αι., σύμφωνο με τα καλλιτεχνικά πρότυπα της Κωνσταντινούπολης.



Οι Ποταμιές, ένα από τα ομορφότερα και γραφικότερα χωριά που ανήκουν σήμερα στο Δήμο Χερσονήσου, βρίσκονται στο 33,7 χιλιόμετρο του δρόμου Ηρακλείου - Οροπεδίου Λασιθίου και στο 17 χιλιόμετρο του δρόμου προς Χερσόνησο. Το χωριό βρίσκεται σε υψόμετρο 170 μ. και έχει γύρω στους 500 κατοίκους. Οι κύριες ασχολίες των κατοίκων είναι η γεωργία (κυρίως ελαιοκομία) και η κτηνοτροφία. Για την πρόσβαση στο χωριό υπάρχουν λεωφορεία του Κ.Τ.Ε.Λ. σε συγκεκριμένες ώρες και μέρες της εβδομάδας, εκτός Σαββατοκύριακων, ή το λεωφορείο του Δήμου, που ξεκινάει από τη Χερσόνησο με συγκεκριμένο δρομολόγιο.
Η αρχαιότερη μνεία του οικισμού Ποταμιές γίνεται σε έγγραφο του 14ου. Οι Ποταμιές αναφέρονται επίσης σε βενετσιάνικες απογραφές του 16ου και 17ου ως δύο χωριά, Απάνω και Κάτω Ποταμιές. Στο χωριό υπάρχουν βυζαντινές εκκλησίες, οι οποίες μαρτυρούν την ανάπτυξη του οικισμού κατά τα Βυζαντινά χρόνια.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον από αρχαιολογική άποψη παρουσιάζουν το μοναστήρι της Γκουβερνιώτισσας και η εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Χριστού.



Το μοναστήρι της Παναγίας της Γκουβερνιώτισσας βρίσκεται βορειοδυτικά των Ποταμιών και είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Ο ναός είναι χτισμένος σε σχήμα σταυρού (σταυροειδής με τρούλο). Δεν είναι γνωστό πότε ιδρύθηκε η Μονή.
Πιθανόν να χτίστηκε από κάποιο βυζαντινό άρχοντα, ο οποίος έφτασε στο νησί μετά την απελευθέρωση του από τους Άραβες, το 961 μ.Χ. Στην περιοχή που βρίσκεται η Μονή υπήρχαν βυζαντινοί συνοικισμοί με ενοριακό τους ναό την Παναγία τη Γκουβερνιώτισσα. Οι τοιχογραφίες ωστόσο του ναού, σύμφωνα με τον Μ. Χατζηδάκη, χρονολογούνται στον 14ο αιώνα. Στον θόλο του μεσαίου τρούλου ήταν ζωγραφισμένος ο θεός, στους τοίχους οι Προφήτες, οι Ευαγγελιστές, σκηνές της Καινής Διαθήκης, ο βίος του Ιησού κ.ά. Επίσης, διακρίνεται ο Μυστικός Δείπνος μέσα στο Άγιο Βήμα. Την περίοδο της πολιορκίας του Χάντακα από τους Τούρκους η Μονή απέκτησε την εύνοια του Τούρκου πασά, καθώς ο εφημέριος της Μονής με πονηρό τρόπο ξεγέλασε τον Τούρκο πασά, λέγοντας του ότι είδε όραμα πως όλη η Κρήτη γρήγορα θα βρεθεί υπό την εξουσία του. Έτσι, με φιρμάνι του πασά τα κτήματα της Μονής και η Μονή έμειναν απαραβίαστα. Το 1826 η Μονή με δωρεά πέρασε στους έξαρχους του Αγίου Τάφου. Το Μοναστήρι έμεινε έρημο από μοναχούς μετά το 1928 ενώ τα κτήματα του διανεμήθηκαν σε ακτήμονες κατοίκους του χωριού.
Σε μικρή απόσταση από το μοναστήρι της Γκουβερνιώτισσας βρίσκεται ο ναός του Χριστού Σωτήρος. Πρόκειται για μονόχωρο καμαροσκέπαστο ναό, οι τοιχογραφίες του οποίου χρονολογούνται το 14ο αιώνα.



Διασχίζοντας ο επισκέπτης τον κεντρικό δρόμο που οδηγεί στο χωριό, συναντά στα δεξιά του, στους πρόποδες του βουνού, το ξωκλήσι του Αγ. Γεωργίου, στο οποίο μπορεί να φτάσει κανείς μέσω αγροτικού δρόμου.
Χαρακτηριστικό στο ναό αυτό είναι τα «εντοιχισμένα» στο ανώφυλλο της εξωτερικής θύρας έξι αβγά, που σχετίζονται, σύμφωνα με τους κατοίκους του χωριού, με την παρακάτω ιστορία:
«Ο κλέφτης και τα έξι αβγά»
Μια γυναίκα είχε πολλές κότες, μα ψοφούσανε. Προσευχήθηκε λοιπόν στον Αγ. Γεώργιο λέγοντάς του:«Αϊ-Γιώργη μου, βοήθησε με να μην ψοφούν οι κότες και θα σου φέρνω έξι αβγά κάθε βδομάδα».
Ένας βοσκός από ξένα μέρη, γιατί έρχονται το χειμώνα από ξένα μέρη εδώ βοσκοί, την παρακολουθούσε και έπαιρνε τ’ αβγά και τα τρωε. Την τρίτη φορά, όταν επήγε να πιάσει τα αβγά, όπως τα κρατούσε, τρία και τρία στα χέρια ντου, κοκάλωσε μέσα στην εκκλησία!
Τότε λέει ο βοσκός:«Άγιε Γιώργη μου, βοήθησε με, άφησε με να φύγω και θα βάλω τα αβγά απάνω στον τοίχο, να βλέπουνε όλοι οι χριστιανοί ότι έκανα μια παράνομη πράξη».
Σύμφωνα με την παράδοση, τα αβγά αυτά βρίσκονται ακόμη απάνω από το ανώφυλλο της πόρτας, μέσα στην πέτρα. Και τα πιάτα που ήταν μέσα τ’ αβγά είναι κι αυτά στον τοίχο.

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

Η λαλιά της Κρήτης | Μέρος 1ο



Ένας πολύ γνωστός στίχος, που τον συναντούμε σε πολλά δημοτικά τραγούδια της Κρήτης, (αφηγηματικά, ιστορικά), κυρίως σ’ εκείνα που αναφέρονται σε ιστορικά πρόσωπα, άξια θαυμασμού για τα κατορθώματά ή για τον ηρωικό τους θάνατο.

Ταχιά ταχιά (πρωί πρωί) έλεγαν οι παππούδες μας, τότε που σε πολλά χωριά αγνοούσαν(ακόμη και μέχρι τα μέσα του 20ου αι.) την ύπαρξη ρολογιών, αλλά και το άγχος της σημερινής, μετ’ ακριβείας δευτερολέπτου χρονομετρημένης ζωής μας.

Γι’ αυτούς ήταν αρκετοί μόνο κάποιοι αόριστοι χρονικοί προσδιορισμοί, που τους έδιναν τη δυνατότητα να σταματούν και να θαυμάζουν στην καρδιά της δροσοσταλίδας το φως το ερχόμενο, πάνω στο ανθισμένο λουλούδι της αυγής κι έπειτα, αφού χαρούν την ομορφιά που προσφέρεται σ’ όλους απλόχερα, να την μετουσιώσουν σε στίχο, σε τραγούδι.



Ταχιά ταχιά λοιπόν, από το επίθετο ταχύ (πληθ. ταχέα)

«Ταχιά ταχιά’ ναι αρχιμενιά ταχιά’΄ναι αρχή του χρόνου»,

όπως και στο λαϊκό γνωμικό «του Μάρτη τα πηλά αποσπέρα ως ταχιά».

Αλλά και αποταχιάς, αποταχιά (αύριο το πρωί ή πριν λίγη ώρα), όπως τα συναντούμε στον Ερωτόκριτο και σε άλλα έργα της λεγόμενης Κρητικής Σχολής.

« Ο βασιλιός πασίχαρος ετούτα να γροικήσει τως είπε πως τ’ αποταχιά τους θέλει αποφασίσει» (Ερωτόκρ. Δ, 202).

«Αλέξης ήρθε αποταχιά τόσο γλυκά στη ψή μουοπ’ αγροικώ για λόγου του και χάνεται η ζωή μου» (Πανώρια, Ε,117).

Όμως το επίρρημα ταχιά μπορούσε να σημαίνει έτσι αόριστα, αργότερα ή του χρόνου! Δε λέμε πως ο χρόνος διαστέλλεται ανάλογα με την ψυχολογία του ομιλούντος;
«Να ζήσομε δα οφέτος και ταχιά έχει ο θεός».
«-Πότε δα μου πάρεις, πατέρα, τα παπούτσα που μού ’ταξες;
-Ταχιά»।

Μα και στην παλιά μαντινάδα
«Ταχιά σα γ-κάμει καλλονή που δα τα που δα τα πας τα βούγια
Νάρθω να ροζονάρομε αγάπη μου καινούργια».

Αλλά η φράση ταχιά κι αργά σημαίνει πρωί και βράδυ, συνέχεια.
«Ευρίσκετο ταχιά κι αργά πάντα στη συντροφιά τση» (Ερωτόκρ.Α, 429)

Από το ίδιο επίθετο ταχύς προέρχονται και οι χρονικοί προσδιορισμοί: ταχινή, ταχτέρου(<ταχυτέρου), ταδέ ταχτέρου, ταχτερωπά(<ταχυτέρου+ώψ, ωπός)

Λέγοντας λοιπόν ταχτέρου τη ν-ταχινή εννοούσαν την επομένη το πρωί, αφού το αύριο είναι η ταχύτερη, η πιο κοντινή, δηλαδή η επόμενη μέρα.

«Ταχτέρου τη ν-ταχινή δα σηκωθούμε αποδιαφώτιστα να πάμε στο θέρος».

Αποδιαφώτιστα, αξημέρωτα, ταχτερωπά, σύναυγα, αυγή τσ’ αυγής, όντε ροδινίζει η μέρα, ταχιά ταχιά, ωραία συνώνυμα με τις λεπτές σημασιολογικές αποχρώσεις τους να περιγράφουν τη σταδιακή υποχώρηση της νύχτας, όταν οι πρώτες αχτίνες του ήλιου αρχίζουν να χαράζουν το σκοτάδι.

Ο Βιτσέντζος Κορνάρος περιγράφοντας την ίδια εικόνα χρησιμοποιεί το ρήμα αποδιαφωτίζει .

«Επέρασεν η νύχτα της μέσα στες ζάλες κείνες
κι η μέρα αποδιαφώτιζε κι ήρθαν του ηλιού οι ακτίνες»

Αυγή τσ’αυγής τραγουδά ο ανώνυμος λαϊκός ποιητής

«Αυγή τσ’αυγής δα σηκωθώ ’που του βουνού τη ρίζα να σύρω να ξημερωθώ βουνό μου, στη γ-κορφή σου…»

Ο προσδιορισμός των διαφόρων χρονικών διαστημάτων της ημέρας, ήδη από τα αρχαία χρόνια είχε σχέση πάντα και με τις καθημερινές ασχολίες και τις συνήθειες των ανθρώπων . Στην αρχαία Αθήνα π. χ. η φράση «περί πλήθουσαν αγοράν» σήμαινε την ώρα που η αγορά είναι γεμάτη (10π.μ ως 11π.μ περίπου), αφού εκείνες τις ώρες συνήθιζαν οι περισσότεροι να πηγαίνουν στην αγορά Αλλά και στην εποχή μας, η διακοπή της εργασίας , όταν δούλευαν στα χωράφια, για λίγο φαγητό και μικρή ανάπαυση, κατέληξε να σημαίνει και την ώρα της ημέρας. Έτσι χρησιμοποιούσαν για τον καθορισμό της ώρας , τις λέξεις κολατσό (από το Ιταλ. colazione, περίπου στις 10 π.μ.) και μαρέντα (από το Ιταλ.merenda, γύρω στις 4μ.μ).

“Επέρασε το κολατσό κι ακόμη δεν εφάνη” (Πανώρια, Β, 51).

«Μεγάλο μου Σαββάτο και πως δα σε περάσω, απού ’χεις τρία κολατσά και τρία μεσημέρια και τρία ’πομεσήμερα κι ακόμη έχεις μέρα» ( περιγραφή της Μ. Εβδομάδας, από τη λαϊκή παράδοση)

Κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες μπορούσες να ακούσεις τις φράσεις «στο σταύρωμα του μεσημεριού» ή «το ντάλα μεσημέρι» (ντάλα ίσως από το ρήμα νταλώνω < μεσαιωνικό ενταλώνω = θαμπώνω, ζαλίζω), όταν ήθελαν να τονίσουν όχι μόνο την ώρα, αλλά και την υπερβολική ζέστη.

Και όταν πια ο ήλιος άρχιζε να προχωρεί σιγά σιγά προς τη δύση, προσπαθούσαν να προσδιορίσουν το χρονικό διάστημα άλλοτε μονολεκτικά και άλλοτε με τη χρήση διαφόρων εκφράσεων, όπως π.χ. ένα κονταρόξυλο θέλει ο ήλιος να βασιλέψει, το κιντί (<Τουρκ. Kindi, 4-5μ.μ), το πρόσαργο, την ώρα τω σπερνώ, (του εσπερινού), τα ποβασιλέματα, αφτώματα λυχνώ(δηλαδή την ώρα που άναβαν τους λύχνους ( είναι ακριβώς το «περί λύχνων αφάς» των αρχαίων Ελλήνων).

Μετά το βραδινό φαγητό, όταν η νύχτα άρχιζε να προχωρεί, έφτανε η ώρα της αποσπερίδας ή της βεγγέρας, η ώρα που μαζεύονταν όλοι, γείτονες και φίλοι σε κάποιο κοντινό σπίτι να πουν τα νέα της ημέρας , να γελάσουν με ιστορίες και ανέκδοτα , αλλά και να ασχοληθούν οι γυναίκες με διάφορα εργόχειρα ετοιμάζοντας την προίκα των κοριτσιών τους, με το φως του λύχνου ή με τις λάμπες του πετρελαίου. Όταν όμως άνοιγε ο καιρός και προχωρούσε η άνοιξη, οι νύχτες ήταν μικρότερες κι οι αποσπερίδες σύντομες ή αποφεύγονταν εντελώς , αφού έπρεπε να κοιμηθούν νωρίς, για να ’χουν δυνάμεις για τη σκληρή δουλειά της επόμενης μέρας.

Έλεγαν τότε χαρακτηριστικά «σαν αθίσει η μαντιλίδα δε μυρίζει αποσπερίδα» (μαντιλίδα = άγρια μαργαρίτα. Πιθανόν η συγκεκριμένη λέξη να έχει σχέση με το ρήμα μαντεύω και το γνωστό παιγνίδι).

Στο διάστημα της νύχτας η φωνή του πετεινού τους ειδοποιούσε για την αλλαγή και το προχώρημα της ώρας, πράγμα ακατανόητο, σχεδόν απίστευτο για το νέο άνθρωπο του 21ου αι., που μπορεί να μην έχει ποτέ καιρό ή διάθεση να απολαύσει το πρώτο φως και τα υπέροχα χρώματα της αυγής. Τι μπορεί να σημαίνει γι’ αυτόν η φράση «όντε βγαίνει το μεράστρι;» Τι μπορεί να σημαίνει γι’ αυτόν που κλεισμένος στη μοναξιά του και στα λίγα τετραγωνικά των διαμερισμάτων μετρά τις στιγμές με την κλεψύδρα των σύγχρονων ηλεκτρονικών μέσων, σκλάβος των εξαντλητικών ωραρίων εργασίας του νέου Μεσαίωνα;

Η γλώσσα, όπως είναι γενικά παραδεκτό, εξελίσσεται και επηρεάζεται από τις καθημερινές συνθήκες, τον τρόπο ζωής, τα μέσα διαβίωσης, τις ιστορικές συγκυρίες, αλλά συγχρόνως αποτελεί και τον ασφαλέστερο δείκτη της ευαισθησίας μας.


Πηγή:Πατρίς Της Ευαγγελίας Πετρουγάκη

Σάββατο, 3 Απριλίου 2010

Η τιμωρία του προδότη…


Άδειος σαν ξεχασμένη υπόσχεση πορεύεται μοναχός ανάμεσα στις φλόγες της Ανάστασης. Ο Ιούδας.

Ο καταραμένος της λατρευτικής μας παράδοσης φορτωμένος με το άχθος της προδοσίας τιμωρείται κάθε χρόνο, την ώρα που ανθίζει η φύση και οι λουλουδιασμένοι ναοί μοσχοβολούν λιβάνι και άνοιξη. Κάπου δίπλα, σε κάποια αυλή, σε κάποια πλατεία ως αποδιοπομπαίος τράγος αποβάλλεται από τη χορεία των ανθρώπων που συνθέτουν το σκηνικό του θείου δράματος. Το ανέσπερο φως, οι τελετουργίες που υπενθυμίζουν κάθε χρόνο την ίδια πορεία, ο κυκλικός χρόνος που μας επαναφέρει στην αυγή των πραγμάτων. Είναι ωραίες οι μέρες της Μεγαλοβδομάδας, μα πιο όμορφες είναι οι νύχτες με τους λεμονανθούς, τις ιερές πορείες, τα κεράκια και τα θυμιάματα.

Αν το ανέσπερο φως του Μεγάλου Σαββάτου καθαγιάζει το πέρασμα από τη λύπη του θανάτου στη χαρά της Ανάστασης, η φωτιά του Ιούδα μετουσιώνεται σε κάθαρση, έρχεται να αποκαταστήσει τη φυσική τάξη, να απαλλάξει την λαϊκή παράδοση από ένα οιδιπόδειο σύμπλεγμα, έρχεται να εξαγνίσει το χώρο από μια φοβερή προδοσία.
Την «ιστορία» του Ιούδα την άκουσα κάπου στα πέντε μου χρόνια. Άρχιζε με τον προφητικό λόγο που ο λαϊκός εξηγητής των ονείρων είπε στην εγκυμονούσα μάνα του Ισκαριώτη:
- Δαυλός αυτούμενος (=αναμμένος) θα ’ναι το κοπέλι που θα γεννήσεις και θα βάλει στον κόσμο φωτιά.

Η διήγηση σταματά σε μια απλή, χωρίς έμφαση περιγραφή των συναισθημάτων της μάνας που ακούει ότι το παιδί που κυοφορεί θα κάψει τον κόσμο: «Ήπεσε ο ουρανός και την επλάκωσε». Κι ύστερα αρχίζει η πλοκή. Ποιος θέλει να έχει στο σπίτι του έναν «αφτούμενο δαυλό»; Όπως και στον Οιδίποδα έτσι και στον Ιούδα: όλα ξεκινούν από έναν χρησμό… Σαν άλλος Λάιος ο πατέρας του Ιούδα τον άφησε κάπου στο δάσος. Σε άλλες περιοχές λένε πως τον άφησε σε ένα κασελάκι στη θάλασσα! Κάποιος τον βρήκε, τον μεγάλωσε, έγινε άντρας. Η μοίρα το ’φερε να συναντήσει τους πραγματικούς του γονείς (χωρίς να τους γνωρίζει ασφαλώς) και στα στερνά να παντρευτεί την ίδια τη μάνα του.
«Δεν τον εγνώρισε η κακομοίρα η μάνα και ήθεκε [ξάπλωσε] μαζί του».
Αμάρτημα μέγα, ασυγχώρητο από την εποχή ακόμη που ο μεγάλος τραγικός μετουσίωνε σε ποίηση τις μνήμες του Οιδίποδα.



Η παράδοση αυτή φαίνεται πως ακουγόταν σ’ όλη την Κρήτη. Την κατέγραψε η αξέχαστη Μαρία Λιουδάκη το 1938 όπως ακουγόταν στη Λατσίδα Μεραμπέλλου:

«Οντόν ήτανε αγαστρωμένη τον Ιούδα η μάνα ντου, επήγεν ο προφήτης Νάθας και τσ’ είπενε: Το παιδί απού δα κάμεις, κερά μου, δα να ’ναι αφτώμενος δαυλός να κάψει τον κόσμο. Αυτή, να τ’ ακούσει, ήδωκε στα μαλλιά τζης. Πάει και λέει το τ’ αντρούς τσης: Ετσέ κι ετσέ κακομοίρη γέρο, και το παιδί που δα κάμωμε, λέει δα να ’ναι αφτώμενος δαυλός να κάψει τον κόσμο».

Αποφασίσανε να πνίξουν το παιδί. Το βάλανε σ’ ένα κασελάκι και το ρίξανε στη θάλασσα. Η πλοκή της λαϊκής παράδοσης είναι εντυπωσιακή. Τον βρήκαν γαϊδουροβοσκοί, τον μεγάλωσαν με το γάλα της γαϊδάρας κι όταν μεγάλωσε του είπανε την ιστορία.

Έχοντας ανάγκη να δουλέψει μπήκε δούλος σ’ ένα αρχοντικό. Εκεί τσακώθηκε με το παιδί του νοικοκύρη και το σκότωσε· αλλά το παιδί αυτό ήτανε αδερφός του χωρίς να το κατέχει και ο νοικοκύρης ήτανε πατέρας του. Ύστερα από άλλες τραγικές συμπτώσεις ο Ιούδας σκοτώνει και τον πατέρα του και παντρεύεται τη χήρα, δηλαδή την ίδια τη μητέρα του. Κάποια μέρα κουβεντιάζανε. Κι εκείνη τον ρωτά:

-Από πού ’σαι και πώς εβρέθηκες επαδά;
-Εγώ δεν κατέχω ποιοι ήσανε οι γονέοι μου. Εμένα με ευρήκανε γαϊδουροβοσκοί μέσα σ’ ένα κασελάκι και μ’ ανεθρέψανε. Και λέει της όλη του την ιστορία.
-Σκύλε και γιος μου είσαι κι εκολαστήκαμε, απού γενήκαμε κι αντρόυνο. Να φύγεις, να πας ν’ ακλουθάς εκειούνουνε τ’ αθρώπου, που λένε πως σώνει τσ’ αμαρτωλούς.
Και φεύγει και πάει και γίνεται μαθητής του Χριστού.

Ο Γ. Μέγας που διερεύνησε τις λαϊκές παραδόσεις για τον Ιούδα προσκομίζει στοιχεία που αποδεικνύουν τη διάδοση του μύθου σε πολλούς λαούς. Παραθέτει, μάλιστα, σχετική διήγηση γραμμένη στα λατινικά τον 13ο αιώνα και κρητικό ποίημα του 17ου αιώνα το οποίο αποτελεί δημώδη απόδοση του λατινικού προτύπου. Ας δούμε ένα μικρό απόσπασμά του:

Απήτις εγαστρώθηκε η μάνα του Ιούδα
είδε κι εγέννησε δαυλό με τη μεγάλη κούδα.
Η κούδα ετσούρισε φωτιά, το σπίτι εκεντήθη
τ’ όνειρο το ’δε, του Ρουβέμ, του άντρα τζη, διηγήθη. […]
Απήτις εγεννήθηκε, κιβούρι επισώσα
το τέκνο μέσα εβάλασι κι ερρίξα ντο στη φόσα.



Είναι να μη βρεθείς αντιμέτωπος με το θρύλο. Να μη γίνεις ο κακός. Δεν έφτανε το μέγιστο κακό, η προδοσία, η λαϊκή παράδοση βρήκε μιαν καινούργια Ιοκάστη. Φόρτωσε στον Ιούδα την επανάληψη ενός αρχαίου μύθου. Η τραγωδία αναζητεί την κάθαρση… Και φέτος στα χωριά των Ελλήνων (εκεί όπου υπάρχουν παιδιά, δηλαδή εκεί όπου υπάρχει ζωή) θα ανάψουν οι φωτιές του Ιούδα, που αλλού τις λένε «φανούς», αλλού «ορφανούς», αλλού «φουνάρες».

Στο χέρι του Ιούδα βάζαμε πάντα ένα σακούλι με τριάκοντα κελύφη σαλιγκαριών («τριάντα χοχλιδόκουπες» λέμε στην Κρήτη), όσα και τα αργύρια της προδοσίας. Κι ύστερα, σαν Φαρμακό, σαν τράγο αποδιοπομπαίο, τον ανεβάζομε στο σωρό με τα ξύλα. Οι φλόγες καταπίνουν το ομοίωμα.

Για έναν ολόκληρο χρόνο ο χώρος θα είναι καθαρός από το διπλό μίασμα, ο Ιούδας θα ξεχαστεί για έναν ολόκληρο χρόνο. Και την επόμενη άνοιξη τα παιδιά θα μαζέψουν και πάλι ξύλα ετοιμάζοντας την καινούργια καθαρτήρια πυρά.

Η φωτιά που κατάπιε τον προδότη αφαιρεί το στίγμα της προδοσίας. Στην Κρήτη θα εξαφανίσει μαζί με το μίασμα της προδοσίας και τον αιμομίκτη. Εδώ το έθιμο βρίσκεται ακόμη και σήμερα σε ακμή. Σε όλα τα χωριά ο Φαρμακός (ο Ιούδας) παραδίδεται στην πυρά…

Τούτη η φωτιά μπορεί να καίει για ώρες. Ως το ξημέρωμα. Οι φλόγες καταλαγιάζουν, μένουν τα πιο χοντρά ξύλα να σιγοκαίγονται. Τότε ακριβώς ακολουθεί και η προσπάθεια του ατομικού εξαγνισμού, το πέρασμα από την καθαρτήρια φλόγα, το «πήδημα της φωτιάς». Μέχρι και πριν από λίγα χρόνια οι νέοι πηδούσαν πάνω από τα αναμμένα ξύλα, πηδούσαν πάνω από τη φωτιά. Τότε μας φαινόταν παιγνίδι. Σήμερα ξέρομε πως δεν ήταν μόνο παιγνίδι.

Παγκρήτια σχεδόν συνήθεια επέβαλε να ανάβουν φωτιές σε κάθε σπίτι λίγο πριν την Ανάσταση. Οι διαβατήριες πυρές έρχονται πάλι να δώσουν ευρύτερες προεκτάσεις σε μια θρησκευτική τελετή. Σε άλλες περιοχές ο πατέρας, σε άλλες η μητέρα έβγαιναν έξω από την πόρτα του σπιτιού τους και έβαζαν φωτιά σε ένα θάμνο, σε ένα μικρό σωρό από ξύλα ή σε παλιά ξύλινα χρηστικά αντικείμενα που δεν μπορούσαν πια να χρησιμοποιηθούν.
Μεγαλοβδόμαδο, Λαμπρή, Ανάσταση. Φως ιλαρόν και ανέσπερο.

Η λαμπάδα με το φως της Ανάστασης πρέπει να πάει σε κάθε σπίτι, ακόμη και στη μάντρα του βοσκού, ακόμη και στο κελάρι. Να σφραγίσει με ένα κακότεχνο σταυρό το κλείσιμο ενός κύκλου και την κάθαρση. Οι πιο τολμηροί δεν θα πάρουν το φως από τη λαμπάδα του ιερέα, θα πλησιάσουν την φωτιά του Ιούδα και θα ανάψουν από κει τη δική τους λαμπάδα.



Άδειο ρούχο…

Τον βλέπω κάθε χρόνο τον Ιούδα να ανηφορίζει πάνω στο σωρό με τα ξύλα. Στα παιδικά μας μάτια φάνταζε μεγάλος και άσχημος. Σαν το άδειο ρούχο… κι ήταν άδειο ρούχο κι ο ίδιος, κάποτε εντελώς κενό και κάποτε γεμισμένο πρόχειρα με κουρέλια και άχυρα.
Τότε κουβαλούσαμε ξύλα από την Καθαρή Δευτέρα. Και διαλέγαμε βάτους (σήμερα ίσως να μιλούσαμε για ενσυνείδητη οικολογία) απαλλάσσοντας τις καλλιέργειες από ένα ζιζάνιο.

Κι ο Ιούδας ήταν πάντα εκεί. Ένα άδειο ρούχο, μια παλιά φορεσιά. Ήταν εκεί με τα κελύφη των σαλιγκαριών στο χέρι, τραβώντας σαν μαγνήτης τα βλέμματα, ήρωας μιας περίεργης διαπόμπευσης.

Να θυμηθούμε πως οι νεότεροι Αθηναίοι έδωσαν μάχη για να μη χάσουν το δικαίωμα της καθαρτήριας πυράς; Ήταν λίγο πριν το 1850 όταν η Κυβέρνηση είχε αποφασίσει να σταματήσει η ετήσια καύση του Ιούδα. Λίγο ακόμη και θα έκαιγαν… τον Πρόξενο της Πορτογαλίας τον οποίο ενοχοποίησαν πιστεύοντας πως εκείνος είχε παρέμβει στην Κυβέρνηση Κριεζή ζητώντας να καταργηθεί το βάρβαρο, όπως υποστήριζαν τότε (μερικοί το θεωρούν βάρβαρο και… αντισημιτικό ακόμη και σήμερα, δυστυχώς,) έθιμο.

Το δέντρο του Ιούδα

Οι γέροντες δεν παρέλειπαν ποτέ να το πούνε: «Μέσα στα ξύλα της φωτιάς που θα κάψουν τον Ιούδα πρέπει να είναι πάντα κι ένα κλαδί αζώγυρος». Ανάγυρις η δύσοσμος. Έτσι ονομάζεται το φυτό, πραγματικά δύσοσμο. Τόσο που ούτε άνθρωπος ούτε ζώα το πλησιάζουν. Αυτό το φυτό βρήκε η λαϊκή παράδοση της Κρήτης για να το συνδέσει με τον Ιούδα.

«Όταν είδε ο Ιούδας το Χριστό στο Σταυρό τρόμαξε, μπορεί και να μετάνιωσε. Το αίμα του αθώου τον κυνηγούσε. Κι εκείνος διάλεξε να βάλει τέλος στη ζωή του. Πήρε σκοινί και σαπούνι για να κρεμαστεί. Πήγε να κρεμαστεί σε μιαν ελιά. Μα η ελιά έσκυψε, χαμήλωσε τους κλώνους, δεν τον άφησε να δώσει τέλος στη ζωή του, δεν τον δέχτηκε. Ύστερα πήγε στη μηλιά, στη συκιά, στην απιδιά… Τα ίδια και δω. Στα στερνά βρήκε ένα δεντράκι που μοσκομύριζε, είχε ένα άρωμα που άλλο δεντρό δεν είχε. Χιλιάδες μέλισσες πετούσαν στους ανθούς και στα φύλλα του. Το δεντράκι αυτό το λέγανε αζώγυρο. Έδεσε το σκοινί και κρεμάστηκε. Ετούτο το δεντρό δεν χαμήλωσε τους κλώνους. Τον λυπήθηκε. Έτσι έδωσε τέλος στη ζωή του ο Ισκαριώτης. Μα μόλις ξεψύχησε ο Ιούδας χάθηκε η μυρωδιά του δέντρου. Από τότε βρωμεί και ούτε άνθρωπος ούτε ζώο το πλησιάζει…»
Άλλο αποκρουστικό σύμβολο κι ο αζώγυρος. Τον χρησιμοποιούν κυρίως σε μαγικές πρακτικές («δένουν» κάποιο ανδρόγυνο στον αζώγυρο). Η αιτιολογική παράδοση (ερμηνεύει τη δυσοσμία του αζώγυρου) έρχεται να συμπληρώσει το δράμα. Από τότε, μαζί με τον Ιούδα, πρέπει να καεί έστω και ένα κλαδί του μιασμένου θάμνου.

Η διαπόμπευση του προδότη

Στη δυτική Κρήτη η διαπόμπευση του Ιούδα αποτελεί ένα από τα βασικότερα έθιμα της Μεγαλοβδομάδας και της Λαμπρής. Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου τα παιδιά φτιάχνουν ένα πρόχειρο ομοίωμα του Ιούδα και το περιφέρουν στους δρόμους. Χτυπούνε τις πόρτες και ζητούν από τους συντοπίτες τους να… ελεήσουν τον προδότη. Στο Γαβαλοχώρι τα παιδιά έφτιαχναν ένα ομοίωμα του Ιούδα με λίγα ρούχα, το έπαιρναν και το περιέφεραν στους δρόμους λέγοντας:

Ελεήστε Χριστιανοί τον Ιούδα.

Και… τον ελεούσαν δίνοντας αυγά, γλυκίσματα και άλλα φαγώσιμα. Μόνο που αυτά δεν προορίζονταν για τον Ιούδα αλλά για τους διαπομπευτές, τα παιδιά που δεν διαιώνιζαν μόνον ένα έθιμο αλλά και εκτελούσαν μια «θεσμική» υποχρέωση της κοινότητας: να τιμωρήσει τον προδότη. Η περίεργη πομπή των παιδιών μέσα στους δρόμους του χωριού έπαιρνε διαστάσεις πανηγυριού. Η κοινωνία, που την προηγούμενη μέρα δάκρυζε συγκινημένη μπροστά στον Επιτάφιο, ξεσπούσε σε γέλια. Το Μεγάλο Σαββάτο σηματοδοτούσε την αποφόρτιση και το ξέσπασμα. Ο Ιούδας ήταν άδεια ρούχα, παλιά, για πέταμα. Τα τύλιγαν όλα μαζί και έφτιαχναν μιαν ανθρώπινη καρικατούρα, ένα αστείο κατασκεύασμα που προκαλούσε τη χλεύη και τον γέλωτα. Η κοινωνία, που θεωρούσε την προδοσία ως μίασμα, είχε την ευκαιρία να διαπομπεύσει τον προδότη λίγο πριν τον παραδώσει στις φλόγες για να επιφέρει την κάθαρση με την καύση και την εξαφάνισή του.

Στις Βρύσες Αποκορώνου

«τα παιδιά περιφέρουν όλην την ημέραν του Μεγάλου Σαββάτου το ομοίωμα του Ιούδα εις το χωριό και συγκεντρώνουν χρήματα διά την αγορά του πετρελαίου που θα τον κάψουν».
Στο Βαρύπετρο Κυδωνίας.

«Μια ομάδα παιδιών γυρίζει το χωριό. Δυο απ’ αυτά κρατούνε ένα καλάμι, ένα από κάθε άκρα. Τα άλλα μιλούνε στο κόσμο και του ζητάνε ρούχα για το Γιούδα λέγοντας
Ελεήστε τον Ιούδα τον Ισκαριώτη
τον κουτσό τον Παναγιώτη

Το κάθε σπίτι δίνει ένα παλιόρουχο, σακάκι, γκιλότα, ποκάμισο, τσεμπέρι κ.α. Τα ρούχα αυτά τα βάνουν πάνω στο καλάμι κι όταν δουν ότι αρκούν, τα παίρνουν, τα πάνε στην εκκλησία και ντύνουν τον Ιούδα…».

Στα Νοχιά Κισάμου

«επαίρνανε τα κοπέλια ένα ραβδί και γυρίζανε από πόρτα σε πόρτα για να μαζέψουν κουρέλια και τσούλια και να σιάξουν τον Ιούδα. Όταν τα μαζεύγαν έλεγαν:

Ελεήστε με τσούλια τον Ιούδα τον Ισκαριώτη που πρόδωσε το Χριστό μας.
Ό,τι των εδούδαν τα κρεμούσαν στο ραβδί κι ύστερα πηγαίναν και σιάχναν τον Ιούδα».

Στο Ψυχρό Λασιθίου τα χαρακτηριστικά της διαπόμπευσης είναι πιο έντονα:

«Το γαϊδουράκι που θα μεταφέρει ντον Ιούδα είναι έτοιμο, στολισμένο ανάλογα με την περίπτωση. Τα παιδιά με γαλατοκούτια γεμάτα πετραδάκια στα χέρια τα κτυπάνε και φωνάζουν έρχεται ο Ιούδας. Ένα παιδί κρατά το σημαντήρι μπροστά και όλα τ’ άλλα ακολουθούν πίσω, γύρω από το γαϊδουράκι με τον Ιούδα. Αφού γίνει η βόλτα στα κεντρικά σοκάκια του χωριού, καταλήγουμε στην πλατεία όπου και γίνεται η τοποθέτηση του Ιούδα πάνω στη φουνάρα».



Τα παραδείγματα από την Κρήτη αποκαλύπτουν μια σχεδόν ολοκληρωμένη εικόνα του αρχαίου Φαρμακού, του αποδιοπομπαίου τράγου που φορτώνεται τις αμαρτίες της κοινότητας και σκοτώνεται ή εκδιώκεται προκειμένου να επέλθει η κάθαρση. Ο αποδιοπομπαίος τράγος του αρχαίου κόσμου και, ειδικότερα, ο Φαρμακός των Ελλήνων απηχούν τις ευρύτατα διαδεδομένες απόψεις περί εξαγνισμού. Σύμφωνα με τη Σούδα, φαρμακός ήταν ο επί καθαρμώ πόλεως αναιρούμενος ον λέγουσι κάθαρμα και Φαρμακοίσιν. Αριστοφάνης• πονηροίς κακ πονηρών εις πάντα χρώμενος, οίσιν η πόλις προτού ουδέ φαρμακοίσιν εική ραδίως χρήσαιτ’ αν. Τουτέστι τοις λεγομένοις καθάρμασι.
Μια συμφορά, μια επιδημία ή μια δυσάρεστη κατάσταση αποδίδεται εύκολα σε θεϊκή αντίδραση και εν τέλει σε κάποιο μίασμα που διαταράσσει την ομαλότητα. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα που προέρχεται από την εβραϊκή μυθολογία: Ο ιερέας ακουμπά τα χέρια του στο κεφάλι ενός τράγου που είχε προσφερθεί ως θυσία εξαγνισμού και αρχίζει να απαριθμεί τις αμαρτίες του Ισραήλ, πιστεύοντας ότι έτσι μεταφέρει τις αμαρτίες ενός ολόκληρου λαού στον τράγο. Στη συνέχεια έδεναν μια κόκκινη κλωστή γύρω από τα κέρατα, προφανώς για να παραμείνουν στον κλοιό οι αμαρτίες, τον πήγαιναν σε ένα γκρεμό και τον έριχναν στο κενό. Ο αποδιοπομπαίος τράγος σηκώνει όλο το βάρος των ανομημάτων και αποδιώχνεται μαζί με αυτά από την κοινότητα.

Στην Ελλάδα των κλασικών και των μετέπειτα χρόνων διατηρήθηκε μια «εξευγενισμένη» μορφή του εθίμου, αφού πιθανότατα η αρχαία τελετουργία περιελάμβανε τη θανάτωση του Φαρμακού, ίσως και την καύση του, όπως υποστηρίζει ο Ι. Τζέτζης, σχολιάζοντας τον Ιππώνακτα. Ο Φαρμακός μπορούσε να είναι ένα απωθητικό πρόσωπο που μαστιγώνεται με σκιλλοκρομμύδες και διώχνεται αλλά, μέχρι να απομακρυνθεί από τα όρια της πόλης, τον κυνηγούν με πέτρες. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο προέρχεται από την Αθήνα και επαναλαμβανόταν κάθε χρόνο την άνοιξη, στην αρχή του θερισμού. Ο καθαρισμός της πόλης πριν από την καινούργια σοδειά των δημητριακών καρπών ήταν επιβεβλημένος. Επέλεγαν, λοιπόν, δύο φτωχούς και άσχημους ανθρώπους, τους σίτιζαν και στο τέλος ο ένας υποδυόταν τον άνδρα και ο άλλος τη γυναίκα. Τους διαπόμπευαν και τους οδηγούσαν έξω από την πόλη. Οι αρχαιότερες πρακτικές δημιούργησαν το εθιμικό υπόβαθρο αλλά και την αιτιολογική βάση των ελληνικών και ρωμαϊκών τελετουργιών. Ασφαλώς η αρχαία συνήθεια του Φαρμακού και της κάθαρσης δεν εμφανίζεται αυτούσια στη νεότερη εθιμολογία. Πέρασε μέσα από το φίλτρο των αιώνων, πιθανόν το έθιμο να επηρεάστηκε από το χριστιανικό θέατρο του Μεσαίωνα, ενσωματώνοντας εθνικές και χριστιανικές παραδόσεις. Στις Πράξεις των Αποστόλων αναφέρεται ότι αρνήθηκε η γη να δεχτεί τον προδότη. Από μαθητής του Χριστού έγινε σύμβολο του κακού, όχι μόνο της ιδιαίτερα μισητής από το λαό μας προδοσίας.
Σε πολλές περιοχές της Κρήτης ο Ιούδας πετροβολείται την ώρα που καίγεται και υβρίζεται. Στον Άγιο Σύλλα Ηρακλείου «όταν ο Ιούδας καιγόταν του πετούσαν πέτρες». Στην Ασή Γωνιά Αποκορώνου «τα κοπέλια ασφεντουρούνε (=ρίπτουν με ορμήν) πέτρες στον Ιούδα την ώρα που καίγεται». Στους Παρανύμφους Ηρακλείου «αποσπέρας το Μεγάλο Σάββατο αργά, βάζομε ξύλα και τ’ άφτομε και ρίχνομε πέτρες απάνω και τα πετρώνομε και κάβομε τον Ιούδα γιατί επρόδωκε το Χριστό». Σε άλλες περιοχές τον πυροβολούν την ώρα που καίγεται.

Μετά τη διαπόμπευση ακολουθεί το πετροβόλημα και η καύση. Ωστόσο, υπάρχουν και κάποια ακόμη χαρακτηριστικά που σκιαγραφούν το κρητικό έθιμο: Σποραδικά σε πολλά χωριά ο Ιούδας μπορεί να μην έχει τη μορφή ανθρώπου αλλά ζώου. Σε χωριά του Αποκορώνου έβαζαν φλασκί αντί για κεφάλι στο ομοίωμα του Ιούδα. Όταν έβρισκαν μεγάλα κέρατα τράγου τα έδεναν πάνω από το φλασκί ή πάνω από την υφασμάτινη σακούλα που χρησιμοποιούσαν ως κεφαλή του Ιούδα. Σε άλλες περιπτώσεις προτιμούσαν κρανίο γαϊδάρου, όπως συνέβαινε στο Γαβαλοχώρι Αποκορώνου: «Όταν εβρίσκαμε κεφαλή ψοφισμένου γαϊδάρου την εβάναμε για κεφαλή του Ιούδα». Κέρατα τράγου του έβαζαν παλιά και στα χωριά του Μυλοποτάμου. Αλλά κι όταν έχει ανθρώπινα χαρακτηριστικά μοιάζει περισσότερο με καρικατούρα, σύμφωνα με την περιγραφή από τη Σητεία: «Πολλές φορές του τα κάνανε παράουρα: μεγάλα αυτιά, χοντρά φρύδια, ένα μεγάλο μάτι κι ένα μικιό, μακρά μύτη, λιανό λαιμό…»

Παλιότερα φαίνεται πως η κατασκευή του ομοιώματος του προδότη ήταν πιο επιμελημένη. Στα χρόνια του Βλαστού (19ος αιώνας) έφτιαχναν ομοίωμα ανθρώπινου σώματος με κορμούς δέντρων:

«προετοιμάζεται εκ κορμού δέντρου (κούτσουρον) ομοίωμα αγάλματος ή ξύλινον είδωλον με πρόσωπον δαίμονος ατελούς και εκτρωματικού. Τινές τον στολίζουν και με ξεσχισμένα ενδύματα και γενειάδα ολιγότριχον…»

Οι πολλαπλές επιβιώσεις στοιχείων της τελετουργικής αποπομπής του Φαρμακού όπως μαρτυρείται από ελληνικές και ρωμαϊκές πηγές αποτελεί ένα ενδιαφέρον πεδίο έρευνας και προβληματισμού. Στο πρόσωπο του Ιούδα συναιρούνται τα παλαιότερα τελετουργικά σχήματα με τις νεότερες αντιλήψεις ενώ η φυσική αποστροφή που αισθάνονται οι Κρητικοί προς το πρόσωπο του προδότη έρχεται να επισφραγίσει την μάλλον ασυνήθιστα ακραία συμπεριφορά που συναντούμε στη «φουνάρα» της Λαμπρής. Τα χαρακτηριστικά της κάθαρσης είναι ορατά μετά την καύση του Φαρμακού: Η στάχτη της καθαρτήριας πυράς είναι μέσον προστασίας από μιαρά όντα, όπως είναι οι κατσαρίδες και τα ενοχλητικά παρασιτικά έντομα. Βάζουν στάχτη στις τέσσερις γωνιές του σπιτιού σχηματίζοντας πάλι έναν εξαγνιστικό κύκλο, αδιαπέραστο. Άλλοι ρίχνουν στάχτη στις ελιές, στους κήπους και στα δέντρα. Και άλλοι προτιμούν να ανάψουν τις λαμπάδες τους από την πυρά του εξαγνισμού και να μεταφέρουν αυτή τη φωτιά στα σπίτια τους.

Του ΝΙΚΟΥ ΨΙΛΑΚΗ
(ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΥΠΕΡ)