Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

Κουζουλάθηκε η γριά;



Δεν είναι πολύς καιρός που κατέβηκα στην Κρήτη κι έκανα μια σαββατιάτικη πρωινή βόλτα στα δρομάκια του χωριού μου. Ήθελα να ξαναβρώ τις γνώριμες εικόνες τής ζωής μου, αλλά κυρίως για να μυρίσω καλοκαιρινή μαντζουράνα και βασιλικό. Βρήκα την κυρία Ηρακλεία στην αυλή της, γιαγιούλα ογδόντα χρονών και βάλε, διπλωμένη στα δύο να σαρώνει το σκασμένο τσιμέντο με μια από κείνες τις παλαιικές κίτρινες σκούπες που πίστευα ότι έχουν εξαφανιστεί από χρόνια. (Αλήθεια, που τις πουλάνε;) Αφού μιλήσαμε για τα παιδιά και τα εγγόνια της και έλυσα αντίστοιχες απορίες της, (αυτή στην πάνω γειτονιά, εγώ στην κάτω, δυο άλλοι κόσμοι) τη ρώτησα μισοαστεία μισοσοβαρά πως τα πάει με την οικονομική κρίση και πως βλέπει την Τρόϊκα και το ΔΝΤ. Δεν ήμουν διόλου σίγουρος ότι καταλάβαινε τι σήμαιναν οι όροι αυτοί, όμως η γριούλα ήξερε καλά διότι μού απάντησε ακαριαία: «Δε τσοι φοβούμαι εγώ παιδί μου, γιατί έκαμα ευχέλαιο στο σπίτι.»

Δεν πρόλαβα να γελάσω, διότι κάτι από την κουβέντα της με άφησε άναυδο. Τόσο απλά λοιπόν θα μπορούσαν να ήταν όλα; Δέκα λέξεις όλες κι όλες κολλημένες η μια δίπλα στην άλλη, περιέγραψαν με θαυμαστή ακρίβεια τον δήθεν περίπλοκο κόσμο μας και τη θέση μας μέσα σ’ αυτόν. Ήταν μια φράση χωρίς ίχνος περιττολογίας, χωρίς πολιτικά, ιδεολογικά ή οικονομοτεχνικά φτιασιδώματα. Μια απλή, μικρή, φαινομενικά αφελής κουβέντα κάποιας γιαγιάς ενός χωριού, που όμως καθόριζε αφοπλιστικά τα όρια του καλού και του κακού, του διαβολικού και του θεϊκού. Κι αφού περίγραψε τον κόσμο, κατάταξε αμετάκλητα στο στρατόπεδο τού Διαβόλου αυτούς που (σε τελευταία ανάλυση, όπως λέγαμε τον καιρό της Μαρξιστικής μας θητείας) ανήκουν πράγματι εκεί. Με την ίδια λιτή φράση καθόρισε παράλληλα τα μέσα και τα όρια της δικής της άμυνας.
Η κυρία Ηρακλεία δεν έχει τη γνώση κάποιου υπουργού, την επιστημονική επάρκεια ενός οικονομολόγου ή το εύρος της πληροφόρησης κάποιου δημοσιογράφου. Έχει όμως κάτι άλλο, πολύ σοβαρότερο από όλα τούτα τα βαρύγδουπα μαζί. Το σοφό ένστικτο τού απλού βασανισμένου ανθρώπου, που πατά σε στέρεες βάσεις ζωής. Κι αυτό το ένστικτο τη βοηθά να διαθέτει το δυσκολότερο όλων. Καθαρή εικόνα του κόσμου. Πόσες χιλιάδες ώρες έχουμε καταναλώσει ακούγοντας και διαβάζοντας εμβριθείς αναλύσεις για την παγκόσμια και την ελληνική κρίση, για να καταλήξουμε ότι στην πραγματικότητα δεν ξέρει κανένας τίποτα; Ε λοιπόν, η κυρία Ηρακλεία ξέρει το βασικότερο. Ξέρει τον εχθρό. Όλοι εμείς οι υπόλοιποι, μέσα από τους δαιδάλους της γνώσης και της πληροφόρησης ακόμα τον ψάχνουμε, αν υποτεθεί ότι θέλουμε πραγματικά να τον βρούμε.

Θα ρωτήσετε τώρα: «Κι αν δεχτούμε ότι η γριά ξέρει τον εχθρό, σημαίνει πως κατέχει και τον τρόπο να τον αντιμετωπίσει;» Απαντώ όχι, αλλά προχωρώ τον ίδιο συλλογισμό: «Μπορούν όμως να τον αντιμετωπίσουν αυτοί που δεν τον ξέρουν καν;» Βεβαίως, κανένας μας δεν είναι τόσο υπερβατικός ώστε να πιστεύει ότι η οικονομική κρίση δεν θα αντιμετωπιστεί με αγιασμούς και ευχέλαια. Είδατε όμως πως κι η γριούλα, παρά την αναμφισβήτητη πίστη της, είχε επίγνωση των περιορισμών. Ευχέλαιο για τη χώρα δεν ζήτησε, μόνο για το σπίτι της. Ίσως γιατί η έσχατη γραμμή άμυνας δεν είναι η εθνική οικονομία (χαμένη μάχη αυτή), αλλά η ψυχή μας που βρίσκει στερνό καταφύγιο κάτω απ’ τη στέγη της εστίας. Κι αν κάποιοι υποστηρίξουν ότι στην οικονομία δεν χωρούν θεωρίες συνομωσίας με εχθρούς, φίλους, αγίους και διαβόλους, δεν δέχομαι την παραμικρή συζήτηση για το γεγονός ότι αυτή η κρίση έχει στείλει στρατιές δαιμόνων εναντίον της ψυχής και της ανθρώπινης συνείδησης μας. Κοιτάξτε γύρω σας…

Έφυγα από την αυλή της κυρίας Ηρακλείας σκεπτικός. Και προχωρώντας στα σοκάκια του χωριού, μού ήρθε στο νου ένα δειλινό του Ιούλη του 1968 στον ίδιο ακριβώς τόπο, με μια αντίστοιχη γριούλα. Ήμουν μόλις επτά χρονών και κείνο το βράδυ έφτασε στο χωριό μας το ρεύμα. Δε θυμάμαι μεγαλύτερη γιορτή στην παιδική μου ηλικία. Ήταν η στιγμή που καταργήσαμε το λύχνο με το λάδι, τη λάμπα με το πετρέλαιο και το λουξ στο καφενείο με τα οποία είχαμε γεννηθεί. Οι ηλεκτρολόγοι είχαν περάσει από καιρό, είχαν βάλει λάμπες στα δωμάτια και τις αυλές, ενώ από την απέναντι πλαγιά όλο και πλησίαζε η ευλογημένη γραμμή των ξύλινων στύλων της ΔΕΗ που θα μάς έφερνε τη νέα ζωή. Εκείνο το βράδυ, όλοι οι διακόπτες ήταν ανοιχτοί. Και στις 8.30 ακριβώς, το χωριό μας άστραψε όπως δεν είχε αστράψει ποτέ από γεννήσεως κόσμου. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Χειροκροτήματα, φωνές, σφυρίγματα, γέλια, πυροβολισμοί, ουρλιαχτά γέμισαν την ατμόσφαιρα. Γιορτάζαμε την είσοδο μας σ’ έναν νέο κόσμο, πιο εύκολο, πιο ξεκούραστο. Γιορτάζαμε την ένταξη μας στον πολιτισμό. Καταλήξαμε όλοι μέσα σ’ ένα παραλήρημα ευτυχίας στην πλατεία όπου στήθηκε γλέντι τρικούβερτο. Μεζέδες, τσικουδιές, κρασιά, χοροί, τραγούδια…χαμός.

Και τότε ξαφνικά, είδαμε μια γριά που το σπιτάκι της είχε πρόσοψη στην πλατεία, να βγαίνει έξω κουκουλωμένη με το τσεμπέρι της, κρατώντας ένα μικρό θυμιατήρι που σκόρπιζε παντού την ευωδιά του λιβανιού. Άρχισε να μάς λιβανίζει ψέλνοντας δυνατά. Ήταν τόσο παράταιρη η εικόνα μιας γερόντισσας να θυμιατίζει ανάμεσα σε εκατό μεθυσμένους, που έγινε χαμός κυρίως απ’ τους νεότερους και τα παιδιά που δεν διακρίνονται για το σέβας τους. «Κουζουλάθηκε η Αντωνάκενα!» φωνάζαμε. «Θαρρεί πως είναι σε κηδεία». Κάποιες γυναίκες την σταματήσανε και τη ρωτήσανε γιατί το κάνει αυτό:
- «Αυτός ο διάολος ήρθε απ’ έξω και τον βάλαμε μέσα στα σπίτια μας» απάντησε η γριά. «Που ξέρω εγώ τι είναι; Γι’ αυτό θυμιάζω».
- «Δεν είναι διάολος» της απάντησαν γελώντας. «Το ρεύμα είναι. Είναι καλό. Μην το φοβάσαι. Θα βλέπουμε τα βράδια. Θα πάρουμε και ψυγεία να μη χαλάνε τα φαγητά.»
- «Αν είναι καλό, ένα λιβάνισμα δεν το βλάφτει» απάντησε αυτή στωικά. «Αλλά τόσο φως, δε κάνει καλό. Διώχνει τις ψυχές απ’ τις γωνιές του σπιτιού. Που θα πάνε τώρα αυτές;»

Γελάσαμε άλλη μια φορά και τη βάλαμε στο σπιτάκι της. Τι ψυχές και αηδίες τώρα, μέσα στη μεγάλη γιορτή της προόδου…

Όμως η γριά Αντωνάκενα, μέσα από την απλότητα του μυαλού της είχε δει και τότε τον εχθρό. Του κόσμου της ίσως, αλλά τον είχε δει. Και μη σπεύσετε να πείτε ότι είμαι εναντίον του ηλεκτρισμού ή της προόδου.

Τα ξέρω όλα. Και τα δεδομένα της παγκοσμιοποίησης, και τα διεθνή εμπόρια, και τις μετακινήσεις κεφαλαίων, και το αναπόφευκτο της επιβίωσης μας μαζί τους. Τον εχθρό ψάχνω κι εγώ, μήπως στη συνέχεια (δια της ατόπου) αντιληφθώ και κανέναν φίλο…


Tου Δημήτρη Καμπουράκη

Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010

Τα ξεντοματιάσματα



Πριν από πολλά χρόνια στον οικισμό Γρα Λυγιά της Ιεράπετρας, η ολοκλήρωση της περιόδου καλλιέργειας της ντομάτας, στην καρδιά του καλοκαιριού, σηματοδοτούσε την έναρξη ενός ιδιότυπου εθίμου με περιπαικτική διάθεση και έντονο χρώμα. Οι παραγωγοί που είχαν πουλήσει ήδη τις περισσότερες ντομάτες τους, κρατούσαν εκείνες που περίσσευαν και όταν τύχαινε να περάσει κάποιος από την περιοχή εξαπέλυαν εναντίον του τα «κόκκινα» πυρά τους.

Το έθιμο του ντοματοπόλεμου ατόνησε, η καλλιέργεια της ντομάτας μετατοπίστηκε νωρίτερα χρονικά λόγω των θερμοκηπίων, όμως οι αγρότες της περιοχής δεν το λησμόνησαν, και φέτος σε συνεργασία με τον Δήμο Ιεράπετρας, αποφάσισαν να το αναβιώσουν. Όπως έγινε γνωστό, μετά από σύσκεψη που είχαν οι αρμόδιοι του Δήμου, ο ντοματοπόλεμος θα γίνει φέτος στις 20 Ιουνίου, για πρώτη φορά μετά από σαράντα χρόνια.



Μία μέρα νωρίτερα, δηλαδή σήμερα Σάββατο 19 Ιουνίου θα παρασκευαστεί μία ντοματοσαλάτα - γίγας, που θα ξεπερνά σε βάρος τους 11 τόνους, με στόχο να υπερνικήσει τη ντοματοσαλάτα που κατασκευάστηκε στο Ισραήλ και να μπει στο βιβλίο Γκίνες. «Για την παρασκευή της σαλάτας θα χρειαστούμε τόνους ντομάτας, αγγουριού, πιπεριάς, εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου, κρητικής φέτας και μυρωδάτης ρίγανης» λέει στο ΑΠΕ - ΜΠΕ ο αντιδήμαρχος Πολιτιστικών του Δήμου Ιεράπετρας Σπύρος Τσικαλουδάκης, και τονίζει ότι ήδη η επιτροπή που ανέλαβε την διοργάνωση έχει έρθει σε επικοινωνία με τους αρμόδιους του βιβλίου Γκίνες για τους όρους και τις προϋποθέσεις του διαγωνισμού.

«Το εγχείρημα είναι μεγάλο, όχι όμως ακατόρθωτο για μια περιοχή που κατέχει τα σκήπτρα σε πανελλαδικό επίπεδο στην παραγωγή πρώιμων κηπευτικών. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα θερμοκήπια στην Ιεράπετρα καλύπτουν έκταση 13.000 στρεμμάτων, από τα οποία τα μισά φιλοξενούν καλλιέργειες ντομάτας και τα υπόλοιπα καλλιέργειες πιπεριάς, μελιτζάνας και αγγουριού» σημειώνει ο αντιδήμαρχος και υπογραμμίζει ότι η παραγωγή κατευθύνεται τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό και κυρίως στη Γερμανία και τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης.



Διοργανωτές, ντοματοπαραγωγοί και κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής της Ιεράπετρας αναμένουν με ανυπομονησία τον ντοματοπόλεμο και την γιγαντιαία ντοματοσαλάτα ενώ πριν από την έναρξη των εκδηλώσεων, στις 18 Ιουνίου θα πραγματοποιηθεί συνέδριο για την ντοματοκαλλιέργεια με επίσημη προσκεκλημένη την υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης Κατερίνα Μπατζελή.

Σε περίοδο που οι άσχημες ειδήσεις μας βομβαρδίζουν καθημερινά, αφού πολλοί «αρμόδιοι» τα έχουν κάνει «σαλάτα» και το «λάδωμα» για κάποιους ακούγεται πολύ συχνά, στην Ιεράπετρα, απαντούνε, ακριβώς, με σαλάτα και λάδι:

«Σαλάτα φτιαγμένη από τα πεντα-νόστιμα κηπευτικά μας και με λάδι εξαιρετικό, Γεραπετρίτικο!!

Και τι σαλάτα!!
Τη μεγαλύτερη που έχει γίνει ποτέ στον κόσμο!!!»



Η Κοινωφελής Δημοτική Επιχείρηση, Αγροτικοί και Πολιτιστικοί Σύλλογοι, ευγενικοί Χορηγοί και, βέβαια, πάρα πολλοί Συντοπίτες Εθελοντές, προθυμοποιήθηκαν να υλοποιήσουν μια ιδέα μερικών μερακλήδων αγροτών, που βλέπουν πιο πέρα από το …θερμοκήπιό τους, και να διαφημίσουν με χιούμορ τον Τόπο μας και τα προϊόντα του, κατακτώντας το παγκόσμιο ρεκόρ Guinness.

Έτσι, με φρέσκα κηπευτικά που θα προσφέρουν οι αγρότες της Ιεράπετρας από το Βάτο και το Μύρτος δυτικά μέχρι το Μακρύ Γιαλό και τη Λαγκάδα ανατολικά και με παρθένο λάδι από τους ελαιώνες τους, στην παραλιακή πλατεία της Ιεράπετρας, σήμερα Σάββατο 19 Ιουνίου το απόγευμα, ελπίζουνε πως θα χαρούνε πανηγυρίζοντας…
Αύριο, στην παραλία της Γρα-Λυγιά, όσοι είστε στρεσαρισμένοι αλλά σας αρέσει και η «πλάκα», μπορείτε να εκτονωθείτε με ντοματοπόλεμο!!

Επτά (7) τόνοι ντομάτας, τρεις (3) τόνοι αγγούρια, δυο τόνοι πιπεριάς, 1000 κιλά κρεμμύδια, 800 κιλά φέτα, 500 κιλά παρθένο ελαιόλαδο θα χρειαστούν και μαζί το κέφι και το μεράκι εκατοντάδων εθελοντών για να παρασκευαστεί η μεγαλύτερη σαλάτα του κόσμου βάρους πάνω από 12 τόνους σε σαλατιέρα (!!!) 100 τετραγωνικών μέτρων.

Στη νοτιότερη πόλη της Ευρώπης, την Ιεράπετρα, δίπλα στη θάλασσα με θεά το απέραντο γαλάζιο του Λιβυκού πελάγους δήμος, αγροτικοί και πολιτιστικοί φορείς , πολίτες και επισκέπτες με κέφι τραγούδι χορό θα επιχειρήσουν να καταρρίψουν το ρεκόρ Γκίνες, για τη μεγαλύτερη σαλάτα (προηγούμενο ρεκόρ 10.200 κιλά-Ισραήλ).



Με προϊόντα της Κρητικής γης, καλλιεργημένα με σύγχρονους τρόπους, πιστοποιημένα και υγειονομικά ελεγμένα, γευστικά και ολόφρεσκα, τεμαχισμένα από τις ξακουστές κρητικιές νοικοκυρές, φιλοδοξούν να αναδείξουν ότι σ’ αυτόν το τόπο υπάρχουν και άνθρωποι που με κόπο και ιδρώτα παράγουν «καθαρά» ποιοτικά προϊόντα και τροφοδοτούν με αυτά τις αγορές όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και της Ευρώπης.

Σήμερα τα καραβάκια που πάνε στη Χρυσή θα προσφέρουν, μετά τις 5 το απόγευμα, δωρεάν βόλτες στους παρευρισκόμενους στην εκδήλωση για τη σαλάτα. Επίσης εθελόντριες νηπιαγωγοί από το Κέντρο Δημιουργικής Απασχόλησης, θα περιμένουν τα μικρά παιδιά σε ένα ειδικά διαμορφωμένο χώρο, για να ζωγραφίσουν θέματα σχετικά με τη σαλάτα και την πόλη μας. Η προσπάθεια για την κατασκευή της σαλάτας θα μεταδοθεί ζωντανα και μέσω ιντερνετ με 4 κάμερες που θα στηθούν για το σκοπό αυτό.

Δείτε το στο Salata Web TV.



Την Κυριακή στην παραλία της Γρά Λυγιάς οι ομάδες «ΚΟΚΚΙΚΟΙ» και «ΠΡΑΣΙΝΟΙ» θα αναμετρηθούν στον τοματοπόλεμο. Μετά τον τοματοπόλεμο θα ακολουθήσει Κρητικό γλέντι στο Δημοτικό Σχολείο της Γρα Λυγιάς με το Μανώλη Αλεξάκη.

Η όμορφη Ιεράπετρα στο νότο της Ευρώπης, ντυμένη στα «καλά της» περιμένει όλους, να γευματίσουν με τη μεγαλύτερη σαλάτα, να απολαύσουν την ομορφιά του τοπίου, και ιδιαίτερα να γευτούν τη φιλοξενία ενός τόπου που θεωρεί τον επισκέπτη φίλο και όχι πελάτη.

Όση από τη σαλάτα δε καταναλωθεί από τους παρευρισκόμενους θα διατεθεί σε ιδρύματα και απόρους.

Μια όμορφη γιορτή , στη Γρα Λυγιά, που θα αναβιώσει το παραδοσιακό έθιμο «τα ξεντοματιάσματα», ένα «ντοματοπόλεμο» με τρελό κέφι για τις αντίπαλες ομάδες, με μοναδικό όπλο τις άφθονες ντομάτες (μη εμπορεύσιμες και μη βρώσιμες), να συναγωνίζονται στην όμορφη τρέλα, αυτό που στη Κρήτη το λένε «κουζουλάδα».



ΥΓ. Αφιερωμένη η ανάρτηση. Για να μην νομίζεις ότι δεν ακούω και ξεχνάω όσα μου μαθαίνεις...

Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

Η Κρήτη του Ρούντο Σβάρτς



Ο Ρούντο Σβαρτς έφτασε στην Κρήτη στις 30 Ιανουαρίου του 1943. Το νησί δεν υπήρξε γι’ αυτόν μόνο, ή κυρίως, μια κατεχόμενη περιοχή και ένα από τα πολλά πεδία του πολέμου. Ο Σβαρτς εξοικειώθηκε με τον τόπο, αγάπησε τους ανθρώπους, τη φύση και τα μνημεία. Ακούμπησε τη ζεστή ματιά του στους ανθρώπους και τα πράγματα, αποτύπωσε και κατέγραψε εικόνες με ενδιαφέρον ερασιτέχνη αρχαιολόγου, λαογράφου και φυσιοδίφη.

«4 Ιουνίου 1943»

Ιδιαίτερα το σούρουπο η εικόνα είναι ωραία, όταν πολλοί άνθρωποι που βρίσκονται γύρω από τους πάγκους αυτή την ώρα, πίνουν καφέ, ρακί ή κρασί και κουβεντιάζουν. Ξεχωρίζουν σαν σιλουέτες στην ανοιχτόχρωμη έξοδο, ενώ από τα μαγαζιά η σκιά του φωτός από τις λάμπες λαδιού γλιστρά στο δρόμο. Η εικόνα αυτή μου θύμισε στην επίδραση του φωτός σε αρκετά έργα του Ρέμπραντ», σημειώνει στις 4 Ιουνίου 1943 στο ημερολόγιο του καθώς περιδιαβαίνει στους δρόμους των Αρχανών ο στρατιώτης της Βέρμαχτ Ρούντο Σβαρτς, ζωγράφος στο επάγγελμα στην πολιτική του ζωή.

«13 Φεβρουαρίου 1944»

Σήμερα είναι Κυριακή πρωί. Ο ήλιος λάμπει και με δελεάζει για οδοιπορικό και έτσι αρπάζω το μπλοκ ζωγραφικής μου και περπατώ στα Μάλια και το χώρο ανασκαφής του τότε μινωικού πολιτισμού. Ο δρόμος με οδηγεί κατά μήκος της παραλίας και έχω πάντα το γραφικό ελκυστικό πανόραμα του κόλπου των Μαλίων.



Πορτρέτο του Rudo στην Κνωσό. Βρέθηκε στην Κρήτη, στρατιώτης της Wermacht. Δεν έριξε ούτε μια τουφεκιά. Ζωγράφιζε και φωτογράφιζε.



Κρατούσε ημερολόγιο...



Η μάτια περιπλανιέται στη μαύρη αίθουσα. Πέφτει στην προθήκη με τα προσωπικά του αντικείμενα...



Και τα ημερολόγια του...



Δίπλα η φωτεινή αίθουσα με τα λάδια, τα παστέλ, τις ακουαρέλες και τα μολύβια.



Τη ζωγράφισε και την έβαλε να προσθέσει το όνομά της [κάρβουνο σε χαρτί]



Πιθάρια στη Φαιστό [ακουαρέλα]



Βοσκός στα Κεράσα [κόκκινο μολύβι]



Κνωσός, ξανά [ακουαρέλα]



Ο κόλπος της Μεσαράς, στο βάθος το όρος Κέδρος [κόκκινο μολύβι]



Οι παρυφές της Αυγενικής, στο βάθος ο Ψηλορείτης [Φωτογραφία]



[Φωτογραφία Κρητικού βοσκού]



Πιτσιρίκια στο χωριό Μητρόπολη της Μεσαράς [Φωτογραφία]



Αγία Γαλήνη [Φωτογραφία]



Γόρτυνα, Νυμφαίο [Φωτογραφία]



Φύλλο Ημερολογίου. Το μοναστήρι και η ηγουμένη της Παλιανής [μολύβι - μελάνι]



Σοκάκι στο Ηράκλειο. Στο βάθος ο Άγιος Τίτος [μολύβι]



Χαρουπιές στα Μάλια [Μολύβι]

Τον Οκτώβριο του 2008 η Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών έγινε αποδέκτης μιας γενναιόδωρης παραχώρησης. Οι κύριοι Ingo Schwarz-Quandt και Heinz Schwarz, γιοι του Γερμανού ζωγράφου Rudo Schwarz, δώρισαν στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης ένα τμήμα του αρχείου και των έργων του πατέρα τους, ο οποίος, ως στρατιώτης της Βέρμαχτ, υπηρέτησε στην Κρήτη το 1943-44.

Το κρητικό Αρχείο Rudo Schwarz περιλαμβάνει 18 ελαιογραφίες και πορτραίτα με μολύβι ή κάρβουνο, ένα Φωτογραφικό Άλμπουμ με 460 περίπου φωτογραφίες και ένα Ημερολόγιο 388 σελίδων, στο οποίο καταγράφεται η περιήγησή του κυρίως στο νομό Ηρακλείου και το βορειοδυτικό τμήμα του νομού Λασηθίου με ένθετα λεπτομερή σχέδια (ακουαρέλλες, παστέλ, σκίτσα με μολύβι και πενάκι).



Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

Η ευτυχία του να είσαι Ελληνας



Ο ένας μου παππούς μου ο Ζαχαρίας, γεννήθηκε στη Σμύρνη, η καταγωγή του όμως ήτανε απο την Κρήτη. Αγρότης, φτωχός, δεν τα βγαζε πέρα με τα αμπελάκια του στο Νυμφαίο και πήρε τών ομματιών του και πήγε στην Αίγυπτο, πολύ πρίν την καταστροφή, στον εύφορο Νείλο και δούλεψε σαν το σκυλί, ήταν και έξυπνος και τυχερός και έγινε πολύ πλούσιος.

Παντρεύτηκε την Ελισάβετ Βιδάλη απο την Τήνο που είχε μεταναστεύσει και εκείνη οικογενειακώς με τα μεγάλα 7 αδέρφια της, όλα «σερνικά», και τους γονείς της. Κάνανε τρία παιδιά, την Αννα (την νοννά μου), τον Μιχάλη (τον Πατέρα μου) και τον Θόδωρο – τον βενιαμίν τους. Ισως επειδή στην Τήνο συνυπήρχανε τότε αρμονικά Καθολικοί και Ορθόδοξοι, η Ελισάβετ μου, δίπλα στο εικόνισμα της Παναγίας το Ορθόδοξο, είχε και μια Καθολική Μαντόννα και συχνά την άκουγα να μουρμουρίζει «σάντα Μαρία, μάτερ ντέϊ, όρα προ νομπις». Δεν νομίζω να έβλεπε καμμιά διαφορά ανάμεσα στην Ορθοδοξία και τον Καθολικισμό – εξ άλλου δεν ήταν κάν «θρήσκα» με την τρέχουσα σημασία της λέξεως. Ούτε Εκκλησία πήγαινε τίς Κυριακές, ούτε τα παιδιά της μεγαλώσανε σε θρησκευόμενο περιβάλλον. Ο παππούς ο Ζαχαρίας δεν ξέρω αν πήγαινε εκκλησία ή δεν πήγαινε. Δεν τον πρόλαβα. Αν πήγαινε πάντως δεν υποχρέωσε ποτέ κανέναν απο την οικογένειά του να ακολουθήσει τις δικές του συνήθειες και τα Πιστεύω του.

Ο άλλος μου παππούς ο Διονύσης Μαργαρίτης, όπως και η γιαγιά, η Δήμητρα Ντάνου, ήτανε γέννημα-θρέμμα τής Κέρκυρας που, τότε που γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν, γύρω στα 1880 υπολογίζω, δεν ήταν βέβαια «Ελλάδα» επίσημα – αλλά απο το Τζάντε και την Ιταλία, την Ρωσσία και την νεοϊδρυθείσα (απο τον Καποδίστρια) Ελβετία με τα ωραία της τα Καντόνια, πηγαινοερχόντουσαν στο νησί Ελληνες και Φιλλένηνες που ονειρεύοντουσαν να φτιάξουνε μια νέα, όμορφη, αισιόδοξη, δημιουργική και περήφανη Ελλάδα – και ας μαλλώναν μεταξύ τους και ας διαφωνούσαν, όπως διαφωνούν όλοι οι δημιουργικοί άνθρωποι. Ο Διονύσης και η Δήμητρα ήταν απο τα τυχερά ζευγάρια που ερωτεύονται με ένα γερό coup de foudre στα 17-18 τους χρόνια και το πάνε μέχρι τέρμα. Γεννήσανε το πρώτο τους κοριτσάκι στο νησί αλλά δεν τα βγάζανε πέρα και πήρανε κι΄αυτοί τον δρόμο για την Αλεξάνδρεια όπου ήταν ήδη εγκατεστημένη και καλοπαντρεμμένη η μεγαλύτερη αδερφή της γιαγιάς μου, η Ελένη – που εγω την έλεγα πάντα Τλάτλα για λόγους που όσοι υπήρξαν ή έχουν παιδιά μπορούν να καταλάβουν : Την λάτρευα, είχα δηλαδή τρείς γιαγιάδες.



Ο παππούς μου ο Διονύσης όταν ξεκίνησαν οι Μακεδονικοί πόλεμοι πήρε των οματιών του και γύρισε στην Ελλάδα για να πολεμήσει. Σε κάτι πίστευε βαθειά γιατί αλλοιώς δεν εξηγείται, ήταν υπέροχα στην Αλεξάνδρεια στις αρχές του 20ου αιώνα, όλοι χορεύανε και κάνανε πάρτυ και δουλειές, εμπόριο, περιουσίες, ενω το διασκεδάζανε κιόλας τρελλά. Το ζευγάρι είχε κάνει πιά κι΄εναν γυιό, τον Σπύρο, που ήταν βρέφος όταν ο 25 χρονος μπαμπάς του φόρεσε το χακί και έτρεξε στην πρώτη γραμμή, αφίνοντας τα πάρτυ για άλλους. Θα είχε φαίνεται κάποια σημασία «να είσαι Ελληνας» και «να πολεμάς για την Ελλάδα», για μια μεγάλη ιδέα, για ένα μέλλον που θα το ζήσουνε (όπως το ζώ εγω τώρα) τα παιδιά σου και τα εγγόνια σου.

Ούτε οι Μαργαρίτηδες ούτε οι Ντάνοι ούτε οι Δαβαράκηδες ούτε οι Βιδάληδες δεν ήταν «Ελλαδίτες» - κουβαλούσανε όμως με μια διακριτική, μέχρις σεμνότητος, πολύ μεγάλη υπερηφάνεια που ήσαν «Ελληνες». Ξέρανε όλοι πάνω απο τρείς-τέσσερις γλώσσες, τίς όπερες και τίς οπερέττες, τα τσα-τσα και τα μάμπο (πολύ αργότερα), αλλά το βασικό τους χαρακτηριστικό, αν τούς ρωτούσες, θα σούλεγαν πως «είναι Ελληνες». Ελληνες που οραματίζονταν μιαν Ελλάδα δυνατή και μεγάλη, περήφανη, ισότιμη με τίς μεγάλες σύχγρονες χώρες. Μιαν Ελλάδα χτισμένη πέτρα-πέτρα, απο τίς αμμουδιές του Ομήρου, μέχρι τον Μεγαλέξανδρο, τον 5ο π.χ αιώνα, τούς Πτολεμαίους, τους Ελληνο-Ρωμαίους, τούς Ρωμιούς, και, βέβαια, τούς Βυζαντινούς και τούς επι 400 χρόνια «σκλαβωμενους» δικούς μας.

Για να το καταφέρουνε αυτό το άπιαστο ακόμα όνειρο (που συμβατικά το τοποθετούμε να «πραγματοιείται» το 1821 και απο εκεί και πέρα επίμονα να διεκδικεί τα δίκηα του και βέβαια, περισσότερο γεωγραφικό χώρο), οι Ελληνες αυτοί δώσανε και την ψυχή τους – μέχρι και στούς δυό μεγάλους Παγκοσμίους Πολέμους, τον εμφύλιο, την μετανάστευση και την παλινόρθωση – ως και την Χούντα. Ο καθένας με τον τρόπο του, απο αριστερά, απο δεξιά, λάθος, σωστός, πάλευε και αγωνιζότανε και νοιαζότανε για την Ελλάδα – και έφτανε μέχρι να θυσιάσει και την ίδια του τη ζωή για αυτόν τον μέγιστο έρωτά, τον έρωτα «για την πατρίδα».

Μετά την Χούντα, στην μεταπολίτευση, οι Ελληνες έπαψαν να είναι υπερήφανοι που είναι Ελληνες, ο κ. Δήμου έγραψε το «Η Δυστυχία του να είσαι Ελληνας» και ο Κ. Καραμανλής, λίγο ξυνισμένος και απογοητευμένος απο τίς αποδόσεις μας, αποφάσισε να μας πετάξει στη θάλασσα, να μάθουμε κολύμπι και να γίνουμε πιά Ελληνοευρωπαίοι. Αυτό το όραμα το μοιραστήκαμε σχεδόν όλοι (και ας φώναζαν συγχρόνως οι μισοί «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο») και όταν το ενστερνίστηκε και η «νέα σοσιαλιστική αριστερά» του Ανδρέα Παπανδρέου που σάρωσε στις εκλογές του 1981, έγινε απόφαση αποδεκτή απο το 90% του Ελληνικού λαού σχεδόν ― να γίνουμε Ευρωπαίοι δηλαδή πιά.



Αλλά για κάποιον λόγο πάψαμε να είμαστε πιά «υπερήφανοι» για την καινούργια αυτή Ελλάδα. Ούτε και εντελώς «Ελληνες» πιά, ούτε και «Ευρωπαίοι» όμως. Η κατάληψη της Κύπρου απο τούς Τούρκους (την οποίαν εμείς, με την σαφή ενθάρυνση των Αμερικανών, προκαλέσαμε, μέσω ενός κάποιου γελοίου «Ιωαννίδη» και ενός ακόμα πιό γελοίου «Σαμψών»), μας έτσουξε πολύ. Μας θύμισε πως το παιχνίδι ήταν ακόμα ανοιχτό. Πως οι Τούρκοι «επαναδιεκδικούσαν», (κατα την δική τους άποψη, δίκαια), κομμάτια γής που δεν ήταν πιά δικά τους. Και αυτή η υπενθύμιση, το “The Game is not Over”, επαναπροσδιόρισε τις σχέσεις μας με την γείτονα που, στην πιό δύσκολη στιγμή μας, μετα απο 7 χρόνια χούντας και με διαλλυμένο ηθικό-κοινωνικό ιστό, έπεισε τους Αμερικάνους να την στηρίξουν για να καταλάβει ολόκληρη την Κύπρο. Οι Αμερικάνοι την είχαν μεγάλη ανάγκη εκείνη την εποχή την Τουρκία γεωπολιτικά και δεν διστάσανε καθόλου. Κλείσανε το μάτι στον ηλίθιο Ελληνα στρατιωτικό και του είπαν «προχώρα, όλα είναι έτοιμα για ένωση Ελλάδας-Κύπρου». Στην πραγματικότητα όλα ήταν έτοιμα για την άμεση κατάληψη του νησιού απο τούς Τούρκους – μια εκκρεμότητα που κρατάει μέχρι σήμερα και που κόστισε πολύ πόνο και πολύ αίμα και πολλά δάκρυα – συν τίς τύψεις, γιατί εμείς βάλαμε τα χεράκια μας και βγάλαμε τα ματάκια μας, μόνοι μας.

Αυτά, θα μου πείτε τώρα, «είναι παλιά». Οχι δεν είναι θα σας απαντήσω. Συνέβησαν μόλις πρίν απο 35 χρόνια και ισχύουν ακόμα, τα στρατεύματα κατοχής είναι ακόμα εκεί – ενω, στο μεταξύ, η μισή Κύπρος εποικίστηκε και ήδη θεωρείται επισήμως «Τουρκική». Συγχρόνως κάθε μέρα που περνάει τούρκικα αεροπλάνα παραβιάζουν τον εναέριο χώρο μας τόσο προκλητικά που και απο πέτρα νάσαι, θυμώνεις αν το δείς με τα μάτια σου. Συμβαίνει πάνω απο το Αγιον Ορος συχνά καθώς εφορμούν πρός Χαλικιδική – μέχρι και το Σούνιο αν τούς καπνίσει. Κατεβαίνουν πολύ χαμηλά, τόσο που φοβάσαι πως θα πέσουν – και σου μεταδίδουν φόβο και μια σαφή αίσθηση «ανησυχίας», οτι κάτι εκκρεμεί, οτι υπάρχουν ανοιχτοί λογαριασμοί που δεν θα κλείσουνε με καλές προθέσεις και αμοιβαίες επίσημες επισκέψεις Ελλήνων αξιωματούχων στην Αγκυρα και Τούρκων στην Αθήνα.



Και υπάρχουν. Υπάρχει πρώτ΄απ΄όλα το ζήτημα της Κύπρου – που η Ελλάδα του 85% (των δυό μεγάλων κομμάτων δηλαδή) επέλεξε να την κάνει ζήτημα «Ελληνικό». Υπάρχει η εκκρεμότητα για το Αιγαίο και την υφαλοκρηπίδα. Θέματα «συνεκμετάλευσης» σε περιοχές που βάσει διεθνών παγκοσμίων συνθηκών ανήκουν στην Ελλάδα αποκλειστικά. Ο Τουρισμός και η νέα άποψη περι «συνεκμετάλευσης» του Αιγαίου – οτι δηλαδή «μια παρέα είμαστε να φτιάξουμε πακέττα για τουρίστες με Αγια Σοφιά και Μύκονο, Εφεσσσο και Σαντορίνη». Και μόνο η σκέψη με εξοργίζει. Αλλά δεν θα επακταθώ εδω, είναι ένα καλό θέμα καβάτζα για άλλο πόστ.

Και ο περιβόητος «αφοπλισμός». Με τεράστια υπεροπλία της Τουρκίας προτείνεται να κόψουμε απο 30% ο καθένας. Εμείς θα εξαφανιστούμε σχεδόν, εκείνοι θα διατηρούν έναν αποτελεσματικότατο στρατό για να τρομοκρατούν, να βασανίζουν και να δολοφονούν Κόυρδους, Αρμένιους, Κύπρίους – και όποιον άλλον βάλουν στο πρόγραμμα στο άμεσο μέλλον. Οπως αναρωτήθηκε όμως μπροστά στον Ερντογάν ξεκάθαρα και ο Γ.Α.Π που, σαν πρώην ΥΠΕΞ κάτι ξέρει, «πως μπορούμε να σιγουρευτούμε πως κάποια στιγμή η Τουρκία δεν θα κάνει μια απόβαση στην Μυτιλήνη π.χ ή την Χίο»; (Σε «κάποιο Ελληνικό νησί» είπε συγκεκριμένα). Τον άκουσα και εντυπωσιάστηκα. Δεν είμαι λοιπόν τόσο μόνος και τόσο ανεπακρής στίς απορίες μου ευτυχώς. Δεν είναι μόνο δική μου η απορία αυτή – είναι και του Πρωθυπουργού της Ελλάδας.

Ήθελα να είμαι σύντομος αλλά πάλι δεν το κατάφερα. Οσο λιγότερο κατέχεις τα θέματα τόσο περισσότερες λέξεις χρειάζεσαι για να τα πλησιάσεις. Με νοιάζει όμως το «αν νοιαζόμαστε πιά» και θέλω ειλικρινά να καταλάβω γιατί όποιος ακόμα «νοιάζεται» για την Ελλάδα είναι ρατσιστής, φανατικός, φασίστας ή, στην καλύτερη περίπτωση «εθνικόφρων»; Μήπως φαντάζεστε οτι είμαι εγω άνθρωπος πολεμοχαρής που θέλει πολέμους και αίματα και εξοπλισμούς και εχθρότητες; Δεν είμαι. Δεν αισθάνομαι όμως ασφαλής σε οτι αφορά τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις. Δεν είναι αλήθεια αυτό που γίνεται μεγάλη προσπάθεια απο πολλούς να «περάσει» ως κοινή αντίληψη, (οτι δηλαδή, τέλος, οι παλιοί λογαριασμοί κλέισανε και τώρα τίποτα δεν χωρίζει αυτούς τούς δυό λαούς, τά Κράτη, τίς Εθνότητες, τούς στόχους τους) που, δεν είναι όμως κοινοί, πώς να το κάνουμε. Για μένα είναι άλλη μια παγίδα στημμένη πάλι σε μια πολύ δύσκολη στιγμή. Στην πιό δύσκολη στιγμή που έχουμε ζήσει απο το 22 και μετά.



Θέλω αυτή τη δύσκολη στιγμή μας να την ξεπεράσουμε με την βοήθεια της ΕΕ (και των ΗΠΑ) που είναι πια ο φυσικός μας χώρος και η ευρύτερη πατρίδα μας, και να συγκεντρωθούμε στην ανόρθωση του κοινού Ευρωπαϊκού οράματος με όλες μας τις δυνάμεις – μήπως και το σώσουμε. Η Τουρκία δεν έχει καμμιά δουλειά αυτή τη στιγμή μέσα στα πόδια μας. Καμμιά δουλειά που να συμφέρει ή να ενδιαφέρει εμάς η την ΕΕ πάντως. Εμείς είμαστε Ελληνες, ενταγμένοι σε μια μεγαλύτερη, Ευρωπαϊκή πατρίδα. Και όσο και να δυσκολευόμαστε, όσο και να ζοριζόμαστε, πρέπει να θυμηθούμε οτι φταίμε πρωτα απ΄όλους εμείς για τα μεγάλα λάθη μας των τελευταίων 30 χρόνων και, συγχρόνως, να ξανανοιώσουμε εκείνη την ανείπωτη ευτυχία που νοιώθει κανείς όταν αναλογίζεται οτι είναι Ελληνας. Η ευτυχία του να είσαι Ελληνας είναι ένα δώρο που είναι υβρις να το υποτιμάμε και να το διαπραγματευόμαστε με κατεβασμένα τα βρακιά στην πρώτη δύσκολη στιγμή : Δεν είναι η πρώτη φορα στην ιστορία που καλούμεθα να ξεπεράσουμε μια δυσκολία. Συμμάχους έχουμε ισχυρούς και δεσμευμένους να μας βοηθήσουν για το «κοινό καλό»..

Οι καινούργιοι μας «φίλοι» ας ξανάρθουνε αργότερα, σε 5-6 χρόνια, όταν θα έχουμε ξανασταθεί στα πόδια μας και θα μιλάμε επι ίσοις όροις. Τότε θα έχουμε πολλά να πούμε. Μέχρι τότε έχουμε πολλή δουλειά και, το πιστεύω ακράδαντα, πρέπει να την ολοκληρωσουμε σωστά και μεθοδικά χωρίς να ξεχνάμε πως είναι η πατρίδα μας αυτή, πως την αγαπάμε, είμαστε περήφανοι γι’ αυτήν (δεν φταίει αυτή για τίς δικές μας βρωμοδουλειές) και, βέβαια, δεν ξεχνάμε ποτέ τι μεγάλο δώρο και τι ευτυχία είναι «το να είσαι Ελληνας».

Του Άρη Δαβαράκη