Κυριακή, 5 Απριλίου 2009

Στο μπαλκόνι του Λιβυκού


Πλησιάζει το Πάσχα και στο μυαλό μου ήρθε ένας τόπος που αγαπώ ιδιαίτερα. Ένας τόπος που έζησα 3 χρόνια από τη ζωή μου. Με στάσεις στη διαδρομή, αλλά με την ψυχή πάντα εκεί.
Στην Κρήτη βρέθηκα ουρανοκατέβατα. Μέσα σε 3 μέρες έπρεπε να ετοιμαστώ, να αφήσω το σπίτι μου, τους δικούς μου, τους φίλους και τους γνωστούς μου και να είμαι εκεί. Θα έπιανα δουλειά, σε ένα ξενοδοχείο στην Ιεράπετρα, το ΑRION PALACE. Μέχρι τότε δεν ήξερα πως ήταν το νησί, μιας και δεν είχα πάει ποτέ, όσο κι αν ήταν επιθυμία μου μεγάλη από παλιά. Δεν ήξερα επίσης τι θα πει να εργάζεσαι σε ένα ξενοδοχείο. Για να πω και την μεγάλη αλήθεια, όταν το είδα από το διαδίκτυο σε φωτογραφίες, με έπιασε ένας πανικός. Ήταν που δεν ήξερα τη δουλειά, που μου φαινόταν αδιανόητο, εγώ που είμαι και παράξενο να συναναστρέφομαι με ανθρώπους. Η θέση που θα έπιανα, ήταν της receptionist. Και ήταν άκρως απαραίτητο να βρεθεί ένα άτομο για να την καλύψει, μιας και περίμεναν τους πρώτους ξένους και μάλιστα σύντομα.

Ετοίμασα τα πράγματα μου, πήρα δύναμη και κουράγιο και μπήκα τρεις μέρες αργότερα σε ένα αεροπλάνο που με προσγείωσε στο Ηράκλειο. Εκεί με περίμεναν για να πάμε Ιεράπετρα. Από το σχολείο είχα τρέλα με την Κρήτη. Δεν ξέρω πως μου κόλλησε. Ήθελα να περάσω Φιλοσοφική στα Χανιά, να παντρευτώ Κρητικό. Στη Β' Λυκείου άσκησα βέτο στο σπίτι και πήραμε μια φοιτήτρια από τα ΤΕΙ να μένει μαζί μας. Ήταν Χανιώτισσα, κι εγώ την ήθελα σπίτι. Κάτι σαν μπιμπελό, αναμνηστικό από το νησί τέλος πάντων. Η Ρία έμεινε μαζί μας δύο χρόνια. Ακόμη και σήμερα έχουμε επαφές και την αγαπώ πολύ κι αυτή και τους δικούς της. Στην 7ήμερη εκδρομή του Λυκείου παράτησα ένα βράδυ στη Ρόδο τις παρθενώπες, ήταν πολύ ήσυχες για την 7ημερη, και βρέθηκα σε ένα τραπέζι απέναντι σε ένα Λύκειο Κρητικών. Κόντεψα να φάω αποβολή, γιατί αρνιόμουν πεισματικά να γυρίσω στο τραπέζι μας και να καθήσω με τις υπόλοιπες. Ο Θεολόγος μας στέναξε μέχρι να με φέρει πάλι πίσω.
Κι ενώ είχα τόση αγάπη για αυ
τό το άγνωστο νησί, τώρα που ήμουν εδώ με είχε πιάσει πανικός. Θυμάμαι, πως σε όλη τη διαδρομή ένιωθα σαν να με είχαν σε ηλεκτρική καρέκλά. Έβλεπα εκείνα τα θεόρατα γκρίζα, δίχως ίχνος πράσινου βουνά και με έπιανε απελπισία. Φτάσαμε στην Ιεράπετρα και ήθελα να πάρω το επόμενο αεροπλάνο και να γυρίσω πίσω. Δεν είχα καμιά διάθεση να μείνω σε τούτον τον τόπο. Με βαριά καρδιά πήγα να γνωρίσω τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου που θα εργαζόμουν. Ένας άντρας γύρω στα 45, πανίψηλος και πολύ εύσωμος, με ένα τεράστιο μουστάκι, που μόλις τον είδα έγινε πιο έντονη η επιθυμία μου να το βάλω στα πόδια. Παρακαλούσα από μέσα μου, να μην με εγκρίνει και να επιστρέψω την επόμενη σπίτι. Εκείνος όμως, είχε άλλα σχέδια και μάλιστα θα ήταν υπέυθυνος για τα 3 ευτυχισμένα χρόνια που έζησα εκεί.
Μου είπε ότι ανήκω πια στο προσωπικό του ξενοδοχείου, με καλοσώρισε και μου έδειξε που θα μένω. Σε κείνη την ξενάγηση μαλάκωσε λιγάκι το παράπονο μου. 'Ηταν τόσο όμορφα εδώ πάνω. Από τα παράθυρα του ξενοδοχείου έβλεπες κάτω την Ιεράπετρα, και τη θάλασσα. Αλλά και το ξενοδοχείο ήταν πολύ περιποιημένο και όμορφο. Με ωραίους χώρους υποδοχής, τεράστια και αναπαυτικά σαλόνια για να ξεκουράζονται οι θαμώνες του, καταστήματα με είδη δώρων μέσα, πισίνες, γυμναστήρια και μαγευτικούς κήπους. Ένιωθα πολύ περήφανη που θα εργαζόμουν σε ένα τόσο όμορφο περιβάλλον. Δε χρειάστηκα πολλές μέρες για να γίνω αποδεκτή από όλους εκεί. Στην reception δούλευε μια κοπέλα χρόνια τώρα. Εκείνη θα μου έδειχνε και θα μου μάθαινε ότι ήταν απαραίτητο. Ήταν λίγο ψηλομύτα, και σνόμπαρε όλους τους άλλους. Μάλλον δεν της καλάρεσε που μιλούσα με τα άλλα παιδιά εκεί, που καλημέριζα τις κοπέλες που καθάριζαν τα πρωινά, ή που συχνά με τσάκωνε στην κουζίνα να μιλώ για συνταγές με το Μανωλιό, τον σεφ του ξενοδοχείου. Γνώριζε πολύ καλά την δουλειά της, αλλά είχε ένα μείον. Ήταν ο δικός μου κρυμμένος άσσος. Τα Γερμανικά μου. Μιλούσε μόνο Αγγλικά, κι αυτό δεν βοηθούσε καθόλου, μιας κι όσοι ερχόταν εδώ ήταν Ελβετοί και ξύνιζαν τα μούτρα τους μόλις στην ερώτηση τους, δεν μιλάτε Γερμανικά απαντούσε αρνητικά. Φτάσαμε λοιπόν κάποια πρωινά που εργαζόμασταν μαζί οι πελάτες να απευθύνονται σε μένα, κι αυτό το έφερε βαρέως. Το ίδιο άσχημα ένιωθα κι εγώ, σαν να της έκλεβα κάτι δικό της. Το συζήτησα με τον κυρ Νίκο και έτσι με απάλλαξε από τα πρωινά και δούλευα απογεύματα. Πάντως εκείνο που έφταιγε δεν ήταν τόσο το ότι δεν ήξερε να μιλάει Γερμανικά, όσο εκείνο το σκληρό πρόσωπο της που δεν χαμογελούσε ποτέ.
Προς το τέλος της σαιζόν έφυγε και έμεινα μόνη. Κι από κει αρχίζει η περιπέτεια. Ο Νικολής, όπως τον φώναζαν, ήταν ένας τύπος οξύθυμος και αγροίκος. Παρόλο που έμενε χρόνια στην Ελβετία δεν φαίνεται να τον άλλαξε αυτό. Τον πρώτο καιρό έβλεπα το προσωπικό να σταυροκοπιέται κάθε φορά που ήθελε να μπει στο γραφείο του και μου έκανε εντύπωση αυτό. Τι διάολο, δεν είμασταν δουλικά κανενός. Εργαζόμενοι είμασταν. Συζητώντας με τα παιδιά μου μίλησαν για τον άσχημο χαράχτηρα του. Περίμενα λοιπόν μέχρι να μου τον δείξει. Γιατί λένε, ότι ο κακός χαραχτήρας είναι με όλους το ίδιο. Δεν κάνει διακρίσεις...
Το Πάσχα ήρθε πολύ γρήγορα. Το ξενοδοχείο σε οργασμό εργασιών μιας και φιλοξενούσαμε 50 άτομα. Και την Κυριακή του Πάσχα, είμαι υπηρεσία όλη μέρα γιατί η άλλη κοπέλα είχε φύγει. Να πάει να περάσει με τους δικούς της το Πάσχα, να μην είναι μακρυά. Και μετά θα σταματούσε. Είχε βρει κάποιο άλλο ξενοδοχείο πιο κοντά στα μέρη της. Δεν με πείραξε καθόλου που θα έπρεπε να είμαι όλη μέρα στη reception. Ίσα ίσα μου άρεσε κιόλας. Το πρωινό κύλησε ευχάριστα, με ευχές με συζητήσεις που κάναμε με τους ξένους μας. Οι Ελβετοί ήταν συνεπαρμένοι από τα έθιμα μας. Δεν γιορτάζουν έτσι το Πάσχα και ρουφούσαν κάτι τι που έβλεπαν ή τους λέγαμε. Ψήναμε αρνιά από το πρωί και το μεσημέρι θα τρώγαμε όλοι στη μεγάλη βεράντα του ξενοδοχείου που έχει πιάτο από κάτω την Ιεράπετρα και το Λιβυκό. Είχα εγκληματιστεί πολύ πιο γρήγορα από ότι περίμενα και ένιωθα πολύ όμορφα.
Από το γραφείο μου έβλεπα να
στρώνουν οι σερβιτόροι τα τραπέζια έξω. Με χιλιάδες λιχουδιές, ρακί και κόκκινα αυγά για να τσουγκρίσουμε. Εκεί που χάζευα, ήρθε ο κυρ Νίκος και με παρακάλεσε να δώσω ένα χεράκι στο στρώσιμο. Ε, δεν ήταν και άσχημη ιδέα. Να ξεπιαστώ κι από την καρέκλα μου. Άλλωστε ένα γυναικείο χέρι πάντα τα κάνει πιο όμορφα τα στρωσίματα. Κατέβηκα στους κήπους και βρήκα τον κηπουρό. Τον παρακάλεσα να μου κόψει λουλούδια κι εκείνος χαμογελαστός μου είπε...Τα καλύτερα! Δεν πήγαινε Πασχλιάτικο τραπέζι δίχως λουλούδια. Ανέβηκα γρήγορα στο μπαλκόνι και μαζί με τα παιδιά στρώσαμε το τραπέζι. Ένα τραπέζι για 7ο άτομα. Τόσοι είμασταν.
Έμεινε ένα μόνο τραπεζομάντηλο να βάλ
ω αλλά όταν γύρισα το κεφάλι είχαν ήδη έρθει οι καλεσμένοι μας και ο κυρ Νίκος με τους φίλους του. Και καθόταν στο άστρωτο τραπέζι... Ε, δεν είχα και πολλές επιλογές, θα το έστρωνα. Μάλλον όμως τα έχασα από την τρομάρα μου και το έστρωσα ανάποδα! Ποιος είδε το θεό και δεν φοβήθηκε... Ο Νικολής άρχισε να βρίζει, να φωνάζει και να ωρίεται. Κοκκάλωσα, ποτέ κανείς δεν μου είχε μιλήσει έτσι και δεν το επέτρεπα κιόλας. Όταν συνήλθα και ενώ εκείνος ακόμη χτυπιόταν, μάζεψα άτσαλα το τραπεζομάντηλο το έκανα μια μπάλα στα χέρια μου και του το πέταξα. Στη συνέχεια έφυγα στη reception κλαίγοντας με μαύρο δάκρυ.
Ήρθε κόσμος να με παρηγορήσει. Οι Ελβετοί, η γυναίκα του κυρ Νίκου μια καλοσυνάτη Ελβετίδα κι αυτή, ακόμη και πολλοί από το προσωπικό. Εγώ, απαρηγόρητη. Δεν μπορούσα να σταματήσω να κλαίω. Πήρε ώρα να συνέρθω αλλά ούτε λόγος να καθήσω μαζί με αυτόν τον αγριάνθρωπο στο ίδιο τραπέζι. Ήθελα να μείνω στη θέση μου. Αυτό κι έκανα. Τον είδα να έρχεται προς το μέρος μου κάποια στιγμή και φούντωσα. Αν τολμούσε να μου ξαναμιλήσει έτσι θα τον έπαιρνε και θα τον σήκωνε. Δεν τον φοβόμουν, και θα του τα έλεγα εκεί μπροστά σε όλους, αλλά εφνιδιάστηκα και σάστισα. Μου ζήτησε συγνώμη... Ήρεμα και ωραία του είπα ότι δεν θα ανεχτώ άλλη φορά να μου φερθεί έτσι. Δεν είχε κανένα δικαίωμα. Και όπως τον σεβόμουν έπρεπε να με σέβεται κι αυτός. Έφυγε σαν να μην άγγιξαν καν τα αυτιά του όσα του είπα.
Από την επόμενη μέσα όμως, έκπληκτη ζούσα μια μεγάλη αλλαγή. Ο τρόπος που μου μιλούσε από το πρωί ήταν εντελώς διαφορετικός. Και κάποια στιγμή με κάλεσε στο γραφείο του μου είπε να καθήσω και με ρώτησε: Ξέρεις γιατί τους βρίζω όλους εδώ; Δεν με αφορά κύριε Νίκο γιατί το κάνετε αυτό, αλλά κακώς συμβαίνει. Αυτοί οι άνθρωποι σας τρέμουν, και με τον φόβο δε κερδίζεται τίποτα. Με κοίταξε ολόισα στα μάτια και μου είπε... Περιμένω κάποιος να με στείλει στο διάολο τόσα χρόνια. Αλλά κανείς δεν το χει κάνει. Εσύ χτες το έκανες ευγενικά, και γι αυτό σε σέβομαι. Έμεινα άφωνη... Τι μπορούσα να πω; Δεν μου άρεσε ο τρόπος που φερόταν στο προσωπικό αλλά κι εκείνοι ήταν άδολα πλάσματα. Δεν ήταν όλοι άνθρωποι του χωριού και αγράμματοι. Γιατί είχαμε και τέτοιους, μα ήταν όλοι τόσο καλοσυνάτοι που δεν σου πήγαινε καρδιά να τους κακοκαρδίσεις. Είχαμε και νέα παιδιά μορφωμένα. Κι εκείνα έπρεπε να μιλούν. Δεν το έκαναν όμως. Σίγουρα θα είχαν τους λόγους τους. Με την αξιοπρέπεια σου δεν παίζεις, δεν αφήνεις κανέναν να την τσαλαπατά. Ο Νικολής εκείνη τη μέρα μου έμαθε κάτι σημαντικό, πως δεν πρέπει να μένουμε σιωπηλοί και να καταπίνουμε ότι μας πειράζει. Πρέπει να μιλάμε και να μην αφήνουμε κανέναν να μας φέρεται άσχημα. Τον σεβασμό, τον κερδίζεις...

Τα επόμενα χρόνια οι σχέσεις μας ήταν άριστες. Ποτέ δεν τόλμησε να μου ξαναμιλήσει άσχημα. Και κάθε χρόνο που ερχόταν από την Ελβετία δεν ξεχνούσε να μου φέρει εκείνες τις υπέροχες σοκολάτες. Δεν ήταν κακός άνθρωπος. Ένα κομμάτι πηλός ήταν, που ανάλογα με το πως τον έπλαθες σου δινόταν. Οι μέρες που πέρασα κοντά του μέσα στο ΑΡΙΟΝ ήταν μέρες που πολλές φορές τώρα τις νοσταλγώ. Είχαν απ όλα εκείνα τα χρόνια. Τρέξιμο, άγχος, πίεση, αλλά και όμορφες στιγμές. Με χαμόγελα, με πλάκες, με καζούρα. Μπορεί να φώναζε, αλλά σκυλί που γαυγίζει λένε ότι δεν δαγκώνει. Και το σίγουρο είναι ότι κανέναν δεν δάγκωσε ο Νικολής. Παρόλο το επιβλητικό παρουσιαστικό του, ήταν ένας άνθρωπος άκακος. Αλλά έπρεπε να κρατήσει και την Κρητική του φύση, που τον ήθελε αγριεμένο... σαν το Λιβυκό το χειμώνα.

2 σχόλια:

ΣΤΕΛΙΟΣ είπε...

Πολύ ωραίο κείμενο!
Τρυφερό, συγκινητικό.
Τελικά ήσουν πιο άγρια απ' τον αγριάνθρωπο!
Ψάξε το οικογενειακό σου δέντρο. Πρέπει να έχεις και Κρητικές ρίζες.

πυθαρακι είπε...

Λες Στέλιο;Μακάρι να ίσχυε αλλά δεν το νομίζω.Ίσως όμως σε κάποια προηγούμενη ζωή να ήμουν Κρητικοπούλα.Κι αν κι αυτό δεν ισχύει στην επόμενη θα το απαιτήσω.Δεν είμαι άγρια,απλά δεν επιτρέπω να μου φέρονται βάναυσα.Το κεφάλαιο ευγένεια το μελετώ πολλά χρόνια... Καλό σου βράδυ και χάρηκα που είσαι και πάλι κοντά μας.