Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

Η εξομολόγηση του οίστρου...


Έτυχε ποτέ να αγαπάς κάτι και να το μισείς ταυτόχρονα? Είναι ένα περίεργο συναίσθημα που οι γλωσσοπλάστες δεν το έχουν μαντρώσει σε λεξούλα ακόμη. Όχι «χαρμολύπες» και γλυκανάλατα παρεμφερή. Να το αγαπάς δυνατά: να υπερασπίζεσαι την υπόστασή του, να το διεκδικείς, να λες είναι κομμάτι μου (αχ αυτά τα ιδιοκτησιακά καθεστώτα της αγάπης).
Κι από την άλλη να το μισείς με το ίδιο πάθος: να καταγράφεις νοερά τις ελλείψεις του, να το αφορίζεις, να λες «μικραίνει την ψυχή μου» και με εγκλωβίζει.

Γιατί τα λέω όλα αυτά? Για την πόλη μου. Το Ηράκλειο. Που πάντα είναι και δεν είναι «μου». Αυτή υποθέτω είναι η μοίρα των «φευγάτων». Αυτών που άφησαν τον γενέθλιο τόπο για έναν άλλο. Παντού «δικοί» και παντού «ξένοι».
Ερχόμουν κάποτε παιδί με το πρωινό πλοίο. Θυμάμαι ότι οι αναμνήσεις μου από το Ηράκλειο είχαν πάντα εικόνες στην πρωινή γκρίζα διαδρομή από το λιμάνι μέχρι το δυτικό άκρο της πόλης.
Πόλη ξενύχτισσα κι αριστοκράτισσα στα πρωινά ξυπνήματα. Δεν συναντούσαμε ποτέ κίνηση –ούτε τώρα συναντάς- καθώς στις 6.00 το πρωί τούτη η γωνιά της γης απλά κοιμάται. Ούτε χασμουριέται, ούτε σκέφτεται να ξυπνήσει.
Το λιμάνι είναι η μόνη πρωινή της παραφωνία.
Σε όλη την διαδρομή της παραλιακής είχα την αίσθηση ότι εδώ οι άνθρωποι αποστρέφονταν την θάλασσα. Ο δρόμος ύψωνε τείχη από την πλευρά της για να κρύψει τις αυτοσχέδιες χωματερές. Και μετά, καθώς το τοπίο άλλαζε, βρισκόμασταν μπροστά σε παλιά εγκαταλελειμμένα εργοστάσια. Τζάμια σπασμένα, σίδερα σκουριασμένα, κτήρια ετοιμόρροπα. Και μετά σπίτια. Σαν κάποιος να τα πέταξε άτσαλα ανάμεσα στους δρόμους. Όχι να τα ‘κτισε. Να τα πέταξε. Θυμάμαι πάντα το ταξί στο σημείο αυτό της διαδρομής να κάνει τον γύρο ιδιοκτησιών, που βρίσκονταν καταμεσής του δρόμου. Μετά από χρόνια έμαθα τι σημαίνει «αυθεραιτούπολη».
Μαζί με τις εικόνες που είχα από εκείνες τις εποχές είχα και μία αδιόρατα εμετική μυρωδιά. Και πάλι μου πήρε καιρό να πληροφορηθώ ότι δίκτυο αποχέτευσης δεν υπήρχε και οι βόθροι ήταν προνόμιο των πλουσίων. Οι υπόλοιποι διοχέτευαν τα λύμματα με αγωγούς σε χαντάκια πέριξ των δρόμων.

Ερχόμασταν καλοκαίρι συνήθως. Και η μυρωδιά ήταν ένα παράξενο θέμα συζήτησης. Παραπονιόμουν διαρκώς για αυτό το ενοχλητικό «κάτι» στην ατμόσφαιρα αλλά οι υπόλοιποι το είχαν τόσο συνηθίσει, ώστε δεν το αναγνώριζαν καν.
Έ
πειτα θυμάμαι τα βραδινά ξενύχτια για το νερό. Η θεία μου έλεγε πάντα μόλις φτάναμε: «Και προσοχή στο νερό. Μην ξεχαστείτε. Γιατί θα σας στείλω να κουβαλάτε από την βρύση».
Θυμάμαι στην αυλή τον τενεκέ με το βρυσάκι, που γέμιζε από την πάνω πλευρά. Το άγχος μας ήταν να μην αδειάσει ενώ πλενόμασταν και η «τρομερή» θεία μας στείλει στη βρύση για ανεφοδιασμό. Μισή ώρα δρόμος κάτω από τον Αυγουστιάτικο ήλιο.
Και μόλις σουρούπωνε βγάζαμε τις καρέκλες στην αυλή και καθόμασταν. Ποιά αυλή δηλαδή? Στον δρόμο καθόμασταν. Αλλά το ίδιο έκαναν όλοι τριγύρω. Και το θέμα της κουβέντας ήταν το νερό.
- Άκουσες το νερό?
- Ήρθε το νερό?
- Το νου σας να δούμε τον νερουλά
Στην αρχή μου φαίνονταν κορακίστικα όλα αυτά. Μέχρι που μου εξήγησαν. Το νερό του δικτύου ανέβαινε με μοτεράκια στα ντεπόζιτα, που είχε κάθε σπίτι στην ταράτσα του. Και 2-3 φορές την εβδομάδα ξενυχτούσαν όλοι για να μαζέψουν νερό. Τις υπόλοιπες φορές απλά έτρεμαν μην τελειώσει και ... μισοπλένονταν. Χρόνια μετά ένας ευρηματικός Δήμαρχος μας εξήγησε ότι το πρόβλημα της λειψυδρίας δεν ήταν υπαρκτό αλλά .. ψυχολογικό. Ναι, είπε τους ψηφοφόρους του ευθαρσώς ψυχοπαθείς. Αλλά δεν το μέτρησε καλά το πράγμα και δημαρχία δεν ξανάδε.

Στη διάρκεια των καλοκαιριών εκείνων κατεβαίναμε συχνά στο κέντρο. «Πάμε στη βόλιτα» έλεγαν οι ξαδέρφες μου. Η «βόλιτα» (που ήταν βόλτα) δεν ήταν παρά η περατζάδα στο κέντρο της πόλης. Κάτι σαν νυφοπάζαρο. Μόνο που δεν ήμουν σε ηλικία κατάλληλη για να εκτιμήσει τέτοιες εξόδους τότε. Οι ξαδέρφες με δελέαζαν με τα αξιοθέατα. «Κοίτα το συντριβάνι στα Λιοντάρια» έλεγαν.
Αφού είναι βρώμικο και δεν τρέχει σταγόνα νερό, τι να κοιτάξω, σκεφτόμουν.
«Θα σε πάμε στη Δαιδάλου, να χαζέψεις τους τουρίστες» ανακοίνωναν πομπωδώς όταν μούτρωνα. Και πηγαίναμε. Και μάλλον εκείνες χάζευαν και τους τουρίστες και τα
«καμάκια». Η οδός Δαιδάλου –το καμάρι της πόλης- δεν ήταν τίποτα ιδιαίτερο παρά ο μοναδικός πεζόδρομος στο κέντρο με καταστήματα λαϊκής τέχνης και καφετέριες. Greek Mousaka και Do you like Mαμαζέλ the Greece.
Μετά διασχίζαμε την περιβόητη αγορά. Είναι ίσως το μόνο κομμάτι της πόλης που με συνέπαιρνε πάντα. Μυρωδιές από μπαχαρικά στην ατμόσφαιρα, λαχανικά και φρούτα να «ποζάρουν» κάτω από τις τέντες των μανάβικων, χόρτα που κοίταζα ξαφνιασμένη τα ονόματά τους στα ταμπελάκια και μου ήταν όλα άγνωστα. Και εκεί -σε μία στοά μέσα- τα «γρουσουζάδικα» παραδοσικά ταβερνεία με καρό τραπεζομάντηλα και παϊδάκια στη λαδόκολλα. Και πιο κει τα δερμιτζίδικα. Οι παλιοί μαστόροι καθισμένοι στις πόρτες τους. Τα μαχαιροποιεία παραδίπλα. Με τις λάμες των κρητικών μαχαιριών να στραφταλίζουν στο φως και τα δίστιχα του Μουντάκη και του Ξυλούρη χαραγμένα πάνω.
Το 1996 (πάνε 11 χρόνια και παραμένει επίκαιρο) μου το ‘πε ο Φρέντυ Γερμανός. Είχε να ‘ρθει στο Ηράκλειο από την κηδεία του Καζαντζάκη. Θυμόταν πάντα με αγάπη το Ηράκλειο γιατί σε κείνο το ρεπορτάζ της κηδείας ξεκίνησε ουσιαστικά η δημοσιογραφική καρριέρα του. Έκανε λοιπόν σαν ξανάρθε τις βόλτες του στην πόλη και μετά καθισμένος με μία μεγάλη παρέα στα Λιοντάρια έλεγε ότι η πόλη δεν άλλαξε καθόλου. Μερικοί διαφώνησαν έντονα. Αλλά τον άκουγα -και το συνειδητοποιούσα ταυτόχρονα- και έβρισκα πως είχε όλα τα δίκια του κόσμου. Σαν να μην περνάει ο χρόνος από πάνω της. Μόνο από πάνω μας.
Τα Λιοντάρια ακόμη και σήμερα είναι μία άσχημη πλατεία γεμάτη τραπεζοκαθίσματα και με ένα συντριβάνι που άλλοτε στάζει κι άλλοτε ξεραίνεται. Η Δαιδάλου έχασε την αίγλη της από τότε που όλο το κέντρο πεζοδρομήθηκε. Η αγορά παραμένει στην ίδια θέση μόνο που δερμιτζίδικα, μαχαιροποιεία και γρουσουζάδικα δεν υπάρχουν πια. Και τα μανάβικα σε μία «αναλαμπή κακογουστιάς» από πλευράς Δήμου αναπλάστηκαν και έγιναν παντελώς ομοιόμορφα. Η παραλιακή λεωφόρος μέχρι πρότινως φιλοξενούσε σε έναν τοίχο της την εύστοχη παρατήρηση κάποιου, ζωγραφισμένη με κατάμαυρο σπρέυ. Έγραφε: Ηράκλειο, κουασιμόδεια πόλη. Έπειτα άρχισαν τα έργα ανάπλασης κι ο τοίχος κατεδαφίστηκε.
Η πλατεία της Νομαρχίας άλλαξε όψη με βάση την μελέτη που βραβεύτηκε στο σχετικό διαγωνισμό. Οι λόγιοι του τόπου σκιάχτηκαν όταν είδαν το αποτέλεσμα. Στρώθηκε παντού μάρμαρο, κόπηκαν όλα τα δέντρα, μπήκαν παράξενα «φαλλικά» σύμβολα από μπετό και σίδερο (μοιάζουν με εκτοξευτήρες πυραύλων, καθώς κοιτούν προς τον ουρανό) και γύρω γύρω σκορπίστηκαν μερικά παγκάκια από μπετόν. Κι όμως κι αυτή την τιμωρία την συνηθίσαμε.

Στην είσοδο της πόλης γράφει χρόνια τώρα «Το Δημοκρατικό Ηράκλειο σας καλωσορίζει». Και έχει δίκιο ο εμπνευστής της ταμπέλας. Το Ηράκλειο είναι όντως δημοκρατική πόλη. Με μία παράξενη θεώρηση, που λέει ότι ο κόσμος του μπορεί να δεχτεί και να ανεχτεί τα πάντα. Την κακογουστιά, την έλλειψη υποδομών, την κοροϊδία, τον παραγκωνισμό, τα πάντα. Βλέπεις πάνε χρόνια που ενεπλάκη σε ένα δυσάρεστο παιχνίδι της πολιτικής: είναι η «δεδομένη» αγαπημένη των Πράσινων και η «χαμένη» αγαπημένη των Βένετων. Έτσι κανείς δεν ασχολείται ουσιαστικά μαζί της.
Και μετά είναι κι οι άρχοντες της πόλης που διακατέχονται από μία ισχυρή δόση σχιζοφρένειας. Παράδειγμα: Παρέλαβαν την πρώην Αμερικανική Βάση και την άφησαν από κόσμημα να γίνει σκουπίδι. Φαγώθηκαν να γκρεμίσουν το Ξενιά στο λιμάνι και μετά αλληλομηνύθηκαν γιατί διαπίστωσαν ότι το κτήριο ήταν επισκευάσιμο. Έφτιαξαν νέους κόμβους στις εισόδους της πόλης αλλά «ξέχασαν» τις ράμπες των πεζών. Φύτεψαν φοίνικες στην παραλιακή αλλά ξέχασαν να τους ποτίσουν και ξεράθηκαν. Άφησαν τον τάφο του Καζαντζάκη να γίνει περιστεριώνας (για να μην πω κάτι άλλο που μου ‘ρχεται στο μυαλό με την ίδια κατάληξη). Το τείχος της πόλης και ο Κούλες στο λιμάνι, έργα σπάνιας τεχνοτροπίας και αξίας, καταρρέουν. Η Κνωσός (πρώτη πηγή εσόδων του ΥΠ.ΠΟ. μετά την Ακρόπολη) στην απόλυτη εγκατάλειψη, σε βαθμό που τα πυθάρια της να πηγαινοέρχονται σε καρότσες τσιγκάνων. Το Αρχαιολογικό Μουσείο να ξερνά σοβάδες πάνω σε εκθέμματα και τουρίστες μέχρι να αποφασίσουν οι μεγαλόσχημοι να αρχίσει η συντήρηση και η επέκτασή του.
Μπορώ να γράφω ώρες για τις ασχήμιες και πάλι να μην αδειάσει ο θυμός που μου προκαλούν όλα αυτά. Αλλά τώρα συνειδητοποιώ πόσο κουραστική γίνομαι.
Καιρός να μιλήσω και για την άλλη όψη της πόλης. Αυτή που ισοσταθμίζει την κατάσταση. Βλέπετε, το Ηράκλειο -τώρα που το καλοσκέφτομαι- μοιάζει απόλυτα με την μπλοκόσφαιρα. Σε σαγηνεύει με την ασχήμια της .. ομορφιάς του.
Μάλλον έχει να κάνει με μία μυστική και αιωνίως αδήλωτη συμφωνία, που έχει συνάψει αυτό το κομμάτι της Κρήτης με το σκοτάδι. Έτσι, όσο διαρκεί το φως της μέρας η ασχήμια είναι γυμνή και εκτεθειμένη παντού. Οι άνθρωποι μοιάζουν να υπομένουν στωικά το μποτιλιάρισμα, τα σκουπίδια, τα πολιτικά σκουπίδια, τις δουλειές τους, τα πάντα. Αλλά, σαν νυχτώσει, η πόλη αλλάζει όψη. Αλήτισσα και καλντεριμιτζού. Αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι που σκυθρωπιάζουν όλη μέρα, βρίσκουν διεξόδους την νύχτα σε κάτι πανέμορφα στέκια. Αυτοσχέδια τις περισσότερες φορές. Σε ξαφνιάζουν προσφέροντας ρακί και χαμόγελα παρέας στα πιο απίθανα μέρη. Ή μπορεί να βρεις όσο πολιτισμό λείπει από την επίσημη Πολιτεία σε πρωτοβουλίες μερικών κουζουλών, που άλλοτε φτιάχνουν μουσεία (αδειάζοντας τις τσέπες τους, εννοείται, όπως ο Ανεμογιάννης και ο Μαρκάκης) κι άλλοτε οργανώνουν γιορτές ψυχής και χαράς.


Αν δεν βγάλεις ρακί σε παραδοσιακό καζάνι, αν δεν δεις πατητήρι να ρέει τον πρώτο μούστο, αν δεν ακούσεις μία λύρα (να ξεμυτίζει απροσδόκητα από κάποιο πόρτ-μπαγκάζ) και να παραπονιέται, αν δεν χαθείς στις ερωταποκρίσεις των μαντινάδων, αν δεν νοιώσεις την αναπάντεχη δίψα αυτών των ανθρώπων να αντικαταστήσουν την ασχήμια με ομορφιά, δεν μπορείς να καταλάβεις τι λέω.
Τα καλοκαιρινά βράδια στον Κούλε, στην Κνωσό, στο Μαρτινέγκο, στην Αγιά Ειρήνη είναι η άλλη διάσταση της πόλης. Εκεί που απέτυχαν οι Αρχές κι ήρθαν οι πολίτες να διορθώσουν. Να ανακαλύψουν περατζάδες, να τις σαρκάσουν και μετά να τις απολαύσουν. Γιατί λέω να τις σαρκάσουν? Οι Ηρακλειώτες είναι λαός με ιδιότυπο χιούμορ αυτοσαρκασμού.
Ο δρόμος που ανεβαίνει από το λιμάνι στην πόλη λέγεται Λεωφόρος 25ης Αυγούστου. Οι ντόπιοι όμως τον λένε αλλιώς. Κατά μήκος έχει πανέμορφα νεοκλασσικά, όλα ανακαινισμένα από τις πιο εύρρωστες επιχειρήσεις του νησιού, που στεγάζονται εκεί. Λούστρο και κατώφλι του Ηρακλείου ο δρόμος αυτός, φτιαγμένος λες για να προδιαθέτει τον επισκέπτη για μία πόλη ονειρεμένη. What a πλάνη! Οι Ηρακλειώτες λένε τον δρόμο «Λεωφόρος της πλάνης».
Στο λιμάνι ο βραχίονας, που φτάνει ως τον Κούλε, είναι το μοναδικό πρόσφορο καταφύγιο για τους περιπατητές. Τα σχέδια των πολεοδόμων εδώ αποστρέφονται τους πεζούς όσο και τους οδηγούς αυτοκινήτων. Ουδείς ευχαριστημένος. Τέλος πάντων, στο λιμάνι ήταν (ως πολύ πρόσφατα, καθώς τα έργα της Ολυμπιάδας άνοιξαν κάπως το παραλιακό μέτωπο) ο μόνος τόπος να περπατήσεις και να δεις θάλασσα. Οι ντόπιοι ονόμασαν τον λιμενοβραχίονα «Λεωφόρο μπάι πας» σατυρίζοντας τις ανάγκες των καρδιοπαθών για περπάτημα, που έβρισκαν καταφύγιο μόνο εκεί.

Μόλις ξεφύγεις λίγο όμως από τα όρια της πόλης τα πράγματα αλλάζουν. Τα νέα προάστεια του Ηρακλείου, γειτονιές που φτιάχτηκαν με φροντίδα και σύνεση μετά την Τρίτη γεννιά (!!) αυθαιρέτων, έχουν όψεις ανθρώπινες. Οι Αρχάνες (είναι το πρώτο χωριό με Ευρωπαϊκό Βραβείο) πόλη πια και μάλιστα υπέροχη. Οι Βούτες, παραδοσιακό καταφύγιο, όλο πράσινο και νερά. Η Ρογδιά, το «μπαλκόνι» του Ηρακλείου με το παραλιακό μέτωπο αξιοποιημένο. Το Σκαλάνι, ημιορεινός τόπος αλλά με την δική του γοητεία. Η Κνωσός, το Γάζι, η Νέα Αλικαρνασός, η Αγία Πελαγία, η Παντάνασσα. Περιοχές που σ’ αφήνουν να αναπνεύσεις.
Και οι λέξεις μου φτωχαίνουν. Δεν ξέρω πώς να το περιγράψω κι αυτό το συναίσθημα. Ίσως να μην έχει να κάνει με τους τόπους αλλά με τους ανθρώπους τους. Εδώ οι άνθρωποι δεν ξέρω αν είναι πια φιλόξενοι (όπως λένε πολλοί ... και κυρίως οι τουριστικές μπροσούρες) αλλά έχουν μία παράξενη ανεκτικότητα που τους γλυκαίνει. Κι έχουν και μία διορατικότητα. Ένα ένστικτο αλάθητο. Ξέρουν να ξεχωρίζουν το
«καλό» και να το αγκαλιάζουν. Δεν είναι ιστορικά τυχαίο αυτό που συνέβη με την κηδεία του Καζαντζάκη. Ήταν επιλογή της πόλης και των ανθρώπων της. Μόνο όποιος βλέπει την συνέχεια των πραγμάτων εδώ, μπορεί να το καταλάβει. Θυμάμαι τότε που στις αίθουσες παιζόταν ο Τελευταίος πειρασμός κι η Ελλαδική Εκκλησία (δεν κρατιόμουν να μη θυμίσω όσα καίνε τον .. πάσης Αθήνας) άρχιζε τα ανάλατα σχόλια. Εδώ ευτυχώς κι η Εκκλησία ακόμη είναι ημιαυτόνομη και υπάγεται απ’ ευθείας στο Οικουμενικό πατριαρχείο. Και αγκάλιασε αμέσως το έργο.

Θυμάμαι αργότερα τον Βαρθολομαίο -λίγες μέρες μετά την ενθρόνισή του- να ‘ρχεται στο νησί. Ανυποψίαστος για το τι θα πει «υποδοχή από κρητικούς». Όποιος δεν ήταν παρών δεν μπορεί να το περιγράψει. Λαϊκός ξεσηκωμός. Ένας λαός ολόκληρος απλωμένος στο διάβα του. Χάθηκε σε αγκαλιές που άνοιγαν διάπλατα και χόρτασε εκδηλώσεις αγάπης απλών ανθρώπων, που του φέρθηκαν με σεβασμό αλλά και μία άδολη οικειότητα. Τον είδα να κρύβει δάκρυα πολλές φορές. Από τότε οι περιστάσεις τον ζύμωσαν και τον γέρασαν αλλά είμαι σίγουρη ότι εκείνη η επίσκεψη και το «βάπτισμα» στην Κρήτη πρέπει να είναι από τις πιο πολύτιμες εμπειρίες του.

Ο γνωστός σκηνοθέτης μας, ο Γιάννης ο Σμαραγδής, λέει πως αυτό που εγώ ονομάζω «μαγεία» δεν είναι παρά ο κουζουλός Θεός της Κρήτης. Μπορεί. Τούτος ο τόπος ξαναγεννιέται και ξαναβαφτίζεται στην κουζουλάδα του διαρκώς. Γυρνά την πλάτη στα ασήμαντα και τους ασήμαντους. Τους αφήνει να τον πιλατεύουν στωικά. Αλλά σαν αποφασίζει ότι πρόκειται για κάτι σπουδαίο, γίνεται μαινάδα για να διεκδικήσει και στοργική μάνα για να προστατέψει.
Θυμάμαι τον πίνακα του Γκρέκο. Όχι δεν ανήκε στα προικιά του τέως και κανένας Βουλγαράκης δεν τον θεώρησε εθνική κληρονομιά. Θα βγαινε όμως κι αυτός προ τριετίας στην δημοπρασία των Christies.
«Η βάφτιση του Χριστο». Δεκέμβρης του 2004. Αρχική τιμή 1.000.000 Ευρώ. Η πόλη «μάτωσε» όταν το ΥΠ.ΠΟ. γυρίσε την πλάτη στην υπόθεση. Και πείσμωσε. Ήταν ένας παράξενος χειμώνας. Κάθε σπίτι υπολόγιζε πόσα θα δώσει από τον 13ο μισθό για να αγοράσει το Ηράκλειο τον πίνακα. Γιατί ο Γκρέκο έπρεπε να γυρίσει στον γενέθλιο τόπο. Και το όλο εγχείρημα ακουγόταν εξωφρενικά κουζουλό ακόμη και για τους Ηρακλειώτες. Η αριστοκρατία της διανόησης εν τω μεταξύ κρυβόταν πίσω από κάτι γελοίες δικαιολογίες περί γνησιότητας η μη και ουσιαστικά απείχε από την υπόθεση. Κι όσο Πολιτεία, Κράτος και διανοητές περί άλλων τύρβαζαν, τόσο οι Ηρακλειώτες πείσμωναν περισσότερο. Οι Τράπεζες ξεχύλιζαν από ανθρώπους που κατέθεταν 10 και 15 Ευρώ για τον πίνακα. Από υστέρημα. Συνταξιούχοι, μεροκαματιάρηδες, πιτσιρικάδες, άνθρωποι που δεν ήξεραν από τέχνη, μόνο από διαίσθηση. Θυμάμαι μία γιαγιά. Γειτόνισσα. Ήρθε έχοντας διπλώσει στο μαντήλι της 20 Ευρώ. Μου τα βαλε στο χέρι και μου είπε:
- Εσύ ξέρεις πως να τα στείλεις στον Γκρέκο. Εγώ θα πεθάνω αλλά τα εγγόνια μου θέλω να μπορέσουν να τον δουν. Και πες του να με συμπαθά, αλλά δεν έχω άλλα.

Σάστισα. Το ζούσα κάθε μέρα και δεν το πίστευα. Ανέφικτο, ουτοπικό, πιο μεγάλο κι από όνειρο. Αλλά είπαμε, η Κρήτη έχει το Θεό της. Και κείνη τη φορά τον έλεγαν … Γιάννα Αγγελοπούλου- Δασκαλάκη. Δεν μάθαμε ποτέ πόσα ακριβώς μάζεψαν οι Ηρακλειώτες για να μην ξενιτευθεί ο πατριώτης τους ο Δομήνικος. Μάθαμε -εγώ τουλάχιστον- ότι ακόμη και στις μέρες του απόλυτου ωχαδερφισμού τούτη η γωνιά της γης διατηρεί κάτι από
«ανεμόμυλους» και «γαλάτες». Η πόλη τελικά τον πήρε τον πίνακα. Δεν έχει σημασία πως. Το πείσμα της ήταν που μέτρησε. Αυτό το πείσμα της θαρρώ πως λατρεύω τελικά.

Πηγή: www.anemologio.gr

2 σχόλια:

ΣΤΕΛΙΟΣ είπε...

Τι να πρωτοσχολιάσω; Απλά θα σε ευχαριστήσω για το ταξίδι που μου προσέφερες στην ιδιαίτερη πατρίδα μου.
Για τη βόλτα που με πήγες στα σοκάκια των δρόμων και στις ψυχές των ανθρώπων της.
(Θα μπορούσα να σου πω πως δάκρυσα στο τέλος με τον πίνακα, αλλά δεν στο λέω, γιατί οι άντρες δεν κλαίνε).
Συγχαρητήρια! Ότι καλύτερο έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό.
Πολλά φιλιά!!

πυθαρακι είπε...

Καλημέρα Στέλιο.Να σου πω ένα μυστικό...έτσι μεταξύ μας.Οι άντρες κλαίνε.Δεν είναι καθόλου ντροπή και ίσα ίσα το βρίσκω πολύ φυσιολογικό και όμορφο να αντιμετωπίζουμε με συναίσθημα την κάθε μας στιγμή.Γινόμαστε πιο ανθρώπινοι.Χαίρομαι που διάβασες κάτι που σε ευχαρίστησε.Να είσαι καλά!Την καλημέρα μου!