Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010

Η λαλιά της Κρήτης | Μέρος 2ο



Η μέρα ανοιξιάτικη. Η εξοχή στο χωριό υπέροχη. Ένα ελαφρό αεράκι σκορπούσε δωρεάν γύρη κι αρώματα χαϊδεύοντας απαλά δέντρα , θάμνους και ταπεινά αγριόχορτα. Κοίταζα με θαυμασμό την τόσο πλούσια χλωρίδα του τόπου μας και σκεφτόμουν πως οι ίδιες λέξεις, τα ίδια ονόματα πολλών φυτών ακούγονται εδώ και χιλιάδες χρόνια αυτούσια ή λίγο μόνο φθαρμένα από τη χρήση τόσων αιώνων.



Μια συστάδα από αγγελάμους που έσκυβαν υποτακτικά το κεφάλι σαν να γύριζαν από μάχη χαμένη, μ’ έκανε να θυμηθώ πως αυτή η λέξη αγγέλαμος μας παραπέμπει στους αρχαίους Δωριείς προγόνους μας, αφού προέρχεται από το δωρικό τύπο αγελαμαίος (αττ. αγελημαίος = αυτός που ανήκει στην αγέλη, στην ομάδα).

Σε μια επιγραφή που βρέθηκε στην αρχαία πόλη της Κρήτης, Δρήρο, υπάρχει η λέξη αγέλαοι = τα μέλη της αγέλης των νέων που έπαιρναν μέρος σε εκστρατεία. Έτσι λοιπόν ονομάστηκαν αγγέλαμοι τα ζιζάνια , που μοιάζουν με το δημητριακό βρόμη, επειδή φυτρώνουν πολλοί μαζί ως ομάδα, ως αγέλη. Αυτό λοιπόν το ζιζάνιο μου έδωσε την αφορμή να ασχοληθώ περισσότερο με τα ονόματα της κρητικής χλωρίδας.



Όπως είναι γνωστό, η κρητική διάλεκτος διέσωσε πολλά συντακτικά και γραμματικά στοιχεία της αρχαίας και βυζαντινής περιόδου, αλλά και πολλούς τύπους λέξεων, οι οποίοι ήταν σε χρήση ακόμη και στα ομηρικά χρόνια, κυρίως λόγω της γεωγραφικής θέσης του νησιού, που ήταν απόμακρο και αποκομμένο από τον υπόλοιπο κορμό της χώρας μας. Έτσι η δυσκολία της επικοινωνίας με άλλες περιοχές συνέβαλε στο να διατηρηθούν αλώβητα, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 20ου αι , ο τρόπος ζωής, τα ήθη και έθιμα, αλλά και η γλώσσα με τα επιμέρους ιδιώματά της..

Ενδεικτικά θα αναφέρω στο σημερινό δημοσίευμα κάποιες λέξεις αρχαιοπινείς (αυτούσιες ή καταγόμενες από την αρχαία Ελληνική), οι οποίες έχουν σχέση με τη χλωρίδα της Κρήτης।



Η αβρωνιά π. χ. , είναι η βρυωνία ή βρυωνίς των Αρχαίων (βρυωνία >βρωνία >βρωνιά >αβρωνιά ).



Η αγκάραθος ή αγκαραθιά, ένας θάμνος παρόμοιος με τη φασκομηλιά. Στις κορφές των κλαδιών του αναπτύσσονται οι καρποί του, που μοιάζουν με μικρές κεφαλές. Από την αρχ. ελληνική λέξη κάρα =κεφαλή ,το προθετικό α και την κατάληξη -θος έχουμε τον τύπο α-καρα-θος > αγκάραθος. Και βέβαια το γνωστό μοναστήρι της Αγκαράθου.



Ο Άγγρουστας ή αγγρουστος, το ζιζάνιο αγριάδα, η αρχ. άγρωστις, που έδωσε το όνομά της σε όλα τα όμοιά της αγρωστώδη φυτά. Από τα αρχαία χρόνια θεωρείται διουρητικό, κατάλληλο βότανο για τους πάσχοντες από πέτρα στα νεφρά ή στη χολή, όπως αναφέρει ο Διοσκορίδης, ο οποίος θεωρείται πατέρας της φαρμακολογίας.



Ο αδύσκυαμος είναι ο υοσκύαμος ή Διός κύαμος, ένα δηλητηριώδες φυτό, που όπως πίστευαν οι παλιότεροι, είχε την ιδιότητα «να παγουδιάζει τσι πόνους στα ντόδια». Και κατά το Διοσκορίδη, η ρίζα του υοσκύαμου «μετ’ όξους εψηθείσα οδονταλγίας εστί διάκλυσμα». (Περί ύλης ιατρικής, 4,68,5)



Οι αρχαίες λέξεις στύραξ, σφένδαμνος, τρίβολος διατηρήθηκαν στην κρητική διάλεκτο σχεδόν αμετάβλητες, ως αστύρακας, ασφένταμος, ατρίβολος.



Ο άρτηκας είναι ο αρχαίος νάρθηξ, από την αιτιατική του οποίου, προήλθε : τον νάρθηκα > τον άρθηκα > τον άρτηκα. Όπως μαθαίνουμε από τον Ιπποκράτη με κομμάτια από νάρθηκα ( άρτηκα), στερέωναν και έδεναν τα κατάγματα. Αλλά και ο Προμηθέας μέσα σε ένα κομμάτι από το στέλεχος αυτού του ταπεινού θάμνου έκρυψε τη φωτιά για να τη φέρει στους ανθρώπους, «εν κοίλω νάρθηκι».



Ο απούρανος είναι ένα μικρό αγκαθωτό φυτό, που αρέσει στις κατσίκες. Απούρανος από το αρχ. απύρηνος. Εδώ συναντούμε την προφορά ου αντί του υ και το δωρικό α αντί του η. ( Θεοφράστου, Φυτών Ιστορία, 4, 13, 2 ).

Η ατσουμαλιά, θάμνος με γαλακτώδη και δηλητηριωδη χυμό είναι ο αρχ. τιθύμαλος > τιθυμαλέα > τσουμαλέα > τσουμαλιά. Σύμφωνα με το λεξικό Σουϊδα, διαβόητος ήταν ο λακωνικός τιθύμαλος, που τον χρησιμοποιούσαν ως φάρμακο για τις τσίμπλες των ματιών. Το φυτό αναφέρεται και από το Διοσκορίδη ( Περί ύλ. ιατρ., 4, 64 ).

Η ασφεντιλιά είναι ο αρχ. ασφόδελος, φυτό της Περσεφόνης και των θεών του Άδη. Οι ψυχές των ηρώων σύμφωνα με τον Όμηρο ησύχαζαν σε « ασφοδελόν λειμώνα», (λιβάδι με ασφοδέλους, στην Κρήτη λέγεται ασφεντιλιάς ) Οδυσσ. Λ, 539. Επειδή το στέλεχος της ασφεντιλιάς είναι λεπτό και εύθραυστο έλεγαν την παροιμία «με τσ’ ασφεντιλιές δε γ-κάνουν μεσοδόκια», γι’ αυτούς που δεν είναι κατάλληλοι λόγω ανικανότητας ή άγνοιας για κάποια δουλειά.



Τα ωραία χορταρικά τσόχος αρχάτζικας, σταφυλίνακας ασκόλυμπρος, σειρίδα ή γλκοσειρίδα, λάπαθο, κουρνοπόδι ή κουρνόποδας ήταν γνωστά και στους αρχαίους Έλληνες. Είναι αντίστοιχα ο σόγχος ή σόγκος, ο σκάνδιξ, ο σταφυλίνος, το σκόλυμον, η σέρις, το λάπαθον και ο κορωνόπους, δηλαδή το πόδι της κουρούνας (κορώνης ). Αυτό το χορταρικό, που γίνεται συνήθως τσιγαριστό μαζί με άλλα χόρτα, που εδώ στην Κρήτη τα λέμε γιαχνερά, μοιάζει πράγματι (τα φύλλα του) με το πόδι πτηνού, (κουρούνας), εξού και κορωνόπους. Υπήρχε όμως και το υποκοριστικό κορωνοπόδιον. (Αέτιος, 11, 54 ). Μ’ αρέσει να φαντάζομαι πως σ’ αυτόν τον τόπο μια γιαγιά, όπως η δική μου, πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια μάθαινε στην εγγονή της να μαζεύει τα ίδια χόρτα, σόγχους, σκολύμους, κορωνοπόδια και τόσα άλλα πολύτιμα δώρα της φύσης.

Αλλά, αφού αναφερθήκαμε στους ασκολύμπρους, ας προσθέσουμε και κάτι άλλο, κατά τη γνώμη μου, ενδιαφέρον. Το ξέρατε πως και οι αρχ. Έλληνες είχαν τα αποσμητικά τους; Μας το βεβαιώνει και ο Αέτιος και ο Διοσκορίδης. Ο ασκόλυμπρος, λένε και οι δύο, είναι πολύ καλό αποσμητικό. «Σκολύμου η ρίζα…ει αφεψήσας αυτήν τις εν οίνω πίνοι και δια τούτο τας των μασχαλών και όλου του σώματος ιάται δυσωδίας» (Αέτιος, 1, 363). «Ποιεί δε προς τους έχοντας τας μασχάλας και το λοιπόν σώμα δυσώδες εψηθείσα εν οίνω και πινομένη»(Διοσκ., Περί ύλης, ιατρ. 3,14).



Στην αρχ. ελληνική γλώσσα μας παραπέμπουν και τα ονόματα μικρών και μεγαλύτερων θάμνων, που φυτρώνουν σ’ ολόκληρη την Κρήτη, όπως π.χ. ο θύμος (αρχ. θύμος ), η αστοιβίδα (αρχ. στοιβή), η αλαδανιά (αρχ. λάδανον ή λήδανον ), το αχινοπόδι (αρχ. εχινόπους ), η θρύμπα (αρχ. θύμβρα), το ρουκάλι (η αρχ. ερείκη ), και τα χρησιμοποιούσαν κυρίως ως προσανάμματα , αλλά και η ακονυζά (αρχ. κόνυζα ), «η υπερέχουσα τω θάμνω και τοις φύλλοις πλατυτέρα και βαρύοσμος», εντομοαπωθητικό σύμφωνα με τον Διοσκορίδη, ο οποίος προσθέτει «και κώνωπας απελαύνει, κτείνει δε και ψύλλους» (μήπως πρέπει κι εμείς να ξαναγυρίσουμε σ’ αυτούς τους απλούς και οικολογικούς τρόπους και ο αζόγυρος (αρχ. οζόγυρος, με το πρώτο συνθετικό από τα ρήμα όζω = μυρίζω, επειδή τα φύλλα του αναδίδουν μια άσχημη μυρωδιά).

Το φλησκούνι, από το μσν. φλησκούνιν ή βλησκούνιν, υποκοριστικό του αρχ. βλήχων. Φυτρώνει σε υγρά μέρη, συνήθως δίπλα σε ρυάκια και χρησιμοποιείται ως αφέψημα ήδη από τα αρχαία χρόνια. Έχει ανοιχτό πράσινο χρώμα και ίσως γι’ αυτό τον καχεκτικό, τον ωχροκίτρινο, τον έλεγαν φλησκουνιάρη.

Η φινοκακαλιά, φυτό από τα στελέχη του οποίου φτιάχνουν σκούπες, είναι το φιλόκαλιν των Βυζαντινών, από το γνωστό από το Θουκυδίδη αρχ. ρήμα φιλοκαλώ = είμαι φίλος του καλού, του ωραίου (φιλοκαλούμεν μετ’ ευτελείας…). Η φιλοκαλία, δηλαδή, η αγάπη για το ωραίο κατέληξε να σημαίνει και την αγάπη για την καθαριότητα, αφού συνήθως το καθαρό είναι ωραίο και αρέσει σ’ όλους μας. Έτσι λοιπόν το μέσο, το όργανο, με το οποίο σκουπίζουμε και κάνουμε ωραίο το σπίτι μας ονομάστηκε φινοκαλιά. Θυμάμαι πολύ καλά πως η γιαγιά μου έλεγε τα σκουπίδια φινοκαλίδια.



Δεν είναι συναρπαστικό το ταξίδι των λέξεων ανά τους αιώνες ; Έχουν βέβαια κι αυτές, όπως όλοι οι ταξιδιώτες τις περιπέτειές τους, που μπορεί να είναι ενδιαφέρουσες, αλλά συχνά συνοδεύονται από μικρές ή μεγάλες απώλειες. Όμως είναι γεγονός πως σε σύγκριση με μας, οι λέξεις τα καταφέρνουν πολύ καλύτερα στην πάλη τους με το χρόνο. Χάνουν κάποια μέλη, αλλάζουν μορφή ή φωνή, αλλά επιβιώνουν. Ακόμη και ως δάνεια σε άλλες ξένες γλώσσες. Μεγάλη τελικά η τέχνη της προσαρμογής.

Πηγή: Πατρίς Της Ευαγγελίας Πετρουγάκη

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Τι σχέση έχουν με την Κρήτη οι φωτογραφίες μου?
Και πως τις χρησιμοποιήσατε χωρίς να πάρετε άδεια?