Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010

Ήτανε μια φορά μάτια μου, κι έναν καιρό... | Μέρος 1


Την δεκαετία του 60 οι άνθρωποι που κατοικούσαν στο εσωτερικό της Κρήτης μη αντέχοντας άλλο τη φτώχεια που είχε καταντήσει ενδημική, άρχισαν να εγκαταλείπουν υπό το κράτος του πανικού τα χωριά τους και να συσσωρεύονται στο Ηράκλειο, στην Αθήνα και ορισμένοι από αυτούς να μεταναστεύουν για ξένους τόπους όπως η Γερμανία το Βέλγιο ο Καναδάς και η Αμερική.

Όσοι από αυτούς επέλεξαν να κάνουν καταδιά στο Ηράκλειο θα διαπίστωναν με έκπληξη ότι οι ντόπιοι κάτοικοι του Ηρακλείου - το οποίο ήταν τότε μια μικρή επαρχιακή πόλη -, διασκέδαζαν με ευρωπαϊκά τραγούδια, βαλς, γιάγκα, τσα-τσα κτλ. Σήμερα, πολλά χρόνια αργότερα εκπλήσσομαι που το γεγονός αυτό, δεν έχει αποτελέσει θέμα κοινωνιολογικής μελέτης από το πανεπιστήμιο της Κρήτης. Μα τι λέω τώρα...



Σημαντικότερα ζητήματα που αποτελούν ιδιαίτερο γνώρισμα της Κρήτης όπως η βεντέτα και η ζωοκλοπή, μένουν στα αζήτητα των διδακτορικών διατριβών και θα ασχοληθούμε τώρα με το πώς διασκέδαζαν οι ηρακλειώτες;

Μετά την ολοσχερή καταστροφή των Ανωγείων από τους Γερμανούς, τον Αύγουστο του 44, οι κάτοικοι του χωριού θα σκορπίσουν σαν τα παιδιά του λαγού, στο πεδινό Ρέθεμνος και στη πόλη του Ηρακλείου, όπου για μήνες θα στοιβάζονται στο Καμαράκι, στο ανωγειανό σχολείο όπως λέγεται ακόμη και σήμερα. Ορισμένοι από αυτούς δεν θα επιστρέψουν ποτέ στο χωριό τους, παρά μόνο σαν επισκέπτες σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Θα είναι οι πρώτοι εσωτερικοί μετανάστες της μεταπολεμικής εποχής. Ο Κίμων Μανουράς, ένας από αυτούς θα ανοίξει τη δεκαετία του 50 ένα καφενείο στο Καμαράκι, το οποίο έμελλε να αποτελέσει το στέκι των καλλιτεχνών της κρητικής μουσικής της εποχής. Τις άδειες ώρες τους, που δεν ήταν και λίγες (ας μην ξεχνούμε ότι μεροκάματο γι αυτούς υπήρχε μόνο στην επαρχία, σε κανένα πανηγύρι ή γάμο) τις περνούσαν στο καφενείο συζητώντας.



Τα καλοκαίρια της δεκαετίας του 60, η μάνα μου με έπαιρνε και ερχόμαστε για λίγες μέρες στο Ηράκλειο για να δει τον πατέρα και τα αδέλφια της. Όντας ανιψιός του Κίμωνα, θα τον βοηθούσα στο καφενείο και θα είχα την εξαιρετική τιμή να σερβίρω καφέ, τα ριζιμιά χαράκια της κρητικής μουσικής της εποχής: τον Μουντάκη και τον Σκορδαλό, που ήταν και αυτοί πελάτες του καφενείου, μαζί με τους νέους και άσημους την περίοδο εκείνη ανωγειανούς, Νίκο, Αντώνη και Γιάννη Ξυλούρη, Γιώργη Καλομοίρη, Βασίλη Σκουλά, Γιάννη Σταυρακάκη, Μανόλη Μανουρά, Στέλιο Αεράκη. Από το καφενείο επίσης θα περάσει ο Δερμιτζογιάννης, ο Σηφογιωργάκης, ο Μαρκογιαννάκης, ο Κλάδος, ο Μανιάς, ο Φακουκάκης, ο Κουμιώτης, κ.α.

Στις συζητήσεις τους οι καλλιτέχνες αναφέρονταν με σεβασμό σε ονόματα άγνωστα για μένα. Θα άκουγα για τον Φουσταλιέρη, τον Λαγό, τον Μπαξεβάνη, τον Καρεκλά, τον Καλογρίδη, τον Ροδινό, τον Χαρίλαο, τον Ναύτη και άλλους τους οποίους δεν μπορώ να θυμηθώ. Ο καθένας είχε τις προτιμήσεις του και η αντιπαράθεση ήταν σκληρή. Οι ανωγειανοί αντεπιτίθoνταν συνήθως, προβάλοντας το Στραβό (Μανόλη Πασπαράκη), ο οποίος με πασαδόρους στην αρχή μεν τον Μυρομανόλη (Μανόλη Αεράκη) και στη συνέχεια τον Νεοκλή Σαλούστρο, ήταν τότε στο απόγειο της δόξας του και εμείς τα ανωγειανάκια είχαμε την ευκαιρία να τον δούμε χωρίς μικρόφωνα και πρίζες να τραγουδάει σε γάμους και γλέντια και στα μεγάλα κέφια, όταν αναγνώριζε τον καλό χορευτή από το πάτημα (κανείς δεν έχει ισχυρότερη ακοή από έναν τυφλό), να βάζει τη λύρα πάνω από το κεφάλι και να παίζει ξέφρενα.



Στο καφενείο, κάτω από τη φωτογραφία του Βενιζέλου, ένα μεγάλο καρφί και στο καρφί κρεμασμένο ένα μαντολίνο, πάντα κουρδισμένο. Όταν η πελατεία του καφενείου αραίωνε και δεν έμεναν πια παρά οι καλλιτέχνες και οι φίλοι τους, ο Κίμων ακουμπούσε στο τραπέζι το μπουκάλι με τη ρακί και κάποιος ξεκρεμούσε το μαντολίνο. Αν η παρέα είχε καλά θεμέλια, το καφενείο έκλεινε και η παρέα έπαιρνε τους δρόμους τραγουδώντας.

Στις καντάδες αυτές οι ηρακλειώτες θα ανοίξουν τα παράθυρα για να τους ακούσουν και οι πιο μερακλήδες θα βγουν στην πόρτα να κεράσουν τους τραγουδιστές που τραγουδούν τα πάθη απραγματοποίητων ή θνησιγενών ερώτων, της μοίρας τα άσκημα παιχνίδια και τον θάνατο, δηλ. τα μεγάλα θέματα της ζωής. Ο Νίκος Ξυλούρης στη λύρα και στο τραγούδι, ο Μάγκας (Ξυλούρης κι αυτός) στο μαντολίνο και μαζί τους οι: Κίμων, Πόλος (Χαιρέτης), Κουντοβαγγέλης (Κεφαλογιάννης), Μπατζαντώνης (Σμπώκος), νέοι που μόνο η φυσική τους παρουσία σε μάγευε. Οι ανωγειανοί λυράρηδες άλωσαν μουσικά την πόλη του Ηρακλείου χωρίς βία, ή σωστότερα το Ηράκλειο παραδόθηκε στη γοητεία της κρητικής μουσικής. Ο Νίκος Ξυλούρης ξεχώρισε κατά την ταπεινή γνώμη για τους εξής κυρίως λόγους: δύναμη στο δοξάρι, φωνή αρχαγγελική και ωραία φυσική παρουσία.



Στην οδό Χάνδακος, απέναντι από τα τυπογραφεία της εφημερίδας "Μεσόγειος" σε ένα αρκετά μεγάλο υπόγειο, θα βρει διέξοδο η δίψα των κατοίκων του Ηρακλείου για παραδοσιακή διασκέδαση. Ο Κίμων Μανουράς και ο Νταρολευτέρης (Λευτέρης Αεράκης) κουνιάδος και γαμπρός, θα ρισκάρουν ο μεν πρώτος τις οικονομίες του από το καφενείο ο δε δεύτερος τα έσοδα από την πώληση 100 προβάτων (όλη του η καταδιά 30 χρόνια βοσκός), και θα τολμήσουν να ανοίξουν τον "ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ", το πρώτο οικογενειακό κέντρο κρητικής μουσικής στο Ηράκλειο.

Ο καλλιτέχνης που θα κρατήσει το πρόγραμμα για την πρώτη σεζόν που ήταν το 1967 ήταν ο Νίκος Ξυλούρης με πασαδόρους τον αδελφό του τον Γιάννη, τον Γιάννη Σταυρακάκη και τον Στέλιο Αεράκη. Τύχη αγαθή μου επεφύλαξε να είμαι γιος του Νταρολευτέρη και ανιψιός του Κίμωνα. Με κοντά παντελόνια ανεβασμένος σε ένα αναποδογυρισμένο καφάσι μπύρας, κρατούσα τα οικονομικά της επιχείρησης και με τα μάτια διάπλατα ανοικτά, ρουφούσα παραστάσεις.



Αυτό που γινόταν κάθε βράδυ στον Ερωτόκριτο, είναι δύσκολο να περιγραφεί. Οι έχοντες καταγωγή από τα χωριά της Κρήτης, θέλοντας να αναπαραγάγουν στην πόλη τους γνωστούς για αυτούς τρόπους διασκέδασης, θα προσέρχονται συν γυναιξί και τέκνοις για να ακούσουν κρητική μουσική. Στο ρεύμα αυτό θα συμπαρασυρθούν και οι ηρακλειώτες και η κρητική μουσική από ετοιμοθάνατη, θα αναρρώσει, θα βγάλει φτερά και θα γίνει με την πάροδο του χρόνου κύριος τρόπος διασκέδασης. Βέβαια καθώς η κρητική μουσική δεν έχει χορό όπου το αρσενικό μπορεί να ψιθυρίσει μυστικά, στο αυτί του αντικειμένου του πόθου του, (η σούστα δεν προσφέρεται και τόσο), οι καλλιτέχνες υποχρεώνονται εκ των πραγμάτων τις μικρές ώρες να κάνουν ένα διάλειμμα ευρωπαϊκό. Και ήταν μαγικό να ακούς τον Ψαρονίκο να τραγουδάει παίζοντας λύρα, το παθητικό ταγκό "η γυναίκα που ένιωσα ...".



Την επόμενη χρονιά θα ανοίξουν τα "Ζαμάνια" και ο Ξυλούρης θα συνεχίσει στο μαγαζί αυτό. Ο Ερωτόκριτος θα συνεχίσει με μεγάλη επιτυχία με το Βασίλη Σκουλά που μόλις είχε απολυθεί από το στρατό. Σχεδόν ταυτόχρονα θα ανοίξει και η "Αρετούσα" και έτσι στο τέλος της δεκαετίας του 60 το Ηράκλειο θα βρεθεί με σχεδόν δέκα μαγαζιά με παραδοσιακή μουσική που όλα δούλευαν καλά. Από τον Ερωτόκριτο θα περάσουν επίσης για δεκαήμερα οι Σκορδαλός, Μουντάκης, Σηφογιωργάκης καθώς και ο Γιωργαντός (Καλομοίρης) που θα κάνει ολόκληρη σεζόν. Το 1971 θα είναι η σειρά του Γαργανουράκη, νέος ανερχόμενος καλλιτέχνης, ο οποίος θα είναι και ο τελευταίος που θα κρατήσει πρόγραμμα στον Ερωτόκριτο. Το μαγαζί δεν διέθετε έξοδο κινδύνου και οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες θα το κλείσουν νομίζω το 1973.

Το 1969 ο Ξυλούρης θα φύγει μόνιμα για την Αθήνα. Θα συνεργαστεί με τον Γιάννη Μαρκόπουλο στην αρχή και στη συνέχεια και με άλλους συνθέτες. Ο Ψαρονίκος δεν ανήκει πια στην Κρήτη, αλλά στην Ελλάδα.



Υπάρχει ένα μαγαζί στο Ηράκλειο που κατά την περίοδο των Χριστουγέννων που βρέθηκα στην Κρήτη μου έφερε στο μνήμη τον Ερωτόκριτο του 67 και παρακαλώ να μην θεωρηθεί διαφήμιση. Στο "Εμπολο" όπου εκπληκτικοί δεξιοτέχνες των παραδοσιακών μας οργάνων συνοδεύουν τη φωνή του αηδονιού, μα και γνήσιου μερακλή Βασίλη Σταυρακάκη, πραγματοποιούνται κάθε βράδυ μουσικές διαδρομές που αρχίζουν από τις απρόσιτες μαδάρες των κρητικών βουνών, θα περάσουν από τους κάμπους, θα μπουν στα στενά της πόλης, για να σβήσουν στ ακρογιάλια. Οι θαμώνες στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι νέοι. Το πρόγραμμα που βασίζεται σε μουσικά κομμάτια τα οποία έγραψαν όλοι σχεδόν που αναφέρονται στο κείμενο αυτό και σε στίχους των καλύτερων στιχουργών που διαθέτει αυτή τη στιγμή η Κρήτη δηλ. του Μήτσου Σταυρακάκη και του Γιώργη Καράτζη μας αποδεικνύει ότι η κρητική μουσική ζει. Πιστοποιητικό θανάτου της θα δώσουν, αν δώσουν ποτέ, όχι οι ιατροδικαστές, αλλά οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών της Κρήτης, αν οι γάμοι, οι αρραβωνιάσεις και οι βαφτίσεις αρχίσουν να γίνονται με μπουζούκια, με τα οποία σημειωτέον δεν έχω κανένα πρόβλημα, αλλά είναι για άλλες ώρες.



Τελειώνοντας θα ήθελα να κάνω μια παρατήρηση σε σχέση με τη διαφορετικότητα της κρητικής μουσικής. Στην Κρήτη με την πάροδο των ετών διαμορφώθηκαν διάφορες μουσικές σχολές. Λόγω κυρίως της απομόνωσης, κάθε χωριό ή έστω κάθε γεωγραφική περιοχή είχε το δικό της χαρακτηριστικό γνώρισμα. Άκουγες έναν καλλιτέχνη να παίζει και πριν τον δεις καταλάβαινες ότι ήταν Χανιώτης, Στειακός, Ρεθεμνιώτης κτλ. Δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει πια και είναι κρίμα. Οι ανωγειανοί καλλιτέχνες με το να διακριθούν, αποτέλεσαν πρότυπα και δυστυχώς άθελά τους βοήθησαν στο να χαθούν ιδιαίτερα παιξίματα από τους καλλιτέχνες άλλων περιοχών που προσπαθούν να τους μιμηθούν.

Δεν χρειάζεται μίμηση, όρεξη για δημιουργία χρειάζεται.



Οι καλλιτέχνες της κρητικής μουσικής έχουν πολλά να μας δώσουν ακόμα, αρκεί να ανατρέξουν στις δικές τους αναφορές και μνήμες. Γι αυτό προσπάθειες όπως αυτή του Σγουρού με τον δίσκο "Τα σα εκ των σων", όπου ο καλλιτέχνης επιμένει στα ακούσματα της ιδιαίτερής του πατρίδας, του οροπεδίου του Λασιθίου πρέπει να βρουν μιμητές. Κανείς σκοπός, κανένα κανάκι, κανένα γύρισμα δεν πρέπει να χαθεί. Αυτός είναι ο μουσικός μας πλούτος και πρέπει πάση θυσία να διατηρηθεί.

* Το κείμενο γράφτηκε από τον Γιώργο Αεράκη. Ο Γιώργης Αεράκης γεννήθηκε στα Ανώγεια και κατοικεί στο Λουξεμβούργο. Έχει σπουδάσει νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία στη Γαλλία, είναι υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Πρόεδρος του Συλλόγου Κρητών Λουξεμβούργου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: