Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

Το νομπέτι


Οι χειμώνες στη Χερσόνησο περνούσαν με την αγωνία αν θα βρέξει και πόσο θα βρέξει, γιατί από την ποσότητα και τη διάρκεια της βροχής εξαρτιόταν η σοδειά τους, τα σιτηρά τους, τα σταφύλια, το λάδι και τα χαρούπια.

Οι παλαιότεροι έντονα θυμότανε κατά τη δεκαετία προ του Είκοσι τη μεγάλη ανυδρία. Παραμονή Χριστουγέννων και δεν είχε βρέξει ακόμη, όταν ξαφνικά κατά την πρωινή λειτουργία των Χριστουγέννων ήρθαν τα πρωτοβρόχια. Άλλες χρονιές οι μεγάλες γιορτές ήσαν αφιερωμένες στο Θεό.

«Σάββατα Κυρίω τω Θεώ σου».

Σήμερα όμως ο παπα – Γιάννης Σαρρής με το «Δι’ευχών» προέτρεψε τους χωριανούς να πάρουν τα βόδια και τα ζυγάλετρά τους και με τη δική του ευχή, να ξεκινήσουν το όργωμα και τη σπορά, χωρίς την ενοχή της αμαρτίας. Τα καλοκαίρια πάλι, άλλη τυραννία. Οι βροχές που έπεφταν τον χειμώνα ήταν τόσο λίγες, τα σπαρτά έμεναν μία σπιθαμή, ο καρπός των ελιών δάφνιζε, γινόταν σκοινόκαρπος. Άρχιζαν, λοιπόν τις λιτανείες και τις περιφορές των εικόνων της Παναγίας, να τους λυπηθεί η Χάρη της και να στείλει εξ ουρανού τη ζωογόνο βροχή της. Μάλιστα, αν κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, έστω και σπανίως, ερχόταν θερινή καταιγίδα και έπαιρνε το «λαμί», το σωρό των σιτηρών από το αλώνι, πάλι εθεωρείτο το γεγονός ευτυχία. Τυχεροί ήσαν όσοι πρόφταναν να βγάλουν μία πέτρινη πλάκα του αλωνιού και στη θέση της να τοποθετήσουν ένα θυμάρι, να φύγει το νερό και να εμποδίσει παράλληλα την έξοδο του καρπού. Με
πόσο θαυμασμό, αλήθεια, παρατηρούσαν τα υδραυλικά έργα των αρχαίων Χερσονιωτών, το «κουτούτο», τον αγωγό νερού που ερχόταν από τις «Ξεροκαμάρες», με την «αέτητη» γέφυρα, έφτανε στο βυζαντινό υδραγωγείο, στα «Παλάθια», για να δροσίσει την «Πόλη», την αρχαία και ένδοξη Χερσόνησο.

Αλλά, δυστυχώς, ο Θεός, λέει, οργίστηκε για τις αμαρτίες των κατοίκων της, έκαμε πλημμύρα και την κατέστρεψε. Και όταν, πάλι, τα προπολεμικά χρόνια των παππούδων μας έκαμε πλημμύρα και πήρε γεμάτα, λέει, τα κρασοβάρελα του χωριού και τα κατέβασε ως τη «Μαρκαβούσα», το γεγονός τώρα το θεώρησαν ευτυχία για το χωριό τους, την ιστορική
αλλά άνυδρη Χερσόνησο.

Το χειρότερο, βέβαια, εξ όλων ήταν το λεγόμενο «νομπέτι». Τους καλοκαιρινούς μήνες, όχι μόνο τα βενετσάνικα καβούσα της Μαρκαβούσας και της Αγίας Άννας, αλλά και τα πηγάδια του χωριού εστέρευαν. Ερχόταν «νεροφυριά», το νερό λιγόστευε και η κοινότητα αναγκάστηκε να φτιάξει ξύλινα σκεπάσματα και να κλειδώσει τα πηγάδια. Έτσι, κάθε πρωί, με την καμπάνα, οι γυναίκες του χωριού στηνόταν με το «νομπέτι» μπροστά στα πηγάδια, που στα τούρκικα «nobet» σήμαινε στη σειρά, για να πάρουν ένα μόλις σταμνί, θολό νερό για κάθε σπίτι, για όλες τις ανάγκες, με διαγκωνισμούς, φωνές και πρωινά τσακώματα.

Το πλύσιμο των ρούχων γινόταν μακριά, στο υφάλμυρο νερό από τα ξεροπήγαϊδα στις Γούρνες, στο βενετσάνικο πηγάδι του Άι-Νικόλα και της Μαρκαβούσας ή στα υφάλμυρα πηγάδια με τους ανεμόμυλους του Ανισαρά. Ήταν τόσο μεγάλη η τυραννία της λειψυδρίας ως και το Εξήντα που έγινε η πρώτη γεώτρηση, που στα πρώτα ποιήματά μας γράφαμε για τη Χερσόνησο:

«Άνυδρη αγάπη,
στου λύχνου τη φλόγα
με γέννησες,
κάτω από τον ήσκιο των λιόφυτων
σε λάτρεψα,
μες στις σπηλιές της καρδιά σου
με βύζαξες,
στ’ απότιστα αμπέλια σε πόθησα…»

Έγιναν κι άλλες γεωτρήσεις τα επόμενα χρόνια, οι εντατικές ανάγκες των θερμοκηπίων πλήθυναν και τα «χλώρια», τα χιλιάδες άλατα έκαναν το νερό ακατάλληλο «προς πόσιν».
Έτσι, σαν τον αρχαίο Τάνταλο, βλέπουμε χρόνια τώρα το υφάλμυρο νερό να τρέχει στις βρύσες και στα χωράφια, να καταστρέφει τις ηλεκτρικές συσκευές στα σπίτια και να αδυνατούμε να πιούμε απ’ αυτό. Ένα νέο «νομπέτι», μάλιστα, δημιουργήθηκε στα σούπερ μάρκετ του χωριού για εμφιαλωμένο νερό, για όσους μόνο
έχουν χρήματα, ενώ οι «νεόφτωχοι» συγχωριανοί κατακαίουν τα σωθικά και τα χωράφια τους με το αλμυρισμένο νερό των γεωτρήσεων, ονειρευόμενοι τώρα στον ύπνο και τον ξύπνιο τους πως βρέχει ασταμάτητα, ενώ μια λίμνη, λέει, σχηματίζεται σε όλη τη λεκάνη της ιστορικής Λαγκάδας, από τις Γωνιές ως τη Χερσόνησο.

Η βροχή ήταν πάντα κυρίαρχο στοιχείο στα όνειρά τους. Ειδικά στα ευχάριστα και τα ευτυχισμένα όνειρα. Ακόμη και αν οι γριές του χωριού, όπως και η μάνα μου, τα ερμήνευαν δυσάρεστα, ότι δηλαδή η βροχή εσήμαινε δάκρυα και στενοχώρια.

Έγραψε ο Αντώνης Σανουδάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια: