Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Αντρικές κουβέντες....



- Πριν από δέκα χρόνια έπεφτε πιο πολύ ξύλο στους δρόμους της Αθήνας.

- Τι λες; εγώ πρώτη φορά είδα τέτοιο μπουνίδι επειδή ο συνοδηγός άκουσε τη λέξη καριόλα, να τη ξεστομίζει ο οδηγός του πίσω αυτοκινήτου. Βγήκε έξω λοιπόν ζητώντας το λόγο γιατί θίχτηκε. Οδηγός βλέπεις ήταν η μητέρα του.

- Πρέπει να αναλαμβάνεις και το ρίσκο σου όταν ξεστομίζεις τέτοιες κουβέντες.

- Εγώ πάντως τον λυπήθηκα γιατί έκανε προσπάθεια να βγει από το αυτοκίνητο και άρχιζα να φωνάζω όταν του έδινε τη μια μετά την άλλη μπουνιές στο κεφάλι.Θα τον σκοτώσεις έλεγα, άφησέ τον, τι παρακολουθείτε κυρία μου μητέρα του είστε, πείτε του κάτι.

- Και τι έκανε αυτός; τις έτρωγε;

- Ναι, μάλιστα του ξέφυγε κάποια στιγμή βρήκε δύο πέτρες πρόλαβε να του τις πετάξει, αλλά ο άλλος τον βούτηξε και πάλι άρχισε να τις τρώει. Με τις πολλές φωνές μου, πήγε επιτέλους η μητέρα του και τον τράβηξε να φύγουν. Α!!! δεν πάμε καθόλου καλά......

Σαν να βλέπω πάλι τη σκηνή και το φόβο που είχε στα μάτια του,όταν ο δίμετρος γιος της μαμάς κουρεμένος γουλί με το τατού στη γάμπα και τις σαγιονάρες, έφτασε δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο και τον ρώτησε ποιον είπες ρε καριόλα; και άρχισε χωρίς καμμία προειδοποίηση να ρίχνει τη μια μετά την άλλη γροθιές στο πρόσωπό του με το δεξί χέρι και με το αριστερό είχε πιάσει την μπλούζα του.

Κακά τα ψέματα σκέφτομαι πρέπει να ξέρεις να αντιδράς. Είναι πολύ άσχημο για έναν άντρα να κάθεται να τις τρώει και να προσπαθεί να ξεγλιστρήσει από τις άγριες διαθέσεις του αντιπάλου του. Να τις τρως αλλά και να δίνεις. Βρε παιδί μου πως να στο πω,σαν φοβισμένο πουλάκι έδειχνε και όταν μια κυρία τον ρώτησε μετά γιατί σε έδειρε; Δεν ήξερε τι να πει. Ξέρω εγώ.....να έτσι.....

Αμέσως μου ήρθαν στο μυαλό οι συζητήσεις μεταξύ αντρών στο καφενείο στο Νεστόριο Καστοριάς, το μεσημέρι του Αυγούστου,που το βρήκαμε ανοιχτό και καθήσαμε να πιούμε κανένα τσιπουράκι.

Έκαναν κοινωνική κριτική (λίγο πριν από το μεσημεριανό φαγητό) και σχολίαζαν τις γυναίκες τους που έχουν χαζέψει όπως έλεγαν με τα σήριαλ της τηλεόρασης.Τα πρότυπα αντρών που λανσάρουν είναι φαίνεται πολύ διαφορετικά από τα δικά τους γούστα.

- Σήμερα οι γυναίκες, είπε ένας, αν το παίζεις γλυκούλης πάνω σου έρχονται. Αυτοί οι άντρες τους έχουν πάρει τα μυαλά.

- Αμ το άλλο,συνέχισε ο επόμενος,να αφήσει γένια,να αφήσει μαλλί καλά όλα αυτά,αλλά σκουλαρίκι ...δε μ αρέσει.

- Μπορεί να φοβάστε εσείς για τα παιδιά σας, εγώ όμως είμαι εκεί.

- Δεν κατηγοράω τα παιδιά μου αλλά δε μ αρέσει....

- Μιάμιση σαρδέλα,μιάμιση δραχμή. Δέκα σαρδέλες πόσες δραχμές;

Όποιος το βρει κερνάω καφέ....λέει ένας από την άλλη παρέα στο διπλανό τραπεζάκι.Πετάει γρίφους για να περάσει η ώρα ψυχολογώντας ταυτόχρονα τους θαμώνες.

Ενδιαφέρουσα ήταν και η παρατήρηση του Μιχάλη στον φίλο σου τον Γιώργο,για τον Όσπριο.

- Εάν σου αρέσει η παρέα του, να είσαι έτοιμος και να τον υπερασπιστείς όταν θα τις τρώει.

Ο Όσπριος είναι ένας Νορβηγός που ξέμεινε στην Κρήτη από το 1971, όταν η αστυνομία έδιωξε τους χίπηδες από τα Μάταλα. Από 16 χρονών ζει στο νότιο Ρέθυμνο έχει αποκτήσει την κρητική νοοτροπία, έχει όμως ένα μεγάλο χούι. Πίνει πέντε κιλά κρασί την ημέρα. Ας Μπιόρν είναι το όνομά του, αλλά για ευκολία και για πείραγμα οι κρητικοί, τον φωνάζουν Όσπριο.

- Γιατί να παρεξηγήσει κάποιος τον Όσπριο επιμένει ο Γιώργος, δεν ενοχλεί ποτέ κανέναν, εξυπηρετεί τους πάντες, κάνει γεωργικές δουλειές. Πίνει ε και; δεν πειράζει κανέναν.

- Δεν ξέρει όμως τι λέει. Τις προάλλες μπήκε στο φούρνο και λέει στη Μαρία, τι κάνει ο άντρας σου ο κερατάς;

Εκείνη παρεξηγήθηκε και του είπε σε παρακαλώ να μιλάς καλύτερα, όλα έχουν όρια. Θύμωσε από τότε μαζί του.

- Εμένα πάντως με ρώτησε τι σημαίνει Γιώργο κερατάς; Και όταν του εξήγησα, μούτζωσε τον εαυτό του και είπε:

- Γιαυτό μου θύμωσε η Μαρία...


Της Δήμητρας Σωτηριάδου

Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2010

Oι Σελλιανοί



Το βιβλίο του Κώστα Ανδρεδάκη "Οι Σελλιανοί", το οποίο έχει σαν θέμα τα γενεαλογικά δένδρα όλων των οικογενειών του χωριού του, γράφτηκε μετά από κόπο 7 χρόνων και ατελείωτων ωρών, από την αγάπη του προς όλους τους συγχωριανούς, τους συγγενείς και κάθε τι που έχει σχέση με τα Σελλιά.

Γεννήθηκε από την αγωνία του συγγραφέα, να μην χαθούν στον ίλιγγο των σημερινών κοινωνικών εξελίξεων,οι ρίζες τους.Ο Κώστας Ανδρεδάκης γράφει στον πρόλογο του βιβλίου του:

"Δεν μπορώ να βλέπω τους νέους να αδιαφορούν για τους προγόνους τους, τους συγγενείς τους. Επαναστατώ και μόνο στη σκέψη πως τα παιδιά μας θα ξεχάσουν την καταγωγή τους. Δεν μπορώ να δεχτώ αυτό που είναι ορατό από τώρα, πως σε λίγα χρόνια θα σβήσουν από το λεξιλόγιο των νεοελλήνων οι λέξεις συγγενής, θείος, ανηψιός, ξάδερφος, συμπέθερος, ακόμη και παππούς και γιαγιά. Ίσως το βιβλίο αυτό να σταθεί ένα μικρό εμπόδιο για όλα αυτά που φοβάμαι πως έρχονται".

Ο Κώστας Ανδρεδάκης άρχισε την καταγραφή των λαογραφικών στοιχείων των Σελλιών το 1993. Ασχολήθηκε περισσότερο με την καταγραφή των γενεαλογικών δένδρων επειδή πολλοί συγχωριανοί του τον παρακίνησαν προς την κατεύθυνση αυτή. Βιάζονταν να δουν το βιβλίο με "τα σόγια", όπως έλεγαν.

Το μέρος της ζωής των Σελλιανών το άφησε μισοτελειωμένο και θα αποτελέσει το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο "Από τη ζωή των Σελλιανών", που θα καταγίνεται με τη λαική λογοτεχνία, με μαντινάδες, ποιήματα και τραγούδια από τα Σελλιά, με παλιές ρίμες και παιχνίδια που έπαιζαν όταν ήταν παιδιά καθώς και τα τραγούδια που συνόδευαν τα παιχνίδια τους εκείνα. Θα εξιστορεί παραμύθια και ιστορίες που έλεγαν οι γονείς και οι παππούδες όχι από βιβλία. Θα μιλά για τη λαική ιατρική και τα γιατροσόφια, για αινίγματα, γλωσσοδέτες, ευχές και κατάρες, θιαρμούς, γηθειές κλπ. Τέλος θα αναφέρεται στην πνευματική, κοινωνική και οικονομική ζωή των Σελλιανών.

Το βιβλίο του Κώστα Ανδρεδάκη γράφτηκε για να το έχουν να το διαβάζουν σχεδόν αποκλειστικά οι Σελλιανοί. Να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι. Γράφτηκε επίσης για τους Σελλιανούς που ζουν μακρυά από το χωριό.

Ακουμπισμένες θυμήσεις σε ένα εξαιρετικό βιβλίο που κρατά δεμένο ένα χωριό ολόκληρο.

Οι χωριανοί

Όλοι μας γνωριζόμαστε από ανήλικα παιδιά.
Με το μικρό του τ΄όνομα ο ένας τον άλλον κράζει.
Στα μυστικά μας δεν μπορεί να βάλομε κλειδιά.
ξέρει καθένας τ΄αλλουνού τα μάτια να διαβάζει.

Σαν όπως τα τρεχούμενα μοιράζομε νερά
και τα σπαρτά ποτίζουμε καθείς με την αράδα,
έτσι τη μοιραζόμαστε τη λύπη τη χαρά,
για βρέχει σ΄όλο το χωριό, για σ΄όλο είναι λιακάδα.

Γάμος; Αστράφτει από χαρά και γέλια το χωριό
κι αντιλαλεί το νυφικό τραγούδι πέρα ως πέρα.
Θάνατος; Όλοι θλιβεροί κι απ΄το καμπαναριό
κατάμαυρο η καμπάνα μας τον βάφει τον αέρα.

Διάπλατα τις εξώπορτες η καλοσύνη ανεί
και στο παλάτι του φτωχού και στου τρανού την τρούπα.
Κι όποιος περάσει κι όποιος μπει, γιορτή καθημερνή,
θα βρει στρωμένον καναπέ, θα βρει γλυκό στην κούπα.

Πέρα απ΄τις έγνοιες της ζωής, τους χάρους τους πικρούς,
μες στις καρδιές μας έχομε παντοτινόν Απρίλη.
Κι όσες τσουκνίδες βγαίνουνε μονάχες στους αγρούς,
εκεί ξεμοναχιάζονται πνιχτές στο χαμομήλι.

Του Γ. Αθάνα

Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2010

Παραδοσιακό... του παντρέματος



Η μάνα μου με πολεμά γυναίκα να μου δώση,
Και τον παπά εκάλεσε να μάσε στεφανώση.
Μιαν όμορφη μιάν νόστιμη εις ούλαν τση τα κάλλη,
‘Σ τη γειτονειά μου κοπελιά δεν ήτον τέθοια άλλη.
Κι’ όντεν μου τη βλογούσανε καλόγνωμη μου φάνη,
Δε μου μιλεί κ’εθάρρεψα την ταπεινή μου κάνει.
Κ’εγώ την εμπιστεύτηκα νοικοκερά ‘ς το στάρι
Κ’εκείνη μου το ξόδιασε και το’φαε ‘ς το ψάρι.
‘Ρωτώ τηνε αν έβγαλε στάρ’απ’την κοφινίδα
Κ’εκείνη μ’αποκρίνεται, «Καθόλου δεν το είδα».
‘Ρωτώ τηνε τι γείνηκε το λάδι και δεν έχει;
Κ’εκείνη μ’αποκρίνεται καθόλου δεν κατέχει.
Με μάνιτα τήνε ρωτώ τι γείνη το κριθάρι
Και η περυσινή φακή απού ’χα ‘ς το πιθάρι;
Και το κρασ’ απού το βουτσί, το ξείδ’ απ’ τη λαήνα
Κι’ απού τη μπότσα τη ρακή, τι τά ’καμες κ’εκείνα;
Τα χοντροκούκκια και τσ’εληαίς πού’χα ‘πού τον κουμπάρο,
Για πέ μου τίνος τά’δωκες να πάω να τα πάρω;
Τη γλίνα και το βότυρο τσ’εληαίς τσή τσακισμέναις,
Τσή πιπεριαίς πού’χα τουρσί, τίνος τσή’χεις δοσμέναις;
Και το μπαμπάκι τ’άκλωστο και τ’άλλο το κλωσμένο,
Λινάρι πού’χα άστριφτο και τ’άλλο το στριμμένο,
Μαλλιά ξασμένα μιάν οκκά, ομορφοχτενισμένα
Για πέ μου ίντα τά’καμες; Τίνος τά’χεις δοσμένα;
‘Ρωτώ τηνε τι τά ’καμε κ’εκείνη μου θυμόνει
και κάνει μου την ταμπεινή ογιά να με βουλονη.
Δεν έχασα κ’εγώ καιρό και πιάνω ‘να στελιάρι
Και τάκα ξύλο ‘ς τα πλευρά, ώστε να μαϊνάρη.
Έφαε ξύλο περισσό κ’εχόρτασε τ’ασκίν τση
Κ’ είπέ μου τα μαρτύριαν τση που να κα’ η ψυχήν τση.
-Το στάρι άντρα μού’στειλα ‘ς του μυλωνά τη νύχτα
Και τ’άλεσε και το ’καμε αλεύρ’ απού δεν είχα.
Κι’ άλλό ‘φαγα κι’ αλλό ‘δωκα πού ’ρχεται ένας κι’ άλλος.
Κι’ άλλό ‘χυσα του χοίρου μου για να γενή μεγάλος.
Το λάδι πάλι το’βανα ‘ς το λύχνο το μεγάλο
Κ’εκείνος το κατάλυσε, τ’αμμάθια θα του βγάλω.
-Το στάρι λές πώς το’δωκες πού’ρχεται ένας κι’ άλλος
Και πώς το λάδι το ’φαε ο λύχνος ο μεγάλος,
Μα το κρασί απ’το βουτσί το ξείδ’ απ ’ τη λαήνα
Κι’απού την μπότσα τη ρακή, τι τά ‘καμες εκείνα;
-Άντρα μου, πόνος μ’έπιασε κ’ένας θεός το ξέρει
Για να τελιώσω ήμουνε μα συ δεν το πιστεύγεις-.
Κ’ήρθ’η κεραγειτόνισσα δεν είχα τι τσή κάμω-
Και μου ’καμ’ ένα γιατρικό, που ‘μουνε ν’ αποθάνω.
Και το κρασί μου το’βραζε μαζί με το κριθάρι
Και το’θετε ‘ς τον πόνο μου αντίς ογιά λινάρι.
Τσή πιπεριαίς μου τσή ‘βανε για γιατρικό μεγάλο
Κι’απού την μπότσα τη ρακή, δεν είχα ίντα κάμω.
-Και το μπαμπάκι τ’άβγαρτο και τ’άλλο το βγαρμένο
Πώς δε μου λές τι το’καμες; Τίνος το’χεις δοσμένο;

Αναδημοσίευση από τον Κίσσαμο