Σάββατο, 3 Απριλίου 2010

Η τιμωρία του προδότη…


Άδειος σαν ξεχασμένη υπόσχεση πορεύεται μοναχός ανάμεσα στις φλόγες της Ανάστασης. Ο Ιούδας.

Ο καταραμένος της λατρευτικής μας παράδοσης φορτωμένος με το άχθος της προδοσίας τιμωρείται κάθε χρόνο, την ώρα που ανθίζει η φύση και οι λουλουδιασμένοι ναοί μοσχοβολούν λιβάνι και άνοιξη. Κάπου δίπλα, σε κάποια αυλή, σε κάποια πλατεία ως αποδιοπομπαίος τράγος αποβάλλεται από τη χορεία των ανθρώπων που συνθέτουν το σκηνικό του θείου δράματος. Το ανέσπερο φως, οι τελετουργίες που υπενθυμίζουν κάθε χρόνο την ίδια πορεία, ο κυκλικός χρόνος που μας επαναφέρει στην αυγή των πραγμάτων. Είναι ωραίες οι μέρες της Μεγαλοβδομάδας, μα πιο όμορφες είναι οι νύχτες με τους λεμονανθούς, τις ιερές πορείες, τα κεράκια και τα θυμιάματα.

Αν το ανέσπερο φως του Μεγάλου Σαββάτου καθαγιάζει το πέρασμα από τη λύπη του θανάτου στη χαρά της Ανάστασης, η φωτιά του Ιούδα μετουσιώνεται σε κάθαρση, έρχεται να αποκαταστήσει τη φυσική τάξη, να απαλλάξει την λαϊκή παράδοση από ένα οιδιπόδειο σύμπλεγμα, έρχεται να εξαγνίσει το χώρο από μια φοβερή προδοσία.
Την «ιστορία» του Ιούδα την άκουσα κάπου στα πέντε μου χρόνια. Άρχιζε με τον προφητικό λόγο που ο λαϊκός εξηγητής των ονείρων είπε στην εγκυμονούσα μάνα του Ισκαριώτη:
- Δαυλός αυτούμενος (=αναμμένος) θα ’ναι το κοπέλι που θα γεννήσεις και θα βάλει στον κόσμο φωτιά.

Η διήγηση σταματά σε μια απλή, χωρίς έμφαση περιγραφή των συναισθημάτων της μάνας που ακούει ότι το παιδί που κυοφορεί θα κάψει τον κόσμο: «Ήπεσε ο ουρανός και την επλάκωσε». Κι ύστερα αρχίζει η πλοκή. Ποιος θέλει να έχει στο σπίτι του έναν «αφτούμενο δαυλό»; Όπως και στον Οιδίποδα έτσι και στον Ιούδα: όλα ξεκινούν από έναν χρησμό… Σαν άλλος Λάιος ο πατέρας του Ιούδα τον άφησε κάπου στο δάσος. Σε άλλες περιοχές λένε πως τον άφησε σε ένα κασελάκι στη θάλασσα! Κάποιος τον βρήκε, τον μεγάλωσε, έγινε άντρας. Η μοίρα το ’φερε να συναντήσει τους πραγματικούς του γονείς (χωρίς να τους γνωρίζει ασφαλώς) και στα στερνά να παντρευτεί την ίδια τη μάνα του.
«Δεν τον εγνώρισε η κακομοίρα η μάνα και ήθεκε [ξάπλωσε] μαζί του».
Αμάρτημα μέγα, ασυγχώρητο από την εποχή ακόμη που ο μεγάλος τραγικός μετουσίωνε σε ποίηση τις μνήμες του Οιδίποδα.



Η παράδοση αυτή φαίνεται πως ακουγόταν σ’ όλη την Κρήτη. Την κατέγραψε η αξέχαστη Μαρία Λιουδάκη το 1938 όπως ακουγόταν στη Λατσίδα Μεραμπέλλου:

«Οντόν ήτανε αγαστρωμένη τον Ιούδα η μάνα ντου, επήγεν ο προφήτης Νάθας και τσ’ είπενε: Το παιδί απού δα κάμεις, κερά μου, δα να ’ναι αφτώμενος δαυλός να κάψει τον κόσμο. Αυτή, να τ’ ακούσει, ήδωκε στα μαλλιά τζης. Πάει και λέει το τ’ αντρούς τσης: Ετσέ κι ετσέ κακομοίρη γέρο, και το παιδί που δα κάμωμε, λέει δα να ’ναι αφτώμενος δαυλός να κάψει τον κόσμο».

Αποφασίσανε να πνίξουν το παιδί. Το βάλανε σ’ ένα κασελάκι και το ρίξανε στη θάλασσα. Η πλοκή της λαϊκής παράδοσης είναι εντυπωσιακή. Τον βρήκαν γαϊδουροβοσκοί, τον μεγάλωσαν με το γάλα της γαϊδάρας κι όταν μεγάλωσε του είπανε την ιστορία.

Έχοντας ανάγκη να δουλέψει μπήκε δούλος σ’ ένα αρχοντικό. Εκεί τσακώθηκε με το παιδί του νοικοκύρη και το σκότωσε· αλλά το παιδί αυτό ήτανε αδερφός του χωρίς να το κατέχει και ο νοικοκύρης ήτανε πατέρας του. Ύστερα από άλλες τραγικές συμπτώσεις ο Ιούδας σκοτώνει και τον πατέρα του και παντρεύεται τη χήρα, δηλαδή την ίδια τη μητέρα του. Κάποια μέρα κουβεντιάζανε. Κι εκείνη τον ρωτά:

-Από πού ’σαι και πώς εβρέθηκες επαδά;
-Εγώ δεν κατέχω ποιοι ήσανε οι γονέοι μου. Εμένα με ευρήκανε γαϊδουροβοσκοί μέσα σ’ ένα κασελάκι και μ’ ανεθρέψανε. Και λέει της όλη του την ιστορία.
-Σκύλε και γιος μου είσαι κι εκολαστήκαμε, απού γενήκαμε κι αντρόυνο. Να φύγεις, να πας ν’ ακλουθάς εκειούνουνε τ’ αθρώπου, που λένε πως σώνει τσ’ αμαρτωλούς.
Και φεύγει και πάει και γίνεται μαθητής του Χριστού.

Ο Γ. Μέγας που διερεύνησε τις λαϊκές παραδόσεις για τον Ιούδα προσκομίζει στοιχεία που αποδεικνύουν τη διάδοση του μύθου σε πολλούς λαούς. Παραθέτει, μάλιστα, σχετική διήγηση γραμμένη στα λατινικά τον 13ο αιώνα και κρητικό ποίημα του 17ου αιώνα το οποίο αποτελεί δημώδη απόδοση του λατινικού προτύπου. Ας δούμε ένα μικρό απόσπασμά του:

Απήτις εγαστρώθηκε η μάνα του Ιούδα
είδε κι εγέννησε δαυλό με τη μεγάλη κούδα.
Η κούδα ετσούρισε φωτιά, το σπίτι εκεντήθη
τ’ όνειρο το ’δε, του Ρουβέμ, του άντρα τζη, διηγήθη. […]
Απήτις εγεννήθηκε, κιβούρι επισώσα
το τέκνο μέσα εβάλασι κι ερρίξα ντο στη φόσα.



Είναι να μη βρεθείς αντιμέτωπος με το θρύλο. Να μη γίνεις ο κακός. Δεν έφτανε το μέγιστο κακό, η προδοσία, η λαϊκή παράδοση βρήκε μιαν καινούργια Ιοκάστη. Φόρτωσε στον Ιούδα την επανάληψη ενός αρχαίου μύθου. Η τραγωδία αναζητεί την κάθαρση… Και φέτος στα χωριά των Ελλήνων (εκεί όπου υπάρχουν παιδιά, δηλαδή εκεί όπου υπάρχει ζωή) θα ανάψουν οι φωτιές του Ιούδα, που αλλού τις λένε «φανούς», αλλού «ορφανούς», αλλού «φουνάρες».

Στο χέρι του Ιούδα βάζαμε πάντα ένα σακούλι με τριάκοντα κελύφη σαλιγκαριών («τριάντα χοχλιδόκουπες» λέμε στην Κρήτη), όσα και τα αργύρια της προδοσίας. Κι ύστερα, σαν Φαρμακό, σαν τράγο αποδιοπομπαίο, τον ανεβάζομε στο σωρό με τα ξύλα. Οι φλόγες καταπίνουν το ομοίωμα.

Για έναν ολόκληρο χρόνο ο χώρος θα είναι καθαρός από το διπλό μίασμα, ο Ιούδας θα ξεχαστεί για έναν ολόκληρο χρόνο. Και την επόμενη άνοιξη τα παιδιά θα μαζέψουν και πάλι ξύλα ετοιμάζοντας την καινούργια καθαρτήρια πυρά.

Η φωτιά που κατάπιε τον προδότη αφαιρεί το στίγμα της προδοσίας. Στην Κρήτη θα εξαφανίσει μαζί με το μίασμα της προδοσίας και τον αιμομίκτη. Εδώ το έθιμο βρίσκεται ακόμη και σήμερα σε ακμή. Σε όλα τα χωριά ο Φαρμακός (ο Ιούδας) παραδίδεται στην πυρά…

Τούτη η φωτιά μπορεί να καίει για ώρες. Ως το ξημέρωμα. Οι φλόγες καταλαγιάζουν, μένουν τα πιο χοντρά ξύλα να σιγοκαίγονται. Τότε ακριβώς ακολουθεί και η προσπάθεια του ατομικού εξαγνισμού, το πέρασμα από την καθαρτήρια φλόγα, το «πήδημα της φωτιάς». Μέχρι και πριν από λίγα χρόνια οι νέοι πηδούσαν πάνω από τα αναμμένα ξύλα, πηδούσαν πάνω από τη φωτιά. Τότε μας φαινόταν παιγνίδι. Σήμερα ξέρομε πως δεν ήταν μόνο παιγνίδι.

Παγκρήτια σχεδόν συνήθεια επέβαλε να ανάβουν φωτιές σε κάθε σπίτι λίγο πριν την Ανάσταση. Οι διαβατήριες πυρές έρχονται πάλι να δώσουν ευρύτερες προεκτάσεις σε μια θρησκευτική τελετή. Σε άλλες περιοχές ο πατέρας, σε άλλες η μητέρα έβγαιναν έξω από την πόρτα του σπιτιού τους και έβαζαν φωτιά σε ένα θάμνο, σε ένα μικρό σωρό από ξύλα ή σε παλιά ξύλινα χρηστικά αντικείμενα που δεν μπορούσαν πια να χρησιμοποιηθούν.
Μεγαλοβδόμαδο, Λαμπρή, Ανάσταση. Φως ιλαρόν και ανέσπερο.

Η λαμπάδα με το φως της Ανάστασης πρέπει να πάει σε κάθε σπίτι, ακόμη και στη μάντρα του βοσκού, ακόμη και στο κελάρι. Να σφραγίσει με ένα κακότεχνο σταυρό το κλείσιμο ενός κύκλου και την κάθαρση. Οι πιο τολμηροί δεν θα πάρουν το φως από τη λαμπάδα του ιερέα, θα πλησιάσουν την φωτιά του Ιούδα και θα ανάψουν από κει τη δική τους λαμπάδα.



Άδειο ρούχο…

Τον βλέπω κάθε χρόνο τον Ιούδα να ανηφορίζει πάνω στο σωρό με τα ξύλα. Στα παιδικά μας μάτια φάνταζε μεγάλος και άσχημος. Σαν το άδειο ρούχο… κι ήταν άδειο ρούχο κι ο ίδιος, κάποτε εντελώς κενό και κάποτε γεμισμένο πρόχειρα με κουρέλια και άχυρα.
Τότε κουβαλούσαμε ξύλα από την Καθαρή Δευτέρα. Και διαλέγαμε βάτους (σήμερα ίσως να μιλούσαμε για ενσυνείδητη οικολογία) απαλλάσσοντας τις καλλιέργειες από ένα ζιζάνιο.

Κι ο Ιούδας ήταν πάντα εκεί. Ένα άδειο ρούχο, μια παλιά φορεσιά. Ήταν εκεί με τα κελύφη των σαλιγκαριών στο χέρι, τραβώντας σαν μαγνήτης τα βλέμματα, ήρωας μιας περίεργης διαπόμπευσης.

Να θυμηθούμε πως οι νεότεροι Αθηναίοι έδωσαν μάχη για να μη χάσουν το δικαίωμα της καθαρτήριας πυράς; Ήταν λίγο πριν το 1850 όταν η Κυβέρνηση είχε αποφασίσει να σταματήσει η ετήσια καύση του Ιούδα. Λίγο ακόμη και θα έκαιγαν… τον Πρόξενο της Πορτογαλίας τον οποίο ενοχοποίησαν πιστεύοντας πως εκείνος είχε παρέμβει στην Κυβέρνηση Κριεζή ζητώντας να καταργηθεί το βάρβαρο, όπως υποστήριζαν τότε (μερικοί το θεωρούν βάρβαρο και… αντισημιτικό ακόμη και σήμερα, δυστυχώς,) έθιμο.

Το δέντρο του Ιούδα

Οι γέροντες δεν παρέλειπαν ποτέ να το πούνε: «Μέσα στα ξύλα της φωτιάς που θα κάψουν τον Ιούδα πρέπει να είναι πάντα κι ένα κλαδί αζώγυρος». Ανάγυρις η δύσοσμος. Έτσι ονομάζεται το φυτό, πραγματικά δύσοσμο. Τόσο που ούτε άνθρωπος ούτε ζώα το πλησιάζουν. Αυτό το φυτό βρήκε η λαϊκή παράδοση της Κρήτης για να το συνδέσει με τον Ιούδα.

«Όταν είδε ο Ιούδας το Χριστό στο Σταυρό τρόμαξε, μπορεί και να μετάνιωσε. Το αίμα του αθώου τον κυνηγούσε. Κι εκείνος διάλεξε να βάλει τέλος στη ζωή του. Πήρε σκοινί και σαπούνι για να κρεμαστεί. Πήγε να κρεμαστεί σε μιαν ελιά. Μα η ελιά έσκυψε, χαμήλωσε τους κλώνους, δεν τον άφησε να δώσει τέλος στη ζωή του, δεν τον δέχτηκε. Ύστερα πήγε στη μηλιά, στη συκιά, στην απιδιά… Τα ίδια και δω. Στα στερνά βρήκε ένα δεντράκι που μοσκομύριζε, είχε ένα άρωμα που άλλο δεντρό δεν είχε. Χιλιάδες μέλισσες πετούσαν στους ανθούς και στα φύλλα του. Το δεντράκι αυτό το λέγανε αζώγυρο. Έδεσε το σκοινί και κρεμάστηκε. Ετούτο το δεντρό δεν χαμήλωσε τους κλώνους. Τον λυπήθηκε. Έτσι έδωσε τέλος στη ζωή του ο Ισκαριώτης. Μα μόλις ξεψύχησε ο Ιούδας χάθηκε η μυρωδιά του δέντρου. Από τότε βρωμεί και ούτε άνθρωπος ούτε ζώο το πλησιάζει…»
Άλλο αποκρουστικό σύμβολο κι ο αζώγυρος. Τον χρησιμοποιούν κυρίως σε μαγικές πρακτικές («δένουν» κάποιο ανδρόγυνο στον αζώγυρο). Η αιτιολογική παράδοση (ερμηνεύει τη δυσοσμία του αζώγυρου) έρχεται να συμπληρώσει το δράμα. Από τότε, μαζί με τον Ιούδα, πρέπει να καεί έστω και ένα κλαδί του μιασμένου θάμνου.

Η διαπόμπευση του προδότη

Στη δυτική Κρήτη η διαπόμπευση του Ιούδα αποτελεί ένα από τα βασικότερα έθιμα της Μεγαλοβδομάδας και της Λαμπρής. Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου τα παιδιά φτιάχνουν ένα πρόχειρο ομοίωμα του Ιούδα και το περιφέρουν στους δρόμους. Χτυπούνε τις πόρτες και ζητούν από τους συντοπίτες τους να… ελεήσουν τον προδότη. Στο Γαβαλοχώρι τα παιδιά έφτιαχναν ένα ομοίωμα του Ιούδα με λίγα ρούχα, το έπαιρναν και το περιέφεραν στους δρόμους λέγοντας:

Ελεήστε Χριστιανοί τον Ιούδα.

Και… τον ελεούσαν δίνοντας αυγά, γλυκίσματα και άλλα φαγώσιμα. Μόνο που αυτά δεν προορίζονταν για τον Ιούδα αλλά για τους διαπομπευτές, τα παιδιά που δεν διαιώνιζαν μόνον ένα έθιμο αλλά και εκτελούσαν μια «θεσμική» υποχρέωση της κοινότητας: να τιμωρήσει τον προδότη. Η περίεργη πομπή των παιδιών μέσα στους δρόμους του χωριού έπαιρνε διαστάσεις πανηγυριού. Η κοινωνία, που την προηγούμενη μέρα δάκρυζε συγκινημένη μπροστά στον Επιτάφιο, ξεσπούσε σε γέλια. Το Μεγάλο Σαββάτο σηματοδοτούσε την αποφόρτιση και το ξέσπασμα. Ο Ιούδας ήταν άδεια ρούχα, παλιά, για πέταμα. Τα τύλιγαν όλα μαζί και έφτιαχναν μιαν ανθρώπινη καρικατούρα, ένα αστείο κατασκεύασμα που προκαλούσε τη χλεύη και τον γέλωτα. Η κοινωνία, που θεωρούσε την προδοσία ως μίασμα, είχε την ευκαιρία να διαπομπεύσει τον προδότη λίγο πριν τον παραδώσει στις φλόγες για να επιφέρει την κάθαρση με την καύση και την εξαφάνισή του.

Στις Βρύσες Αποκορώνου

«τα παιδιά περιφέρουν όλην την ημέραν του Μεγάλου Σαββάτου το ομοίωμα του Ιούδα εις το χωριό και συγκεντρώνουν χρήματα διά την αγορά του πετρελαίου που θα τον κάψουν».
Στο Βαρύπετρο Κυδωνίας.

«Μια ομάδα παιδιών γυρίζει το χωριό. Δυο απ’ αυτά κρατούνε ένα καλάμι, ένα από κάθε άκρα. Τα άλλα μιλούνε στο κόσμο και του ζητάνε ρούχα για το Γιούδα λέγοντας
Ελεήστε τον Ιούδα τον Ισκαριώτη
τον κουτσό τον Παναγιώτη

Το κάθε σπίτι δίνει ένα παλιόρουχο, σακάκι, γκιλότα, ποκάμισο, τσεμπέρι κ.α. Τα ρούχα αυτά τα βάνουν πάνω στο καλάμι κι όταν δουν ότι αρκούν, τα παίρνουν, τα πάνε στην εκκλησία και ντύνουν τον Ιούδα…».

Στα Νοχιά Κισάμου

«επαίρνανε τα κοπέλια ένα ραβδί και γυρίζανε από πόρτα σε πόρτα για να μαζέψουν κουρέλια και τσούλια και να σιάξουν τον Ιούδα. Όταν τα μαζεύγαν έλεγαν:

Ελεήστε με τσούλια τον Ιούδα τον Ισκαριώτη που πρόδωσε το Χριστό μας.
Ό,τι των εδούδαν τα κρεμούσαν στο ραβδί κι ύστερα πηγαίναν και σιάχναν τον Ιούδα».

Στο Ψυχρό Λασιθίου τα χαρακτηριστικά της διαπόμπευσης είναι πιο έντονα:

«Το γαϊδουράκι που θα μεταφέρει ντον Ιούδα είναι έτοιμο, στολισμένο ανάλογα με την περίπτωση. Τα παιδιά με γαλατοκούτια γεμάτα πετραδάκια στα χέρια τα κτυπάνε και φωνάζουν έρχεται ο Ιούδας. Ένα παιδί κρατά το σημαντήρι μπροστά και όλα τ’ άλλα ακολουθούν πίσω, γύρω από το γαϊδουράκι με τον Ιούδα. Αφού γίνει η βόλτα στα κεντρικά σοκάκια του χωριού, καταλήγουμε στην πλατεία όπου και γίνεται η τοποθέτηση του Ιούδα πάνω στη φουνάρα».



Τα παραδείγματα από την Κρήτη αποκαλύπτουν μια σχεδόν ολοκληρωμένη εικόνα του αρχαίου Φαρμακού, του αποδιοπομπαίου τράγου που φορτώνεται τις αμαρτίες της κοινότητας και σκοτώνεται ή εκδιώκεται προκειμένου να επέλθει η κάθαρση. Ο αποδιοπομπαίος τράγος του αρχαίου κόσμου και, ειδικότερα, ο Φαρμακός των Ελλήνων απηχούν τις ευρύτατα διαδεδομένες απόψεις περί εξαγνισμού. Σύμφωνα με τη Σούδα, φαρμακός ήταν ο επί καθαρμώ πόλεως αναιρούμενος ον λέγουσι κάθαρμα και Φαρμακοίσιν. Αριστοφάνης• πονηροίς κακ πονηρών εις πάντα χρώμενος, οίσιν η πόλις προτού ουδέ φαρμακοίσιν εική ραδίως χρήσαιτ’ αν. Τουτέστι τοις λεγομένοις καθάρμασι.
Μια συμφορά, μια επιδημία ή μια δυσάρεστη κατάσταση αποδίδεται εύκολα σε θεϊκή αντίδραση και εν τέλει σε κάποιο μίασμα που διαταράσσει την ομαλότητα. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα που προέρχεται από την εβραϊκή μυθολογία: Ο ιερέας ακουμπά τα χέρια του στο κεφάλι ενός τράγου που είχε προσφερθεί ως θυσία εξαγνισμού και αρχίζει να απαριθμεί τις αμαρτίες του Ισραήλ, πιστεύοντας ότι έτσι μεταφέρει τις αμαρτίες ενός ολόκληρου λαού στον τράγο. Στη συνέχεια έδεναν μια κόκκινη κλωστή γύρω από τα κέρατα, προφανώς για να παραμείνουν στον κλοιό οι αμαρτίες, τον πήγαιναν σε ένα γκρεμό και τον έριχναν στο κενό. Ο αποδιοπομπαίος τράγος σηκώνει όλο το βάρος των ανομημάτων και αποδιώχνεται μαζί με αυτά από την κοινότητα.

Στην Ελλάδα των κλασικών και των μετέπειτα χρόνων διατηρήθηκε μια «εξευγενισμένη» μορφή του εθίμου, αφού πιθανότατα η αρχαία τελετουργία περιελάμβανε τη θανάτωση του Φαρμακού, ίσως και την καύση του, όπως υποστηρίζει ο Ι. Τζέτζης, σχολιάζοντας τον Ιππώνακτα. Ο Φαρμακός μπορούσε να είναι ένα απωθητικό πρόσωπο που μαστιγώνεται με σκιλλοκρομμύδες και διώχνεται αλλά, μέχρι να απομακρυνθεί από τα όρια της πόλης, τον κυνηγούν με πέτρες. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο προέρχεται από την Αθήνα και επαναλαμβανόταν κάθε χρόνο την άνοιξη, στην αρχή του θερισμού. Ο καθαρισμός της πόλης πριν από την καινούργια σοδειά των δημητριακών καρπών ήταν επιβεβλημένος. Επέλεγαν, λοιπόν, δύο φτωχούς και άσχημους ανθρώπους, τους σίτιζαν και στο τέλος ο ένας υποδυόταν τον άνδρα και ο άλλος τη γυναίκα. Τους διαπόμπευαν και τους οδηγούσαν έξω από την πόλη. Οι αρχαιότερες πρακτικές δημιούργησαν το εθιμικό υπόβαθρο αλλά και την αιτιολογική βάση των ελληνικών και ρωμαϊκών τελετουργιών. Ασφαλώς η αρχαία συνήθεια του Φαρμακού και της κάθαρσης δεν εμφανίζεται αυτούσια στη νεότερη εθιμολογία. Πέρασε μέσα από το φίλτρο των αιώνων, πιθανόν το έθιμο να επηρεάστηκε από το χριστιανικό θέατρο του Μεσαίωνα, ενσωματώνοντας εθνικές και χριστιανικές παραδόσεις. Στις Πράξεις των Αποστόλων αναφέρεται ότι αρνήθηκε η γη να δεχτεί τον προδότη. Από μαθητής του Χριστού έγινε σύμβολο του κακού, όχι μόνο της ιδιαίτερα μισητής από το λαό μας προδοσίας.
Σε πολλές περιοχές της Κρήτης ο Ιούδας πετροβολείται την ώρα που καίγεται και υβρίζεται. Στον Άγιο Σύλλα Ηρακλείου «όταν ο Ιούδας καιγόταν του πετούσαν πέτρες». Στην Ασή Γωνιά Αποκορώνου «τα κοπέλια ασφεντουρούνε (=ρίπτουν με ορμήν) πέτρες στον Ιούδα την ώρα που καίγεται». Στους Παρανύμφους Ηρακλείου «αποσπέρας το Μεγάλο Σάββατο αργά, βάζομε ξύλα και τ’ άφτομε και ρίχνομε πέτρες απάνω και τα πετρώνομε και κάβομε τον Ιούδα γιατί επρόδωκε το Χριστό». Σε άλλες περιοχές τον πυροβολούν την ώρα που καίγεται.

Μετά τη διαπόμπευση ακολουθεί το πετροβόλημα και η καύση. Ωστόσο, υπάρχουν και κάποια ακόμη χαρακτηριστικά που σκιαγραφούν το κρητικό έθιμο: Σποραδικά σε πολλά χωριά ο Ιούδας μπορεί να μην έχει τη μορφή ανθρώπου αλλά ζώου. Σε χωριά του Αποκορώνου έβαζαν φλασκί αντί για κεφάλι στο ομοίωμα του Ιούδα. Όταν έβρισκαν μεγάλα κέρατα τράγου τα έδεναν πάνω από το φλασκί ή πάνω από την υφασμάτινη σακούλα που χρησιμοποιούσαν ως κεφαλή του Ιούδα. Σε άλλες περιπτώσεις προτιμούσαν κρανίο γαϊδάρου, όπως συνέβαινε στο Γαβαλοχώρι Αποκορώνου: «Όταν εβρίσκαμε κεφαλή ψοφισμένου γαϊδάρου την εβάναμε για κεφαλή του Ιούδα». Κέρατα τράγου του έβαζαν παλιά και στα χωριά του Μυλοποτάμου. Αλλά κι όταν έχει ανθρώπινα χαρακτηριστικά μοιάζει περισσότερο με καρικατούρα, σύμφωνα με την περιγραφή από τη Σητεία: «Πολλές φορές του τα κάνανε παράουρα: μεγάλα αυτιά, χοντρά φρύδια, ένα μεγάλο μάτι κι ένα μικιό, μακρά μύτη, λιανό λαιμό…»

Παλιότερα φαίνεται πως η κατασκευή του ομοιώματος του προδότη ήταν πιο επιμελημένη. Στα χρόνια του Βλαστού (19ος αιώνας) έφτιαχναν ομοίωμα ανθρώπινου σώματος με κορμούς δέντρων:

«προετοιμάζεται εκ κορμού δέντρου (κούτσουρον) ομοίωμα αγάλματος ή ξύλινον είδωλον με πρόσωπον δαίμονος ατελούς και εκτρωματικού. Τινές τον στολίζουν και με ξεσχισμένα ενδύματα και γενειάδα ολιγότριχον…»

Οι πολλαπλές επιβιώσεις στοιχείων της τελετουργικής αποπομπής του Φαρμακού όπως μαρτυρείται από ελληνικές και ρωμαϊκές πηγές αποτελεί ένα ενδιαφέρον πεδίο έρευνας και προβληματισμού. Στο πρόσωπο του Ιούδα συναιρούνται τα παλαιότερα τελετουργικά σχήματα με τις νεότερες αντιλήψεις ενώ η φυσική αποστροφή που αισθάνονται οι Κρητικοί προς το πρόσωπο του προδότη έρχεται να επισφραγίσει την μάλλον ασυνήθιστα ακραία συμπεριφορά που συναντούμε στη «φουνάρα» της Λαμπρής. Τα χαρακτηριστικά της κάθαρσης είναι ορατά μετά την καύση του Φαρμακού: Η στάχτη της καθαρτήριας πυράς είναι μέσον προστασίας από μιαρά όντα, όπως είναι οι κατσαρίδες και τα ενοχλητικά παρασιτικά έντομα. Βάζουν στάχτη στις τέσσερις γωνιές του σπιτιού σχηματίζοντας πάλι έναν εξαγνιστικό κύκλο, αδιαπέραστο. Άλλοι ρίχνουν στάχτη στις ελιές, στους κήπους και στα δέντρα. Και άλλοι προτιμούν να ανάψουν τις λαμπάδες τους από την πυρά του εξαγνισμού και να μεταφέρουν αυτή τη φωτιά στα σπίτια τους.

Του ΝΙΚΟΥ ΨΙΛΑΚΗ
(ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΥΠΕΡ)

Δεν υπάρχουν σχόλια: