Κυριακή, 26 Απριλίου 2009

Πρωτομαγιά στην Κρήτη



Οι κάτοικοι της Κρήτης, τηρώντας τα έθιμα κρεμούν πάνω από τα "πελέκια" της εξώπορτας τους "μάηδες", που θα μείνουν κρεμασμένοι εκεί μέχρι τις 23 Ιουνίου. Τότε, οι "μάηδες" θα ξεκρεμαστούν και θα καούν στις "φωτιές του Άη Γιαννιού", την παραμονή της γιορτής του Κλήδονα.

Οι κουλούρες


Η κουλούρα, το στρογγυλό κρητικό παξιμάδι, είναι ένα από τα κατ΄ εξοχήν κρητικά προϊόντα και μαζί με το ντάκο για αιώνες αποτελεί βασικό συστατικό της πασίγνωστης Κρητικής διατροφής. Είναι συνήθως κρίθινη, αλλά υπάρχουν περιπτώσεις που φτιάχνεται σταρένια ή μυγάδι (ααμεμιγμένα άλευρα).
Το ζύμωμα της κουλούρας αποτελούσε ολόκληρη τελετουργία για τα κρητικά νοικοκυριά. Γινόταν σε ξύλινη σκάφη και συνήθως όχι από μία αλλά από περισσότερες γυναίκες, μέλη της ίδιας οικογένειας ή γειτόνισσες, που μαζεύονταν για να ζυμώσουν μαζί και να φουρνίσουν. Η κουλούρα γινόταν από μια μακρόστενη λωρίδα ζύμης που αρχικά τυλιγόταν στρογγυλή και στη συνέχεια κοβόταν εγκάρσια για να ξεχωρίσει το "πανωκαύκαλο" από το "κάτωκαύκαλο".
Οι κυλούρες αποθηκεύονταν και χρησιμοποιούνταν ως καθημερινό ψωμί, συνήθως βρεγμένες. Επίσης αποτελούσαν μαζί με το τυρί και τις ελιές το συνηθισμένο προσφάι που έπαιρναν στο χωράφι και έτρωγαν κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Σήμερα στα χωριά της Κρήτης ευτυχώς υπάρχουν ακόμα ξυλόφουρνοι και νοικοκυριά που ζυμώνουν και φουρνίζουν.

Αναλυτικές πληροφορίες για το κρητικό παξιμάδι και την ιστορία του, καθώς και συνταγές μπορείτε να δείτε στην ιστοσελίδα του συνεταιρισμού παραγωγών κρητικού παξιμαδιού www.paximadi.gr.

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

Η βελόνα είναι το πινέλο μου, τα νήματα τα χρώματά μου



Μια αυθεντική Κρήτη αποτυπωμένη ολάκερη πάνω σε πίνακες κεντημένους στο χέρι, έτσι όπως την είδαν τα μάτια της «Χανιώτισσας ναϊφ», όπως την ονόμασαν, καλλιτέχνιδας Ασπασίας Μπικάκη, που γεννήθηκε στο Σφακοπηγάδι Κισσάμου: «Ανακάλυψα από πολύ νωρίς ότι διέθετα μια απίστευτη ικανότητα να ζωγραφίζω με τα κάρβουνα το κάθε τι που έβλεπα. Εκτός από αυτό όμως ήμουν και πολύ καλή μαθήτρια κι οι δάσκαλοι παρότρυναν τους γονείς μου να μη σταματήσω στο Δημοτικό αλλά να συνεχίσω και στο Γυμνάσιο. Δυστυχώς οι συνθήκες ήταν δύσκολες κι όπως όριζαν οι νόμοι του τότε, αφού είχα δυο αγόρια αδέλφια, εκείνα ήταν που είχαν την προτεραιότητα στις σπουδές κι όχι εγώ, το θηλυκό. Δεν το έβαλα όμως κάτω κι άρχισα με έναν δικό μου εντελώς τρόπο να ενημερώνομαι για όλα όσα τα άλλα παιδιά μάθαιναν πηγαίνοντας στο σχολειό. Με ενδιέφερε και φρόντιζα όχι απλώς να μαθαίνω επιφανειακά αλλά να καταγράφω στο μυαλό μου το κάθε τι: από τα παλιά σπίτια που ήταν σκεπασμένα με ένα χώμα που λέγονταν κομόλιθορος, από το επάγγελμα που έκανε ο παππούς, από το πώς έπιανε το αλέτρι του και πως έλεγαν τα εργαλεία του, από το πάτημα των σταφυλιών, από τους τρόπους που γίνονταν οι γάμοι, διαφορετικά σε κάθε περιοχή - διαφορετικά στα Χανιά, διαφορετικά στα Σφακιά και διαφορετικά στο Ηράκλειο - τα πάντα σας λέω με ενδιέφεραν… Με έστελναν στα πρόβατα κι εγώ, αν έπαιρνε κάτι το μάτι μου, σήκωνα τις πέτρες για να δω τι είναι από κάτω και να εξερευνήσω τη φύση. Γύριζα συνεχώς σπίτι μου με τα χέρια γεμάτα λουλούδια γιατί ήθελα να ξέρω τι είναι αυτό, τι είναι εκείνο, πως το λένε, πότε ανθίζει… Έτσι ήμουν πολύ μικρή κι ήξερα κιόλας το κάθε τι που γεννά η κρητική φύση, από τις σφακομηλιές, τους ασπάλαθους, τις αδραμιθιές, τους αθάνατους, τους πρίνους… οτιδήποτε με δυο λόγια μπορεί να βάλλει ο νους σας καταγράφτηκε τότε στα μάτια ενός κοριτσιού που ακόμα καλά-καλά δεν είχε πατήσει τα δώδεκα».

Η ασίγαστη όμως φιλομάθεια, ανησυχία και περιέργεια της Ασπασίας Μπικάκη, εκτός από την φύση την τραβούσε συνεχώς και κοντά σε μεγαλύτερους ανθρώπους, γεγονός που δεν άργησε να παρουσιάσει τα θετικά και καθοριστικά για την υπόλοιπη ζωή της, αποτελέσματα: «Δεν μου άρεσε σαν παιδί να πηγαίνω πουθενά αλλού εκτός από το να βρίσκομαι κοντά στις γιαγιάδες, με τραβούσε η περηφάνια τούτων των γυναικών, τα σπίτια τους, τα κάδρα που έβλεπα στους τοίχους, τα κεντημένα «καλωσήλθατε»… Και τις ρωτούσα συνεχώς για το κάθε τι. Κάπως έτσι λοιπόν ξεκίνησα να μαθαίνω κέντημα και σε ηλικία δεκατριών χρονών τα ήξερα ήδη όλα, κοφτά, αζούρια, όλα! Τότε μάλιστα δεν υπήρχαν μηχανές, σπάνια να έβρισκες μια χειροκίνητη και θυμάμαι πως όταν για πρώτη φορά με έβαλαν να καθίσω σε μια από αυτές τις χειροκίνητες μηχανές, ήμουν τόσο μικρή που τα πόδια μου δεν έφταναν στο πάτωμα και μου έφεραν ένα κουτσουράκι για να τα ακουμπήσω. Από εκεί με ανακάλυψαν και όταν η Singer δημιούργησε τη πρώτη σχολή κεντήματος στο χωριό για να μαθαίνουν τα κορίτσια να κάνουν ότι ως τότε έκαναν οι γιαγιάδες μας, μου πρότειναν να διδάξω εγώ και τότε ήμουν μόλις δεκατεσσάρων χρονών. Λίγο αργότερα μου πρότειναν να διδάξω και στο Καστέλι, στην Οικοκυρική Σχολή του Μεγάλου Ειρηναίου που ήταν τριετούς φοιτήσεως και όντως το έκανα αφιλοκερδώς για το χατίρι του. Στη συνέχεια όμως άρχισαν να με ζητάνε και σε άλλα χωριά όπως στην Παλιόχωρα, στη Κάνδανο και στα Τεμένια κι εγώ συνέχισα να ανταποκρίνομαι έως και το 1973 που έφυγε ο Δεσπότης στη Γερμανία κι αποφάσισα μαζί με τη γνωστή λαογράφο κ. Σταθάκη να στήσω ένα πολύ μικρό εργαστήρι με στόχο την συλλογή της παράδοσης.
Η αυθεντική και όχι εμπορευματοποιημένη παράδοση έχει απαιτήσεις κι όπως λέει η Ασπασία Μπικάκη οι στόχοι της ανέκαθεν σκόπευαν στον «πρωταθλητισμό» της παράδοσης που λάτρεψε: «Αν όλα όσα έχω κάνει τα έκανα με τη ζωγραφική ή με το απλό, το κλασικό κέντημα, όπως είναι το κομπλέν, η σταυροβελονιά, το ανεβατό, η βυζαντινή βελονιά κι όλα τα υπόλοιπα, θα ήταν για μένα κάτι εύκολο, σαν παιδική χειροτεχνία. Ασχολήθηκα όμως με το συγκεκριμένο είδος κεντήματος το οποίο πρέπει να σας πω ότι είναι όλες μαζί οι παραδοσιακές μας βελονιές, ούτως ώστε να έχουν αυτή την απόδοση παρουσιάζοντας το ανάγλυφο και τη σκιά εκεί που τα θέλω. Είναι μια τεχνική μ’ άλλα λόγια που για να την ανακαλύψω πειραματιζόμουν πολλά χρόνια, επειδή ήθελα πάση θυσία να παραμείνουν στο πέρασμα των αιώνων οι εικόνες του τόπου μας έτσι όπως καταγράφτηκαν στο δικό μου το μυαλό όταν ήμουν παιδί. Δεν θα ήθελα με τίποτα να εξαφανιστούν στο πέρασμα του χρόνου και η ζωγραφική ξέρετε πολλές φορές γίνεται ευάλωτη σε διάφορες καιρικές συνθήκες. Αυτό όμως που βλέπετε είναι αήττητο, δεν υπάρχει περίπτωση ποτέ και με τίποτα να επηρεαστεί από οτιδήποτε, όσο σκληρά κι αν του φερθεί ο χρόνος γι΄αυτό κιόλας το λάθος εδώ είναι ασυγχώρητο. Ούτε διορθώνεται ούτε ξηλώνεται… Δεν με πειράζει όμως, προκειμένου να καταχωρήσω και να αφήσω πίσω την παράδοση μας ανόθευτη, δεν με πειράζει τίποτα. Μπορεί ας πούμε να δουλεύω ένα έργο για τρία, για τέσσερα, για πέντε χρόνια και να εξακολουθώ να το δουλεύω αγόγγυστα αρκεί να αποτυπώσω εκείνο που πολύ πριν αποτυπωθεί πάνω στο πανί έχει αποτυπωθεί μέσα στο δικό μου το μυαλό. Γιατί αυτός είναι και ο τρόπος που δουλεύω εγώ. Πως ας πούμε ο άλλος κρατά τη φωτογραφική του μηχανή, πηγαίνει μια βόλτα και αποτυπώνει το θέμα που φωτογράφισε μέσα στο φιλμ; Εμένα το δικό μου το θέμα πολύ πριν ξεκινήσω να το μεταφέρω στο πανί έχει ήδη αποτυπωθεί μέσα στο μυαλό μου, είναι ήδη τελειωμένο. Δεν ξέρω πως γίνεται, αλλά ειλικρινά όταν δουλεύω αισθάνομαι σαν κάποιος μου κατευθύνει το χέρι και το μυαλό μου… Κι αυτό, το ότι δηλαδή τα έργα μου δεν είναι αντιγραφή από πουθενά αλλά κάτι που ούτε κι εγώ ξέρω πως αναβλύζει από μέσα μου, είναι και ο λόγος που το Υπουργείο Πολιτισμού μετά από ενδελεχείς έρευνες και μελέτες τα έκρινε μουσειακά δίνοντας μου μάλιστα και copyright ούτως ώστε να μη μπορούν να αντιγραφτούν, και κατ’ επέκταση να κακοποιηθούν, από κανέναν».

Πηγή: Κρητικό περιοδικό ΣΤΙΓΜΕΣ

Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

Άρωμα πασχαλιάς



Στην Κρήτη, τα έθιμα της Μεγάλης Εβδομάδας είναι πολλά και πέρα από τα γνωστά που ισχύουν σε όλη την Ελλάδα , κόκκινα αυγά , ετοιμασίες κλπ , υπάρχουν και τα εξής τουλάχιστο στα χωριά των Χανίων . Όλη την Μεγάλη Εβδομάδα δεν ακούν τραγούδια , δεν τραγουδάνε , ούτε σφυρίζουν , στα καφενεία δεν παίζουν χαρτιά και με ένα σπαούλι κρεμνούνε τον Φάντη της τράπουλας από το ταβάνι , τα αγόρια και μεγάλοι άντρες όλη την Μεγάλη Εβδομάδα κόβουν ξύλα κυρίως κατσοπρίνια , ασπαλάρθους και άλλους θάμνους και το Μεγάλο Σάββατο φτιάχουν την ρεματιά ύψους 3-4 μέτρων και πλάτους 6-8 μέτρων για να κάψουν το ομοίωμα του Ιούδα . Την Μεγάλη Πέμπτη φτιάχνουν ένα ανθρώπινο ομοίωμα από ξύλα , τον "Ιούδα" , τον οποίον και περιφέρουν σε όλα τα σπίτια του χωριού και τον οποίον χτυπούν και κακίζουν για την αισχρή προδοσία του . Οι γυναίκες δίνουν ό,τι παλαιά ρούχα έχουν για να ντυθεί ο "βρώμος ο Ιούδας" τον οποίον και παραγεμίζουν με άχερα . Τα αρνιά για το Πάσχα σφάζονται Μεγάλη Τετάρτη και Μεγάλη Πέμπτη . Οι κοπέλες οι ανύπαντρες μαζεύουν από τους κήπους τους κρίνους , τριαντάφυλλα , άνθη λεμονιάς και άλλα λουλούδια για τον στολισμό του Επιταφίου την Μεγάλη Πέμπτη . Στην Κρήτη και ειδικά την Μεγάλη Παρασκευή υπάρχει το έθιμο ο Ιερεύς να μνημονεύει εντός της Εκκλησίας πριν την περιφορά του Επιταφίου τα ονόματα όλων των κεκοιμημένων συγχωριανών της κάθε οικογένειας έστω και πολλές γενεές πίσω . Φυσικά ο λαός παρακολουθεί τις ιερές ακολουθίες όλης της Μεγάλης Εβδομάδας . Το Μεγάλο Σάββατο το ομοίωμα του Ιούδα τοποθετήται πάνω στην ρεματιά με τα ξύλα , για τον φόβο των Ιουδαίων , δηλαδή των γειτονικών χωριών που επιδιώκουν να κλέψουν τον Ιούδα . Το βράδυ της Αναστάσεως με το Χριστός Ανέστη τα κοπέλια δίνουν φωθιά στον Ιούδα ο οποίος και καίγεται με τα απαραίτητα μπαλοταρίσματα και ενώ ακόμα και εχθροί εκείνη την ημέρα δίνουν το φιλί της Αγάπης στο προάυλιο της Εκκλησίας .

Έθιμα βγαλμένα από τα βάθη του χρόνου, εμπλουτισμένα με στοιχεία αλησμόνητων πατρίδων αναβιώνουν στην ελληνική επαρχία καθώς το Πάσχα πλησιάζει. Ουσιαστικά, τα έθιμα του Πάσχα αρχίζουν από τη Μεγάλη Πέμπτη, ημέρα κατά την οποία ξεκινούν οι προετοιμασίες για τη μεγάλη γιορτή.
Με ένα κόκκινο πανί, που συμβολίζει το αίμα του Χριστού, απλωμένο στο μπαλκόνι ή το παράθυρο, ξεκινούν στην επαρχία τη Μεγάλη Πέμπτη οι προετοιμασίες για τη βραδιά της Ανάστασης, ενώ την ίδια ημέρα οι νοικοκυρές σε όλη τη χώρα βάφουν τα κόκκινα αυγά.

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Λαική σοφία από την Κρήτη (Μέρος 1ο)


To 1981, ο Γιώργος Αποστολάκης, το φερε η τύχη να κουβεντιάζει με μια άγνωστη, υπερήλικη κυρία, υποθέτω ότι ο Κύριος θα έχει αναπαύσει τώρα πια την ψυχή της, στο χωριό Κυριάννα Ρεθύμνης.
Μιλούσαν για τη φιλοξενία στις μέρες μας, συγκριτικά με την παλιά εποχή και κάποια στιγμή η γιαγιά του είπε: «To έβγα όξω επλήθιανε», «το έμπα μέσα εχάθη» στον καιρό μας, παιδί μου.
Μετά από μέρες έφερε πάλι στο μου του τα λόγια της και συνειδητοποίησε, ότι αυτές οι σοφές κουβέντες δεν έπρεπε να μείνουν στην αφάνια. Συμφώνησε δε περισσότερο με τον εαυτό του, όταν άκουσε αργότερα «Είναι φίλοι καπουλάτοι, είναι και χαλιναράτοι».
Από τότε έβαλε στόχο τη συλλογή και διάσωση όσο των δυνατών περισσότερων παροιμιών, θυμοσοφιών και παρομοιώσεων α
πό την Κρήτη. Κατέγραψε όσες γνώριζε ήδη από τις γιαγιάδες του, τους παπούδες, τους γονείς και τους θείους του. Για πολλά χρόνια κυκλοφορούσε με ένα σημειωματάριο στην τσέπη και κατέγραφε όσες άκουγε τυχαία ή όσες του έλεγαν άνθρωποι που γνώριζε. Τις μετέφερε στο χαρτί, όπως ακριβώς τις άκουσε. Τις συνόδευσε από φωτογραφικό υλικό, που με πολύ κόπο συγκέντρωσε από ανθρώπινο δυναμικό, ζώα, δέντρα, φυτά και αντικείμενα. Παρατηρώντας τες μια μια, διαπίστωσε ότι δεκάδες από τα αντικείμενα είναι δυσεύρεστα στη σύγχρονη ηλεκτρονική εποχή μας.


Αναφέρει χαραχτηριστικά, ότι μόνο για μια φωτογραφία, εκείνη του οργώματος με πραγματικά βόδια και αλέτρι, χρειάστηκε να επισκεφτεί ρωτώντας δεκάδες χωριά στην Κρήτη, μιας και τα ζωντανά αυτά έχουν προ πολλού αντικατασταθεί με μηχανοκίνητους ελκυστήρες. Το ίδιο και για το αλώνισμα των σιτηρών με γάιδαρο και βωλόσυρο που οι αλωνιστικές μηχανές πήραν την θέση τους από τα μέσα του 20ου αιώνα.
Δεκάδες χωριά χρειάστηκε να επισκεφτεί επίσης, για να βρει παλαιού τύπου εργοστάσιο με μποξάδες, για το άλεσμα του ελαιοκάρπου.
Στην προσπάθεια του να κάνει σαφέστερο το νόημα ορισμένων παροιμιών ή λέξεων του κρητικού γλωσσικού ιδιώματος, χρησιμοποιεί και μαντινάδες. Το θέμα με το οποίο ασχολήθηκε, είναι ανεξάντλητο. Πιστεύω όμως, ότι έχει βάλει ένα ακόμη λιθαράκι στο μεγάλο κεφάλαιο που λέγεται «Λαογραφία».

(Από το βιβλίο του Αποστολάκη Γιώργου, Ελληνική Λαική Σοφία)

Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

Παντρολοήματα στην Κρήτη (Μέρος 1ο)


Δύσκολο θέμα τόλμησα να πιάσω αγαπητοί μου,
και σάικα, θα 'ρθει κιανείς να σύρει το αυτί μου,

γιατί επήρ' απόφαση και είπα να τα βάλω
με ένα θέμα κρητικό, που ναι πολύ μεγάλο.

Θαρρώ όμως και του λόγου μου, ως Κρητικός απού ΄μαι,
να γράψω για τον τόπο μου μπορώ και δικαιούμαι.

Είντα πως είμ' αμοναχά, απόφοιτος Λυκείου
κι όι προσωπικότητα Βουλής γή Αρσακείου;

Και πρι ντακάρω, μιαν ευκή για σας, φίλοι μου κάνω
Μαγάρι 'ν αγαπήσετε ακόμη παραπάνω,

απ' όσο αγάπησα εγώ, τον βλοημένον τόπο,
που είναι καύκημα της γης, καμάρι των ανθρώπω.

Γνωρίστε τις βουνοκορφές, τσι σπήλιους, τα λιμάνια,
δάση, φαράγγια κι εκκλησιές, να νιώστε περηφάνια.

Βγείτε ψηλά στ΄αόρη μας και στα Λευκά τα Όρη,
στη Δίχτυ, στ΄Αστερούσια, ν΄ανοίξουνε οι πόροι,

να μπεις αέρας τ' αοριού ο μπέτης να φουσκώσει,
νιώστε τ΄αιτού τη λευτεριά κι ο νους σας να ξεδώσει.

Θέσετε μιαν αργαντινή, ψηλά σ΄ένα μιτάτο
κι ελάτε αποδιαφώτιστα πάλι το ίθε κάτω.

Φασκομηλιά και έρωντα κόψτε, βάλτε στη βούργια,
μαζώψτε κι άλλες μυρωδιές, απού ΄ναι στα παπούργια.

Δίπλα σε δροσερή πηγή, φίλοι μου, ξαποστάστε,
γευτείτε γάργαρο νερό, πιείτε να το χορτάστε.

Πάτε στο Φραγκοκάστελλο, στη Σαμαριά, στη Νίδα,
να πει καθένας από σας, στη ζήση μου δεν είδα,

Χριστέ μου τέθοιαν ομορφιά, ποια πέννα θα τη γράψει;
ποιος ειν΄εκείνος που μπορεί να τηνε περειγράψει;

Αποτυπώματα σταριών φαίνονται σκαλισμένα
πάνω στσι βράχους, που ΄ν΄εκειά, σα να ΄ναι φυτεμένα.

Βγείτε στο Οροπέδιο με τσι χιλιάδες μύλους,
στο ξακουστό Λασίθι μας, καλούς να βρείτε φίλους.

Γυρέψτε Κάστρο και Χανιά, Ρέθεμνος κι Άι Νικόλα,
Σητεία και Γεράπετρο να τα χαρείτε όλα.

Κι ύστερα αμέτε στο χωριό τ΄όμορφο, το μεγάλο,
που στη φιλοξενία ντου στην Κρήτη δεν είν΄άλλο.

Εκειδά που γεννήθηκα, εις την Αγιά Βαρβάρα,
και να φραθείτε με ρακή, κρασί κι οφτό στη σκάρα.

Σίγουρα το ΄χετε ακουστά πως είν΄εκειά που βρέχει
με τα σταμνιά, που κι ο καμβρός, λένε, δεν το κατέχει.

Χτισμένο είν΄από παλιά στον αφαλό τση Κρήτης
και δίπλα ορθώνεται στητός ο γέρο Ψηλορείτης.

Τα σπίθια ντου δεξόζερβα του δρόμου απλωμένα
σε μάκρος δυο χιλιόμετρα κι ομορφασβεστωμένα.

Σ΄όλους τσι τόπους θα ΄πρεπε να σασε σεργιανίσω,
μα ΄γω ΄παέ δεν ξεναγώ, για άλλο θα μιλήσω.

Μάθετε φίλοι σαν κι εμέ τση Κρήτης μας τσι τόπους,
ζήστε τη μπιστικιά φιλιά, τσ΄απλοικούς ανθρώπους.

Ζήστε τα ήθη κι έθιμα, γιορτές και παραδόσεις,
απού στ΄αλήθεια αποκρατούν, δεν είναι διαδόσεις.

Κι αφού θαρρώ πως μιαολιά την Κρήτη την κατέχω,
άδεια, μα κι υποχρέωση γι αυτή να γράψω έχω.

Θα προσπαθήσω, όσο μπορώ, επά να ιστορήσω,
όλα που έχω μες το νου, έστω κι αν υστερήσω.

Κι αν ξεστρατίσω μιαολιά, φίλοι, απολογούμαι,
τα λάθη είν΄ανθρώπινα, κι εγώ άνθρωπος λογούμαι.


(Από το βιβλίο του Αποστολάκη Γεωργίου, Παντρολοήματα στην Κρήτη, Έμμετρο σε Κρητικό Γλωσσικό Ιδίωμα-3.630 στίχοι)

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009

Ο καιρός γύρισε πάλι σε νοτιά


Αυτή η βρωμιά δε φεύγει από πάνω μας. Πότισαν τα μαλλιά, τα ρούχα μας, το δέρμα. Το σάλιο μας πικρό και τα φιλιά μας καμένο πλαστικό μυρίζουν.
Τον Απρίλη, πήρε φωτιά η χωματερή και συνεχίζει να καπνίζει. Μήνες τώρα με κλειστά πορτοπαράθυρα. Βουλώνω χαραμάδες κι ο αέρας που κουβαλά τις διοξίνες τρυπώνει μέσα στα δωμάτια. Τα πρωϊνά, μια πάχνη φονική καθίζει πάνω στο μικρό μας κήπο. Οταν φυσά νοτιάς ή έχει άπνοια, η δυσοσμία γίνεται αφόρητη και για να βγούμε στην αυλή, φοράμε μάσκες νοσοκόμων.
Στο χωριό, η ζωή ακολουθεί το γνώριμο ρυθμό της. Παιδιά πηγαίνουν κι έρχονται απο το σχολειό. Παιδιά με μάγουλα αναμμένα παίζουνε μπάλα στα στενά σοκάκια. Στο καφενείο, απέναντι, ρακές απ’ το πρωί, καυγάδες για ζώα, δρόμους, και φραχτά. Συνηθισμένοι οι ντόπιοι στη μυρωδιά καμένων πλαστικών. Τα καίνε στα βοσκοτόπια και στα λιόφυτα, ρίχνουν μπουκάλια πλαστικά στο τζάκι για προσάναμα. Κανείς δεν τους εξήγησε ποτέ κι ούτε θέλουν να γνωρίζουν. Τώρα, όμως, καιγόταν ολάκερη χωματερή. Χιλιάδες τόνοι σκουπιδιών.
Εκείνη η βαθιά λεκάνη που πρωτοπήγαν τα σκουπίδια το ‘94, είναι σήμερα βουνό. Βουνό που αχνίζει διοξίνες. Ένα μεγάλο σύννεφο, δυσώδες, πλανιέται στην περιοχή και, καταπώς φυσούν οι άνεμοι, αλλάζει κατευθύνσεις, απλώνεται χιλιόμετρα μακριά. Τις νύχτες, φαίνεται η χωματερή σαν να ‘χει καντηλάκια αναμμένα. Εκατοντάδες καντηλάκια καίνε το λάδι της ζωής μας.
Ας καίγεται η χωματερή. Τα σκουπιδιάρικα, των δήμων Ρεθύμνου και Αρκαδίου, την ταΐζουν ακατάπαυστα.
Σαν να μη συμβαίνει τίποτα, στο Ρέθυμνο, η ζωή ακολουθεί το γνώριμο ρυθμό της. Οι τοπικές αρχές συσκέπτονται για το πώς θα παρατείνουν την παρανομία, χωρίς να χαθεί η Ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Μια εικόνα μαγική είναι η χωματερή. Επίσημα δηλώθηκε ότι έκλεισε, όμως δεν έπαψε ποτέ να λειτουργεί. Πήρε φωτιά, και ανακοινώθηκε ότι έσβησε, όμως καπνίζει επτά μήνες συνεχώς.
Συσκέπτονται, λένε οι τοπικές αρχές, για να λύσουν το πρόβλημα. Μετά από κάθε σύσκεψη δηλώνουν ότι η χωματερή θα κλείσει σύντομα. Στους πολίτες αρέσουν ιδιαίτερα οι ευχάριστες δηλώσεις και οι αρχές, απο αγάπη, τους καθησυχάζουν. Κίνδυνος δεν υπάρχει, μετρήσεις θα γίνουν για διοξίνες, όταν θα κλείσει η χωματερή.
Ο καιρός γύρισε πάλι σε νοτιά. Δεν την αντέχω άλλο τη μυρωδιά καμένου πλαστικού. «Κάποια πράγματα δεν πρέπει να λέγονται» είπε για τη χωματερή, πριν λίγους μήνες, ο δήμαρχος Ρεθύμνου, προτρέποντας σε μια ιδιότυπη ομερτά.
Χαζεύω στα τηλεοπτικά παράθυρα τους τοπικούς μας άρχοντες. Στηλιτεύουν την εγκληματικότητα στο Μυλοπόταμο και διαμαρτύρονται επειδή ο τόπος δυσφημίζεται. Αναρωτιέμαι, πόσοι τηλεθεατές θα φάνε κρέας, τυρί, λάδι ή ελιές με διοξίνες της ρεθεμνιώτικης χωματερής, χωρίς να το γνωρίζουν.
Φυσάει νοτιάς, ντουμάνιασε το σπίτι. Αυτή η βρομιά δε φεύγει απο πάνω μας, έγινε πλέον κομμάτι της ζωής μας, μια τοπική πραγματικότητα που μας ζητούν να αποδεχθούμε. Κλείσε την πόρτα γρήγορα και πες μου, σε ποιούς να απευθυνθούμε για να μας βοηθήσουν. Το ξέρω, η χωματερή δεν έχει φωτογένεια κι ο κόσμος έχει πια εξοικιωθεί. Παντού χωματερές.

Κατερίνα Κορρέ

Δημοσιεύθηκε στην στήλη του Περιβαλλοντικού Συλλόγου «ΟΙΚΟΘΕΡΜΟΜΕΤΡΟ» στην εφημερίδα ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ.

Κυριακή, 5 Απριλίου 2009

Στο μπαλκόνι του Λιβυκού


Πλησιάζει το Πάσχα και στο μυαλό μου ήρθε ένας τόπος που αγαπώ ιδιαίτερα. Ένας τόπος που έζησα 3 χρόνια από τη ζωή μου. Με στάσεις στη διαδρομή, αλλά με την ψυχή πάντα εκεί.
Στην Κρήτη βρέθηκα ουρανοκατέβατα. Μέσα σε 3 μέρες έπρεπε να ετοιμαστώ, να αφήσω το σπίτι μου, τους δικούς μου, τους φίλους και τους γνωστούς μου και να είμαι εκεί. Θα έπιανα δουλειά, σε ένα ξενοδοχείο στην Ιεράπετρα, το ΑRION PALACE. Μέχρι τότε δεν ήξερα πως ήταν το νησί, μιας και δεν είχα πάει ποτέ, όσο κι αν ήταν επιθυμία μου μεγάλη από παλιά. Δεν ήξερα επίσης τι θα πει να εργάζεσαι σε ένα ξενοδοχείο. Για να πω και την μεγάλη αλήθεια, όταν το είδα από το διαδίκτυο σε φωτογραφίες, με έπιασε ένας πανικός. Ήταν που δεν ήξερα τη δουλειά, που μου φαινόταν αδιανόητο, εγώ που είμαι και παράξενο να συναναστρέφομαι με ανθρώπους. Η θέση που θα έπιανα, ήταν της receptionist. Και ήταν άκρως απαραίτητο να βρεθεί ένα άτομο για να την καλύψει, μιας και περίμεναν τους πρώτους ξένους και μάλιστα σύντομα.

Ετοίμασα τα πράγματα μου, πήρα δύναμη και κουράγιο και μπήκα τρεις μέρες αργότερα σε ένα αεροπλάνο που με προσγείωσε στο Ηράκλειο. Εκεί με περίμεναν για να πάμε Ιεράπετρα. Από το σχολείο είχα τρέλα με την Κρήτη. Δεν ξέρω πως μου κόλλησε. Ήθελα να περάσω Φιλοσοφική στα Χανιά, να παντρευτώ Κρητικό. Στη Β' Λυκείου άσκησα βέτο στο σπίτι και πήραμε μια φοιτήτρια από τα ΤΕΙ να μένει μαζί μας. Ήταν Χανιώτισσα, κι εγώ την ήθελα σπίτι. Κάτι σαν μπιμπελό, αναμνηστικό από το νησί τέλος πάντων. Η Ρία έμεινε μαζί μας δύο χρόνια. Ακόμη και σήμερα έχουμε επαφές και την αγαπώ πολύ κι αυτή και τους δικούς της. Στην 7ήμερη εκδρομή του Λυκείου παράτησα ένα βράδυ στη Ρόδο τις παρθενώπες, ήταν πολύ ήσυχες για την 7ημερη, και βρέθηκα σε ένα τραπέζι απέναντι σε ένα Λύκειο Κρητικών. Κόντεψα να φάω αποβολή, γιατί αρνιόμουν πεισματικά να γυρίσω στο τραπέζι μας και να καθήσω με τις υπόλοιπες. Ο Θεολόγος μας στέναξε μέχρι να με φέρει πάλι πίσω.
Κι ενώ είχα τόση αγάπη για αυ
τό το άγνωστο νησί, τώρα που ήμουν εδώ με είχε πιάσει πανικός. Θυμάμαι, πως σε όλη τη διαδρομή ένιωθα σαν να με είχαν σε ηλεκτρική καρέκλά. Έβλεπα εκείνα τα θεόρατα γκρίζα, δίχως ίχνος πράσινου βουνά και με έπιανε απελπισία. Φτάσαμε στην Ιεράπετρα και ήθελα να πάρω το επόμενο αεροπλάνο και να γυρίσω πίσω. Δεν είχα καμιά διάθεση να μείνω σε τούτον τον τόπο. Με βαριά καρδιά πήγα να γνωρίσω τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου που θα εργαζόμουν. Ένας άντρας γύρω στα 45, πανίψηλος και πολύ εύσωμος, με ένα τεράστιο μουστάκι, που μόλις τον είδα έγινε πιο έντονη η επιθυμία μου να το βάλω στα πόδια. Παρακαλούσα από μέσα μου, να μην με εγκρίνει και να επιστρέψω την επόμενη σπίτι. Εκείνος όμως, είχε άλλα σχέδια και μάλιστα θα ήταν υπέυθυνος για τα 3 ευτυχισμένα χρόνια που έζησα εκεί.
Μου είπε ότι ανήκω πια στο προσωπικό του ξενοδοχείου, με καλοσώρισε και μου έδειξε που θα μένω. Σε κείνη την ξενάγηση μαλάκωσε λιγάκι το παράπονο μου. 'Ηταν τόσο όμορφα εδώ πάνω. Από τα παράθυρα του ξενοδοχείου έβλεπες κάτω την Ιεράπετρα, και τη θάλασσα. Αλλά και το ξενοδοχείο ήταν πολύ περιποιημένο και όμορφο. Με ωραίους χώρους υποδοχής, τεράστια και αναπαυτικά σαλόνια για να ξεκουράζονται οι θαμώνες του, καταστήματα με είδη δώρων μέσα, πισίνες, γυμναστήρια και μαγευτικούς κήπους. Ένιωθα πολύ περήφανη που θα εργαζόμουν σε ένα τόσο όμορφο περιβάλλον. Δε χρειάστηκα πολλές μέρες για να γίνω αποδεκτή από όλους εκεί. Στην reception δούλευε μια κοπέλα χρόνια τώρα. Εκείνη θα μου έδειχνε και θα μου μάθαινε ότι ήταν απαραίτητο. Ήταν λίγο ψηλομύτα, και σνόμπαρε όλους τους άλλους. Μάλλον δεν της καλάρεσε που μιλούσα με τα άλλα παιδιά εκεί, που καλημέριζα τις κοπέλες που καθάριζαν τα πρωινά, ή που συχνά με τσάκωνε στην κουζίνα να μιλώ για συνταγές με το Μανωλιό, τον σεφ του ξενοδοχείου. Γνώριζε πολύ καλά την δουλειά της, αλλά είχε ένα μείον. Ήταν ο δικός μου κρυμμένος άσσος. Τα Γερμανικά μου. Μιλούσε μόνο Αγγλικά, κι αυτό δεν βοηθούσε καθόλου, μιας κι όσοι ερχόταν εδώ ήταν Ελβετοί και ξύνιζαν τα μούτρα τους μόλις στην ερώτηση τους, δεν μιλάτε Γερμανικά απαντούσε αρνητικά. Φτάσαμε λοιπόν κάποια πρωινά που εργαζόμασταν μαζί οι πελάτες να απευθύνονται σε μένα, κι αυτό το έφερε βαρέως. Το ίδιο άσχημα ένιωθα κι εγώ, σαν να της έκλεβα κάτι δικό της. Το συζήτησα με τον κυρ Νίκο και έτσι με απάλλαξε από τα πρωινά και δούλευα απογεύματα. Πάντως εκείνο που έφταιγε δεν ήταν τόσο το ότι δεν ήξερε να μιλάει Γερμανικά, όσο εκείνο το σκληρό πρόσωπο της που δεν χαμογελούσε ποτέ.
Προς το τέλος της σαιζόν έφυγε και έμεινα μόνη. Κι από κει αρχίζει η περιπέτεια. Ο Νικολής, όπως τον φώναζαν, ήταν ένας τύπος οξύθυμος και αγροίκος. Παρόλο που έμενε χρόνια στην Ελβετία δεν φαίνεται να τον άλλαξε αυτό. Τον πρώτο καιρό έβλεπα το προσωπικό να σταυροκοπιέται κάθε φορά που ήθελε να μπει στο γραφείο του και μου έκανε εντύπωση αυτό. Τι διάολο, δεν είμασταν δουλικά κανενός. Εργαζόμενοι είμασταν. Συζητώντας με τα παιδιά μου μίλησαν για τον άσχημο χαράχτηρα του. Περίμενα λοιπόν μέχρι να μου τον δείξει. Γιατί λένε, ότι ο κακός χαραχτήρας είναι με όλους το ίδιο. Δεν κάνει διακρίσεις...
Το Πάσχα ήρθε πολύ γρήγορα. Το ξενοδοχείο σε οργασμό εργασιών μιας και φιλοξενούσαμε 50 άτομα. Και την Κυριακή του Πάσχα, είμαι υπηρεσία όλη μέρα γιατί η άλλη κοπέλα είχε φύγει. Να πάει να περάσει με τους δικούς της το Πάσχα, να μην είναι μακρυά. Και μετά θα σταματούσε. Είχε βρει κάποιο άλλο ξενοδοχείο πιο κοντά στα μέρη της. Δεν με πείραξε καθόλου που θα έπρεπε να είμαι όλη μέρα στη reception. Ίσα ίσα μου άρεσε κιόλας. Το πρωινό κύλησε ευχάριστα, με ευχές με συζητήσεις που κάναμε με τους ξένους μας. Οι Ελβετοί ήταν συνεπαρμένοι από τα έθιμα μας. Δεν γιορτάζουν έτσι το Πάσχα και ρουφούσαν κάτι τι που έβλεπαν ή τους λέγαμε. Ψήναμε αρνιά από το πρωί και το μεσημέρι θα τρώγαμε όλοι στη μεγάλη βεράντα του ξενοδοχείου που έχει πιάτο από κάτω την Ιεράπετρα και το Λιβυκό. Είχα εγκληματιστεί πολύ πιο γρήγορα από ότι περίμενα και ένιωθα πολύ όμορφα.
Από το γραφείο μου έβλεπα να
στρώνουν οι σερβιτόροι τα τραπέζια έξω. Με χιλιάδες λιχουδιές, ρακί και κόκκινα αυγά για να τσουγκρίσουμε. Εκεί που χάζευα, ήρθε ο κυρ Νίκος και με παρακάλεσε να δώσω ένα χεράκι στο στρώσιμο. Ε, δεν ήταν και άσχημη ιδέα. Να ξεπιαστώ κι από την καρέκλα μου. Άλλωστε ένα γυναικείο χέρι πάντα τα κάνει πιο όμορφα τα στρωσίματα. Κατέβηκα στους κήπους και βρήκα τον κηπουρό. Τον παρακάλεσα να μου κόψει λουλούδια κι εκείνος χαμογελαστός μου είπε...Τα καλύτερα! Δεν πήγαινε Πασχλιάτικο τραπέζι δίχως λουλούδια. Ανέβηκα γρήγορα στο μπαλκόνι και μαζί με τα παιδιά στρώσαμε το τραπέζι. Ένα τραπέζι για 7ο άτομα. Τόσοι είμασταν.
Έμεινε ένα μόνο τραπεζομάντηλο να βάλ
ω αλλά όταν γύρισα το κεφάλι είχαν ήδη έρθει οι καλεσμένοι μας και ο κυρ Νίκος με τους φίλους του. Και καθόταν στο άστρωτο τραπέζι... Ε, δεν είχα και πολλές επιλογές, θα το έστρωνα. Μάλλον όμως τα έχασα από την τρομάρα μου και το έστρωσα ανάποδα! Ποιος είδε το θεό και δεν φοβήθηκε... Ο Νικολής άρχισε να βρίζει, να φωνάζει και να ωρίεται. Κοκκάλωσα, ποτέ κανείς δεν μου είχε μιλήσει έτσι και δεν το επέτρεπα κιόλας. Όταν συνήλθα και ενώ εκείνος ακόμη χτυπιόταν, μάζεψα άτσαλα το τραπεζομάντηλο το έκανα μια μπάλα στα χέρια μου και του το πέταξα. Στη συνέχεια έφυγα στη reception κλαίγοντας με μαύρο δάκρυ.
Ήρθε κόσμος να με παρηγορήσει. Οι Ελβετοί, η γυναίκα του κυρ Νίκου μια καλοσυνάτη Ελβετίδα κι αυτή, ακόμη και πολλοί από το προσωπικό. Εγώ, απαρηγόρητη. Δεν μπορούσα να σταματήσω να κλαίω. Πήρε ώρα να συνέρθω αλλά ούτε λόγος να καθήσω μαζί με αυτόν τον αγριάνθρωπο στο ίδιο τραπέζι. Ήθελα να μείνω στη θέση μου. Αυτό κι έκανα. Τον είδα να έρχεται προς το μέρος μου κάποια στιγμή και φούντωσα. Αν τολμούσε να μου ξαναμιλήσει έτσι θα τον έπαιρνε και θα τον σήκωνε. Δεν τον φοβόμουν, και θα του τα έλεγα εκεί μπροστά σε όλους, αλλά εφνιδιάστηκα και σάστισα. Μου ζήτησε συγνώμη... Ήρεμα και ωραία του είπα ότι δεν θα ανεχτώ άλλη φορά να μου φερθεί έτσι. Δεν είχε κανένα δικαίωμα. Και όπως τον σεβόμουν έπρεπε να με σέβεται κι αυτός. Έφυγε σαν να μην άγγιξαν καν τα αυτιά του όσα του είπα.
Από την επόμενη μέσα όμως, έκπληκτη ζούσα μια μεγάλη αλλαγή. Ο τρόπος που μου μιλούσε από το πρωί ήταν εντελώς διαφορετικός. Και κάποια στιγμή με κάλεσε στο γραφείο του μου είπε να καθήσω και με ρώτησε: Ξέρεις γιατί τους βρίζω όλους εδώ; Δεν με αφορά κύριε Νίκο γιατί το κάνετε αυτό, αλλά κακώς συμβαίνει. Αυτοί οι άνθρωποι σας τρέμουν, και με τον φόβο δε κερδίζεται τίποτα. Με κοίταξε ολόισα στα μάτια και μου είπε... Περιμένω κάποιος να με στείλει στο διάολο τόσα χρόνια. Αλλά κανείς δεν το χει κάνει. Εσύ χτες το έκανες ευγενικά, και γι αυτό σε σέβομαι. Έμεινα άφωνη... Τι μπορούσα να πω; Δεν μου άρεσε ο τρόπος που φερόταν στο προσωπικό αλλά κι εκείνοι ήταν άδολα πλάσματα. Δεν ήταν όλοι άνθρωποι του χωριού και αγράμματοι. Γιατί είχαμε και τέτοιους, μα ήταν όλοι τόσο καλοσυνάτοι που δεν σου πήγαινε καρδιά να τους κακοκαρδίσεις. Είχαμε και νέα παιδιά μορφωμένα. Κι εκείνα έπρεπε να μιλούν. Δεν το έκαναν όμως. Σίγουρα θα είχαν τους λόγους τους. Με την αξιοπρέπεια σου δεν παίζεις, δεν αφήνεις κανέναν να την τσαλαπατά. Ο Νικολής εκείνη τη μέρα μου έμαθε κάτι σημαντικό, πως δεν πρέπει να μένουμε σιωπηλοί και να καταπίνουμε ότι μας πειράζει. Πρέπει να μιλάμε και να μην αφήνουμε κανέναν να μας φέρεται άσχημα. Τον σεβασμό, τον κερδίζεις...

Τα επόμενα χρόνια οι σχέσεις μας ήταν άριστες. Ποτέ δεν τόλμησε να μου ξαναμιλήσει άσχημα. Και κάθε χρόνο που ερχόταν από την Ελβετία δεν ξεχνούσε να μου φέρει εκείνες τις υπέροχες σοκολάτες. Δεν ήταν κακός άνθρωπος. Ένα κομμάτι πηλός ήταν, που ανάλογα με το πως τον έπλαθες σου δινόταν. Οι μέρες που πέρασα κοντά του μέσα στο ΑΡΙΟΝ ήταν μέρες που πολλές φορές τώρα τις νοσταλγώ. Είχαν απ όλα εκείνα τα χρόνια. Τρέξιμο, άγχος, πίεση, αλλά και όμορφες στιγμές. Με χαμόγελα, με πλάκες, με καζούρα. Μπορεί να φώναζε, αλλά σκυλί που γαυγίζει λένε ότι δεν δαγκώνει. Και το σίγουρο είναι ότι κανέναν δεν δάγκωσε ο Νικολής. Παρόλο το επιβλητικό παρουσιαστικό του, ήταν ένας άνθρωπος άκακος. Αλλά έπρεπε να κρατήσει και την Κρητική του φύση, που τον ήθελε αγριεμένο... σαν το Λιβυκό το χειμώνα.

Δώρα καρδιάς από την Κρήτη







Είναι όμορφο να σου χαρίζουν κάτι που δούλεψαν χέρια και μυαλό για να γίνει. Που αφιερώθηκε ώρα και φαντασία. Που δόθηκαν κομμάτια καρδιάς. Τα απλά δώρα είναι αυτά που αξίζουν τελικά. Τις τρεις αυτές υπέροχες υδατογραφίες, μου τις έκανε δώρο ένας Ελβετός που γνώρισα στο νησί. Τις ξέθαψα από το κουτάκι των αναμνήσεων...

Σάββατο, 4 Απριλίου 2009

Ραντεβού με την ελιά


Μια μεγάλη γιορτή ξεκινά από τις 10 Απριλίου μέχρι και τις 12 στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Η γιορτή της ελιάς, του δέντρου που στην πατρίδα μας το συναντούμε σε αφθονία, και που ο καρπός της είναι ευλογημένος. Το 3ο Φεστιβάλ Ελαιοκομίας αποτελεί τόπο συνάντησης πολλών αθρώπων από όλες τις γωνιές της πατρίδας μας.

Η διοργάνωση του 3ου Φεστιβάλ Ελιάς, σκοπό έχει να επισημάνει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κλάδος, να αναδείξει την διατροφική αξία της ελιάς και τέλος να την σπουδαιότητα της στη χώρα μας.

Θα γίνουν συζητήσεις με θέμα την προώθηση του ελληνικού λαδιού σε άλλες χώρες, την ποιότητα, τον τρόπο παρασκευής, συσκευασίας καθώς και το πως είναι καλύτερο να διατίθεται προς τις άλλες χώρες.

Θα παρουσιαστούν προτότυπες γεύσεις από Μεσογειακές χώρες και από κάθε γωνιά της Ελλάδος, καθώς και συνταγές με βάση την ελιά και το ελαιόλαδο. Συγχρόνως θα παρουσιάσουν δημιουργίες κοκτέιλ με βάση το ελαιόλαδο και την ελιά και γευσιγνωσίες με ελληνικά ελαιόλαδα και επιτραπέζιες ελιές.

Στο πλαίσιο του 3ου Φεστιβάλ Ελαιολάδου και Ελιάς, θα πραγματοποιηθεί επίσης και ο 1ος Διαγωνισμός Επιτραπέζιας Ελιάς 2009. Είναι μια πρωτοπόρα διοργάνωση με υψηλούς στόχους που σαν σκοπό της έχει να παρουσιάσει τον πλούτο και την ποιότητα της ελληνικής επιτραπέζιας ελιάς. Οι γευστικές δοκιμές των δειγμάτων θα γίνουν από μια κριτική επιτροπή η οποία θα αποτελείται από καταξιωμένους σεγ και γευσιγνώστες. Οι ελιές που θα βραβευτούν θα φέρουν στη συσκευασία τους το μετάλλιο που κατέκτησαν. Η απονομή των μεταλλίων θα γίνει το Σάββατο 11/4/09 και ώρα 20:00 σε ειδική τελετή στο 3ο Φεστιβάλ.

Στη μεγάλη και σημαντική αυτή Έκθεση για την ελιά και το ελαιόλαδο θα παρουσιαστούν ακόμη στο κοινό αγνά ελαιόλαδα, επιτραπέζιες ελιές, προιόντα ελιάς όπως πάστα, γλυκά και σαπούνια. Παράλληλα με την Έκθεση, καθ' όλη τη διάρκεια του τριημέρου σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο θα παρουσιάζονται συνταγές με βάση το ελαιόλαδο και τα προιόντα του από όλους τους ελαιοπαραγωγικούς Νομούς της χώρας.

Ο 1ος Διαγωνισμός Ελληνικά Εξαιρετικά Παρθένα Ελαιόλαδα που θα διεξαχθεί στο Φεστιβάλ θα αποτελέσει ακόμη μια καινοτομία της διοργάνωσης με πολλές συμμετοχές από όλη την Ελλάδα.