Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

Κι αρχή καλός μας χρόνος



Παραμένουν ζωντανά μέσα στο χρόνο, όσο και αν η ζωή έχει αλλάξει. Θυμίζουν στους πιο παλιούς και διδάσκουν στους νεότερους, άλλες εποχές περισσότερο δύσκολες, αλλά και πιο ανθρώπινες.

Στη δυτική Κρήτη, η νηστεία του 40ήμερου τηρείται ευλαβικά, ενώ οι εκκλησίες και οι ναοί κατακλύζονται από πιστούς. Πιο παλιά το βραδύ της παραμονής των Χριστουγέννων έκοβαν κλαδιά και βλαστούς οι νοικοκυρές και τα πήγαιναν στο σπίτι. Τα έβαζαν σε ποτήρι με νερό και προσμονούσαν να ανθίσουν.

Το προζύμι και το Χριστόψωμο είχαν ξεχωριστή θέση σε κάθε σπίτι, ενώ το «ανάθρεμμα» του χοίρου που σφάζονταν την παραμονή κυριαρχούσε στα περισσότερα χωριά. Την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων από το κρέας του χοίρου παρασκεύαζαν λουκάνικα, απάκια, πηχτή, σύγκλινο, ομαθιές και τσιγαρίδες.

Πολλά είναι τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς στην ανατολική Κρήτη. Το Χριστόψωμο το φτιάχνουν οι γυναίκες με ιδιαίτερη φροντίδα και υπομονή. Για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, το Χριστόψωμο είναι ευλογημένο ψωμί. Το κόβουν ανήμερα τα Χριστούγεννα, ανταλλάσσοντας ευχές.

Την προπαραμονή των Χριστουγέννων, την Ημέρα των Αγίων Δέκα, στα χωριά της ανατολικής Κρήτης έσφαζαν τους χοίρους που είχαν ανατραφεί κυρίως με βελανίδια, χουμά και αποφάγια. Από το σφάξιμο του χοίρου δεν πετούσαν τίποτα. Από το κρέας παρασκεύαζαν λουκάνικα, ομαθιές, τσιλαδιά με τη χοιροκεφαλή, απάκια από λουρίδες ψαχνού κρέατος καπνισμένες στο τζάκι, σύγκλινα (κομμάτια κρέας μισοβρασμένα και αποθηκευμένα σε κιούπι) μαζί με τη γλίνα (το λίπος) που τα βοηθούσε να διατηρηθούν πολλούς μήνες τα μαγείρευαν με πατάτες.

Η «καλή χέρα» παραμένει ένα από τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς όπου συνηθίζεται να δίνεται ένα χρηματικό ποσό σαν δώρο σε παιδιά που θα επισκεφτούν κάποιο σπίτι την Πρωτοχρονιά. Το έθιμο του ποδαρικού καλά κρατεί, αφού είναι πολλοί αυτοί που ανήμερα της Πρωτοχρονιάς βάζουν στο σπίτι τους μια πέτρα για να είναι γερό, ενώ άλλοι πάλι μεταφέρουν νερό για να τρέχουν τα καλά όλο τον χρόνο σαν το νερό.

Στο Ηράκλειο υπάρχει και το έθιμο της μπουγάτσας, όπου οι κάτοικοι καταναλώνουν ανήμερα της Πρωτοχρονιάς μεγάλες ποσότητες μπουγάτσας θέλοντας να είναι γλυκιά η πρώτη τους γεύση.

Τα κάλαντα. Όπως και σ’ όλη την Ελλάδα, το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, ψάλλονται τα κρητικά κάλαντα από τις συντροφιές των καλαντιστάδων, με τη γνωστή προετοιμασία: Πρόβες από μέρες. Ετοιμασία του τενεκέ του λαδιού, εξασφάλιση χωνιού, φακού για το σκοτίδι κ.λπ.

Καλόδεκτα απ’ όλους και πλούσια τα φιλοδωρήματα, για τα παιδιά, καμιά φορά και μεγάλους, που συνεχίζουν αιώνες τώρα να διαλαλούν στ' αρχοντικό μας, πως: «Άγιος Βασίλης έρχεται, από την Καισαρεία...».

Λάδι στα ελαιοπαραγωγικά χωριά μας, οπωρικά, κάστανα φουρνιστά, καρύδια, πορτοκάλια και τα τελευταία χρόνια χρήματα, είναι τούτα τα φιλοδωρήματα.

Κι όσο για τα λόγια των Κρητικών καλάντων, είναι συναρπαστικά. Ποιημένα στο μέτρο του ομοιοκατάληκτου δεκαπεντασύλλαβου, μιλούν για τον ζευγολάτη Αϊ Βασίλη και τη συνάντησή του με τον Κύριο. Δίνουν πλουσιοπάροχες ευχές στο νοικοκυριό και ξεχωριστά σε κάθε μέλος του σπιτιού. Εύχονται την «καλή μοίρα» στη θυγατέρα, πλούσια αποδώματα κι επιτυχίες στον υγιό, πλούτη και νοικοκυράτα στον κύρη, φιλοφρονήσεις εγκάρδιες στην χρυσοχέρα νοικοκυρά.

Ενδιαφέρον είναι επίσης και το τελευταίο τμήμα των καλάντων, όπου μιλάει για τα φιλοδωρήματα που προτρέπει τη νοικοκυρά να δώσει στους καλαντιστάδες.
Τους θυμούμαστε με νοσταλγία αυτούς τους χρόνους στο πατρικό μας σπίτι. Χειμώνας βαρύς, στην καμινάδα να τριζοβολούν πρινοκούτσουρα, οι γονείς δουλειές ατέλειωτες σπιτίσιες, η γιαγιά ιστορίες συναρπαστικές, που τις διακόπτει για την ώρα, χτύπος στην εξώθυρα του σπιτιού μας.

Ρωτά ο πιο καλλίφωνος και βροντόφωνος της συντροφιάς απ' έξω:

- Να τα πούμε γη να μπούμε;

- Να τα' πήτε, απαντά η μητέρα ή ο πατέρας μας. Κι εκείνοι, πέντ' έξι «καλαντιστάδες» μαζί και με τον λαγουτιέρη Ευτ. Εμμ. Μπουλταδάκη, αρχινούν κεφάτα και δυνατά:

«Ταχειά - ταχειά ν' αρχιμενιά, ταχειά ν' αρχή του χρόνου
ταχειά ν' απου πορπάτηξε ο Κύριος του κόσμου
κι εβγήκε κι εχαιρέτηξε ούλους τσι ζευγολάτες.
Τον πρώτ' απού χαιρέτηξε ήταν Αϊ Βασίλης
- Άγιε Βασίλη, Δέσποτα, καλό ζευγάριν έχεις;
- Καλό το λες, αφέντη μου, καλό και βλοημένο,
απού το βλόγα η χάρι ντου με το δεξί ντου χέρι,
με το δεξί, με το ζερβό, με το μαλαματένιο
πευκένιο 'ναι τ’ αλέτρι του δαφνένιος ο ζυγός του
τ' απανωζεύλια του ζυγού βασιλικού κλωνάρι.
- Πες μου να ζήσεις Βασιλειέ, τι σπέρνεις την ημέρα;
- Σπέρνω σταράκι δώδεκα, κριθάρι δεκαπέντε
ταή και ρόβι δεκοχτώ κι από νωρίς στο σταύλο
Μ' αλήθεια κάτω στο γιαλό, κάτω στο περιγιάλι
μουζούρι στάριν έσπειρα με το πλατύ πινάκι.
Μα 'κεια τ' ανεριαστήκανε λαγούδια και περδίκια,
και στένω την οξόβεργα να πιάσω τα περδίκια
μουδέ λαγούδια έπιασα μουδέ περδίκια είδα
μα θέρισα κι αλώνεψα κι έκαμα χίλια μόδια
και τ' αποσκυβαλίδια μου χίλια και πεντακόσια.
Μα τάλλα δεν εμέτρησα γιατ’ ο Χριστός επέρνα
κι εκειά που στάθηκ' ο Χριστός ώρηα - πανώρια βρύση
κι εκεί που παραστάθηκε πανώριο κυπαρίσσι
κι είχε στη ρίζα τζίντζεβρο και στη κορφή καννέλα.
Κι απάνω - πάνω στα κλαδιά γράμματα 'ναι γραμμένα,
περνά ο παπάς διαβάζει τα, διάκος κι ανάγνωσέ ντα
κι οι άγγελοι του ουρανού καθίζουν γράφουνέ ντα.
Μ' επά τον έχουν τον υγιό το μοσκοκανακάρη
που λούζουν και χτενίζουντον και στο σκολειό τον μπέμπουν
για να του μάθουν γράμματα, Γραμματικός να γίνει.
Μα ποιος θα μπει συργουλευτά για να τόν-ε ξυπνήση,
και να του γύρει να πλυθεί, να τον καλοκαρδίσει;
Φέρτε πανιέρι κάστανα, πανιέρι λεφτοκάρυα
και φέρτε και καλό κρασί να πιουν τα παλληκάρια.
Κι εγώ θα μπω συργουλευτά και θα τόν-ε ξυπνήσω
και θα τού γύρω να πλυθεί να τον καλοκαρδίσω
και να τον μπέψω στο σχολειό γράμματα για να μάθει.
Μα εξέπεσέν του το κερί κι έκαψε το χαρτί του
κι έκαψε και την πέτσα του την πενταπλουμισμένη
όπου την επλουμίζανε οι τρεις βασιληοπούλες.
Η μια βάνει τον πόθον τζη, η γι' άλλη την κεδιά τζη
κι η τρίτη η καλύτερη βάνει την ομορφιά τζη.
Κι ο δάσκαλος του τόδειρε μ' ένα χρυσό βιτσάλι,
το παίρνει το παράπονο στη γήτσα - γήτσα πάει.
Στη στράτα τ’ απαντήξανε τρεις άρχοντες κι ετρώγαν,
-Κάτσε να φας, κάτσε να πιείς, κάτσε να τραγουδήσεις.
- Μα μένα οι καλοί γονιοί τραγούδια δε μου μάθαν μόνο μου μάθαν γράμματα κι εκείνα σας - ελέω,
- Μα σαν κατέεις γράμματα πε μας την άλφα - βήτα.
Κι εις το ραβδί ντου κούμπησε να την καλαναρχίσει
και το ραβδί 'τονε ξερό χλωρούς βλαστούς επέτα
κι απάνω - πάνω στους βλαστούς πέρδικες κακάριζαν.
- Κακάριζε, κακάριζε, κι αν κελαϊδείς κελάιδε.
Κατέβηκεν η πέρδικα να βρέξη το φτερό τζη
κι έβρεξε τον αφέντη μας τον πολυχρονισμένο.
Είπαμ' εδά του γυιύκα μας ας πούμε και τ’ αφέντη.
Αφέντη, αφέντη ολάφεντε, πέντε φορές αφέντη
πέντε βαστούνε τ’ άτι σου, δέκα το χαληνάρι
και δεκαπέντε σε βαστούν να βγει ο καβαλάρης.
Εσένα πρέπει, αφέντη μου, καράβια ν' αρματώνεις
και στην Κωνσταντινούπολη μονημερίς να σώνεις.
Εσένα πρέπει, αφέντη μου φλουριά να κουλαντρίζεις
με τόνα χέρι να σκορπάς και τάλλο να δανείζεις.
Μα πάλι ξαναπρέπει σου να τρως κουλούργι' αφράτα
τση κιτρολεμονιάς τσ' αθούς να γεύγεσαι σαλάτα.
Και πάλι ξαναπρέπει σου καθέκλα καρυδένια
ν' αντικουμπίζουντα νεφρά τα μαργαριταρένια.
Μα πάλι ξαναπρέπει σου θρόνος για να καθίζεις
και μια κοπέλα όμορφη να την-ε κανακίζεις.
Είπαμ' εδά τ' αφέντη μας ας πουμε τση κεράς μας
Κερά ψηλή, κερά λιγνή, κερά καμαροφρύδα
κερά μαρμαροτράχηλη και φεγγαρομαγούλα
όντε λουστείς και χτενιστείς και βάλεις τα καλά σου
τα μάρμαρα ραΐζουνε από την ομορφιά σου.
Κερά, 'κλησιά θε να γενείς με δεκοχτώ καμάρες
κάθε καμάρα και κερί και κάθε τρεις το διώμα
και κάθε τρεις και τέσσερις ώρηα πανώρια βρύση
να τρέχουν τα κρυγιά νερά να πιούνε οι διαβάτες
κι όσοι διαβάτες κι αν περνούν, διαβάτες και διαβαίνουν
να πίνουντα κυγιά νερά, τον Κύριον να δοξάζουν.
Κερά τη θυγατέρα σου Γραμματικός τη θέλει
μ' αν είναι και Γραμματικός πολλά προυκιά γυρεύει.
Γυρεύγει Κάστρα, πρόβατα, τον ουρανό σεντόνια
τον ήλιο το λαμπρότατο, αμπέλια και περβόλια.
Γυρεύγει μύλους δώδεκα και με τσι μυλωνάδες
Γυρεύγει βόδια είκοσι και με τσι ζευγολάτες
τάξε, κερά μου, τάξε του, τάξε και μην του δώσεις.
Είπαμ' εδά και τση κεράς ας πούμε και τση βάγιας.
Αψε, βαγίτσα, το κερί, άψε και το λυχνάρι
και έμπα και εις την κάμερα να δεις τι θα μας βγάλεις.
γι' απάκι γή λουκάνικο, γή αυγά καθαρισμένα,
κι απού το γέρο βάρελο να πιούμε μια γεμάτη
κι αν είναι περισσότερο βαστούμε και τ' ασκάκι
κι απού το γέρο πίθαρο ένα κουρούπι λάδι
κι απού την ορνιθόκοτα κιανένα πουλαδάκι
κι απού το τυροκούρουπο ένα ζηλοκουμπάκι
κι απού το ασπροσάκκουλο κιανένα μετζητάκι.
Κι ακόμης δεν τον ηύρηκες το μάνταλο ν' ανοίξεις
να μας ε-δώκεις τίβοτσι κι ύστερα να σφαλίξεις.
Κι αν είναι με το θέλημα, άσπρη μου περιστέρα
ανοίξετε την πόρτα σας να πούμε καλή σπέρα».

Μετά τα φιλοδωρήματα, "την πλερωμή τους", δηλαδή, σήκωσαν το ασκί με το λάδι στη ράχη και βγαίνοντας εξ' απ' την πόρτα ανοιχτόκαρδά τραγούδησαν τούτα τα επιλογικά στιχάκια:

"Επά που καλαντίσαμε καλά μας επλερώσαν
καλά νάναι τα έχη των και τ' αποδόματά των
κι αν έχουν σερνικό παιδί στη σέλα καβαλάρης
να σιέται, να λυγίζεται να πέφτει το λογάρι
να το μαζώνου οι γι' άρχοντες να κάνουν δαχτυλίδια
κι αν έχουν θηλυκό παιδί χρουσή μοίρα να λάβει
του Ρε ντ' Εσπάνιο το υγυιόν άντρα να τον επάρει..."
(Αποστολάκης Α. Σταμ. σ. 443-446)*.

- Κι ευχήθηκαν: "Και σε Χρόνια Πολλά".

Ξαναγυρίζοντας τώρα στο χώρο των εθίμων, παραμονή Πρωτοχρονιάς, στη Δυτική Κρήτη, σημειώνουμε:

Από νωρίς, στέλνουμε δώρα στους φιλιότσους μας (τους βαπτισιμιούς μας) κι ετοιμάζουμε τα δώρα για τους ανθρώπους του σπιτιού.

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, τ' απόγευμα, πηγαίνομε στις εκκλησίες το εικόνισμα του σπιτιού μας, σκεπασμένο μ' άσπρη υφαντή πετσέτα, για να μείνει εκεί και να λειτουργηθεί, για το ποδαρικό, αύριο πρωί - πρωί.

Ας σημειώσουμε τη μεταφορά του εθίμου και στην πόλη. Στην εκκλησία του Αγ. Κων/νου Νέας Χώρας των Χανίων, γεμίζουν και τα δύο κλίτη με εικονίσματα από τα σπίτια. Ο νεωκόρος τα κατατάσσει με αλφαβητική σειρά, για να μην έχει αύριο πρωί μπερδέματα.

Ασφαλώς, το ίδιο γίνεται, σ' όλες τις ενορίες!

Επίσης, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, οι νοικοκυρές "αναπίζουνε" τους λουκουμάδες με προζύμη. Τους αφήνει "ν' ανεβούνε" όπως λένε, κι όταν τους ζυμώνει, με τη ζύμη που συγκρατείται στα δάχτυλά της, σημειώνει σταυρό πίσ' από την πόρτα της κουζίνας της, για να μη μπουν μέσα στο σπίτι οι κατσικαντίληδες, όπως λένε στα χωριά του Δυτ. Σελίνου, τους καλικάντζαρους.

Από τα ιδιαίτερα γλυκά των ημερών, είναι κι οι σαμουσάδες, γλύκισμα παρόμοιο με τον μπακλαβά, και γίνονται για το καλό του χρόνου. Δεν παραλείπουν, βέβαια να κάνουν και τα πατροπαράδοτα ξεροτήγανα, αλλά και τους λουκουμάδες, που είπαμε και πιο πάνω.

Τα μεσάνυχτα, που τα περιμένει όλος ο κόσμος με ευχάριστη διάθεση, σβήνονται τα φώτα κι ανάβονται ξανά. Το γεγονός συνοδεύεται από ντουφεκιές, ευχές εγκάρδιες, και φιλιά με πλούσιο κέφι.

Με το άνοιγμα των δώρων και το κόψιμο της Βασιλόπιτας, έθιμο που απλώθηκε και στα χωριά μας τους τελευταίους εικοσιπέντε χρόνους, καθώς και στους διάφορους συλλόγους.

Γνωστή η ιεροτελεστία του νοικοκύρη κατά το κόψιμό της. Την σταυρώνει, εύχεται, κι αρχίζει με το κομμάτι του Χριστού, τ’ άϊ Βασίλη, του σπιτιού, του νοικοκύρη, της νοικοκυράς, και με τη σειρά όλων των μελών της οικογένειας, ξενητεμένων, φιλοξενουμένων κ.λπ. Η αγωνία όλων κορυφώνεται ως ότου δουν τίνος έχει πέσει το φλουρί. Ποιος θα είναι ο τυχερός της χρονιάς.

Την ίδια ώρα η νοικοκυρά τρατέρνει τα γλυκίσματά της, που τα ετοίμαζε τις δύο τελευταίες μέρες, μελομακάρουνα, φοινίκια, κουραμπιέδες, κ.λπ.

Απ' αυτήν την ώρα, παρατηρούμε: τα πρωτακούσματα, το πρώτο τηλέφωνο, τα πρωταντικρύσματα, και λοιπά παρατηρήματα, με τα οποία ερμηνεύομε την καλή ή κακή έκβαση της χρονιάς. Δεισιδαιμονίες και προλήψεις, που δυστυχώς υπάρχουν ακόμη τόσο έντονες, ώστε π.χ. σε χωριά του Πελεκάνου - Σελίνου δεν ανταλλάσσουν επισκέψεις στα σπίτια την ημέρα της Πρωτοχρονιάς.

Είπαμε πρωτύτερα πως το εικόνισμα του σπιτιού είναι στην Εκκλησία. Μετά την πρωτοχρονιάτικη θεία λειτουργία το επιστρέφουμε στο σπίτι και «κάνει το ποδαρικό»...

Ο ποδαρικατζής είναι το παιδί που διαλέξαμε από μέρες, και το έχουμε ειδοποιήσει, για να μπει πρώτο στο σπίτι μας, με το νέο χρόνο. Είναι πρόσχαρο, ζουν οι γονείς του, είναι αρσενικό, καλότροπο, γεμάτο χάρες.

Στα χωριά ξέρουν ποιοι είναι οι πιο τυχεροί για το ποδαρικό και συνεννοούνται από βραδίς για τα παραπέρα.

Κι εκείνοι, κρατώντας μια σιδερόπετρα, περίπου ενός κιλού, φτάνουν πρωί - πρωί

Πρωτοχρονιάς στο σπίτι μας πρόσχαροι και γελαστοί, καθαροί και καθίζουν στην πέτρα που κρατούν, στη μέση του δωματίου και εύχονται:

«Του βάρους της, το μάλαμα,
να μπει στο σπιτικό σας».

- Καλή χρονιά με υγεία.
- Καλές σοδειές
- Αρνιά και ρίφια θηλυκά, και τα κοπέλια σερνικά» κ.α.π.

Εμείς τους φιλοδωρούμε πλούσια και φεύγουν μετά τα κεράσματα και τα καλοχερίδια.
Κάποια παιδιά κρατούν ασκελετούρες και τις πηγαίνουν στα σπίτια, για γούρι. Τούτα τ' αγριοκρέμμυδα, ως γνωστόν, βλασταίνουν όπου και να τ' αφήσεις, και προοιωνίζουν πως το σπίτι θα πάει καλά, τούτη τη χρονιά.

Σε κάποια χωριά ορεινά, το ποδαρικό το κάνει αρνί από τα πρώιμα οικόσιτα του σπιτιού.
Την ημέρα της Πρωχοχρονιάς είναι καλό ν' αρχίσουμε κάποια εργασία, από την οποία επιζητούμε όφελος, προκοπή, όπως είναι: η μελέτη για μαθητές, σπουδαστές, κάποια χειρωνακτική εργασία για τις προκομμένες και άλλες.

Καλό είναι να μη στενοχωρήσουμε και να μη στενοχωρηθούμε, χρονιάρα μέρα, γιατί της δίδονται προεκτάσεις που βαστούν, σ' όλην την διάρκεια του χρόνου.

Τα ανύπαντρα κορίτσια παρακολουθούν ποιο θα είναι το πρώτο όνομα που θ' ακούσουν, ο πρώτος που θα δουν, κ.τ. όμοια, και κάνουν διασυνδέσεις για τον μέλλοντα σύζυγό τους.

Εξ άλλου από τα μεσάνυχτα το είχαν σιγοψιθυρίσει:

«Καλώς τον που μας έφτασε και ο καινούργιος χρόνος,
που θα μας φέρει τον γαμπρόν να μας περάσει ο πόνος!».

Οι γεροντότεροι, ρίχνουν στην αθρακιά του τζακιού, σαλιωμένο λιόφυλλο, με την ευχή:
«Ανέν πηδήξει θα ζιώ του χρόνου, κι ανέν καεί, όχι!»

ή

«Ανέν πηδήξει θα γίνει τούτο, κι ανέν καεί, όχι!»
κι άλλοι αγωνίζονται να θυμηθούν στο ακέραιο, το χθεσινοβράδυνο όνειρό τους, πρώτο της χρονιάς, και να το εξηγήσουν.

Από τα πιο άσχημα θεωρούνται: Να μας ζητήσουν παραμονή Πρωτοχρονιάς, δανεική φωτιά, στάχτη, χρήματα, εργαλεία.

Για το κυνήγι της τύχης, στα χαρτιά ή το κουμάρι όπως λένε, δεν συζητούμε. Θυμίζουμε μόνο τη γνωμική μαντινάδα του τόπου μας, που τα λέει ξεκάθαρα:

«Του χαρτοπαίκτη, του ψαρά, του κυνηγού το πιάτο,
εφτά φορές είν' αδειανό και μια φορά γεμάτο!»
και πως Πρωτοχρονιάτικα, πολλά σπίτια καταστρέφονται κι ύστερα λένε: “Εκαψέ με ο αϊ - Βασίλης” αντί να πουν: “το μυαλό τους!”.

Μέρα γεμάτη, όπως λέμε κι η Πρωτοχρονιά, με εκκλησιασμό το πρωί, πλούσιο τραπέζι το μεσημέρι, επισκέψεις, κεράσματα και φιλοφρονήσεις στα συγγενικά και γειτονικά σπίτια, θα κλείσει τ' απόβραδο με τις καθιερωμένες γιορτές στα νοικοκυριά των Βασίληδων και της Βασιλικής.

Εδώ το γλέντι θ' αποκορυφωθεί. Πλούσιοι οι μεζέδες, π' από το γουρουνόπουλο που σφάχτηκε τα Χριστούγεννα υπάρχουν ακόμη με τη μέθοδο του δανεικού1, χειμώνας είναι και τραβιέται το κρασί «να ζεσταθούμε» και λίγο το θέλει ακόμη η συντροφιά, από το ν' αρχίσει τα ριζίτικα και τις μαντινάδες.

«Μια μαντινάδα θε να πω, απάνω στο βραχιόλι,
να ζήσ' ο Βασιλάκης μας και η παρέα όλη»

«Και πάλι θα την ξαναπώ, απάνω στο κεράσι,
να ζήσει η παρέα μας, να ζήσει να γεράσει».

κι άλλες, κι άλλες μαντινάδες ατέλειωτες, ώσπου νάρθει η ώρα του ριζίτικου:

«Απόψε κρύος έπιασε και τα πουλάκια εργάσαν
κι εγώ 'μεινα περιγιαλιάς, γυμνός και δεν ε, ήργου
και γιάντα δεν εήργουνα και γιάντα δεν ε ήργου
λιγνό κορμάκι αγκάλιαζα...»
(Κριάρη, σ. 259) - (Αποστολάκης Α. Σταμ. σ. 61)
ή τούτου, που μας θυμίζει, πάνω στην στιγμή, την ματαιότητα αυτού του κόσμου, και μας καλεί, να τον γλεντίζουμε τουλάχιστο, όσο μπορούμε:
«Κόσμε χρυσέ, κόσμε αργυρέ, κόσμε μαλαματένιε,
κόσμε και ποιος σε χάρηκε και ποιος θα σε κερδίσει
Μα εγώ Κόσμε, σε χάρηκα, μα δε θα σε κερδίσω,
πεζός περπάτούυ τα βουνά...»
(Αποστολάκης Α. Σταμ. σ. 465)2
επισφραγίζοντας με την ανάλογη μαντινάδα:
«Γλεντίζετέ τα τα κορμιά, και χαίρεστε τα νιάτα
πριχού τα φάει η μαύρη γης και τα σκεπάσ' η πλάκα!».



Τις θερμότερες ευχές για τον Καινούργιο Χρόνο 2010!
Χρόνια Πολλά με υγεία!

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2009

Χριστούγεννα στη Μεγαλόνησο


Στην Ελλάδα μιλάμε για τις «Γιορτές» κι αναφερόμαστε στην εορταστική περίοδο για τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα ή Θεοφάνεια.
Παραδοσιακά η περίοδος αυτή διαρκεί 12 μέρες και υπάρχουν πολλά έθιμα συνδεδεμένα με αυτή, άλλα πολύ παλιά κι άλλα σχετικά πρόσφατα, όπως το στόλισμα του χριστουγεννιάτικου δέντρου και η γαλοπούλα στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
Ιστορικά η γέννηση του Χριστού κανονίστηκε το 354 μ.Χ. να εορτάζεται στις 25 Δεκεμβρίου, την ίδια μέρα που γιορτάζονταν η γέννηση του παλαιού Θεού Μίθρα, του «αήττητου Θεού Ήλιου» που ήταν θεός όλων των ηλιακών θεοτήτων της ειδωλολατρίας.
Με την αλλαγή και την στροφή των ανθρώπων προς άλλους θεούς, ο «Αήττητος Θεός Ήλιος», έπεσε και τη θέση του την πήρε ο Χριστός.

Τα Χριστούγεννα ή οι «Γιορτές» στην Ελλάδα δεν είναι πια αυτό που ήταν πριν 40 χρόνια. Με τα χρόνια παρατηρείται η ανάπτυξη μιας παγκόσμιας κουλτούρας και τα δυτικοευρωπαϊκά έθιμα διαδίδονται όλο και περισσότερο κι αλλοιώνουν ή εξαφανίζουν τις τοπικές παραδόσεις περιοχών και χωρών.
Σήμερα τα Χριστούγεννα φαίνονται πιο εντυπωσιακά, πιο γυαλιστερά, πιο glamorous . Οι βιτρίνες των καταστημάτων στολίζονται σχεδόν ένα μήνα πριν, στις πόλεις φωτίζονται οι δρόμοι κι οι πλατείες, πολλοί ταξιδεύουν αυτές τις μέρες είτε στο εξωτερικό είτε σε μέρη στην Ελλάδα που προσφέρουν χειμερινές διακοπές.
Οι Έλληνες θα διασκεδάσουν σε κλαμπ, στα μπουζούκια (στην Κρήτη έχουν σχεδόν εξαφανιστεί) ή θα παρακολουθήσουν κάποιο εντυπωσιακά σώου στην τηλεόραση.
Τη μέρα των Χριστουγέννων μαζεύονται όλα τα μέλη της οικογένειας στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
Η μέρα των Χριστουγέννων είναι η μέρα που γιορτάζει ο Μανόλης ή Εμμανουήλ ή Μάνος κι η Εμμανουέλα. Οι φίλοι τους κι οι συγγενείς τους θα τους επισκεφτούν για να τους ευχηθούν «Χρόνια Πολλά».
Παλιότερα τα Χριστούγεννα ήταν πιο απλά, πιο ζεστά, πιο κοντά ίσως στο πραγματικό πνεύμα των Χριστουγέννων. Πολλές από τις παραδόσεις αιώνων εξακολουθούν να υπάρχουν αναλλοίωτες κι έτσι τα Χριστούγεννα στην Ελλάδα διατηρούν την ιδιομορφία τους και αρκετά από τα έθιμα τους.


Η νηστεία των Χριστουγέννων

Το θρησκευτικό συναίσθημα κι η πρακτική ήταν σαφώς πιο έντονα και σχεδόν 40 μέρες νωρίτερα ξεκινούσε η Νηστεία Των Χριστουγέννων. Οι πιστοί δεν κατανάλωναν καθόλου ζωικά προϊόντα: κρέας, γαλακτοκομικά, αυγά.
Προετοιμασίες για τα Χριστούγεννα

Πλησιάζοντας προς τα Χριστούγεννα, άρχιζαν οι προετοιμασίες ώστε όλα να είναι έτοιμα για την μεγάλη γιορτή. Τα σπίτια καθαρίζονταν σχολαστικά και λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα οι νοικοκυρές έφτιαχναν τα μελομακάρονα, τα οποία φυσικά τρώγονταν την ημέρα των Χριστουγέννων με την λήξη της νηστείας.
Στο παρελθόν τα μελομακάρονα ήταν αποκλειστικά για τα Χριστούγεννα κι οι κουραμπιέδες για την Πρωτοχρονιά. Σήμερα όμως ο διαχωρισμός αυτός δεν τηρείται.

Ο χοίρος των Χριστουγέννων

Στην Κρήτη παλιότερα ήταν έθιμο να μεγαλώνει κάθε οικογένεια στο χωριό ένα γουρούνι, το «χοίρο», όπως το έλεγαν. Ο χοίρος σφάζονταν την παραμονή των Χριστουγέννων κι ήταν το κύριο Χριστουγεννιάτικο έδεσμα.
Την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, οι χωρικοί έκοβαν το κρέας του χοίρου και έφτιαχναν:
• λουκάνικα
• απάκια: καπνιστό κρέας
• πηχτή (τσιλαδιά): αφαιρείται κάθε ίχνος κρέατος από το κεφάλι του γουρουνιού και όλα μαζί βράζονται. Ο ζωμός με ειδική προετοιμασία μετατρέπεται σε πηχτό ζελέ που μέσα του βρίσκονται τα κομμάτια του κρέατος.
• σύγλινα, δηλαδή το κρέας του γουρουνιού κομμένο σε μικρά κομμάτια, που το έψηναν και το έβαζαν σε μεγάλα δοχεία και το κάλυπταν με το λιωμένο λίπος του ζώου. Το λίπος έπηζε μόλις έχανε τη θερμότητα του και το κρέας μπορούσε να διατηρηθεί έτσι για αρκετούς μήνες.
• ομαθιές, τα έντερα του χοίρου γεμισμένα με ρύζι, σταφίδες και κομματάκια συκώτι.
• τσιγαρίδες, κομμάτια μαγειρεμένου λίπους με μπαχαρικά που το έτρωγαν με ζυμωτό ψωμί για κολατσιό στην εξοχή, όταν μάζευαν τις ελιές.
Ο χοίρος των Χριστουγέννων ήταν η βασική πηγή κρέατος για αρκετές εβδομάδες. Φυσικά αναφερόμαστε σε μια δίαιτα εξαιρετικά φτωχή σε κρέας, την περίφημη διατροφή της Κρήτης (Μεσογειακή Διατροφή), που χάριζε στους Κρητικούς των παλιότερων δεκαετιών υγεία και μακροζωία.
Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο από το χοίρο των Χριστουγέννων, για κάθε κομμάτι του ζώου υπήρχε κάποια χρήση. Ακόμα κι αυτή η ουροδόχος κύστη, η «φούσκα» όπως λέγεται, πλυνόταν και καθαριζόταν και μετά φουσκωνόταν και γινόταν μπάλα, πολύτιμο δώρο για τα παιδιά της εποχής εκείνης.
Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας τμήματα του χοιρινού χρησιμοποιούνταν κατά το παρελθόν ως πρώτη ύλη για διάφορα γιατροσόφια ενώ άλλα κομμάτια του αποτελούσαν αντικείμενα μαντείας. Πιο συγκεκριμένα ο σφάχτης ή κάποιος ηλικιωμένος σε ρόλο χρησμοδότη μελετούσε τα σπλάγχνα του ζώου για να ερμηνεύσει τι σήμαιναν για το μέλλον, για την τύχη του σπιτιού, τις σοδειές, τον καιρό.



ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1. Το έθιμο της Γαλοπούλας έφτασε στην Ευρώπη από το Μεξικό το 1824 μ.Χ. Έχει διαδοθεί αρκετά και στην Ελλάδα και έχει αντικαταστήσει το χοιρινό κρέας σε μεγάλο βαθμό, αλλά όχι τελείως.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2. Ο λαογράφος Κώστας Καραπατάκης στο βιβλίο του «Το δωδεκαήμερο, παλιά χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα» αναφέρει πως οι Ρωμαίοι θυσίαζαν χοίρους στους θεούς Δήμητρα και Κρόνο για να τους ευνοήσουν στην καλλιέργεια της γης.
Αυτό συνέβαινε στο διάστημα από 17-25 Δεκεμβρίου, δηλαδή την περίοδο κατά την οποία γινόταν η σφαγή των ζώων και πριν από λίγα χρόνια.
Τα κάλαντα

Έθιμο που διατηρείται αμείωτο ακόμα και σήμερα με τα παιδιά να γυρνούν από σπίτι σε σπίτι 2 μαζί ή και περισσότερα και να τραγουδούν τα κάλαντα συνοδεύοντας το τραγούδι τους με το τρίγωνο ή ακόμα και κιθάρες, ακορντεόν, λύρες, ή φυσαρμόνικες.



Το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο

Σήμερα όλοι αγοράζουν και στολίζουν χριστουγεννιάτικα δέντρα, είτε φυσικά είτε τεχνητά.
Συνήθως στολίζονται λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα και παραμένουν στα σπίτια μέχρι τα Φώτα.
Στην Κρήτη παλιότερα το έθιμο αυτό δεν υπήρχε. Σε άλλες περιοχές της Ελλάδας στόλιζαν μικρά καραβάκια.

Το έθιμο του χριστουγεννιάτκου δέντρου πιστεύεται ότι έχει έρθει από τη Δύση αλλά σήμερα έχουμε αποδείξεις ότι αυτό υπήρχε ήδη στην αρχαία Ελλάδα, όπου τα παιδιά στην αρχή του χρόνου περιφέρονταν στους δρόμους κρατώντας στολισμένα κλαδιά δέντρων και τραγουδώντας την Ειρεσιώνη, τα αρχαία ελληνικά κάλαντα.

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

Eικονογράφηση και τυπογραφικά κοσμήματα



Ο πρώτος Kρης τυπογράφος, ο Δημήτριος Δαμιλάς, του οποίου το επώνυμο είναι, σύμφωνα με τον Emile Legrand, ελληνοποιημένη εκδοχή του da Milano (επειδή οι γονείς του είχαν περάσει από το Μιλάνο στην Κρήτη), τύπωσε το 1476 στο Μιλάνο, όπου είχε εγκατασταθεί (από εκεί και το προσωνύμιο Μεδιολανεύς), το πρώτο ελληνικό και ακριβώς χρονολογημένο βιβλίο, την «Επιτομή των Oκτώ του Λόγου Mερών», που έγραψε ο σοφός λόγιος Κωνσταντίνος Λάσκαρις (1434-1501), βιβλίο εκπαιδευτικό, χωρίς εικονογράφηση. Το 1488 θα τυπώσει στη Φλωρεντία την πρώτη έκδοση της «Ποιήσεως απάσης» (των Σωζομένων του Ομήρου, της Ιλιάδας και της Οδύσσειας), αναθέτοντας την επιμέλειά της στον κραταιό ελληνιστή Δημήτριο Χαλκοκονδύλη (1424-1511), καθηγητή τότε των αρχαίων ελληνικών στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας. Στο βιβλίο αυτό ο Δαμιλάς, που ενισχύθηκε οικονομικά από τους φιλέλληνες Ιταλούς μαθητές του Χαλκοκονδύλη Bernardo και Nerio Nerli (Bernardos και Nerios Nerlios), χρησιμοποίησε τις μήτρες των στοιχείων της Επιτομής για να χυτεύσει καινούργια στοιχεία. Η εικονογράφηση του βιβλίου είναι χειροποίητη και λεπτουργημένη: με πενάκι, στο χρώμα της σέπιας για τις παρασελίδιες διακοσμητικές ταινίες, στις οποίες εναλλάσσονται μάσκες, πανοπλίες, κέρατα της Αμάλθειας (υπαινικτικά έκτοτε του πλούτου της ύλης του βιβλίου), εραλδικές μυθολογικές μορφές· σε κόκκινο και καφέ χρώμα στα πρωτογράμματα, όπου τοποθετούνται μορφές σχετικές με την υπόθεση κάθε ραψωδίας, ντυμένες κάποτε με ενδύματα του 15ου αι.· σε κόκκινο και μπλε χρώμα στα υποσελίδια κοσμήματα, όπου συναντάμε ανθρώπινες μορφές ντυμένες με ενδυμασίες του 15ου αι.

Σελίδα από τη «Bατραχομυομαχία» του Λαονίκου του Kρητός (Bενετία 1486, Eθνική Bιβλιοθήκη της Eλλάδος). Διακρίνεται η εναλλαγή μαύρου και κόκκινου μελανιού στις αράδες.
Ο δεύτερος Κρης τυπογράφος, ο Λαόνικος, ο οποίος ήταν μαθητής του «βιβλιογράφου» Μιχαήλ Αποστόλη στην Κρήτη, ενώ κατ' άλλους το πραγματικό του όνομα είναι Νικόλαος Καββαδάτος Κυδωνιάτης και διετέλεσε Oυνίτης πρωτόπαπας του Ηρακλείου, τύπωσε στη Βενετία το 1486, στον βραχύβιο ιδιόκτητο εκδοτικό οίκο του, που ίδρυσε μαζί με τον συμμαθητή και φίλο του από το βιβλιογραφικό εργαστήριο του Μ. Αποστόλη Αλέξανδρο του Γεωργίου -οι δύο συνεργάτες είχαν χρηματοδοτήσει τη χύτευση περίπου 1.350 διαφορετικών στοιχείων και συμπλεγμάτων(!) για τη φιλόδοξη επιχείρησή τους-, την ψευδοομηρική «Βατραχομυομαχία», βιβλίο κι αυτό εκπαιδευτικό, χωρίς εικονογράφηση, αλλά με πεποικιλμένη ανά στίχο την παιδαγωγική διάκριση με μαύρο και κόκκινο μελάνι.



Ίδια τυπογραφικά στοιχεία με τη «Βατραχομυομαχία» βρίσκουμε και στο «Ψαλτήριον» που τύπωσε πάλι στη Βενετία το 1486 ο τρίτος Κρης τυπογράφος, ο Αλέξανδρος του Γεωργίου, γιος, κατά τον Legrand, του Oυνίτη παπά Γεωργίου Αλεξάνδρου, του κατοπινού επισκόπου Αρκαδίου Κρήτης. Και το βιβλίο αυτό, προορισμένο για εκπαιδευτικούς σκοπούς, δεν έχει εικονογράφηση, ακολουθώντας την τυποποιημένη μαθησιακά μετάβαση από το μαύρο στο κόκκινο μελάνι. Αλλά για τη συμβολή τόσο του Λαόνικου όσο και του Αλέξανδρου στην ιστορία της τυπογραφίας περισσότερα βρίσκονται σε ειδικό κείμενο του ένθετου αυτού.

O τέταρτος Κρης τυπογράφος, ο Ζαχαρίας Καλλιέργης, από παμπάλαιη οικογένεια «πρωτοκεφαλάδων» του βυζαντινού και του νεότερου ελληνισμού, με κοιτίδα την επαρχία Μυλοποτάμου, ίδρυσε και λειτούργησε, μαζί με τον πέμπτο Κρήτα τυπογράφο, τον Νικόλαο Βλαστό, στη Βενετία το 1499, το πρώτο ελληνικής ιδιοκτησίας τυπογραφείο, την «πρώτη και αληθινή ελληνική τυπογραφία», κατά τον Κωνσταντίνο Σάθα. Το τυπογραφείο αυτό ήταν επανδρωμένο αποκλειστικά με Κρήτες τεχνικούς (χαράκτες, στοιχειοχύτες, στοιχειοθέτες) και φιλολογικούς (διορθωτές, επιμελητές) συνεργάτες. Χρηματοδότης της επιχείρησης φαίνεται ότι ήταν ο Βλαστός, μέλος πλούσιας βυζαντινής οικογενείας, φιλόλογος και κωδικογράφος, που είχε την ηθική ενθάρρυνση της aννας Νοταρά, κόρης του μεγάλου δούκα Λουκά Νοταρά. Ψυχή του τυπογραφείου ήταν ο Καλλιέργης, λόγιος και επίσης κωδικογράφος, ο οποίος σχεδίασε τα τυπογραφικά στοιχεία του. Ως άλλοι συνεργάτες των δύο Κρητών αναφέρονται οι Ιωάννης Γρηγορόπουλος, Μάρκος Μουσούρος και ίσως ο σπουδαίος καλλιγράφος Ιωάννης Ρώσσος. Μάλιστα ο Μουσούρος εξυμνεί το τυπογραφείο με πολύ περίεργο επίγραμμα, στο οποίο απευθύνει χαιρετισμό προς τον ελληνικό αετό, τον ήλιο, το σύμβολο της εθνικής αναγέννησης. Από εδώ βγήκαν αριστουργήματα της αρχετυπίας, που η ποιότητά τους τα κάνει να μοιάζουν αχειροποίητα: το «Μέγα Ετυμολογικόν», που εκδόθηκε το 1499 («το πρώτο ελληνικό παιδί», όπως το είπε συγκινημένος ο Μουσούρος), το «Σιμπλικίου Μεγάλου Διδασκάλου Yπόμνημα εις τας δέκα κατηγορίας του Αριστοτέλους», έκδοση του ίδιου χρόνου, το «Υπόμνημα εις τας πέντε φωνάς από φωνής Αμμωνίου μικρού του Ερμείου», έκδοση του 1500, και το Γαληνού «Θεραπευτικής μεθόδου Λόγος Πρώτος», έκδοση του ίδιου χρόνου (πρώτη ελληνική έκδοση). Το 1500, με τον θάνατο του Βλαστού, ο Καλλιέργης έφυγε στη Ρώμη, όπου υποστηρίχθηκε από τον φίλο του καρδινάλιο Pietro Bembo. Τα υλικά αποθέματα του τυπογραφείου πουλήθηκαν σε τυπογράφο της Φλωρεντίας.

Σελίδα με την αρχή του γράμματος H από το «Mέγα Eτυμολογικόν» (Bενετία 1499, Eθνική Bιβλιοθήκη της Eλλάδος). Xαρακτηριστικά της το επίτιτλο κόσμημα και το πρωτόγραμμα, λεπτουργημένα.
Ξυλογραφίες
Το τυπογραφείο Καλλιέργη και Βλαστού έδωσε νέα πνοή στην εικονογράφηση του ελληνικού βιβλίου, αφού αξιοποίησε το σύγχρονο με την ανακάλυψη της τυπογραφίας είδος της ξυλογραφίας σε πλάγιο ξύλο. Στο είδος της ξυλογραφίας σε πλάγιο ξύλο η χρησιμοποιούμενη επιφάνεια του ξύλου -που μπορεί να προέρχεται από δέντρα κερασιάς, καρυδιάς, αχλαδιάς, μηλιάς, λεμονιάς, τα οποία είναι σχετικά μαλακά, έχουν ομοιογενή μάζα και δεν σκάνε με τη χάραξη- κόβεται στην κατεύθυνση του κορμού του δέντρου, με οριζόντια (πλάγια), ως προς τη θέση του χαράκτη την ώρα της δουλειάς του, τα «νερά» της ξύλινης επιφάνειας. Ο χαράκτης περιγράφει με μελάνι το έργο που πρόκειται να χαράξει στην ξύλινη πλάκα, την οποία έχει καθαρίσει καλά. Με αυτοσχέδια μαχαιράκια σκαλίζει μετά το ξύλο, αφαιρώντας τα μέρη εκείνα της παράστασης που δεν θέλει να τυπώσει και διατηρώντας εκείνα που θέλει να βγάλει στο χαρτί. Απλώνει έπειτα τυπογραφικό μελάνι και τυπώνει την ανάγλυφη παράσταση στο τυπογραφικό πιεστήριο, μαζί με το κείμενο. Η παράσταση βγαίνει αντίστροφα από την πλάκα: το αριστερό στην πλάκα αποτυπώνεται δεξί στο χαρτί. Στις έγχρωμες ξυλογραφίες ο χαράκτης παίρνει και χαράζει για κάθε χρώμα διαφορετική πλάκα ξύλου. Τα αντίτυπα μιας ξυλογραφίας σε πλάγιο ξύλο εξαρτώνται από την περιορισμένη αντοχή της ξύλινης πλάκας. Τον 14ο και τον 15ο αιώνα, όταν ήθελαν πολλά αντίτυπα μιας εικόνας, χρησιμοποιούσαν αντί για ξύλο μέταλλο, δουλεύοντας με ανάγλυφη χάραξη, όπως και στο ξύλο.



Πέντε ξυλογραφικές συνθέσεις και δύο σειρές ξυλογραφημένων πρωτογραμμάτων περιλαμβάνονται στο «Μέγα Ετυμολογικόν». Από τις πέντε, οι τρεις συνθέσεις είναι φυτικές παραστάσεις με το ονοματεπώνυμο του Βλαστού στη βάση για τα επίτιτλα κοσμήματα, και οι δύο, τυπογραφικά σήματα του Καλλιέργη (βυζαντινός δικέφαλος αετός με τα γράμματα ΖΚ, αρχικά του ονόματος και του επωνύμου του, στο σώμα του) και του Βλαστού («ομιλούν» ή «φανερόν» σήμα: άμπελος που βλασταίνει: Βλαστός, με τα αρχικά του Ιησού Χριστού στην κορυφή και τα γράμματα του ονοματεπωνύμου του στη βάση, φυλλωτό μονόγραμμα) για τον κολοφώνα του βιβλίου. Τα σήματα αυτά είναι τα πρώτα σε ελληνικά βιβλία. Oλες οι ξυλογραφίες είναι τυπωμένες με κόκκινο μελάνι -σε ορισμένα αντίτυπα οι ξυλογραφίες του εξωφύλλου έχουν γίνει χρυσοτυπίες, με πραγματικό φύλλο χρυσού. Ο περίφημος Ιταλός εκδότης Leo Olschki αποκάλεσε το βιβλίο «αριστούργημα της ελληνικής πρωτο-τυπογραφίας».

Σελίδα από τη θεραπευτική μέθοδο του Γαληνού (Bενετία 1500, Eθνική Bιβλιοθήκη της Eλλάδος). Tυπωμένη από τον Zαχαρία Kαλλιέργη και τον Nικόλαο Bλαστό, φέρει στο επίτιτλο κόσμημα ξυλογραφία με τον Γαληνό, την τρίτη και τελευταία σε ελληνικό αρχέτυπο.
Τα Υπομνήματα του Σιμπλίκιου και του Αμμώνιου, δεύτερο και τρίτο κατά σειράν έκδοσης βιβλίο του τυπογραφείου Καλλιέργη και Βλαστού, επαναλαμβάνουν τις ξυλογραφίες του «Μεγάλου Ετυμολογικού». Εκείνο που διαφοροποιείται είναι το τέταρτο βιβλίο, η Θεραπευτική μέθοδος: από τα δεκαέξι συνολικά επίτιτλα κοσμήματα, αλλάζουν τα δύο, στο κέντρο των οποίων προστίθεται μία ασπρόμαυρη ξυλογραφία που απεικονίζει τον Γαληνό. Η συγκεκριμένη ξυλογραφία είναι η τρίτη και τελευταία παράσταση που εικονογραφεί ελληνικό αρχέτυπο - έχουν προηγηθεί δύο, στα βιβλία: Μουσαίου, «Τα καθ' Ηρώ και Λέανδρον» το 1495 περίπου και «Ωραι της Αειπαρθένου» το 1497.



Τα περίτεχνα επίτιτλα κοσμήματα και τα βυζαντινά πρωτογράμματα των επηρεασμένων από τη βυζαντινή μικρογραφική παράδοση εκδόσεων του τυπογραφείου του Ζαχαρία Καλλιέργη και Νικολάου Βλαστού, έργα ανώνυμων δυστυχώς ξυλογράφων, τα αντέγραψαν εκτεταμένα. Eτσι, τόσο ο Nicolini da Sabbio στο «Τριώδιον», που τύπωσε για τον Ανδρέα Κουνάδη το 1522, όσο και ο Κρης Δημήτριος Δούκας ή Δουκάς στο βιβλίο του «Αι θείαι λειτουργίαι», που τυπώθηκε στη Ρώμη το 1526, επηρεάζονται από τους δύο πρωτοπόρους Κρήτες τυπογράφους: η αραβουργηματική διαμόρφωση των επίτιτλων κοσμημάτων και των πρωτογραμμάτων κατάγονται από το «Μέγα Ετυμολογικόν», αξεπέραστο πρότυπο.

Πηγή: Εφημερίδα "Καθημερινή"

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

Ο Κρητικός Αναγγενησιακός συνθέτης που ξαναβρέθηκε στην Ιστορία


Ο ήλιος είχε δύσει πάνω απο τον Χάνδακα...

Ο Κούλες έμοιαζε λουσμένος σε ένα απόκοσμο πορφυρό χρώμα, αυτό που τα καλοκαιρινά δειλινά σημαδεύει το λυκόφως.Το βλέμμα χαμένο μεσοπέλαγα αγναντεύει το μακρόστενο όγκο της Δίας, του μικρού νησιού με τα μυστικά του παρελθόντος του κρυμμένα καλά στον σιωπηλό βυθό.Κάπου εκεί, οι Βενετσιάνικες γαλέρες που έφευγαν απο το Τουρκοκρατούμενο πια Χάνδακα ίσως να κοντοστάθηκαν για λίγο, ώσπου το βλέμμα του Φραντσέσκου Μοροζίνι και των τελευταίων υπερασπιστών του Χάνδακα να αποτυπώσει στην μνήμη τις τελευταίες εικόνες απο την πόλη που εγκατέλειπαν.
Τα πλοία μετέφεραν τους τελευταίους κατοίκους του Χάνδακα, τα λιγοστά υπάρχοντα και τις μνήμες τους.Κάπου όμως στα σκοτεινά αμπάρια είχαν κάτι ακόμα πολυτιμότερο.Κάτι που ο χρόνος δεν μπορούσε να φθείρει.Τις αναμνήσεις του Regno di Candia κατεγραμμένες σε χιλιάδες φύλλα χαρτιού.

Τα αρχεία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας

Και όπως ο ήλιος έγερνε σιωπηλός πίσω απο το Στρούμπουλα σκορπώντας τις τελευταίες ακτίνες φωτός πάνω απο το Μεγαλο Κάστρο , όπως ο λαβωμένος λέοντας της Γαληνοτάτης έφευγε με τα ματωμένα του φτερά απο το νησί, τα μυστικά που θα παρέμεναν αιώνες ολόκληρους φυλαγμένα στα αρχεία και τα ράφια έπαιρναν τον μακρύ δρόμο προς τη Δύση...
Θησαυροί που έκρυβαν πολύτιμα στοιχεία απο την ιστορία της Κρήτης και που χάριζαν τις γνώσεις στους μοναχικούς "ταξιδιώτες" σ΄αυτό τον κόσμο των χειρογράφων βρέθηκαν στα ράφια βιβλιοθηκών και περίμεναν τους "τολμηρούς" που ζητούσαν να πιούν απο το νερό της πανάρχαιας πηγής μνήμης και γνώσης.
Τα μυστικά που είχαν να πούν τα έλεγαν ψιθυριστά και συνεχίζουν ακόμα να τα λένε με τον ίδιο τρόπο. Μόνο που στην περίπτωση αυτής της ιστορίας τα μυστικά ειπώθηκαν μελωδικά, με ήχους που ξεχυνόταν απο τα εκκλησιαστικά αρμόνια στην καρδιά του Βενετσιάνικου Χάνδακα, στον παλιό ναό του Αγίου Τίτου.
Eκεί βρισκόταν η άκρη της ιστορίας που ξετύλιξε υπομονετικά ο Διευθυντής του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και μεταβυζαντινών σπουδών της Βενετίας κ. Νικόλαος Παναγιωτάκης και αφορούσε την ζωή και το έργο του Φραγκίσκου Λεονταρίτη, του μουσικού που έζησε στον Χάνδακα και λησμονήθηκε για αιώνες ολόκληρους. Ως την μέρα που ο Ν. Παναγιωτάκης ανακάλυψε στον δεύτερο τόμο του βιβλίου " D elle iscrizioni Veneziane", του E.A., Cicogna το όνομα Francesco Londarit detto il Greco" Kai αυτή ήταν η αρχή για το ξετύλιγμα του κουβαριού που οδηγούσε μέσα απο ατέλειωτες σειρές αρχειακών κειμένων στον πρώτο επώνυμο Ελληνα μουσικό των νεωτέρων χρόνων και μάλιστα τον Κρητικό μουσικό που μετά απο τέσσερις αιώνες έβγαινε απο την λήθη και αποκτούσε ξανά την θέση που του άξιζε.

Στο Φραγκίσκο Λεονταρίτη.


Ο αείμνηστος Διευθυντής του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και μεταβυζαντινών σπουδών της Βενετίας Νικόλαος Παναγιωτάκης ήταν αυτός που κοντοστάθηκε για πρώτη φορά σ αυτό το λήμμα του βιβλίου του Cicogna, επισήμανε την αναφορά στη λέξη "Greco" και υποψιάστηκε οτι επρόκειτο για κάποιον σημαντικό μουσουργό που μάλιστα έπρεπε να εχει στενή σχέση με την Κρήτη, αφού το όνομα του ήταν σαφώς παραφθορά του Ελληνικού επιθέτου Λεονταρίτης ή Λιονταρίτης.Το όνομα δεν ήταν άγνωστο για τον καθηγητή, αφού κάποιος Νικόλαος ,αυτή την φορά ,Λενταρίτης αναφερόταν στο στιχούργημα του Μαρίου Τζανέ Μπουνιαλή "Φιλονικία του Χάνδακος και του Ρεθέμνου"

Κρητικός μουσικός λοιπόν ; Στην καρδιά της Αναγέννησης ; Και μάλιστα ξεχασμένος για τέσσερις ολόκληρους αιώνες ; Η αποκάλυψη ήταν ιδιαίτερα σημαντική και άφηνε να διαφανεί η συγκλονιστική συνέχεια της ιστορίας που θα έβγαινε σιγά σιγά απο την λήθη των αιώνων και θα ξαναζωντάνευε την ταραχώδη ζωή ενός νόθου παιδιού που ξεκίνησε απο το Χάνδακα αλλοτινών καιρών...και έφτασε να γνωρίσει την δόξα στη θαυμαστή πόλη που κυριαρχούσε στην Δύση. Στη έδρα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας, της Βενετίας...Εναν μουσικό που περιπλανήθηκε στην Ευρώπη για να επιστρέψει ξανά στον Χάνδακα στην δύση της ζωής του.

Ο Νίκος Παναγιωτάκης άρχισε σιγά σιγά να συνθέτει τα κομμάτια του "πάζλ" και να ανασύρει απο την λήθη στο φως την ιστορία του μοναδικού Ελληνα και μάλιστα Κρητικού συνθέτη της Αναγέννησης. Ταξιδεύοντας σε διάφορες πόλεις του εξωτερικού, περνώντας μήνες ολόκληρους σε μερικές απο τις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες του κόσμου άρχισε να αποκαλύπτει την γοητευτική ιστορία του Φραγκίσκου Λεονταρίτη. Χρειάστηκαν έρευνες οκτώ περίπου χρόνων για να συγκεντρωθεί ενας μεγάλος αριθμός πληροφοριών που τοποθετούσε ξανά τον Λεονταρίτη στη περίοπτη θέση που του άξιζε μετά απο τόσα χρόνια λησμονιάς.

Και η ιστορία που χάνεται στα βάθη της Αναγέννησης θα μπορούσε να ξεκινήσει κάπως έτσι...


Στον Χάνδακα στην παραλιακή συνοικία του Αγίου Πέτρου των Φράρων, του γνωστού Αγ.Πέτρου των Δομηνικανών, γύρω στα 1518 (ή ενα δυο το πολύ χρόνια αργότερα) το παιδί του καθολικού ιερέα και αξιωματούχου του καθεδρικού ναού της Λατινικής αρχιεπισκοπής Κρήτης, του ναού του Αγίου Τίτου, Νικολάου Λεονταρίτη, ερχόταν στο φώς και δεχόταν τα δώρα απο τις μούσες που θα τον συνόδευαν σε ολη του την ζωή.

Η μητέρα του, Μαρία Σιμιλινοπούλα, προερχόταν απο Ελληνορθόδοξη οικογένεια κατώτερης τάξης και είχε χαρίσει στον ευκατάστατο Νικόλαο Λεονταρίτη αλλο ενα παιδί, τον Γεώργιο ο οποίος ακολούθησε σταδιοδρομία σε θέσεις γραμματέα δικαστικών υπηρεσιών.Ο δευτερότοκος Φραγκίσκος είχε δείξει απο μικρός μεγάλη κλίση στην μουσική και ήταν προικισμένος με εξαίρετη φωνή. Ο πατέρας του τον προόριζε για εκκλησιαστική σταδιοδρομία, επιθυμόντας να τον διαδεκτεί ο γιός του στα αξιώματα που κατείχε. Τα πράγματα όμως δεν ήταν καθόλου εύκολα γιατί απαγορευόταν η χειροτόνηση νόθων παιδιών ως κληρικοί, εκτός και αν υπήρχε παπική απόφαση που νομιμοποιούσε την γέννηση τους ή αν εναντι αμοιβής κάποιος κόμης παλατίνος έκανε την νομιμοποίηση αυτή.
Ισχυροί όμως προστάτες της οικογένειας και συγκεκριμένα τα μέλη της εκκλησιαστικής δυναστείας των Lando οι οποίοι κατείχαν κληρονομικά τον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κρήτης. και ο Κρητικός επίσκοπος Bartolomeo Abramο, απο έκπτωτη οικογένεια Βενετών πατρικίων βοήθησαν στην έκδοση της παπικής άδειας που έφερε τον Φραγκίσκο Λεονταρίτη, σε νεαρή ακόμα ηλικία, στο αξίωμα του Ιερέα.


Ο Φραγκίσκος αναφέρεται ως κληρικός ήδη απο τα 1535 σε ηλικία 17 χρονών ή λίγο μεγαλύτερος. Η μουσική παιδεία του φαίνεται οτι αποκτήθηκε στο Χάνδακα οπου απο τα 1536 εργαζόταν σαν οργανίστας στον παλιό ναό του Αγίου Τίτου, οπου υπήρχε εκκλησιαστικό όργανο, στον ίδιο ναό οπου ιερουργούσε και ο πατέρας του. Δεν αποκλείεται όμως να βελτίωσε τις μουσικές του γνώσεις στην Ιταλία.
Με τις οικονομικές δυσκολίες που οφειλόταν κυρίως στις δεσμευτικές νοταριακές πράξεις με τις οποίες υποχρεούνταν να καταβάλει κάθε χρόνο ενα σημαντικό ποσόν στον προστάτη του Bartolomeo Abramo ή στον ανηψιό του Bartolomeo Sirigo, (για να "ξεπληρώσει" την παραχώρηση των αξιωμάτων του κανονικάτου της Σητείας, της αρχιεπισκοπής Κρήτης και το αξιωμα του δεκανου της επισκοπής Χερσονήσου) να τον συνοδεύουν σε ολη του την ζωή ο μουσικός θα εργαστεί στον Χάνδακα ως την καταστροφή του ναού του Αγίου Τίτου απο πυρκαϊά, στα 1544.
Η αναχώρηση του για την Ιταλία ήταν μια φυσιολογική εξέλιξη αφού του προσέφερε την ευκαιρία να σταδιοδρομήσει ως μουσικός σε μια Ευρώπη που άνοιγε διάπλατα τις πύλες της στους ταλαντούχους μουσικούς. Συμμετέχοντας σε εκδηλώσεις που γινόταν τόσο σε δημόσιους όσο και σε ιδιωτικούς χώρους ο Λεονταρίτης ασχολήθηκε κυρίως σαν χορωδός στον ναό του Αγίου Μάρκου της Βενετίας.
Τον Νοέμβριο του 1552 τιμωρείται για άγνωστους λόγους απο τον ιερατικό προϊστάμενο του, τον πριμικήριο του Αγίου Μάρκου, με προσωρινή έκπτωση απο το ιερατικό αξίωμα και ανάμεσα στις 7 Ιουνίου του 1556 και 16 Φεβρουαρίου 1557 αποχωρεί απο την χορωδία του Αγίου Μάρκου χωρίς όμως να φύγει απο την Βενετία.
Πέντε χρόνια αργότερα ο Λεονταρίτης θα μετακομισει στην Πάντοβα όπου προσλήφθηκε ως μέλος της χορωδίας του καθεδρικού ναού. Εμεινε όμως μόνο οκτώ μήνες εκεί.
Στα 1561 μια σηματική καμπή στην ζωή του ήταν η πρόσληση απο τον ηγεμόνα της Βαυαρίας Αλβέρτο Ε', να μεταβεί στο Μόναχο και να ζήσει εκεί ως μουσικός της αυλής του. Μάλιστα η περίοδος αυτή της ζωής του Λεονταρίτη θεωρείται απο τις πιο δημιουργικές αφού το μεγαλύτερο μέρος του σωζόμενου έργου του χρονολογείται σε αυτή την περίοδο.
Το ανήσυχο πνευμα του Λεονταρίτη και η ταραχώδη ζωή του τον οδήγησαν στην Κρεμώνα και ξανά στην Βενετία στα 1566. Ομως ο δρόμος της επιστροφής στον Χάνδακα ήταν πια αποφασισμένος. Θέλοντας να ξαναβρεί την γαλήνη και την ηρεμία γυρίζει μετά απο είκοσι χρόνια στην πόλη του, βρίσκει ζωντανή την μητέρα του και ανακτά τον βαθμό της ιεροσύνης του. Εκλέχθηκε και πάλι κανονικός του καθεδρικού ναού του Αγίου Τίτου εξασκώντας παράλληλα τις μουσικές του δραστηριότητες.


Ο Φραγκίσκος Λεονταρίτης παύει να μνημονεύεται στις πηγές απο τις αρχές του 1572 κάτι που υποδηλώνει οτι πέθανε εκείνη ή την επόμενη χρονιά, σε ηλικία 54 περίπου χρόνων.Στα τέλη του 16ου αιώνα και στις αρχές του 17ου είχε λησμονηθεί με τα αντίτυπα της πρώτης συλλογής των μοτέτων του 1564 να εξακολουθούν να πωλούνται στην Βενετία και την Φλωρεντία σε ολοένα χαμηλότερες τιμές.
Ο Φραγκίσκος Λεονταρίτης είχε βγεί απο το προσκήνιο και είχε τυλιχθεί στη χρυσόσκονη της λήθης όπου έμεινε για πάνω απο τετρακόσια χρόνια. Ως την μέρα που ο μίτος που υπομονετικά άρχισε να ξετυλίγει ο Ν. Παναγιωτάκης οδηγούσε ξανά στα ίχνη του μεγάλου Κρητικού μουσικού. Και ως την μέρα που η μουσική του Λεονταρίτη ακούστηκε ξανά στο Ηράκλειο σε δυο συναυλίες που έγιναν στην βασιλική του Αγίου Μάρκου (26 και 27 Αυγούστου 1984) απο το συγκρότημα "Τραγουδιστές" υπο την διεύθυνση του Αντώνη Κοντογεωργίου.

Ο τότε Δήμαρχος Ηρακλείου κ. Μανόλης Καρέλλης θέλησε να συμπεριλάβει στις εκδηλώσεις "Ηράκλειο - Καλοκαίρι 84" την παρουσίαση των έργων του Λεονταρίτη στη γενέτειρα πόλη του. Με τη μεταγραφή των έργων του Λεονταρίτη σε σύγχρονη μουσικη σημειογραφία απο τον Αγγλο μουσικολόγοτου Παν/μιου του Liverpool Δρ Graham Dixon η παρουσίαση ύστερα απο 420 περίπου χρόνια των τριών λειτουργιών,των δύο ναπολιτάνων και των τριών μαδριγαλίων ήταν ενα σημαντικό γεγονός για τη πόλη του Ηρακλείου.
Τα έργα του Κρητικού μουσικού ηχογραφήθηκαν απο το μουσικό σύνολο "Πολυφωνία".



Πηγή: από τις ΣΤΙΓΜΕΣ, το Κρητικό περιοδικό